ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 7ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Ο Esly ήταν υποψήφιος στο γενικό διαγωνισμό ΡΕ/6/Β που διοργάνωσε το Κοινοβούλιο, στον οποίο και έγινε δεκτός. Στις 10 Δεκεμβρίου 1979 εξετάστηκε από τον ιατρό-σύμβουλο της Επιτροπής, ο οποίος τον έκρινε ικανό για τα καθήκοντα του « υπαλλήλου διοικήσεως ». Με το από 14 Ιανουαρίου 1980 έγγραφό του, ο προϊστάμενος του τμήματος προσλήψεων της Επιτροπής ζήτησε από το διευθυντή προσωπικού του Κοινοβουλίου να προβεί στο διορισμό του Esly ως δόκιμου υπαλλήλου του Κοινοβουλίου, για να γίνει συγχρόνως μετάταξη του στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Το έγγραφο ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα κριτήρια που εφάρμοζε η Επιτροπή, ο Esly μπορούσε να καταταγεί στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 2, και ότι αυτός μπορούσε να μετα-ταγεί από 1ης Φεβρουαρίου 1980. Με απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1980, ο Esly διορίστηκε από 1ης Μαρτίου 1980 δόκιμος υπάλληλος του Κοινοβουλίου, καίτοι αυτή η απόφαση ανακλήθηκε με απόφαση της 28ης Ιουλίου 1980 ( ο Esly έλαβε γνώση του περιεχομένου της με υπηρεσιακό σημείωμα της 14ης Οκτωβρίου 1980) και επιβεβαιώθηκε ο διορισμός του, με ισχύ από 1ης Μαΐου 1980, ως δόκιμου υπαλλήλου του Κοινοβουλίου με βαθμό Β 5, κλιμάκιο 2. Με την από 11 Ιουλίου 1980 απόφαση (την οποία ο Esly, όπως αναγνώρισε, έλαβε την 1 Οκτωβρίου 1980 ) μετετάγη στην Επιτροπή και τοποθετήθηκε από 1ης Μαΐου 1980 ως επιθεωρητής στην Τελωνειακή Ένωση που εδρεύει στις Βρυξέλλες.
Επειδή ο Esly δεν μπορούσε να αναλάβει υπηρεσία από 1ης Μαρτίου, άλλαξε η εν λόγω ημερομηνία αναλήψεως υπηρεσίας, οπότε άρχισε να εργάζεται στην Επιτροπή από τις 2 Μαΐου 1980. Ουδέποτε εργάστηκε στο Κοινοβούλιο. Η δοθείσα εξήγηση είναι ότι, καίτοι πέτυχε στο διαγωνισμό του Κοινοβουλίου και όχι στο διαγωνισμό που διοργάνωσε η Επιτροπή κατά το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα, δεν υπήρχε κενή θέση στο Κοινοβούλιο ενώ υπήρχε στην Επιτροπή. Η συλλογιστική του διορισμού του ήταν ότι, άπαξ και διοριζόταν στο Κοινοβούλιο, θα γινόταν αμέσως η μετάταξη του στην Επιτροπή. Αυτός ήταν ο σκοπός και αυτό πράγματι συνέβη. Αφού διήνυσε την περίοδο δοκιμασίας, διορίστηκε μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής από 1ης Δεκεμβρίου 1980.
Στις 30 Μαΐου 1983, ζήτησε να αναθεωρηθεί ο διορισμός του που « έγινε από το Κοινοβούλιο ». Στηριζόμενος στην απόφαση της Επιτροπής περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στον εισαγωγικό βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη, ισχυρίστηκε ότι τόσο η επαγγελματική του πείρα όσο και η στρατιωτική του θητεία έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη για την κατάταξη του σε βαθμό και κλιμάκιο. Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1983 του ανακοινώθηκε ότι, επειδή διορίστηκε από το Κοινοβούλιο, ο διορισμός του δεν μπορούσε να γίνει παρά βάσει των κριτηρίων που εφάρμοζε το κοινοτικό αυτό όργανο, ένα δε από τα κριτήρια αυτά είναι ότι δεν μπορούσε να διοριστεί σε βαθμό ανώτερο από τον εισαγωγικό βαθμό της σταδιοδρομίας. Με τη μετάταξη διατήρησε την αρχική του κατάταξη.
Στις 22 Ιουνίου 1983, ο προσφεύγων ζήτησε να πληροφορηθεί ποια επαγγελματική πείρα και στρατιωτική θητεία ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του βαθμού του. Με την από 30 Ιουνίου απάντηση της, η Επιτροπή τον πληροφόρησε ότι, επειδή είχε διοριστεί από το Κοινοβούλιο, τα κριτήρια που είχε θεσπίσει η Επιτροπή δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περίπτωση του. Με την από 11 Αυγούστου 1983 διοικητική του ένσταση, που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επικαλέστηκε το γεγονός ότι υπηρέτησε αποκλειστικά στην Επιτροπή και ότι υπήρξε δυσμενής διάκριση εις βάρος του, καθόσον η κατάταξη σε βαθμό άλλου υπαλλήλου με παρόμοια επαγγελματική πείρα είχε αναθεωρηθεί. Ο Esly ζήτησε, βάσει της επαγγελματικής του πείρας, να καταταγεί στο βαθμό Β 4. Η ενσταση απορρίφθηκε με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1984 που περιήλθε στον προσφεύγοντα στις 28 Φεβρουαρίου 1984. Η απορριπτική απόφαση στηρίχτηκε στο ότι όλοι οι υποψήφιοι που προσλήφθηκαν από το Κοινοβούλιο βάσει του ίδιου διαγωνισμού, στον οποίο είχε επιτύχει και ο προσφεύγων, έτυχαν της ίδιας μεταχειρίσεως η Επτροπή δεν μπορούσε να μεταβάλει την κατάταξη στην οποία προέβη κανονικά το Κοινοβούλιο.
Με την από 10 Μαΐου 1984 προσφυγή του ενώπιον του Δικαστηρίου, ζήτησε να εφαρμοστούν και στην περίπτωση του τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται για τους υπαλλήλους της Επιτροπής, οι οποίοι προσλαμβάνονται κατόπιν διαγωνισμών που διοργανώνει η Επιτροπή, να καταταγεί στο βαθμό Β 4, αναδρομικά από 2 Μαΐου 1980, οπότε άρχισε να εργάζεται ή από 30 Μαΐου 1983, οπότε ζήτησε για πρώτη φορά να αναθεωρηθεί η βαθμολογική κατάταξη του, και να ακυρωθεί η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση της 24ης Φεβρουαρίου 1984. Ζήτησε επίσης να του καταβληθούν η διαφορά αποδοχών εντόκως για τη σχετική περίοδο και τα δικαστικά του έξοδα.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη. Η μόνη πράξη κατά της οποίας ο Esly υπέβαλε διοικητική ένσταση ήταν ο διορισμός του της 11ης Ιουλίου 1980. Βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, διέθετε τρίμηνη προθεσμία από τη στιγμή που πληροφορήθηκε το διορισμό του, δηλαδή από 1ης Οκτωβρίου 1980, εντός της οποίας έπρεπε να υποβάλει διοικητική ένσταση επομένως, είναι εκπρόθεσμος κατά τρία σχεδόν έτη.
Δεν δέχομαι αυτό τον ισχυρισμό. Πρώτον, ο Esly με την προσφυγή του παραπονείται, μεταξύ άλλων, για τη δυσμενή διάκριση μεταξύ αυτού και οπωσδήποτε ενός συναδέλφου του με ανάλογη πείρα που διόρισε η Επιτροπή το 1978, κατόπιν διαγωνισμού της Επιτροπής. Ο υπάλληλος αυτός διορίστηκε στο βαθμό Β 5, η δε κατάταξη του αναθεωρήθηκε στις 27 Μαΐου 1983 και διορίστηκε αναδρομικά από 16 Οκτωβρίου 1978 στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 1. Ο Esly ισχυρίζεται ότι υπέβαλε την αίτησή του μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό. Οι ημερομηνίες που αναφέρει δεν δικαιολογούν τα πράγματα, εφόσον ισχυρίζεται ότι υπέβαλε την αίτηση του στις 30 Μαΐου αλλά ότι πληροφορήθηκε την ανακατάταξη του άλλου υπαλλήλου μόλις στις αρχές Ιουνίου. Πάντως, θεωρώ πιθανόν ότι συγχέει τις ημερομηνίες και δέχομαι τη δήλωση του ότι παρακινήθηκε να ζητήσει την ανακατάταξη του αφού πληροφορήθηκε από τηλεφώνου τα σχετικά με το συνάδελφό του, παρόλο που η ανακατάταξη του συναδέλφου του δεν αναφέρεται σε καμία από τις δύο επιστολές του οι οποίες προηγήθηκαν της διοικητικής ενστάσεως.
Η διοικητική του ένσταση βασίστηκε στο ότι έγινε διάκριση εις βάρος του, διότι η Επιτροπή προέβη σε ανακατάταξη του συναδέλφου του αναδρομικά, ενώ στον ίδιο αρνήθηκε παρόμοια ανακατάταξη. Αυτό είναι ένα γεγονός διαφορετικό από το διορισμό του το 1980 και, κατά την άποψη μου, η απόρριψη του αιτήματός του περί ανακατατάξεώς του που περιέχεται στο έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1983 ή η παράλειψη ανακατατάξεώς του, όταν αναθεωρήθηκε η κατάταξη των δύο άλλων υπαλλήλων, είναι πράξεις που τον βλάπτουν. Βάσει αυτού, η διοικητική του ένσταση της 11ης Αυγούστου 1983 ήταν εμπρόθεσμη.
Επικουρικώς, και αφήνοντας κατά μέρος το αίτημά του που στηρίζεται στη δυσμενή διάκριση, θεωρώ ότι, εφόσον πληροφορήθηκε ότι αναθεωρήθηκε η κατάταξη των άλλων υπαλλήλων, η ανακατάταξη αυτή αποτέλεσε νέο γεγονός που του παρείχε το δικαίωμα να υποβάλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτηση, προκειμένου να λάβει « απόφαση περί αυτού » βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν ορίζει προθεσμία για την υποβολή παρόμοιας αιτήσεως, καίτοι είναι προφανές ότι πρέπει να υποβληθεί εντός ευλόγου χρόνου. Εν προκειμένω υποβλήθηκε σε εύλογο χρόνο κα η απόρριψη της αίτησης του περί ανακατατάξεώς του είναι, κατά την άποψη μου, πράξη που τον βλάπτει υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Επομένως, η παρούσα προσφυγή πρέπει, κατά την άποψη μου, να κριθεί παραδεκτή. Πάντως, για τους λόγους που αναπτύχτηκαν στην υπόθεση 227/83, Μούση κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1984, σ. 3133 ), πρέπει να απορριφθεί η επιχερηματολογία του προσφεύγοντος, κατά την οποία η Επιτροπή, μη προβάλλοντας με την απάντηση της στη διοικητική του ένσταση το επιχείρημα ότι η ένσταση ήταν εκπρόθεσμη, δεν μπορεί να προβάλει το εν λόγω επιχείρημα στην παρούσα διαδικασία.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το γεγονός αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο ορίζει ότι « οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας ». Συνιστά επίσης παράβαση του άρθρου 32, διότι δεν ελήφθη υπόψη η ειδική [ επαγγελματική ] του πείρα ώστε να του αναγνωριστεί αρχαιότητα στο βαθμό του. Επιπλέον, η απόφαση παραβιάζει τα ίδια τα κριτήρια που θέσπισε η Επιτροπή στις 6 Ιουνίου 1973, καθώς και τις αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως.
Η Επιτροπή αντικρούει όλα αυτά τα επιχειρήματα. Ισχυρίζεται ότι ο προσφεύγων προσελήφθη από το Κοινοβούλιο και μετετάγη στην Επιτροπή. Ο προσφεύγων πρέπει να αποδεχτεί τους όρους προσλήψεως που εφαρμόζονται, και εφαρμόστηκαν, στους προσλαμβανόμενους από το Κοινοβούλιο και τους όρους που διέπουν, και εφαρμόστηκαν, τους υπαλλήλους οι οποίοι μετετάγησαν στην Επιτροπή αφού είχαν προσληφθεί από άλλο κοινοτικό όργανο. Βάσει αυτών, δεν διαπράχτηκε αδικία ούτε δυσμενής διάκριση, ο δε προσφεύγων ουδέποτε έπρεπε να αναμένει ότι θα είχε διαφορετική μεταχείριση από τα πρόσωπα που διόρισε το Κοινοβούλιο. Έτυχε, όπως και εκείνα, της ίδιας μεταχείρισης. Τα κριτήρια που εφαρμόζονται στις προσλήψεις της Επιτροπής δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση του.
Δέχομαι τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι « πρόσληψη » και « μετάταξη » είναι διαφορετικές διαδικασίες και ότι για ορισμένους σκοπούς πρέπει να διακρίνονται. Βάσει αυτού, συμφωνώ ότι οι σαφείς διατάξεις του άρθρου 32 δεν έχουν εφαρμογή σε περίπτωση μετατάξεως.
Η παρούσα περίπτωση, έστω κι αν δεν είναι μοναδική, είναι πάντως ασυνήθης. Καίτοι τεχνικώς προσελήφθη από το Κοινοβούλιο και μετετάγη στην Επιτροπή, ο προσφεύγων είχε πάντοτε την πρόθεση, εφόσον έγινε δεκτός για διορισμό, να υπηρετήσει στην Επιτροπή. Ουδέποτε ανήκε, υπό την κυριολεκτική έννοια του όρου, στο προσωπικό του Κοινοβουλίου.
Η δικαιοσύνη, από την έποψη της χρηστής διοικήσεως, επιβάλλει κατά την άποψη μου ότι ο Esly, βάσει των περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως όπως οι άλλοι δύο υπάλληλοι των οποίων αναθεωρήθηκε η βαθμολογική κατάταξη, έστω κι αν αυτός μετετάγη ενώ οι άλλοι προσελήφθησαν απευθείας από την Επιτροπή. Η διάκριση στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή μεταξύ της πρόσληψης από αυτή και της μετάταξης προς αυτήν στερείται εν προκειμένω ουσίας, εφόσον ο προσφεύγων μετετάγη ευθύς αμέσως μετά την πρόσληψη του. Όλοι πρέπει να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως.
Ο προσφεύγων δικαιούται, κατά την άποψη μου, να ζητήσει επανεξέταση της περίπτωσης του. Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε λεπτομερώς τις τρεις περιπτώσεις, καίτοι δεν προτάθηκε από την Επιτροπή ότι, σε περίπτωση που ο προσφεύγων δικαιούται αναθεωρήσεως της κατάταξης του όπως οι άλλοι, δικαιούται οποιοδήποτε άλλο βαθμό εκτός από εκείνο στον οποίο κατετάγησαν οι άλλοι, δηλαδή στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 1.
Θεωρώ ότι, κατ' ανάλογο συλλογισμό, είχε δικαιολογημένη προσδοκία ότι θα ετύγχανε της ίδιας μεταχειρίσεως όπως άλλοι που ήταν σε παρόμοια κατάσταση, εφόσον τόσο αυτός όσο και εκείνοι υπηρετούσαν πραγματικά στην Επιτροπή.
Δεν δέχομαι ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, δεν έχει εφαρμογή και ότι δεν μπορεί να γίνει εγκύρως σύγκριση μεταξύ του Esly και του απευθείας προσληφθέντος όπως αναφέρεται στη δικογραφία, διότι ο πρώτος υπηρετεί στην Επιτροπή κατόπιν μετατάξεως. Αποτελεί απλώς και μόνο μια υπεραπλούστευση το να υποστηρίζεται ότι εκείνοι που προσλαμβάνονται απευθείας και εκείνοι που προέρχονται από μετάταξη, όπως ο Esly, εμπίπτουν σε εντελώς διαφορετικές κατηγορίες. Κατά την άποψη μου, τόσο ο Esly όσο και οι απευθείας προσληφθέντες ήταν στην ίδια μοίρα ώστε, βάσει της ρητής διατάξεως του άρθρου 5, παράγραφος 3, ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμοστούν οι ίδιες προϋποθέσεις υπηρεσίας στον Esly όπως και σ' εκείνους.
Βάσει των σκέψεων αυτών, δεν χρειάζεται να γίνει εφαρμογή του άρθρου 32, αν όμως αυτό είναι αναγκαίο, θα υποστήριζα την άποψη ότι στην περίπτωση του Esly θα ήταν ορθό να εφαρμοστεί κατ' αναλογία, κατά τον ίδιο τρόπο που το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου θεωρείται ότι έχει εφαρμογή όχι μόνο στους υπαλλήλους που ασκούν προσφυγή κατά την έννοα του άρθρου 90, παράγραφος 3, αλλά και στους εξωτερικούς υποψηφίους διαγωνισμών, οι οποίοι προσφεύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Προβλήθηκαν αρκετά επιχειρήματα ως προς το αποτέλεσμα της αναθεωρημένης αποφάσεως του 1983 περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στον εισαγωγικό βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη. Το συνοδευτικό έγγραφο που υπογράφηκε από το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως αναφέρει ότι « κατ' εξαίρεση πάντως, οι υπάλληλοι που κατετάγησαν κατ' εφαρμογή της τελευταίας αυτής αποφάσεως ( της παλαιάς αποφάσεως ) και εφόσον θεωρούν ότι η κατάταξη τους δεν ήταν σύμφωνη με τα κριτήρια που προβλέπονταν με την εν λόγω απόφαση, διαθέτουν μια τελευταία προθεσμία τριών μηνών από την παρούσα γνωστοποίηση της νέας αυτής αποφάσεως για την υποβολή αιτήσεως ανακατατάξεως ».
Η ίδια άποψη υποστηρίζεται από την Επιτροπή, ότι δηλαδή η απόφαση αυτή εφαρμόζεται μόνο στις προσλήψεις « stricto sensu ». Η απάντηση είναι η ίδια. Η δικαιοσύνη επιβάλλει την άμεση ή την κατ' αναλογία εφαρμογή της σε πρόσωπα που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με προσλαμβανόμενο υπάλληλο, όπως ήταν ο Esly.
Υποστηρίζεται επίσης ότι με το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να αρχίσει νέα προθεσμία για τους σκοπούς του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, δεν στερεί από τον Esly την ευχέρεια να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως όπως οι άλλοι υπάλληλοι που είναι στην ίδια κατάσταση. Είναι σαφές ότι το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα είναι μεταγενέστερο από τη διοικητική ένσταση του Esly και, επομένως, δεν μπορούσε να γίνει επίκληση του στη διοικητική ένσταση, ούτε και την καθιστά εμπρόθεσμη αν για οποιοδήποτε λόγο είχε θεωρηθεί εκπρόθεσμη, ακόμη κι αν ο Esly μπορούσε εν συνεχεία να υποβάλει νέα διοικητική ένσταση βασιζόμενη στην αναθεωρηθείσα απόφαση. Οπωσδήποτε, θεωρώ ότι, αν ο νεο-προσληφθέντες υπάλληλοι που ήταν στην ίδια κατάσταση με τον Esly είχαν το δικαίωμα ή την ευχέρεια να επικαλεστούν το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα, το ίδιο έπρεπε να ισχύει και για τον προσφεύγοντα.
Αν η απόφαση ακυρωθεί, θα πρέπει η Επιτροπή να εξετάσει το αίτημα του περί βαθμολογικής ανακατατάξεώς του.
Αν, όπως φαίνεται πιθανό, ο προσφεύγων θεωρηθεί ότι βρίσκεται στην ίδια κατάσταση όπως οι δύο άλλοι των οποίων η βαθμολογική κατάταξη αναθεωρήθηκε, τότε πρέπει να καταταγεί στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 1. Μια τέτοια ανακατάταξη σε βαθμό πρέπει, κατά την άποψη μου, να ισχύσει αναδρομικά από 1ης Μαΐου 1980, εφόσον η ανακατάταξη των άλλων υπαλλήλων ίσχυσε αναδρομικά από την ημερομηνία που πρωτοδιορίστηκαν. Πρέπει επίσης να του καταβληθεί εντόκως η μισθολογική διαφορά, αν αυτό ίσχυσε, καταρχήν, για τους άλλους υπαλλήλους.
Επομένως, η απόφαση της Επτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 1984 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων κατά της απόρριψης της αίτησης του να επανεξεταστεί η βαθμολογική του κατάταξη, πρέπει, κατά την άποψη μου, να ακυρωθεί. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραστή από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy