ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 10ης Ιουλίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Στην προκειμένη υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη προβαίνοντας στην εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 8ης Ιουνίου 1982 στην υπόθεση 91/81, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις ( PB 1975, L 48, σ. 29 ).
2. Μέσα αμύνης που προέβαλε η ιταλική κυβέρνηση και αξιολόγηση τους
Η Ιταλική Δημοκρατία δέχεται ότι δεν έλαβε κανένα μέτρο κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Προς υπεράσπιση της προβάλλει, αφενός, ότι η ιταλική έννομη τάξη είναι στην πραγματικότητα ήδη σύμφωνη με τους στόχους της οδηγίας. Τα απαιτούμενα μέτρα αποτελούν απλώς τυπικό ζήτημα. Αυτό το μέσο αμύνης συμπίπτει με εκείνο που η Ιταλική Δημοκρατία επικαλέστηκε ήδη στην υπόθεση 91/81. Το Δικαστήριο το απέρριψε ρητά. Δεν θα προβώ συνεπώς σε εμπεριστατωμένη εξέταση του.
Αφετέρου, η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι δεν είναι πολιτικά σκόπιμη τη στιγμή αυτή η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, λόγω του εσωτερικού κοινωνικοοικονομικού κλίματος. Η αξιολόγηση και αυτού του μέσου αμύνης μπορεί να είναι επίσης σύντομη. Σύμφωνα με την οδηγία, τα μέτρα θα έπρεπε να είχαν ήδη ληφθεί από τις 19 Φεβρουαρίου 1977 και, αν και είναι δυνατό να αναγνωριστεί στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο όσον αφορά την επιλογή του προσφορότερου χρονικού σημείου για να συμμορφωθούν προς οδηγία, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να παρέλθουν επτά έτη χωρίς να δοθεί συνέχεια.
Κανένα πράγματι νέο μέσο αμύνης δεν προβλήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, εκτός από την — προφανώς ευπρόσδεκτη — αναγγελία ότι προσεχώς είναι πιθανό να κατατεθεί νομοσχέδιο για την επανόρθωση της εν λόγω παραβάσεως.
Δεν νομίζω ότι τέτοια αναγγελία είναι ικανή να εξαλείψει το συμφέρον της Επιτροπής να ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέλειψε να δώσει την αναγκαία συνέχεια στην ανωτέρω εκτεθείσα απόφαση.
Με την απόφαση στην υπόθεση 91/81, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη προβαίνοντας σε πλήρη εφαρμογή της οδηγίας εντός της ταχθείσας προθεσμίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Τρία έτη παρήλθαν χωρίς να ληφθεί κανένα μέτρο για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, εκτός από την αναγγελία που μόλις ανέφερα. Το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προβλέπει τίποτε όσον αφορά την προθεσμία εκτελέσεως αποφάσεως, όπως παρατήρησε επίσης η Επιτροπή.
Είμαι σχετικά της γνώμης ότι η εκτέλεση αποφάσεως πρέπει να αρχίζει αμέσως και η εφαρμογή της να περατώνεται το συντομότερο δυνατό από τεχνική άποψη. Αυτό νομίζω ότι ισχύει βέβαια όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για τη μη εκτέλεση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η μη εκτέλεση οδηγίας εντός της προθεσμίας που τάσσεται από αυτή. Τέλος, το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εφαρμόζεται ανεπιφυλάκτως, ταυτόχρονα και με τα ίδια αποτελέσματα σε όλη την έκταση του εδάφους της Κοινότητας ( υπόθεση 48/71, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Jurispr. 1972, σ. 529). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παρέπεμψε και σε άλλες αποφάσεις από τις οποίες συνάγεται το ίδιο συμπέρασμα, και μάλιστα κατά τρόπο σαφέστερο, ιδίως στην υπόθεση 39/72 (Jurispr. 1973, σσ. 114 και 115).
Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής εννόμου τάξεώς του για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση υποχρεώσεων και προθεσμιών που ορίζονται από τις οδηγίες. Αυτό κατά την άποψη μου ισχύει κατά μείζονα λόγο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, όπως αυτοί που επικαλείται εν προκειμένω η ιταλική κυβέρνηση. Ο κανόνας αυτός ισχύει προφανώς και για τη μη εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου που περιβάλλονται με την ισχύ του δεδικασμένου.
3. Συμπέρασμα
Η μη εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου είναι σοβαρό θέμα. Μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε σε παρόμοιες περιπτώσεις μόνο επί δύο υποθέσεων ( υπόθεση 48/71, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Jurispr. 1972, σ. 529 και Διάταξη στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 24 και 97/80 R, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Jurispr. 1980, σ. 1319 ). Όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη Διάταξη στις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 24 και 97/80 R, απόκειται στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου τη μη εκτέλεση αποφάσεως από κράτος μέλος. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει την παράβαση του άρθρου 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Συμπερασματικά, προτείνω στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη προβαίνοντας σε εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 91/81, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Προτείνω κατόπιν στο Δικαστήριο να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy