ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 23ης Οκτωβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Ο κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), ορίζει α) στο άρθρο 1, ότι το τμήμα εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ ) χρηματοδοτεί τις επιστροφές κατά τις εξαγωγές προς χώρες μη μέλη και τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και β) στο άρθρο 3, ότι το τμήμα εγγυήσεων χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών « και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών ». Σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5, η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των εθνικών υπηρεσιών και οργανισμών που έχουν υποδειχτεί τα απαραίτητα κονδύλια και προβαίνει στην εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβάλλουν οι εν λόγω υπηρεσίες και οργανισμοί.
Λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού αυτού θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115). Κατά το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, η απόφαση της Επιτροπής για την εκκαθάριση των λογαριασμών πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, καθορισμό του ποσού των δαπανών που πραγματοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια του σχετικού έτους και αναγνωρίζεται ότι επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.
Η απόφαση 84/202/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1984, για την υποβληθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία εκκαθάριση λογαριασμών για τις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, για το 1978 (ΕΕ L 110, σ. 13 ), δεν δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής τρία ποσά:
1)
ποσό 12374446850 λιρετών που αφορούσε καταβολές σε τέσσερις ιταλικές ενώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών,
2)
ποσό 305825438 λιρετών για δαπάνες χρηματοδοτήσεως της πωλήσεως βουτύρου παρεμβάσεως σε μειωμένες τιμές λόγω του ότι για τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα της εκπεφρασμένης σε ECU τιμής του βουτύρου αυτού είχαν ληφθεί λανθασμένες ημερομηνίες και
3)
ποσά 227433782 λιρετών για το έτος 1976 και 570058890 λιρετών για το έτος 1977, που αφορούσαν καταβολές για γάλα το οποίο είχε απωλεσθεί ή εθεωρείτο απωλε-σθέν κατά τη μεταποίηση σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος σε ζωοτροφές.
Με την απόφαση 84/203/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1984, για την υποβληθείσα από την Ιταλία εκκαθάριση λογαριασμών για τις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, για το 1979 ( ΕΕ L 110, σ. 15 ), η Επιτροπή δεν αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ποσό 1621239160 λιρετών που αφορούσε καταβολές σε τέσσερις ιταλικές ενώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών.
Και στις δύο περιπτώσεις, πριν από την άρνηση αναγνωρίσεως των εν λόγω ποσών είχε δοθεί στην Ιταλία η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις της, οι δε λόγοι της μη αναγνωρίσεως αναφέρονται στη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής για το 1978-1979.
Στις υποθέσεις 129/84 και 130/84, η Ιταλία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει αντίστοιχα τις αποφάσεις 84/202 και 84/203 κατά το μέρος που η Επιτροπή αρνήθηκε να καταλογίσει τα συγκεκριμένα αυτά ποσά στο ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, και, επικουρικά, να αντικαταστήσει τις μη αναγνωρισθείσες δαπάνες με μικρότερα ποσά, τα οποία θα κρίνει δικαιολογημένα, και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Η Ιταλία ισχυρίζεται ότι και στα δύο αυτά θέματα η Επιτροπή έσφαλε. Επικαλείται επίσης υπέρβαση εξουσίας, ανεπαρκή αιτιολογία και παράβαση των άρθρων 1, 3 και 5 του κανονισμού 729/70 και του άρθρου 8 του κανονισμού 1723/72. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι λόγοι ακυρώσεως, εκτός από τα ειδικά περιστατικά που επικαλείται η Ιταλία, θα πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι, δεδομένου ότι αποτελούν απλώς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν στηρίζονται σε επιχειρήματα και, συνεπώς, δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας για την άσκηση προσφυγής.
Νομίζω ότι η ιταλική κυβέρνηση έχει σαφώς το δικαίωμα να υποστηρίξει, βασιζόμενη στους ισχυρισμούς της όσον αφορά τις συγκεκριμένες δαπάνες, ότι υπήρξε επίσης παράβαση των άρθρων και των δύο κανονισμών. Τα άρθρα αυτά θεσπίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούν το τμήμα εγγυήσεων και η Επιτροπή. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί ότι συντελέστηκε υπέρβαση εξουσίας και ότι δεν δόθηκε επαρκής αιτιολογία συνδέονται τόσο στενά με τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα, ώστε οι δύο αυτοί ισχυρισμοί να μπορούν να προβληθούν μαζί με τον τρίτο.
Νομίζω ότι δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για να κριθούν απαράδεκτα τα αιτήματα της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Θα εξετάσω, επομένως, τα ζητήματα ουσίας που ανακύπτουν.
1. Καταβολές στις ενώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών
Ο κανονισμός 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250), ορίζει μεταξύ άλλων:
«Άρθρο 13
Ως οργάνωση παραγωγών, κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, νοείται κάθε οργάνωση παραγωγών οπωροκηπευτικών που ιδρύεται με πρωτοβουλία των ίδιων των παραγωγών με σκοπό ιδίως:
—
προωθήσεως της συγκεντρώσεως της προσφοράς και της ομαλής διαμορφώσεως των τιμών στο στάδιο της παραγωγής, για ένα ή περισσότερα από τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1,
—
της θέσεως στη διάθεση των παραγωγών-μελών της οργανώσεως των καταλλήλων τεχνικών μέσων για τη συσκευασία και την εμπορία των εν λόγω προϊόντων,
και η οποία οργάνωση συνεπάγεται για τους παραγωγούς-μέλη της υποχρέωση:
—
πωλήσεως, μέσω της οργανώσεως παραγωγών, του συνόλου της παραγωγής τους για το προϊόν ή τα προϊόντα για το οποίο ή τα οποία έχουν καταστεί μέλη, της οργανώσεως δυναμένης πάντως να επιτρέψει στους παραγωγούς να μην υπόκεινται σ' αυτή την υποχρέωση για ορισμένες ποσότητες,
—
εφαρμογής, σχετικά με την παραγωγή και εμπορία, των κανόνων που θεσπίζονται από την οργάνωση παραγωγών για τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς. »
Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν στις οργανώσεις παραγωγών ενισχύσεις μέχρις ορισμένου ποσού, επί τρία έτη από την ημερομηνία ιδρύσεως τους, να ενθαρρύνουν την ίδρυση τους και να διευκολύνουν τη λειτουργία τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι οργανώσεις αυτές παρέχουν ικανοποιητική εγγύηση ως προς τη διάρκεια και την αποτελεσματικότητα της δραστηριότητας τους.
Το άρθρο 15 ορίζει ότι οι ενώσεις παραγωγών λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να αποσύρουν από την αγορά τα προϊόντα των μελών τους και τις υποχρεώσεις να ιδρύσουν ταμείο παρεμβάσεως για τη χρηματοδότηση των μέτρων αυτών. Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη χορηγούν χρηματική αντιστάθμιση στις οργανώσεις παραγωγών που πραγματοποιούν παρεμβάσεις δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15, μέσα στα καθοριζόμενα όρια. Το άρθρο 18, παράγραφος 2, ορίζει ότι η αξία της χρηματικής αντιστάθμισης που καταβάλλουν τα κράτη μέλη είναι ίση με τις αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τις οργανώσεις παραγωγών, μειωμένες κατά τις καθαρές εισπράξεις που πραγματοποιούνται από προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά.
'Ετσι, τα άρθρα 15 και 18 ρυθμίζουν τη χρηματοδότηση της παρέμβασης στην αγορά εκ μέρους των ενώσεων παραγωγών, ενώ το άρθρο 14 προβλέπει αρχική ενίσχυση στις οργανώσεις αυτές.
Ο ιταλικός νόμος 622 της 27ης Ιουλίου 1967, όπως τροποποιήθηκε, και ο εκτελεστικός του κανονισμός του 1968, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπουν την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών από το ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας και Δασών και θεσπίζουν την τήρηση εθνικού καταλόγου.
Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η Associazione di zona fra produttori ortofrutticoli delle provincie di Matera e Potenza («Asso-zona-Matera » ), η Associazione di zona fra produttori di agrumi delle provincie di Catanzaro, Cosenza e Reggio Calabria ( « Assozona-Cosenza » ), η Associazione interprovinciale produttori agrumicoli ed ortofrutticoli «Aipao» με έδρα την Κατάνη («Aipao-Catania » ) και η Associazione consorzia provinciale cooperative agricole « ETNA » με έδρα την Κατάνη ( « ETNA-Catania » ) περιελήφθησαν στον εθνικό κατάλογο με υπουργικές αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 1970, 18ης Μαρτίου 1972, 2ας Δεκεμβρίου 1974 και 12ης Ιανουαρίου 1977, αντίστοιχα.
Από τις 30 Ιανουαρίου μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου 1978, ένας αριθμός υπαλλήλων της Επιτροπής πραγματοποίησε ενημερωτική επίσκεψη στην Ιταλία προκειμένου να εξετάσει τη λειτουργία ορισμένων από τις ιταλικές οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών. Από την επίσκεψη αυτή η Επιτροπή αποκόμισε την εντύπωση ότι σχετικοί με τις οργανώσεις αυτές κοινοτικοί κανόνες δεν εφαρμόζονταν πάντοτε σωστά στην Ιταλία και, με έγγραφό της, της 3ης Ιουλίου 1978, ζήτησε από την ιταλική κυβέρνηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, να ενεργήσει έλεγχο στη λειτουργία όλων των οργανώσεων παραγωγών οπωροκηπευτικών που είχαν αναγνωριστεί σύμφωνα με το νόμο 622 και να υποβάλει έκθεση με τα αποτελέσματα του ελέγχου για κάθε οργάνωση που περιλαμβάνεται στον εθνικό κατάλογο. Η Επιτροπή κατάρτισε κατάλογο των ειδικών σημείων στα οποία ήθελε να εστιαστεί ο έλεγχος και ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να συντάξουν, μετά το πέρας του αιτουμένου ελέγχου, κατάλογο των οργανώσεων παραγωγών που δεν είχαν συμμορφωθεί προς τους κοινοτικούς κανόνες και των οποίων η αναγνώριση πρέπει να ανακληθεί. Η Επιτροπή κατέληγε, στο έγγραφό της, με την εξής φράση: « Επιπλέον, η Επιτροπή επιθυμεί να σας υπενθυμίσει ότι οποιαδήποτε αρχική ενίσχυση ή χρηματική αντιστάθμιση λόγω αποσύρσεως, χορηγούμενη σε οργάνωση παραγωγών που δεν πληροί τους πιο πάνω όρους, αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο ».
Φαίνεται ότι το 1979 οι υπάλληλοι της Επιτροπής, συνοδευόμενοι από ιταλούς υπαλλήλους, επιθεώρησαν μεταξύ άλλων ενώσεων και δύο από τις τέσσερις ενώσεις που εμπλέκονται στις υπό κρίση υποθέσεις. Από τις επιθεωρήσεις αυτές αποδείχτηκε, όσον αφορά την Asso-zona-Matera, ότι δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου λειτουργία ή διοικητική οργάνωση, ότι δεν υπήρχε συγκέντρωση της προσφοράς και ότι μικρό μόνο ποσοστό του προϊόντος επωλείτο μέσω της ενώσεως. Όσον αφορά την Aipao-Catania, αποδείχτηκε ότι η συγκέντρωση της προσφοράς μόλις είχε αρχίσει και ότι τα περισσότερα μέλη διέθεταν μόνα τους το προϊόν τους.
Με έγγραφο της 27ης Μαΐου 1980, το ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας και Δασών υπέβαλε τα πορίσματα των επιθεωρήσεων του στην Επιτροπή. Διαπίστωσε ότι η πλειοψηφία των ενώσεων χώλαινε όσον αφορά τα βασικά κριτήρια της ορθολογικής οργανώσεως των δραστηριοτήτων διαθέσεως των προϊόντων στο εμπόριο, εξέφρασε όμως την άποψη ότι οι περισσότερες από τις ενώσεις είχαν αρχίσει να συμμορφώνονται προς τους στόχους των κοινοτικών κανόνων και ότι μπορούσε να αναμένεται ότι σύντομα θα είχαν πλήρως συμμορφωθεί προς τους κανόνες αυτούς. Εντούτοις, όπως ανέφερε, υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το αν πέντε από τις ενώσεις αυτές είχαν τη δυνατότητα προσαρμογής στους κοινοτικούς κανόνες. Στις πέντε αυτές ενώσεις περιλαμβάνονταν οι τέσσερις ενώσεις που μόλις ανέφερα και η Associazione de produttori ortofrutticoli-Brindisi. « Στις ενώσεις αυτές », ανέφερε το έγγραφο, « υπάρχουν συμπτώματα δυσλειτουργίας οφειλόμενα σε λειτουργικές ανεπάρκειες όσον αφορά την ορθολογική οργάνωση της διαθέσεως του προϊόντος στο εμπόριο αποδεικνύεται, ειδικότερα, ότι οι εν λόγω οργανώσεις δεν είναι σε θέση να αποδείξουν ότι ελέγχουν όλη την παραγωγή που διοχετεύουν τα μέλη τους στο εμπόριο ». Η ιταλική κυβέρνηση πρότεινε να μην ανακληθεί αμέσως η αναγνώριση των ενώσεων αυτών, αλλά να τεθούν υπό επιτήρηση προτού ληφθεί οριστική απόφαση. Στις 29 Μαΐου 1980, ο Υπουργός απηύθυνε έγγραφο σε καθεμία από τις τέσσερις ενώσεις που εμπλέκονται στις υπό κρίση υποθέσεις και τις κάλεσε να οργανώσουν τη λειτουργία τους σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Φαίνεται ότι στα έγγραφα αυτά ουδέποτε υπήρξε απάντηση.
Με έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, το ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας υπέβαλε _ στην Επιτροπή την τελική έκθεσή του επί της έρευνάς του για τη λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών οπωροκηπευτικών στην Ιταλία. Βάσει του εγγράφου και της εκθέσεως αυτής καθώς και βάσει των πληροφοριών που είχαν συγκεντρώσει οι δικοί της υπάλληλοι από τις επισκέψεις στην Ιταλία, η Επιτροπή, με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 1980, κατέταξε τις 82 οργανώσεις παραγωγών που υπήρχαν στον εθνικό κατάλογο σε τρεις κατηγορίες και όρισε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για κάθε κατηγορία. 59 οργανώσεις θεωρήθηκαν ότι είχαν συμμορφωθεί προς τους κοινοτικούς κανόνες. 16 οργανώσεις παρουσίαζαν διαρθρωτικές και λειτουργικές ανεπάρκειες οι οποίες μπορούσαν να εξαλειφθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα' για την κατηγορία αυτή έπρεπε να ισχύσει περίοδος παρακολουθήσεως η οποία θα έληγε το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1981.
Τελικά, επτά οργανώσεις θεωρήθηκαν ότι δεν είχαν συμμορφωθεί προς την κοινοτική νομοθεσία. Σ' αυτές περιλαμβάνονται και οι τέσσερις οργανώσεις που αφορούν οι υπό κρίση υποθέσεις. Όσον αφορά την κατηγορία αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι «οι εθνικές αρχές πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η αδυναμία των οργανώσεων αυτών να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις του κανονισμού 1035/72. Ειδικότερα, δεν μπορεί να καταβληθεί καμία εναρκτήρια ενίσχυση ή χρηματική αντιστάθμιση κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού. Η χρηματική αντιστάθμιση που έχει καταβληθεί από το 1973 και οι αρχικές ενισχύσεις που έχουν καταβληθεί από το 1976 δεν καταλογίζονται στο ΕΓΤΠΕ». Η τελευταία παράγραφος του εγγράφου ανέφερε, εντούτοις, ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεξετάσει τα μέτρα αυτά υπό το φως νεωτέρων πληροφοριών, τις οποίες οι ιταλικές αρχές θα έκριναν απαραίτητο να διαβιβάσουν στην Επιτροπή.
Στις 16 Ιουνίου 1981, το ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας ενημέρωσε με τηλετύπημα την Επιτροπή για την απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης να ανακαλέσει την αναγνώριση των ενώσεων ETNA-Catania, Assozona-Matera και Assozona-Cosenza. « Συνεπώς », προσέθετε το τηλετύπημα, «έχουν κινηθεί οι ενδεδειγμένες διαδικασίες». Και συνέχιζε: «όσον αφορά την Aipao-Catania, από τους διεξαχθέντες ελέγχους αποδείχτηκε ότι λειτουργεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Πιστεύουμε, συνεπώς, ότι ενδείκνυται η από κοινού διενέργεια μεταγενέστερων επιτόπιων ελέγχων». Πρέπει να σημειωθεί ότι με το τηλετύπημα αυτό η Ιταλία πληροφόρησε απλώς την Επιτροπή ότι επρόκειτο να ανακληθεί η αναγνώριση των τριών πρώτων οργανώσεων: δεν ζήτησε καμία περαιτέρω εξέταση της κατάστασης τους. Η Ιταλία ζήτησε να διενεργηθεί περαιτέρω εξέταση μόνο για την Aipao-Catania. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε ότι η Επιτροπή απάντησε, με τηλετύπημα της 29ης Ιουνίου 1981, ότι, εφόσον η κατάσταση της Aipao ήταν γνωστή, δεν ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί νέος επιτόπιος έλεγχος. Με άλλα λόγια, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επικύρωσαν την αρνητική τους κρίση ως προς την Aipao.
Με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 1981 (το οποίο δεν ανέφερε αυτή την ανταλλαγή τηλετυπημάτων ), η Επιτροπή πληροφόρησε τις ιταλικές αρχές ότι είχε καταλήξει στα εξής συμπεράσματα: από τις 82 οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών, οι 61 λειτουργούσαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και, επομένως, οι δαπάνες τους μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από την Κοινότητα όπως προέβλεπε η κοινοτική νομοθεσία· 17 οργανώσεις θα ετίθεντο υπό ειδική παρακολούθηση των ιταλικών αρχών μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1981, οπότε θα ελαμβάνετο η οριστική απόφαση ως προς το αν είχαν συμμορφωθεί προς τους κοινοτικούς κανόνες' η λειτουργία δε τεσσάρων οργανώσεων παραγωγών αντέβαινε στις κοινοτικές διατάξεις και, επομένως, τα ποσά που είχαν καταβληθεί υπέρ αυτών δεν θα ελαμβάνοντο υπόψη για τη χρηματοδότηση από την Κοινότητα.
Με υπουργική απόφαση της 25ης Ιουλίου 1981, ο ιταλός Υπουργός Γεωργίας και Δασών διέγραψε την ETNA-Catania από τον κατάλογο των αναγνωρισμένων οργανώσεων παραγωγών. Με υπουργική απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1982, ο εν λόγω Υπουργός διέγραψε από τον κατάλογο αυτό τις άλλες τρεις ενώσεις παραγωγών που εμπλέκονται στις υπό κρίση υποθέσεις.
Η τελική κατάσταση συνοψίζεται στη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής για το 1978-1979 ως εξής:
« Όταν πραγματοποιήθηκε η εκκαθάριση των λογαριασμών για τα έτη 1973 μέχρι 1977, η Επιτροπή εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα καλύψεως ορισμένων δαπανών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά την απόσυρση οπωροκηπευτικών από την αγορά στη Γαλλία και την Ιταλία, εν αναμονή του αποτελέσματος της έρευνας που διενεργείτο ως προς τη λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών στα δύο αυτά κράτη μέλη και ως προς το κατά πόσο οι οργανώσεις αυτές ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις του κανονισμού 1035/72. Η εξέταση των αποτελεσμάτων της έρευνας που διεξήχθη στην Ιταλία έχει τώρα περατωθεί...
Υπενθυμίζεται ότι η χρηματική αντιστάθμιση για την απόσυρση προϊόντων από την αγορά — η οποία βαρύνει το τμήμα εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ — μπορεί να καταβληθεί, κατά το άρθρο 18, μόνο σε οργανώσεις που λειτουργούν βάσει των άρθρων 13 και επ. και υπό τον όρο ότι οι αποσύρσεις διενεργούνται σύμφωνα με το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός.
...
Η έρευνα απέδειξε ότι στην Ιταλία, από τις 82 οργανώσεις παραγωγών που εξετάστηκαν, τέσσερις οργανώσεις δεν λειτουργούσαν σύμφωνα με τις κοινοτικές ρυθμίσεις, οι δε ιταλικές αρχές αποφάσισαν να ανακαλέσουν την αναγνώριση των οργανώσεων αυτών. Κατά συνέπεια, οι χρηματικές αντισταθμίσεις που χορηγήθηκαν στις τέσσερις αυτές οργανώσεις δεν μπορούν να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ.
Όσον αφορά τις δαπάνες της περιόδου από 1973 μέχρι 1978, θα πρέπει, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών για το 1978, να μην αναγνωριστεί ως κοινοτική χρηματοδότηση το ποσό των 12374446850 λιρετών ( που αποτελεί το αντικείμενο της υπόθεσης 129/84).
Όσον αφορά τις δαπάνες του 1979, θα πρέπει, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών για το 1979, να μην αναγνωριστεί ως κοινοτική χρηματοδότηση το ποσό του 1621239160 λιρετών ( που αποτελεί το αντικείμενο της υπόθεσης 130/84).
Τα ποσά που καταβλήθηκαν μετά το 1979 στις τέσσερις αυτές οργανώσεις δεν θα αναγνωριστούν ως κοινοτική χρηματοδότηση κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών των ετών εντός των οποίων καταβλήθηκαν οι χρηματικές αντισταθμίσεις.
Οι ιταλικές αρχές υποστηρίζουν την άποψη ότι, μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε τελικά ότι οι τέσσερις αυτές οργανώσεις λειτουργούσαν παράτυπα (δηλαδή, τον Ιούλιο 1981), μπορεί να θεωρηθεί ότι οι οργανώσεις αυτές είχαν το δικαίωμα να ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τα καταστατικά τους εν αναμονή της λήψεως οριστικής αποφάσεως περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως.
Κατά την άποψη των ιταλικών αρχών, δεν μπορεί εκ των υστέρων να αμφισβητηθεί η νομιμότητα των διενεργηθεισών πράξεων ή να μη γίνει δεκτή η επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με τις δαπάνες που αφορούν τη χρηματική αντιστάθμιση που προβλέπει ο κανονισμός 1035/72.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν συμμερίζονται την άποψη αυτή : τα κράτη μέλη υποχρεούνται, οσάκις καταβάλλεται κοινοτική ενίσχυση, να ελέγχουν καταρχάς αν ο ενισχυόμενος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την καταβολή. Η έρευνα απέδειξε ότι οι εν λόγω τέσσερις οργανώσεις ουδέποτε απέκτησαν δικαίωμα ενισχύσεως. »
Η διαφορά στην υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά τη χορήγηση αρχικών ενισχύσεων, αλλά το κατά πόσο οι εν λόγω τέσσερις ενώσεις πληρούσαν τους όρους του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72, ώστε να δικαιούνται να λάβουν χρηματική αντιστάθμιση, βάσει του άρθρου 18, λόγω αποσύρσεως προϊόντων από την αγορά.
Η Ιταλία υποστηρίζει ότι το ΕΓΤΠΕ πρέπει να επιβαρυνθεί με τις δαπάνες αυτές, στις οποίες υποβλήθηκαν οι τέσσερις ενώσεις, για την περίοδο από το 1973 και μέχρι την ανάκληση της αναγνώρισης τους ή τουλάχιστο μέχρι την κοινοποίηση της οριστικής γνώμης της Επιτροπής, στις 22 Ιουλίου 1981. Η Ιταλία προβάλλει κυρίως τρεις ισχυρισμούς ως προς το θέμα αυτό.
Η Ιταλία υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι τέσσερις επίδικες ενώσεις πληρούσαν τους όρους του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72.
Αυτό αποτελεί, καταρχήν, θέμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από την Επιτροπή, εκτός αν αποδειχτεί ότι συντρέχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα πρώτα πορίσματα της Επιτροπής βασίστηκαν στην υπόθεση — η οποία εγκαταλείφθηκε αργότερα — ότι οι ενώσεις αυτές συγκέντρωσαν την προσφορά των προϊόντων των μελών τους και διέθεσαν στο εμπόριο τα προϊόντα αυτά ιδίω ονόματι και για δικό τους λογαριασμό. Αν γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι η εμπορία των προϊόντων μπορεί να ασκηθεί και από τους παραγωγούς σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζει η ένωση, ακόμα και οι τέσσερις επίμαχες ενώσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι πληρούν τους όρους του άρθρου 13, όπως όλες οι άλλες ενώσεις. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί παραποιούν την άποψη της: ανέκαθεν θεωρούσε ότι η συγκέντρωση της προσφοράς από τις ενώσεις αποτελεί ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν να διαπιστωθεί κατά πόσο οι ενώσεις ελέγχουν την παραγωγή των μελών τους' ο ισχυρισμός της ότι η δραστηριότητα των τεσσάρων επίμάχων ενώσεων ήταν παράνομη βασίζεται σε πολύ γενικότερους λόγους.
Δέχομαι την εξήγηση που δίνει η Επιτροπή για την άποψη της και θεωρώ ότι δεν υπήρξε ατόπημα στο θέμα αυτό.
Η Ιταλία στηρίζεται σε μια από 16 Δεκεμβρίου 1980 έκθεση του ιταλικού Υπουργείου Γεωργίας και Δασών. Θα πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η έκθεση αυτή δεν αποκαλύφθηκε στην Επιτροπή τότε, ούτε αναφέρθηκε στο από 27 Δεκεμβρίου 1980 έγγραφο του Υπουργείου προς την Επιτροπή, ούτε είχε υποβληθεί ουσιαστικά, μέχρις ότου επισυνάφθηκε στην απάντηση του Υπουργείου κατά την παρούσα διαδικασία. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως στοιχείο το οποίο θα έπρεπε να έχει λάβει υπόψη της η Επιτροπή στην απόφαση της και το οποίο κακώς δεν έλαβε υπόψη.
Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η έκθεση ( « μπορεί να λεχθεί ότι και οι τέσσερις ενώσεις λειτουργούν απόλυτα σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και, επομένως, με μια επιθεώρηση εκ μέρους των υπαλλήλων της ΕΟΚ θα μπορούσαν να αρθούν όλες οι μέχρι τώρα διατυπωθείσες επιφυλάξεις») με δυσκολία θεμελιώνεται στο περιεχόμενό της.
Αναφέρθηκε ότι και η ETNA-Catania και η Aipao-Catania είχαν μεγάλο αριθμό μελών ( η ETNA περιελάμβανε 376 φυσικά πρόσωπα και η Aipao 4200). Η Επιτροπή, με το έγγραφο της 3ης Ιουλίου 1978, ήδη είχε τονίσει ότι ο μεγάλος αριθμός μεμονωμένων μελών, διασκορπισμένος σε εκτεταμένες περιοχές, προκαλούσε μάλλον αδυναμία της οργάνωσης, στην οποία ανήκουν, να λειτουργήσει σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 1035/72. Ακόμα και κατά την εποχή της έκθεσης, το Δεκέμβριο 1980, η ETNA-Catania σχεδίαζε να μειώσει ριζικά τον αριθμό των μελών της, η δε Aipao σχεδίαζε απλώς να μειώσει κατά το ήμισυ τα μέλη της. Δεν το έχουν, όμως, πράξει ακόμα.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ETNA-Catania παραδέχτηκε τις διοικητικές και οργανωτικές αδυναμίες της, ανέφερε, όμως, ότι το διοικητικό της συμβούλιο είχε συζητήσει την αναδιάρθρωση της οργάνωσης ώστε να συμφωνήσει με την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία. Ένα πρώτο βήμα υπήρξε η εκλογή νέου προέδρου, αλλά πέραν αυτού δεν έγινε τίποτε.
Η έκθεση αναφέρει ότι η Aipao-Catania δραστηριοποιήθηκε περισσότερο όσον αφορά τη φάση της παραγωγής, παρέχοντας τεχνικές συμβουλές και ενισχύσεις για την αγορά λιπασμάτων και προϊόντων για την περιποίηση των φυτών σε χαμηλές τιμές, και ότι οργάνωσε εκθέσεις ή συμμετείχε σε εκθέσεις, προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα των μελών της. Η ένωση αυτή διέθετε την παραγωγή τόσο απευθείας η ίδια όσο και μέσω των μελών της, καίτοι η έκθεση δεν αναφέρει σε ποιες αναλογίες. Όσον αφορά τις πωλήσεις μέσω των μελών της, η Aipao εξακολούθησε να δίνει οδηγίες για την πώληση, πρώτα προφορικώς και κατόπιν εγγράφως, παράλληλα δε συγκέντρωνε και καταχωρούσε τα τιμολόγια των πωλήσεων των μελών της και ήλεγχε αν ήταν σύμφωνα με τις δοθείσες οδηγίες. Η έκθεση συνεχίζει: « Μόνο στο τέλος του οικονομικού έτους θα καταστεί δυνατό να εξακριβωθεί κατά πόσο η ένωση ασχολήθηκε με όλη την παραγωγή- πάντως, μετά από την εξέταση των δραστηριοτήτων της υπό κρίση ενώσεως, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι ενδεχόμενες αδυναμίες αφορούν μόνο το γραφειοκρατικό μέρος της λειτουργίας και ασφαλώς όχι αυτή καθαυτή τη δραστηριότητα της, η οποία φαίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με τους κανόνες ». Η έκθεση δεν ασχολείται με το ζήτημα ως προς το κατά πόσο, σε μια ένωση με περισσότερα από 4000 μέλη, οι προφορικές οδηγίες προς τα μέλη ως προς τη διάθεση της παραγωγής τους μπορούν να επιτρέψουν τον κατάλληλο έλεγχο.
Οι περιπτώσεις της Assozona-Matera και της Assozona-Cosenza εξετάζονται από κοινού στην έκθεση. Οι ενώσεις αυτές εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν κυρίως το σύστημα προωθήσεως των πωλήσεων « διά μεσαζόντων », δηλαδή πωλήσεων τις οποίες πραγματοποιούσαν τα ίδια τα μέλη. Για τον έλεγχο των πωλήσεων αυτών είχαν δοθεί προφορικές οδηγίες, δεν σώζεται όμως καμία έγγραφη μαρτυρία των οδηγιών αυτών. Οι υπάλληλοι των ενώσεων ήλεγχαν την τήρηση των οδηγιών αυτών, προβαίνοντας στην εξέταση των τιμολογίων πωλήσεως στην επαγγελματική κατοικία των μελών. Η έκθεση αναφέρει ότι είχε εκπονηθεί σύστημα που προέβλεπε ότι η ημερομηνία κατά την οποία δίνονται οι οδηγίες πωλήσεως θα σημειώνεται εγγράφως και το οποίο θα επέτρεπε να λαμβάνονται και να καταχωρούνται αντίγραφα των τιμολογίων πωλήσεως.
Πολλά από τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η έκθεση αποτελούν ακόμα και σήμερα προσωρινές ρυθμίσεις, θα πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι οι δύο εκκαθαρίσεις λογαριασμών αφορούσαν το 1978 και το 1979.
Δεν νομίζω ότι η Επιτροπή διέθετε άλλα ταυτόχρονα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να μπορούσε ευλόγως να συναχθεί ότι οι τέσσερις ενώσεις πληρούσαν τους όρους του άρθρου 13 όσον αφορά τα έτη αυτά. Αντιθέτως, υπήρχαν άφθονα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία η Επιτροπή μπορούσε να συναγάγει ότι οι ενώσεις αυτές δεν πληρούσαν τους εν λόγω όρους. Έτσι, από την επιθεώρηση του 1979 αποδείχτηκε ότι η συγκέντρωση της προσφοράς είτε ήταν ανύπαρκτη είτε μόλις είχε αρχίσει. Η έκθεση της ιταλικής κυβέρνησης, της 27ης Μαΐου 1980, ξεχώρισε τις τέσσερις αυτές ενώσεις και ανέφερε ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο οι ενώσεις αυτές μπορούσαν να προσαρμοστούν ώστε να είναι σύμφωνες με τους κοινοτικούς κανόνες. Η κακή λειτουργία τους οφειλόταν σε λειτουργικές αδυναμίες, οι οργανώσεις δε αυτές φαίνονταν ανίκανες να ελέγξουν τη διάθεση της παραγωγής από τα μέλη τους. Οι ενώσεις αυτές δεν απάντησαν στο έγγραφο που τους έστειλαν, στις 29 Μαΐου 1980, οι ιταλικές αρχές, πράγμα περίεργο αν όντως είχαν λάβει μέτρα. Η ιταλική κυβέρνηση, με το από 16 Ιουνίου 1981 τηλετύπημα της, δεν ισχυρίζεται ότι οι τρεις ενώσεις εκτός της Aipao-Ćatania ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Απλώς αναφέρει ότι η αναγνώριση των ενώσεων αυτών πρόκειται να ανακληθεί. Εξάλλου, το τηλετύπημα βεβαιώνει ότι η Aipao-Catania λειτουργεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, αλλά δεν παρέχει απόδειξη όσον αφορά τις γενόμενες μεταβολές, ούτε καν εκείνες που αναφέρονταν στην έκθεση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, η οποία δεν εστάλη βεβαίως στην Επιτροπή.
Δεν θεωρώ ότι υπήρχε σοβαρός λόγος να εξετάσει εκ νέου η Επιτροπή τις τρεις ενώσεις εκτός της Aipao-Catania υπό το φως των αρχικών αποδείξεων. Το γεγονός ότι είχε δοθεί χρόνος σε άλλες ενώσεις, οι οποίες είχαν κριθεί ικανές να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους, δεν συνεπάγεται ότι έπρεπε να ακολουθηθεί η ίδια μέθοδος και ως προς οργανώσεις οι οποίες είχαν κριθεί ανίκανες να προσαρμοστούν.
Όσον αφορά την Aipao-Catania, υπάρχει επιπροσθέτως το γεγονός ότι η Ιταλία εξέφρασε με το τηλετύπημα την άποψη ότι η ένωση αυτή πληρούσε, το 1981, τους όρους του κοινοτικού δικαίου. Αν η περίπτωση της ένωσης αυτής ήταν αμφίβολη από την αρχή, θα θεωρούσα ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να την εξετάσει εκ νέου. Η περίπτωση της όμως δεν ήταν αμφίβολη — όλα τα παλαιότερα στοιχεία έδειχναν ότι η ένωση αυτή δεν πληρούσε τους όρους του άρθρου 13 του κανονισμού και ότι δεν ήταν ικανή να συμμορφωθεί ως προς το άρθρο αυτό —, η δε Επιτροπή είχε ανέκαθεν καταστήσει σαφές ότι κανένα χρηματικό ποσό δεν επρόκειτο να καταβληθεί σε ενώσεις που δεν συγκεντρώνουν τις σχετικές προϋποθέσεις. Κατά την άποψη μου, καίτοι θα ήταν καλύτερα αν η Επιτροπή είχε ζητήσει από την Ιταλία να παράσχει λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά την απλή διαβεβαίωση που περιέχεται στο τηλετύπημα της 16ης Ιουνίου 1981, η πραγματική πρωτοβουλία ως προς την απόδειξη του ότι η ένωση είναι σύμφωνη με το άρθρο 13 έπρεπε να προέλθει από την ένωση αυτή και από τις ιταλικές αρχές. Αν είχαν προσκομιστεί περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αμφιβάλλω ότι η Επιτροπή θα τα είχα λάβει υπόψη της. Εντούτοις, υπό το φως όλων των περιστάσεων και ειδικότερα του ιστορικού των πραγματικών περιστατικών, δεν νομίζω ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά τρόπο παράλογο ή παράνομο με το να βασιστεί στο γεγονός ότι ούτε η Aipao ούτε η Ιταλία είχαν αποδείξει ότι η Aipao είχε συμμορφωθεί με το άρθρο 13 και με το να μη ζητήσει η ίδια περισσότερες αποδείξεις. Ο κίνδυνος που υπήρχε, σε περίπτωση κατά την οποία δεν αποδεικνυόταν ότι η Aipao-Catania είχε συμμορφωθεί με το άρθρο 13, ήταν γνωστός, νομίζω δε ότι, αν υπήρχαν περαιτέρω αποδείξεις, εναπέκειτο στην Ιταλία να τις συλλέξει και να τις προσκομίσει.
Συνεπώς, απορρίπτω τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομικό ή διαδικαστικό σφάλμα με το να μην επιτρέψει τις καταβολές προς τις τέσσερις ενώσεις παραγωγών όσον αφορά τα επίμαχα έτη.
Ο δεύτερος κύριος ισχυρισμός της ιταλικής κυβέρνησης συνίσταται στο ότι η άρση της αναγνώρισης ενώσεως παραγωγών ενεργεί μόνο για το μέλλον και όχι αναδρομικά. Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφόσον η αναγνώριση της ένωσης εξακολουθεί να ισχύει και η ένωση πραγματοποιεί συναλλαγές σύμφωνες με τους κοινοτικούς σκοπούς, δεν μπορούν να μην καταβληθούν στην ένωση τα ποσά που αντιστοιχούν στις συναλλαγές αυτές. Η Επιτροπή απαντά ότι η Κοινότητα δεν μπορεί να δεσμεύεται από την απόφαση κράτους μέλους να αναγνωρίσει ένωση η οποία δεν συγκεντρώνει τις σχετικές προϋποθέσεις θα πρέπει να καταβάλλει μόνο τα ποσά που οφείλονται νομίμως, εκτός αν τα ίδια τα όργανα της Κοινότητας υπέχουν ευθύνη λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (απόφαση 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 245).
Σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 18 του κανονισμού 1035/72, χρηματική αντιστάθμιση λόγω αποσύρσεως καταβάλλεται μόνο σε οργανώσεις παραγωγών όπως όριζε το άρθρο 13 του ίδιου κανονισμού. Αν η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, όπως πιστεύω, να θεωρήσει ότι οι τέσσερις επίμαχες ενώσεις ουδέποτε πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, τότε η αναγνώριση τους ήταν ευθύς εξαρχής ανίσχυρη. Ήταν λάθος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, αυτό θα υποστεί τις οικονομικές συνέπειες: άρθρο 3 του κανονισμού 729/70 και τρίτη παράγραφος της σκέψης 8 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Rec. σ. 279.
Τρίτον, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι μειωμένες αυτές καταβολές δεν μπορούν να ανατρέξουν στο 1973, όπως προτείνει η Επιτροπή, αλλά μόνο 1 ) στο χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε οριστικά (με το έγγραφο της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1981 ) ότι οι τέσσερις ενώσεις δεν πληρούσαν τους απαιτούμενους όρους ή 2 ) στο χρονικό σημείο κατά το οποίο τα ανωτέρω διαπιστώθηκαν προσωρινά (με έγγραφο της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 1980 ) ή 3 ), ως τρίτη εναλλακτική λύση, στη χρονική περίοδο πριν από την έναρξη των επιθεωρήσεων ( οι οποίες άρχισαν με το έγγραφο της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1978 ).
Και πάλι, αν η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι οι τέσσερις επίμαχες ενώσεις ουδέποτε πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72 για τις οργανώσεις παραγωγών, ποτέ δεν υπήρξε νομικό έρεισμα ώστε να καταλογιστούν νομίμως οι δαπάνες των ενώσεων αυτών σε βάρος του ΕΓΤΠΕ: άρθρο 3 του κανονισμού 729/70 και τρίτη παράγραφος της σκέψης 8 της προαναφερθείσας απόφασης στην υπόθεση 11/76. Τα τρία περιστατικά, τα οποία επικαλείται η ιταλική κυβέρνηση, δεν επηρεάζουν την άποψη αυτή. Συνεπώς, απορρίπτω τον τρίτο ισχυρισμό της ιταλικής κυβέρνησης.
Από αυτά έπεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η προσφυγή στην υπόθεση 130/84 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η δε προσφυγή στην υπόθεση 129/84 θα πρέπει να απορριφθεί στο μέτρο που αφορά τις καταβολές προς τις τέσσερις επίμαχες οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών.
2. Η ημερομηνία που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα της τιμής του βουτύρου παρεμβάσεως
Ο κανονισμός 1282/72 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1972, περί της πωλήσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή στο στρατό και στις εξομοιούμενες μονάδες ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 69 ) προβλέπει ότι το βούτυρο που αποθεματοπο-είται κατόπιν παρεμβάσεως πωλείται σε μειωμένη τιμή στο στρατό και στις εξομοιούμενες μονάδες των κρατών μελών. Ο κανονισμός δεν επιβάλλει την παροχή ασφαλείας, ορίζει όμως ότι η παραλαβή του βουτύρου πρέπει να γίνει εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη σύναψη της συμβάσεως.
Ο κανονισμός 1717/72 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1972, περί της πωλήσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα και οργανισμούς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 112), προβλέπει ότι το βούτυρο που αποθεμα-τοποιείται κατόπιν παρεμβάσεως πωλείται σε μειωμένη τιμή σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα και οργανισμούς για κατανάλωση μέσα στην Κοινότητα. Το άρθρο 6 του κανονισμού προβλέπει την παροχή ασφαλείας όταν το βούτυρο αγοράζεται από μεσολαβούντα, όταν η αγοραζόμενη ποσότητα υπερβαίνει τους πέντε τόνους ή όταν το ενδιαφερόμενο ίδρυμα ή οργανισμός είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος που προβαίνει στην πώληση. Προθεσμία για την παραλαβή του βουτύρου μετά την ημερομηνία της συνάψεως της συμβάσεως δεν ορίζεται.
Ο κανονισμός 2315/76 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1976, περί της πωλήσεως βουτύρου δημοσίων αποθεμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 121 ), προβλέπει ότι το βούτυρο που έχει αποθεματοποιηθεί κατόπιν παρεμβάσεως τουλάχιστον από εξαμήνου πωλείται σε μειωμένη τιμή σε κάθε ενδιαφερόμενο. Κατά το άρθρο 2, το βούτυρο πωλείται σε ποσότητες ίσες ή ανώτερες των πέντε τόνων, σε όλες δε τις περιπτώσεις πρέπει να παρασχεθεί ασφάλεια το αργότερο κατά τη στιγμή της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως' κατά το άρθρο 3, ο αγοραστής παραλαμβάνει το βούτυρο εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημέρα της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως, αν δε δεν το παραλάβει, η σύμβαση ακυρώνεται και η ασφάλεια καταπίπτει. Το άρθρο 3 ορίζει επίσης ότι, πριν από την παραλαβή κάθε ποσότητας, ο αγοραστής πληρώνει στον οργανισμό παρεμβάσεως την αντίστοιχη τιμή.
Και στους τρεις κανονισμούς, η τιμή του βουτύρου εκφράζεται σε λογιστικές μονάδες. Κανένας από τους κανονισμούς δεν περιέχει ρητή διάταξη ως προς την ημερομηνία που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της τιμής συναλλάγματος που θα χρησιμοποιηθεί κατά τη μετατροπή της τιμής του βουτύρου από λογιστικές μονάδες σε εθνικό νόμισμα.
Κατά τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα της τιμής, σε λογιστικές μονάδες, του βουτύρου το οποίο πώλησε κατ' εφαρμογή των κανονισμών αυτών κατά την περίοδο εμπορίας 1978, η Ιταλία εφάρμοσε την τιμή συναλλάγματος που ίσχυε κατά την ημερομηνία της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως. Η Επιτροπή, όμως, υποστήριξε την άποψη ότι θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί η τιμή συναλλάγματος που ίσχυε κατά την ημερομηνία παραλαβής του βουτύρου από τον αγοραστή. Λόγω της διακυμάνσεως της τιμής συναλλάγματος κατά το 1978, από τον υπολογισμό βάσει της ημερομηνίας που επέλεξαν οι ιταλικές αρχές προέκυψαν μεγαλύτερες δαπάνες από ό, τι βάσει της ημερομηνίας που προέκρινε η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επιπλέον ποσό που προέκυψε από τον υπολογισμό βάσει της ημερομηνίας που χρησιμοποίησαν οι ιταλικές αρχές, δηλαδή ποσό 305825498 λιρετών.
Τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 6 του κανονισμού 1134/68 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1968, θεσπίζουν τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 653/68 περί των όρων μεταβολής της αξίας της λογιστικής μονάδας που χρησιμοποιείται για την κοινή γεωργική πολιτική ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 54 ).
« Άρθρο 4
2. Για τις συναλλαγές που επραγματοποιή-θησαν στα πλαίσια των διατάξεων περί κοινής γεωργικής πολιτικής ή των ειδικών καθεστώτων για συναλλαγές εμπορευμάτων τα οποία προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, τα ποσά τα οποία οφείλονται σε ένα ή από ένα κράτος μέλος ή οργανισμό δεόντως εξουσιοδοτημένο, εκφραζόμενα σε εθνικό νόμισμα και μετατρέποντα τα ποσά τα καθορισμένα στις εν λόγω διατάξεις σε λογιστικές μονάδες, εξοφλούνται βάσει της σχέσεως μεταξύ της λογιστικής μονάδας και του εθνικού νομίσματος που ισχύει κατά το χρόνο της πραγματοποιήσεως της συναλλαγής, ή του τμήματος της συναλλαγής.
...
Άρθρο 6
Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θεωρείται ως χρόνος πραγματοποιήσεως της συναλλαγής η ημερομηνία, κατά την οποία λαμβάνει χώρα η γενεσιουργός αιτία της απαιτήσεως που αντιστοιχεί στο ποσό, το οποίο αφορά τη συναλλαγή αυτή όπως η γενεσιουργός αυτή αιτία καθορίζεται από κοινοτική ρύθμιση ή ελλείψει και εν αναμονή των ρυθμίσεων του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. »
Έτσι, η « ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει χώρα η γενεσιουργός αιτία της απαιτήσεως που αντιστοιχεί στο ποσό, το οποίο αφορά τη συναλλαγή αυτή » καθορίζεται με ρύθμιση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους εκτός εάν και μέχρις ότου θεσπιστούν κοινοτικοί κανόνες οι οποίοι καθορίζουν την ημερομηνία αυτή. Συνεπώς, τίθεται το ερώτημα αν υπάρχουν τέτοιοι κοινοτικοί κανόνες. Η Επιτροπή υποστηρίζει μάλλον ότι υπάρχουν. Ισχυρίζεται ότι οι κανονισμοί 1282/72, 1717/72 και 2315/76 θεσπίζουν αυτοτελές σύστημα όσον αφορά τις συμβάσεις πωλήσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή κατά το σύστημα αυτό ο αγοραστής μπορεί να υπαναχωρήσει οποτεδήποτε μέχρις ότου καταβάλει το τίμημα, χωρίς απώλεια της ασφαλείας κατά τους κανονισμούς 1282/72 και 1717/72 ή επί ποινή καταπτώσεως της ασφαλείας κατά τον κανονισμό 2315/76. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εφόσον μπορεί να υπάρξει υπαναχώρηση κατά τον τρόπο αυτό, η απλή σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « η γενεσιουργός αιτία της απαιτήσεως που αντιστοιχεί στο ποσό, το οποίο αφορά τη συναλλαγή αυτή » υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 1134/68. Κατά την Επιτροπή, η γενεσιουργός αιτία είναι η παραλαβή του βουτύρου από τον αγοραστή, η οποία, με τη σειρά της, προϋποθέτει καταβολή του τιμήματος, διότι μόνο τότε τελειούται η πώληση.
Η υιοθέτηση της ημερομηνίας παραλαβής του βουτύρου παρέχει ένα στοιχείο βεβαιότητας. Εντούτοις, ερωτάται, πρώτον, αν οι κανονισμοί 1282/72, 1717/72 και 2315/76 περιέχουν διατάξεις καθορίζουσες ημερομηνία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μετατροπή από ECU σε εθνικό νόμισμα της τιμής του βουτύρου. Δεν νομίζω ότι περιέχουν διάταξη είτε περί ρητού είτε περί σιωπηρού καθορισμού τέτοιας ημερομηνίας.
Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι το Μάρτιο του 1977η Επιτροπή εξέφρασε στην επιτροπή διαχειρίσεως γαλακτοκομικών προϊόντων την άποψη ότι η ενδεδειγμένη ημερομηνία στις περιπτώσεις των συναλλαγών παρεμβάσεως ήταν η ημερομηνία κατά την οποία η συναλλαγή εκπληρώνει τον οικονομικό σκοπό της, δηλαδή η ημερομηνία παραλαβής του προϊόντος. Η άποψη αυτή της Επιτροπής επικυρώθηκε αργότερα με έγγραφα ή τηλετυπήματα όλων των κρατών μελών. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από το Μάρτιο 1977 και μετά δεν υπήρχε καμία αμφιβολία επ' αυτού. Μπορεί, πράγματι, τα κράτη μέλη να μην είχαν καμία αμφιβολία ως προς την άποψη της Επιτροπής, δεν παύει όμως να αποτελεί απλή άποψη. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη την οποία εκφράζει η Επιτροπή σε μια επιτροπή διαχειρίσεως δεν συνιστά « κοινοτική ρύθμιση » υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 1134/68.
Νομίζω ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινοτικής νομοθεσίας, δεν υπάρχει « κοινοτική ρύθμιση » καθορίζουσα την κρίσιμη ημερομηνία από πλευράς άρθρου 6. Από αυτό έπεται ότι, προκειμένου να καθορίσουμε την κρίσιμη ημερομηνία από πλευράς άρθρου 6, θα πρέπει να αναφερθούμε στις « ρυθμίσεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ».
Η ιταλική κυβέρνηση ανέφερε στο υπόμνημά της ότι η εφαρμογή της τιμής συναλλάγματος που ισχύει κατά την ημερομηνία της συνάψεως της συμβάσεως αποτελεί πρακτική η οποία είναι σύμφωνη με το ιταλικό δίκαιο. Η Επιτροπή δεν το αρνείται. Φαίνεται, συνεπώς, ότι η Ιταλία εφάρμοσε την ημερομηνία που καθορίζουν οι εθνικοί της κανόνες, όπως επιβάλλει, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 6 του κανονισμού 1134/68. Από αυτό έπεται ότι καλώς υποβλήθηκε στις δαπάνες για την πώληση βουτύρου σε μειωμένη τιμή κατά το έτος εμπορίας 1978 και ότι η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί στο μέτρο που δεν καταλογίζει τη δαπάνη αυτή σε βάρος του ΕΓΤΠΕ.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι η εφαρμογή της τιμής συναλλάγματος που ισχύει κατά την ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως απορρέει από γενική αρχή η οποία εκφράζεται συγκεκριμένα στο άρθρο 8 του κανονισμού 2182/77 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1977, περί λεπτομερειών εφαρμογής της πωλήσεως κατεψυγμένων βοείων κρεάτων, τα οποία προέρχονται από αποθέματα παρεμβάσεως και προορίζονται για μεταποίηση εντός της Κοινότητας, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1687/76 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 98), το οποίο ορίζει: « Κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 1134/68, το γενεσιουργό αίτιο της καταβολής της εγγυήσεως... και της πληρωμής της τιμής πωλήσεως θεωρείται ότι επήλθε κατά την ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως ». Η Ετιιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 2182/77 εκφράζει γενική αρχή' επισημαίνει δε ορισμένα σημεία, ως προς τα οποία οι κανόνες διαθέσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος που προέρχεται από αποθέματα παρεμβάσεως διαφέρουν από τους κανόνες διαθέσεως βουτύρου που προέρχεται από αποθέματα παρεμβάσεως. Μια από τις διαφορές που αναφέρει συνίσταται στο ότι, κατά το σύστημα του κανονισμού 2182/77, ο αγοραστής οφείλει να καταθέσει σημαντική εγγύηση' μπορεί, όμως, να παρατηρηθεί ότι και κατά το σύστημα των κανονισμών 1717/72 και 2315/76 πρέπει να κατατεθεί εγγύηση.
Ανεξάρτητα από το αν οι διαφορές μεταξύ των τομέων βοείου κρέατος και βουτύρου είναι μεγάλες ή μικρές, γεγονός παραμένει ότι οι δύο τομείς είναι διαφορετικοί. Δεν είναι ανάγκη να κριθεί κατά πόσο το άρθρο 8 του κανονισμού 2182/77 στον τομέα του βοείου κρέατος θα πρέπει να εφαρμοστεί κατ' αναλογία στον τομέα του βουτύρου. Προέχει το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί κοινοτικές διατάξεις στον τομέα του βουτύρου, από το οποίο έπεται ότι, κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 1134/68, θα πρέπει να προσφύγουμε στην εθνική ρύθμιση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, πράγμα το οποίο συνεπάγεται, όπως ανέφερα προηγουμένως, ότι το αίτημα αυτό της Ιταλίας θα πρέπει να κριθεί βάσιμο.
3. Απώλειες κατά τη μεταποίηση σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος σε ζωοτροφές
Το άρθρο 1 του κανονισμού 990/72 της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 1972, περί των λεπτομερειών χορηγήσεως ενισχύσεων για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σύνθετες ζωοτροφές και για τη χρησιμοποίηση σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος ως ζωοτροφής [ OJ, English Special Edition 1972 ( II ), σ. 428 ] ορίζει: « Χορηγείται ενίσχυση για τη σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος που έχει... χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή συνθέτων ζωοτροφών » κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού.
Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 990/72 αναφέρει ότι « θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι το αποκορυφωμένο γάλα και η σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος, για τα οποία χορηγείται ενίσχυση, χρησιμοποιούνται πράγματι για τη διατροφή ζώων. ». Το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 986/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή ζώων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1038/72 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 5), ορίζει: «Κάθε προϊόν που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τυγχάνει ενισχύσεως δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για τη διατροφή ζώων ». Υπό το φως των διατάξεων αυτών θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 990/72 έχει την έννοια ότι μόνο για τη σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος που πράγματι μεταποιείται σε σύνθετες ζωοτροφές μπορεί να χορηγηθεί κοινοτική ενίσχυση η επιπλέον ποσότητα, η οποία, μολονότι προορίζεται για την παραγωγή ζωοτροφών και « χρησιμοποιείται » κατά τη διαδικασία μεταποιήσεως, χάνεται, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταποιηθείσα ποσότητα ( γενική εισαγγελέας Rozès στις υποθέσεις 61/82 και 62/82, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σσ. 679 και 680 σκέψεις 11 και 12 της απόφασης στην υπόθεση 61/82 και σκέψεις 4 και 5 της απόφασης στην υπόθεση 62/82, Συλλογή 1983, σσ. 655 μέχρι 671 και 687 μέχρι 703 ).
Συνεπώς, για τις απώλειες αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη κατά την παρασκευή ζωοτροφών δεν μπορεί να χορηγηθεί κοινοτική ενίσχυση. Αν κράτος μέλος καταβάλει ενίσχυση για τέτοιες απώλειες, πρέπει να επιβαρυνθεί το ίδιο με τη δαπάνη αυτή και δεν μπορεί να την καταλογίσει σε βάρος του ΕΓΤΠΕ. Όταν η Επιτροπή εξετάζει τους λογαριασμούς κράτους μέλους, πρέπει να αφαιρεί τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί για τέτοιες απώλειες από τα ποσά που επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ.
Για το 1974 και το 1975, ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως κατέβαλε ενίσχυση όχι μόνο για αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη το οποίο πράγματι είχε χρησιμοποιηθεί, αλλά και για αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη το οποίο είχε χαθεί κατά τη μεταποίηση, εφόσον οι απώλειες αυτές δεν υπερέβαιναν το 2 ο/ο, βασιζόμενος στο γεγονός ότι ανέκαθεν εχορηγείτο στην Ιταλία η προσαύξηση αυτή. Κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, η Επιτροπή μείωσε, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 990/72, κατά 2 % το ποσό της δαπάνης που είχε δηλώσει η Ιταλία.
Στις υποθέσεις 61/82 και 62/82 όσον αφορά το 1974 και 1975 αντίστοιχα, η Ιταλία αμφισβήτησε τη μείωση αυτή, το Δικαστήριο όμως απέρριψε τις προσφυγές της. Οι απώλειες κατά τη διαδικασία μεταποιήσεως δεν βαρύνουν το ΕΓΤΠΕ. Επικουρικώς, η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε να μη μειώσει η Επιτροπή τις εν λόγω δαπάνες κατά το ανώτατο όριο 2 ο/ο, που προέβλεπε η ιταλική ρύθμιση, αλλά μόνο κατά το ποσό που αντιστοιχεί στο μέσο όρο των πραγματικών καταλοίπων για τα οποία είχαν καταβληθεί ενισχύσεις και το οποίο υπολόγισε σε 1 ο/ο. Στις αποφάσεις του Δικαστηρίου (σκέψεις 14 και 15 στην απόφαση της υπόθεσης 61/82 και σκέψεις 7 και 8 στην απόφαση της υπόθεσης 62/82 ) αναφέρεται:
« Ως αποδεικτικό στοιχείο, η ιταλική κυβέρνηση προσεκόμισε στο Δικαστήριο πίνακα που όμως δεν αφορά παρά 25°/ο της συνολικής ποσότητας σκόνης γάλακτος που μετουσιώθηκε σε ζωοτροφές στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των ετών 1974 και 1975. Για την ποσότητα αυτή η μέση απώλεια ανερχόταν σε 1,754 ο/ο για το έτος 1974 και σε 1,464 ο/ο για το έτος 1975.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν αποδείχθηκε ότι για το σύνολο της μετουσιωμένης ποσότητας το ποσοστό των πραγματικών καταλοίπων διαφέρει αισθητά του ανώτατου ορίου του 2 ο/ο, το οποίο προβλέπει η ιταλική ρύθμιση και επί του οποίου βασίστηκε η Επιτροπή κατά την εκκαθάριση ».
Το κείμενο αυτό εννοεί, κατά τη γνώμη μου, ότι όταν η Επιτροπή αφαιρεί την ενίσχυση που έχει χορηγηθεί για απώλειες, η μείωση θα πρέπει, εκ πρώτης όψεως, να αντιστοιχεί στο πραγματικό ποσό ενισχύσεως που κατέβαλαν οι εθνικές αρχές για τις απώλειες, αλλά ότι, αν το πραγματικό αυτό ποσό δεν μπορεί να αποδειχτεί, τότε η Επιτροπή δικαιούται να εφαρμόσει σταθερό ποσοστό μειώσεως, το οποίο αντιστοιχεί στο ανώτατο σταθερό ποσοστό που καθορίζει το εθνικό δίκαιο για τη χορήγηση ενισχύσεων. Για το 1975, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε αισθητή διαφορά μεταξύ των πραγματικών ποσών που είχαν αποδειχτεί και του σταθερού ποσοστού και, επομένως, ενέκρινε την απόφαση της Επιτροπής να εφαρμόσει σταθερό ποσοστό 2 ο/ο κατά τον υπολογισμό του ποσού που θα αφαιρούσε από τις ιταλικές δαπάνες, με τις οποίες θα επιβαρυνόταν το ΕΓΤΠΕ για το 1974 και το 1975.
Οι υποθέσεις 61/82 και 62/82 εκκρεμούσαν ακόμα ενώπιον του Δικαστηρίου όταν πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος των λογαριασμών για το 1976 και 1977. Με τηλετύπημα της 10ης Σεπτεμβρίου 1979, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία για τις πραγματικές απώλειες των ετών αυτών. Οι ιταλικές αρχές δεν το έπραξαν. Εφόσον οι ιταλικές αρχές δεν προσκόμισαν στοιχεία για τις πραγματικές απώλειες των ετών αυτών, η Επιτροπή και πάλι αφαίρεσε το σταθερό ποσοστό 2 % από το ποσό των εν λόγω δαπανών για το 1976 και το 1977. Εντούτοις, σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση για το 1976 και το 1977, «η απόφαση αφαιρέσεως των ανωτέρω ποσών όσον αφορά την Ιταλία είναι προσωρινή: η Επιτροπή θα αναθεωρήσει την απόφαση της υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου ». Αυτό εξέφραζαν και οι αιτιολογικές σκέψεις των αποφάσεων της Επιτροπής περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1976 και το 1977 (απόφαση 83/37, ΕΕ 1983, L 38, σ. 30 και απόφαση 83/48, ΕΕ 1983, L 40, σ. 55 ), όπου τα αφαιρούμενα ποσά συμπεριλαμβάνονται με άλλο « για το οποίο δεν μπορεί να ληφθεί οριστική απόφαση κατά την παρούσα εκκαθάριση λογαριασμών, γιατί απαιτείται να γίνει πρώτα ένας επιπλέον έλεγχος'... μπορεί το ποσό αυτό να αναγνωριστεί κατά την εκκαθάριση λογαριασμών του οικονομικού έτους 1978 ».
Μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, της 15ης Μαρτίου 1983, στις υποθέσεις 61/82 και 62/82, οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή, στις 26 Απριλίου 1983, ενόσω διεξαγόταν ο έλεγχος των λογαριασμών για το 1978 και το 1979, λεπτομερή πίνακα από τον οποίο προέκυπτε ότι υπήρχαν πραγματικές απώλειες 1,53 ο/ο για το 1976, 1,15 ο/ο για το 1977, 0,58 ο/ο για το 1978 και 0,73 ο/ο για το 1979. Η Επιτροπή δέχτηκε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν τα ποσοστά αυτά στις δηλωθείσες δαπάνες για το 1978 και το 1979 και αφαίρεσε, από τις δηλωθείσες δαπάνες όσον αφορά τις ενισχύσεις για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη, ορισμένα ποσά βάσει των ποσοστών πραγματικής απώλειας που είχε δηλώσει η ιταλική κυβέρνηση.
Εντούτοις, για το 1976 και το 1977η Επιτροπή διατήρησε το σταθερό ποσοστό μειώσεως των δαπανών κατά 2 ο/ο. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση για το 1978 και το 1979, η Επιτροπή υιοθέτησε την άποψη ότι δεν μπορούσε να πράξει περισσότερα απ' όσα επέτρεπε η απόφαση του Δικαστηρίου και ότι δεν μπορούσε να επανέλθει στις προηγούμενες αποφάσεις με τις οποίες είχαν κλείσει τυπικά οι λογαριασμοί. Η συνοπτική έκθεση προσθέτει ότι το δικαίωμα ενδεχόμενης αναθεωρήσεως, το οποίο περιέχεται στις αποφάσεις για το 1976 και 1977, θεσπίστηκε προκειμένου να αποφευχθεί μία επιπλέον προσφυγή γι' αυτά τα οικονομικά έτη και όχι για να χορηγηθεί πρόσθετη προθεσμία προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων από την Ιταλία. Για να αναγνωριστούν στο πλαίσιο της εκκαθάρισης αυτών των οικονομικών ετών, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία θα έπρεπε να είχαν προσκομιστεί προτού η Επιτροπή λάβει την απόφαση περί εκκαθαρίσεως. Η προσκόμιση τους στα τέλη Απριλίου 1983 ήταν καθυστερημένη και δεν μπορούσε να προκαλέσει τροποποίηση της αποφάσεως της Επιτροπής.
Αυτή ακριβώς την απόφαση αμφισβητεί η ιταλική κυβέρνηση. Υποστηρίζει ότι μόνο οι πραγματικές απώλειες μπορούν να αφαιρεθούν από το ποσό της δαπάνης που βαρύνει το ΕΓΤΠΕ. Τονίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή δέχτηκε την άποψη αυτή για το 1978 και το 1979. Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1983 απηχεί την άποψη αυτή. Αναφέρει ότι, με τις αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για τα έτη 1976 και 1977, η Επιτροπή επιφυλάχτηκε ως προς το όλο ζήτημα εν αναμονή της αποφάσεως του Δικαστηρίου, υποστηρίζει δε ότι υπό τις περιστάσεις αυτές η Επιτροπή δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι προγενέστερες προσωρινές αποφάσεις καθίστανται οριστικές, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση νέων αποδείξεων για τα έτη αυτά.
Η Επιτροπή εμμένει στην άποψη ότι, εφόσον έχει λάβει απόφαση για το κλείσιμο των λογαριασμών ορισμένου έτους, δεν μπορεί πλέον το κράτος μέλος να προσκομίσει αποδείξεις ως προς τις απώλειες του έτους αυτού. Η Ιταλία αρνήθηκε να αποδείξει εγκαίρως τις πραγματικές απώλειές της και, επομένως, δεν μπορεί πλέον να τις επικαλεστεί. Η επιφύλαξη που διατύπωσε η Επιτροπή ως προς την εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1976 και το 1977 είχε απλώς την έννοια ότι η Επιτροπή θα αναθεωρούσε την απόφαση της σε περίπτωση ήττας εφόσον, όμως, το Δικαστήριο δέχτηκε την άποψη της Επιτροπής, δεν ήταν υποχρεωμένη να αναθεωρήσει τις αποφάσεις της υπό το φως νέων αποδεικτικών στοιχείων ως προς τις πραγματικές απώλειες.
Καταρχήν, τα κράτη μέλη πρέπει να αποδεικνύουν τις πραγματικές τους απώλειες αν επιθυμούν να λάβει υπόψη της η Επιτροπή τις πραγματικές απώλειες' αλλιώς, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 61/82 και 62/82, όπως αντιλαμβάνομαι το περιεχόμενό τους, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να εφαρμόζει σταθερό συντελεστή. Επομένως, η Ιταλία όφειλε να έχει προσκομίσει αποδείξεις ως προς τις πραγματικές απώλειές της για το 1976 και το 1977, όταν το ζήτησε η Επιτροπή, και να έχει διατυπώσει, αν το έκρινε αναγκαίο, ρητή επιφύλαξη ως προς τα δικαιώματα της που αποτελούσαν το αντικείμενο των τότε εκκρεμουσών υποθέσεων 61/82 και 62/82.
Εξάλλου, το νομικό ζήτημα διευκρινίστηκε ακόμα με τις αποφάσεις στις υποθέσεις 61/82 και 62/82. Από την επιφύλαξη στη συνοπτική έκθεση για το 1976 και το 1977 και από τις αιτιολογικές σκέψεις των αποφάσεων 83/37 και 83/48 περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1976 και το 1977, συνάγω ότι οι λογαριασμοί δεν είχαν κλείσει οριστικά. Χωρούσε επανεξέταση του θέματος εκ μέρους της Επιτροπής. Κατά τη γνώμη μου, το δίκαιο απαιτούσε να επανεξετάσει η Επιτροπή το θέμα υπό το φως των αποδείξεων που προσκόμισε η ιταλική κυβέρνηση.
Συνεπώς κατά τη γνώμη μου, η οριστική περικοπή των δαπανών, με την απόφαση 84/202, πρέπει να ακυρωθεί όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ του αριθμού που προκύπτει από το σταθερό συντελεστή που εφάρμοσε η Επιτροπή και των ποσοστών που η Ιταλία ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύουν τις πραγματικές απώλειες για το 1976 και το 1977, ήτοι διαφορά ύψους 227433782 λιρετών για το 1976 και 570058890 λιρετών για το 1977. Λυτό δεν σημαίνει ότι τα ποσά αυτά καθίστανται για το λόγο αυτό καταβλητέα στην Ιταλία. Προς το παρόν η Επιτροπή ούτε έχει δεχτεί ούτε έχει απορρίψει τους αριθμούς της Ιταλίας: δεν τους έχει ακόμα εξετάσει. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, μετά τη μερική αυτή ακύρωση, η Επιτροπή πρέπει να λάβει νέα απόφαση ως προς τις περικοπές που πρέπει να γίνουν.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο θα πρέπει, στην υπόθεση 129/84, να ακυρώσει την απόφαση 84/202 της Επιτροπής στο μέτρο που η απόφαση αυτή δεν επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ 1 ) με το ποσό των 305825498 λιρετών, όσον αφορά τις πωλήσεις βουτύρου από αποθέματα παρεμβάσεως σε μειωμένες τιμές κατά το έτος εμπορίας 1978 και 2) με το ποσό των 227433782 λιρετών για το 1976 και το ποσό των 570058890 λιρετών για το 1977, όσον αφορά τις απώλειες κατά τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος υπό μορφή σκόνης σε ζωοτροφές. Κατά τα λοιπά, η προσφυγή είναι απορριπτέα. Δεδομένου ότι και οι δύο διάδικοι ηττήθηκαν μερικώς, κάθε διάδικος θα πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας.
Στην υπόθεση 130/84, είμαι της γνώμης, για τους λόγους που εξέθεσα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της και, κατά συνέπεια, να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy