ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 11ης Δεκεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι — Εισαγωγή
Με προσφυγή που άσκησε στις 17 Μαίου 1984 το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο την ακύρωση δύο αποφάσεων της Επιτροπής σχετικών με την εκκαθάριση των λογαριασμών για τις δαπάνες της χώρας αυτής που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα εγγυήσεων.
Πρόκειται για τις εξής αποφάσεις:
—
την απόφαση 84/212/ΕΟΚ, της 8ης Φεβρουαρίου 1984, περί της υποβληθείσας από το Ηνωμένο Βασίλειο εκκαθάρισης λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1978. Το προσφεύγον ζητεί την ακύρωση της εν λόγω απόφασης καθόσον η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το Ταμείο με ποσό 389674,76 λιρών στερλινών για τις ενισχύσεις στον τομέα των σπόρων προς σπορά και με ποσό 1662 λιρών στερλινών για τις πωλήσεις αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη προερχομένου από τα αποθέματα παρεμβάσεως·
—
την απόφαση 84/213/ΕΟΚ, της 8ης Φεβρουαρίου 1984, περί της υποβληθείσας από το Ηνωμένο Βασίλειο εκκαθάρισης λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1979. Το προσφεύγον ζητεί την ακύρωση αυτής της απόφασης καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το Ταμείο με ποσό 879175,26 λιρών στερλινών για τις ενισχύσεις στον τομέα των σπόρων προς σπορά, με ποσό 71946,92 λιρών στερλινών για την πώληση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη προερχομένου από αποθέματα παρεμβάσεως και με ποσό 586571,56 λιρών στερλινών για την πώληση βουτύρου προερχομένου από αποθέματα παρεμβάσεως.
Η διαφορά αναφέρεται δηλαδή σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, την ενίσχυση λόγω παραγωγής σπόρων προς σπορά και την πώληση βουτύρου και αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη, προερχομένων από αποθέματα παρεμβάσεως.
II — Η διαφορά ως προς τις ενισχύσεις στον τομέα των σπόρων προς σπορά
Στο πλαίσιο αυτού του σκέλους της διαφοράς ανακύπτει το ερώτημα αν, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, για τα ίδια προϊόντα μπορούν να χορηγηθούν δύο διαφορετικές ενισχύσεις σε διάφορα στάδια της εμπορίας.
1. Η ισχύουσα νομοθεσία
α) Το σύστημα των ενισχύσεων στον τομέα των σπόρων προς σπορά
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2358/71 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 1971, θεσπίζει κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των σπόρων προς σπορά ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 66). Η κοινή οργάνωση αγοράς αφορά μεταξύ άλλων τα προοριζόμενα προς σπορά ξηρά όσπρια ( που ανήκουν στην κλάση 07.05 του κοινού δασμολογίου). Το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέπει τη δυνατότητα χορηγήσεως ενισχύσεως όταν η κατάσταση της αγοράς των εν λόγω προϊόντων στην Κοινότητα δεν επιτρέπει την εξασφάλιση δικαίου εισοδήματος στους παραγωγούς. Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού η ενίσχυση είναι αναγκαία για τη διατήρηση τιμών ανταγωνιστικών σε σχέση με τις διεθνείς τιμές των εν λόγω προϊόντων. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1674/72 το Συμβούλιο θέσπισε γενικούς κανόνες για τη χορήγηση της ενίσχυσης αυτής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 96 ). Εκτενέστερες λεπτομέρειες εφαρμογής περιέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1686/72 της Επιτροπής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 98 ).
β) Το σύστημα ενισχύσεων της παραγωγής πίσων, κουκιών και φουλίων
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1119/78, της 22ας Μαίου 1978, το Συμβούλιο θέσπισε σύστημα ενισχύσεων για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια που χρησιμοποιούνται για τη διατροφή των ζώων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 86 ). Από τις αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει ότι η ρύθμιση είχε στόχο να ενθαρρύνει τη συνεχώς αυξανόμενη χρησιμοποίηση ξηρών οσπρίων στη διατροφή των ζώων. Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού η ενίσχυση χορηγείται για τα πίσα εκτός των ρεβυθιών που υπάγονται στη διάκριση 07.05 Β Ι του κοινού δασμολογίου και για τα κουκιά και φούλια που υπάγονται στη διάκριση 07.05 Β III του ΚΔ. Η ενίσχυση χορηγείται στους παραγωγούς ζωοτροφών. Μια από τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση της ενίσχυσης είναι ότι οι βιομήχανοι πρέπει να έχουν συνάψει με τους παραγωγούς συμβάσεις που προβλέπουν την καταβολή μιας ελάχιστης τιμής στους τελευταίους. Γενικές διατάξεις εφαρμογής του συστήματος των ενισχύσεων περιέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1418/78 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 208) που αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2036/82 ( ΕΕ 1982, L 219, σ. 1 ). Ο νέος κανονισμός, αντίθετα με τον προηγούμενο, ορίζει στο άρθρο 12 ότι οι προβλεπόμενες ενισχύσεις δεν χορηγούνται για τα προϊόντα που υπάγονται στο σύστημα των ενισχύσεων στον τομέα των σπόρων προς σπορά που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2358/71. Σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του τελευταίου αυτού κανονισμού το σύστημα των ενισχύσεων για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια που προορίζονται για τη διατροφή ανθρώπων ή ζώων δεν εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό όπως και το σύστημα των ενισχύσεων για τα ίδια προϊόντα προοριζόμενα προς σπορά και επομένως προβλέπεται ρητά ότι για τα εν λόγω προϊόντα μόνο μια ενίσχυση μπορεί να χορηγηθεί.
2. Η διαφορά
Την αφορμή της διαφοράς αποτέλεσε το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο χορήγησε, για τα έτη 1978-1979, διπλή ενίσχυση, χορήγησε δηλαδή ενισχύσεις για την παραγωγή πίσων, κουκιών και φουλίων και δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2358/71 και δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1119/78. Ύστερα από συζητήσεις και ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής η διπλή αυτή χορήγηση ενισχύσεων οδήγησε τελικά στη θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2036/82.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι η άρνηση της Επιτροπής να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τα εν λόγω ποσά είναι παράνομη διότι στηρίζεται σε πεπλανημένη ερμηνεία των σχετικών κανονισμών. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται επικουρικώς ότι η Επιτροπή δημιούργησε την πεποίθηση ότι η καταβολή των εν λόγω ποσών ήταν νόμιμη.
3. Η ερμηνεία των συστημάτων ενισχύσεων
Για να επιλυθεί το ερμηνευτικό ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω πρέπει να προσδιοριστεί επακριβώς το ουσιαστικό πεδιο εφαρμογής των δύο συστημάτων ενισχύσεων. Οι δύο κανονισμοί του Συμβουλίου αναφέρονται στην κλάση 07.05 του κοινού δασμολογίου που έχει ως εξής:
« 07.05 Όσπρια ξηρά άνευ λοβού, έστω και αποφλοιωμένα ή τεθραυσμένα:
Α.
προοριζόμενα διά σποράν:
Ι.
Μπιζέλια, συμπεριλαμβανομένων και των ρεβυθίων, φασίολοι
II.
Φακαί
III.
Λοιπά
Β.
Έτερα
Ι.
Μπιζέλια, συμπεριλαμβανομένων και των ρεβυθίων, και φασίολοι
II.
Φακαί
III.
Μη κατονομαζόμενα. »
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2358/71 αναφέρεται στα προοριζόμενα προς σπορά ξηρά όσπρια « ex 07.05 » του κοινού δασμολογίου. Το μόριο « ex » δείχνει ότι δεν πρόκειται για παραπομπή σε ολόκληρη την κλάση 07.05. Δεν είναι τυχαία εξάλλου η μνεία « προοριζόμενα προς σπορά» αλλ' αποβλέπει σαφώς, λαμβανομένης υπόψη της διατύπωσης της δασμολογικής κλάσης 07.05, στο να περιορίσει το ευεργέτημα της ενίσχυσης στα προϊόντα της διάκρισης 07.05 Α. Αντιθέτως το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1119/78 αναφέρεται στις διακρίσεις 07.05 Β Ι και Β III του κοινού δασμολογίου ( πίσα, κουκιά και φούλια ).
Μια χρήσιμη ένδειξη για την επίλυση του ερμηνευτικού ζητήματος που ανακύπτει αποτελούν οι στόχοι των δύο συστημάτων ενισχύσεων. Το σύστημα ενισχύσεων για τους σπόρους προς σπορά αποβλέπει στην ενίσχυση των εισοδημάτων των παραγωγών ώστε να διατηρηθεί η κοινοτική παραγωγή σπόρων προς σπορά σε ανταγωνιστικό επίπεδο στο πλαίσιο της διεθνούς αγοράς. Το σύστημα ενισχύσεων για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια έχει την έννοια υποστηρίξεως και προωθήσεως της παραγωγής των εν λόγω προϊόντων ώστε, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1119/78, να αυξηθεί το ενδιαφέρον για τα εν λόγω προϊόντα ως εναλλακτική λύση σε σχέση με τους ελαιού-χους πλακούντες που εισάγονται με δασμό 0. Και αυτή η ενίσχυση στην παραγωγή προορίζεται τελικώς για τους παραγωγούς δεδομένου ότι δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού ο βιομήχανος ζωοτροφών οφείλει να καταβάλει μια ελάχιστη τιμή αν επιθυμεί τη χορήγηση ενισχύσεως. Όπως προβλέπει ρητά η ίδια διάταξη η ελάχιστη τιμή παρίσταται και αυτή ως στήριξη των εισοδημάτων. Οι σχετικές διατάξεις δείχνουν σαφώς ότι τα δύο συστήματα ενισχύσεων πρέπει να αντιμετωπίζονται χωριστά. Πράγματι, αν ο παραγωγός πίσων, κουκιών και φουλίων προοριζομένων για τη διατροφή των ζώων είχε δικαίωμα και στη χορήγηση άμεσης ενίσχυσης του εισοδήματος βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2358/71 και αν, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, είχε ήδη κατ' αυτό τον τρόπο εξασφαλισμένο ένα δίκαιο εισόδημα, το σύστημα μετακυλίσεως της ενίσχυσης που θεσπίζει ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1119/78 δεν θα ήταν αναγκαίο.
Νομίζω λοιπόν ότι ακόμη και πριν από τη θέσπιση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2036/82 δεν ήταν δυνατή η χορήγηση διπλής ενίσχυσης για τους ίδιους σπόρους προς σπορά.
Το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι το δικαίωμα για τη χορήγηση ενισχύσεως που προβλέπεται στον τομέα των σπόρων προς σπορά δεν εξαρτάται από τον προορισμό των εν λόγω προϊόντων δεν επηρεάζει καθόλου αυτό το συμπέρασμα. Όπως προανέφερα είναι βέβαιο ότι η εν λόγω ενίσχυση έχει αυτή ακριβώς την έννοια. Αυτό προκύπτει εξάλλου και από το αύανημα του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2358/71 και από τις λεπτομέρειες εφαρμογής που καθορίζουν οι κανονισμοί ( ΕΟΚ ) 1674/72 και 1686/72. Οι κανονισμοί αυτοί στηρίζονται στο ότι η ενίσχυση χορηγείται μόνο για τους σπόρους προς σπορά που είναι πιστοποιημένοι βάσει των διατάξεων της οδηγίας 66/401/ΕΟΚ, η δε βάση αυτή οδήγησε στο σύστημα των συμφωνητικών πολλαπλασιασμού και των δηλώσεων πολλαπλασιασμού. Στην περίπτωση των σπόρων προς σπορά που προορίζονται για την παραγωγή ζωοτροφών τέτοιο σύστημα περιττεύει. Το σύστημα στηρίχτηκε προφανώς στη σκέψη ότι η ενίσχυση θα χορηγείται προς το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Το γεγονός ότι παρ' όλα αυτά, με το ευεργέτημα της ενίσχυσης, η παραγωγή σπόρων προς σπορά χρησιμοποιείται για την παρασκευή ζωοτροφών πρέπει να θεωρηθεί ως ενδεικτικό κάποιου κενού στο οικείο σύστημα. Το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνώρισε επίσης τον κίνδυνο, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ήδη πριν από τη θέσπιση του συστήματος των ενισχύσεων στον τομέα των ζωοτροφών, επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο ενδεχόμενο ότι ορισμένοι παραγωγοί θα επιτύχουν την πιστοποίηση της παραγωγής τους καίτοι μεγάλο μέρος αυτής θα χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή ζωοτροφών. Θα προσθέσω ότι το πρόβλημα αυτό δεν ήταν προφανώς σοβαρό κατά το χρόνο της. θεσπίσεως του συστήματος ενισχύσεων για τους σπόρους προς σπορά, έγινε όμως επίκαιρο κατά τα τελευταία έτη. Σημειωτέον εξάλλου σχετικώς ότι το άρθρο 5 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1674/72 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καθιερώσουν σύστημα διοικητικού ελέγχου προκειμένου να διαπιστώνεται ότι οι ενδιαφερόμενοι πληρούν τους όρους για τη χορήγηση της ενίσχυσης.
Νομίζω ότι το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2036/82 πρέπει να θεωρηθεί ως αναγνωριστική διάταξη. Αυτό δείχνει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις, η διάταξη αυτή προστέθηκε « για λόγους σαφήνειας ». Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε βεβαίως ότι ο κανονισμός κακώς χρησιμοποιεί αυτή τη διατύπωση, εγώ όμως νομίζω, και κατά τούτο συμφωνώ με την Επιτροπή, ότι η εν λόγω ρύθμιση αντικατοπτρίζει τη βούληση του Συμβουλίου, εκτός αν από τον κανονισμό προκύπτει το αντίθετο. Αν το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούσε παράνομη αυτή την πράξη του Συμβουλίου θα μπορούσε να προτείνει τροποποίηση του κανονισμού ή να προσβάλλει το κύρος του ενώπιον του Δικαστηρίου.
4. Η δικαιολογημένη εμπιονοοΰνη
Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει επικουρικώς ότι με τη στάση της Επιτροπής οδηγήθηκε στην προσδοκία ότι η σώρευση των ενισχύσεων θα θεωρείτο νόμιμη. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται πρωτίστως στο επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν επισήμανε, τουλάχιστον πριν από τη σύνοδο της 16ης Οκτωβρίου 1980, ότι η χορήγηση διπλής ενισχύσεως ήταν παράνομη. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο άνευ ετέρου. Το ζήτημα αν η χορήγηση ενισχύσεως είναι ή ήταν νόμιμη δεν εξαρτάται από την άποψη της Επιτροπής αλλά κρίνεται βάσει της σχετικής κανονιστικής ρύθμισης. Εξάλλου η Επιτροπή δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι επέδειξε αμέλεια. Το πρόβλημα της διπλής χορήγησης ενισχύσεων παρουσιάστηκε εντός του 1980, η δε Επιτροπή δεν δίστασε να λάβει σαφή θέση αφού πρώτα οι υπηρεσίες της διεξήγαγαν τη σχετική εσωτερική έρευνα.
Κατά δεύτερο λόγο το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει τις διάφορες προτάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή κατά την περίοδο από το τέλος του 1980 μέχρι τα μέσα του 1982 για τη λύση του προβλήματος της διπλής χορήγησης ενισχύσεων. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πριν από την εν λόγω περίοδο η Επιτροπή προφανώς θεωρούσε νόμιμη τη διπλή χορήγηση ενισχύσεων. Και αυτό το επιχείρημα εμφανίζεται αλυσιτελές. Ακόμη και αν οι προσπάθειες της Επιτροπής μπορούσαν να ερμηνευτούν κατ' αυτή την έννοια — πράγμα που δεν αποδεικνύεται κατά τη γνώμη μου — οι διευκρινίσεις που δόθηκαν εκ των υστέρων ως προς τις ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί παλαιότερα — κατά το 1978 και 1979 — δεν αίρουν το παράνομο της χορήγησης αυτής δημιουργώντας την προσδοκία ότι η ενίσχυση θα θεωρηθεί νόμιμη.
III — Η αντιδικία ως προς την πώληση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη και βουτύρου
Το μέρος αυτό της προσφυγής αφορά τις συνέπειες της τροποποίησης των αντιπροσωπευτικών τιμών που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εν προκειμένω ανακύπτει το ερώτημα ποιο χρονικό σημείο πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα της τιμής που εκφράζεται σε λογιστικές μονάδες.
1. Η ισχύουσα νομοθεσία
α) Η αξία της λογιστικής μονάδας
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1134/68 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 3 ) θέτει λεπτομερέστερους κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 653/68 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 54) περί των όρων μεταβολής της αξίας της λογιστικής μονάδας που χρησιμοποιείται για την κοινή γεωργική πολιτική. Το άρθρο 4 του πρώτου κανονισμού προβλέπει ότι για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής η μετατροπή των λογιστικών μονάδων σε εθνικό νόμισμα γίνεται βάσει της σχέσεως που ισχύει κατά το χρόνο της πραγματοποιήσεως της συναλλαγής.. Δυνάμει του άρθρου 6 « θεωρείται ως χρόνος πραγματοποιήσεως της συναλλαγής η ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει χώρα η γενεσιουργός αιτία της απαιτήσεως που αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο αφορά τη συναλλαγή αυτή, όπως η γενεσιουργός αυτή αιτία καθορίζεται από κοινοτική ρύθμιση ή ελλείψει και εν αναμονή της ρυθμίσεως αυτής από την κανονιστική ρύθμιση του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ».
β) Η πώληση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη και βουτύρου
Κατά την κρίσιμη για την υπό κρίση διαφορά περίοδο η πώληση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη και βουτύρου ρυθμιζόταν από τους εξής κανονισμούς:
—
τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1282/72 περί της πωλήσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή στο στρατό και στις εξομοιούμενες μονάδες ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 69 ),
—
τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1717/72 περί της πωλήσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα και οργανισμούς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 112 ),
—
τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2213/76 περί της πωλήσεως αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη από τα δημόσια αποθέματα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 118),
—
τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 443/77 περί πωλήσεως σε καθορισμένη τιμή αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή χοίρων και πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 183),
—
τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 649/78 περί πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου παρεμβάσεως που προορίζεται για άμεση κατανάλωση υπό μορφή συμπυκνωμένου βουτύρου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/020, σ. 177 ).
2. Η διαφορά
Κατά τη διάρκεια των κρίσιμων οικονομικών ετών, το Intervention Board for Agricultural Produce εφήρμοσε την αντιπροσωπευτική τιμή που ίσχυε την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε και δέχτηκε τη σχετική προσφορά αγοράς. Λόγω των τακτικών υποτιμήσεων της πράσινης λίρας κατά την περίοδο εκείνη οι τιμές αγοράς που εφήρμοσε ο οργανισμός ήταν χαμηλότερες απ' ό,τι αν είχε εφαρμοστεί η αντιπροσωπευτική τιμή που ίσχυε την ημερομηνία κατά την οποία ο αγοραστής παρέλαβε τα προϊόντα από τα αποθέματα παρεμβάσεως. Η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των εν λόγω διαφορών. Κατά την Επιτροπή έπρεπε να εφαρμοστεί η τελευταία αυτή τιμή. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι αφού δεν υπάρχει κοινοτική κανονιστική ρύθμιση όσον αφορά τη γενεσιουργό αιτία, εφαρμόζεται η εθνική ρύθμιση, οπότε είναι πεπλανημένη η ερμηνεία της Επιτροπής. Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται επικουρικώς συγγνωστή πλάνη για την οποία ευθύνεται η Επιτροπή.
3. Ο ορισμός της γενεσιουργού αιτίας
Πριν εξετάσω αυτό το ερμηνευτικό ζήτημα θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου στις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn στις 23 Οκτωβρίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 129 και 130/84 (Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής) όπου ανέκυψε παρόμοιο πρόβλημα.
Το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι το αν τα άρθρα 4 και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1134/68 παρέχουν ένδειξη που προσδιορίζει τη γενεσιουργό αιτία για τις πωλήσεις αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη και βουτύρου βάσει των πέντε προαναφερθέντων κανονισμών. Η απάντηση είναι, νομίζω, αρνητική. Το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού δίνει απλώς έναν αφηρημένο ορισμό του όρου. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, το αγγλικό κείμενο διαφέρει σ' αυτό το σημείο από το κείμενο στις άλλες γλώσσες. Στις προτάσεις του στην υπόθεση 80/76 (Kerry Milk, Jurispr. 1977, σ. 425) ο γενικός εισαγγελέας Capotarti ασχολείται λεπτομερώς μ' αυτό το θέμα. Εν προκειμένω όμως η διαφορά αυτή στη διατύπωση δεν είναι κρίσιμη δεδομένου ότι η γενεσιουργός αιτία ορίζεται κατά τρόπο αφηρημένο και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παρά μόνο βάσει λεπτομερέστερων κανόνων.
Για τον προσδιορισμό της γενεσιουργού αιτίας, το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1134/66 παραπέμπει πρώτον στην κοινοτική ρύθμιση. Κατά την Επιτροπή, πρέπει να θεωρηθεί ότι η παραπομπή αυτή αφορά τους πέντε κανονισμούς τους σχετικούς με την πώληση βουτύρου και αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη τους οποίους προανέφερα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, από την οικονομία των κανονισμών αυτών προκύπτει ότι η γενεσιουργός αιτία αναφέρεται στην ημέρα της παραλαβής του εμπορεύματος από τη δημόσια αποθήκη. Στο πλαίσιο του οικείου συστήματος ο αγοραστής μπορεί να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση εφόσον δεν έχει καταβληθεί το τίμημα ή το υπόλοιπό του. Η παραλαβή προϋποθέτει ότι έχει καταβληθεί το τίμημα, ότι δηλαδή η σύμβαση είναι τετελεσμένη. Η Επιτροπή διατύπωσε ήδη την ίδια άποψη κατά την 442η σύνοδο της αρμόδιας επιτροπής διαχειρίσεως. Θα παρατηρήσω πάντως ότι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομοθετική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1134/68.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής. Κανένας από τους πέντε αυτούς κανονισμούς δεν περιέχει ρητή ή σιωπηρή ένδειξη που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της γενεσιουργού αιτίας. Από τους κανονισμούς προκύπτει εξίσου ότι τη γενεσιουργό αιτία αποτελεί η σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως διότι δι' αυτής γεννώνται αμφιμερή δικαιώματα και υποχρεώσεις. Δεν ασκεί επιρροή το ότι πρόκειται για δικαίωμα υπό αίρεση — που εξαρτάται από τον όρο ότι ο αγοραστής δεν θα καταγγείλει τη σύμβαση. Νομίζω ότι οι πέντε κανονισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ως η « κοινοτική ρύθμιση » κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1134/68. Η ερμηνεία αυτή ευρίσκει έρεισμα εξάλλου στη νομοθεσία τη σχετική με τη γενεσιουργό αιτία στον τομέα των σιτηρών, της όρυζας και του βοείου κρέατος. Και στις δύο περιπτώσεις η γενεσιουργός αιτία ορίζεται λεπτομερώς με χωριστούς κανονισμούς της Επιτροπής, τους κανονισμούς 1003/81 (ΕΕ 1981, L 100, σ. 11) και 2182/77 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 98 ). Δεν υποστηρίζω ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμοστούν αναλόγως και εν προκειμένω, φρονώ όμως ότι για τον προσδιορισμό της γενεσιουργού αιτίας απαιτούνται ειδικοί κανόνες.
Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν, όπως νομίζω, ειδικοί κανόνες που προσδιορίζουν τη γενεσιουργό αιτία στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, απομένει το ερώτημα αν μπορεί να θεωρηθεί νόμω αβάσιμος ο κατά το εθνικό δίκαιο χαρακτηρισμός της συνάψεως της συμβάσεως ως γενεσιουργού αιτίας. Δεν το νομίζω. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1676/85 ( ΕΕ 1985, L 164, σ. 1 ) καταργήθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1134/68. Στο άρθρο 5 του πρώτου ορίζονται οι διάφορες γενεσιουργοί αιτίες σαφέστερα από προηγουμένως. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι ως γενεσιουργός αιτία των απαιτήσεων που προκύπτουν από συμβάσεις πρέπει να θεωρηθεί η σύναψη των συμβάσεων εκτός αν ορίζεται άλλως. Καίτοι η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, δείχνει πάντως ότι είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως γενεσιουργός αιτία η σύναψη της συμβάσεως. Κατά την άκοψή μου και δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική κοινοτική ρύθμιση, η επιλογή αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να θεωρηθεί νόμιμη.
IV — Συμπέρασμα
Σε τελευταία ανάλυση προτείνω τα ακόλουθα:
1)
οι αποφάσεις 84/212/ΕΟΚ και 84/213/ΕΟΚ της 8ης Φεβρουαρίου 1984 πρέπει να θεωρηθούν άκυρες καθόσον δεν δέχονται να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΓΊΕ με τις δαπάνες για την πώληση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη των αποθεμάτων παρεμβάσεως,
2)
η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά,
3)
κάθε διάδικος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy