ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 28ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
l.
Τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Cour d'appel της Λιέγης, στο πλαίσιο μιας βελγικής ποινικής δίκης, είναι τα ακόλουθα:
Στις 27 Αυγούστου 1981, κάτοικος γερμανόφωνης κοινότητας του ανατολικού Βελγίου, μετά από εκτεταμένη περιοδεία των καφενείων της περιοχής, συγκρούστηκε με βέλγους χωροφύλακες. Κατά τη σύγκρουση αυτή διαπράχθηκαν βιαιότητες. Οι ανακρίσεις που διεξήγαγε σχετικά η βελγική χωροφυλακή, περιφέρεια Eupen, ταξιαρχία Saint-Vith, έγιναν στη γερμανική γλώσσα διότι ο κατηγορούμενος ( κατόπιν απαγγελίας της εναντίον του κατηγορίας) ζήτησε να καταθέσει στη γερμανική γλώσσα. Επίσης και τα πρακτικά καθώς και τα έντυπα της χωροφυλακής συντάχθηκαν στη γερμανική γλώσσα. Μόνο τα στοιχεία του « ποινικού παρελθόντος/έγγραφα του ποινικού μητρώου » αναφέρονται στη γαλλική γλώσσα και έχουν επισυναφθεί σε έντυπο συντεταγμένο στη γερμανική γλώσσα. Η κλήση προς εμφάνιση ενώπιον του ακροατηρίου επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στη γαλλική γλώσσα, συνοδευόμενη από γερμανική μετάφραση.
Ο κατηγορούμενος δεν παρέστη, το δε Tribunal de première instance της Verviers με απόφαση του, της 2ας Νοεμβρίου 1982, του επέβαλε πρόστιμο. Κατά της ερήμην αυτής αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε ανακοπή ζητώντας ταυτόχρονα τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης στη γερμανική γλώσσα. Με απόφαση του της 23ης Νοεμβρίου 1982 το Tribunal de première instance της Verviers, δικάζοντας ως πλημμελειοδικείο, εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση:
« Το δικαστήριο κάνει δεκτή την ανακοπή.
Διατάσσει η διαδικασία να συνεχιστεί στη γερμανική γλώσσα.
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα. »
Κατά της αποφάσεως αυτής η εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση ενώπιον του Cour d'appel της Λιέγης. Κατά τη γνώμη της, η απόφαση να συνεχιστεί η διαδικασία στη γερμανική γλώσσα είναι παράνομη διότι ο κατηγορούμενος δεν είναι Βέλγος και επομένως δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει να εκδικαστεί η υπόθεση του στη γερμανική γλώσσα.
Στο σημείο αυτό, νομίζω ότι επιβάλλεται να αναφέρω ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία για τον κατηγορούμενο, καθώς και για το καθεστώς που ισχύει στο Βέλγιο σχετικά με τη χρησιμοποίηση των γλωσσών ενώπιον των δικαστηρίων.
Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε το 1957 στο Thommen που ανήκει στην κοινότητα Burg Reuland, δηλαδή στη γερμανόφωνη περιοχή του ανατολικού Βελγίου. Σύμφωνα με το δελτίο πληροφοριών της Κοινότητας Burg Reuland, της 28ης Ιανουαρίου 1981, κατοικούσε στην εν λόγω κοινότητα από τη γέννηση του και τουλάχιστον μέχρι το 1981. Ο κατηγορούμενος είναι εργάτης (κατασκευαστής στεγών ).
Το άρθρο 17 του βελγικού νόμου της 15ης Ιουνίου 1935 περί της χρησιμοποιήσεως των γλωσσών ενώπιον των δικαστηρίων ορίζει:
« Ενώπιον των πταισματοδικείων του Eupen και του Saint-Vith η διαδικασία διεξάγεται στη γερμανική γλώσσα εκτός αν ο κατηγορούμενος υποβάλει, κατά τους τύπους του άρθρου 16, αίτηση ζητώντας τη διεξαγωγή της διαδικασίας στη γαλλική γλώσσα.
Ενώπιον των πταισματοδικείων του Malmédy, Aubel και Limburg η διαδικασία διεξάγεται στη γαλλική γλώσσα εκτός αν ο κατηγορούμενος, βελγικής ιθαγένειας, ζητήσει κατά τους τύπους του άρθρου 16 να διεξαχθεί η διαδικασία στη γερμανική γλώσσα.
Αν ο κατηγορούμενος, βελγικής ιθαγένειας, κατοικεί σε γερμανόφωνο δήμο ή κοινότητα υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του πλημμελειοδικείου της Verviers και υποβάλλει αίτηση, κατά τους τύπους του άρθρου 16, η διαδικασία ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διεξάγεται στη γερμανική γλώσσα. »
Κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση του Tribunal de première instance της Verviers, της 23ης Νοεμβρίου 1982, ο κατηγορούμενος έχει τη λουξεμβουργιανή ιθαγένεια και κατοικεί πλέον στο Saint-Vith, γερμανόφωνη κοινότητα που υπάγεται στη δικαιοδοσία του πλημμελειοδικείου της Verviers. Επειδή ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, γνωρίζει μόνο τη γερμανική, ή τουλάχιστον εκφράζεται ευκολότερα σ' αυτή τη γλώσσα, ζήτησε, σύμφωνα με τα άρθρα 16, παράγραφος 2, και 17, εδάφιο 3, του νόμου της 15ης Ιουνίου 1935, να διεξαχθεί η δίκη στη γερμανική γλώσσα. Σύμφωνα, όμως, με το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, το δικαίωμα να ζητήσουν διεξαγωγή της διαδικασίας ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου στη γερμανική γλώσσα έχουν μόνο οι βέλγοι υπήκοοι.
Δεδομένου ότι το Cour d'appel της Λιέγης είχε αμφιβολίες ως προς το αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο το να αναγνωρίζεται μόνο στους βέλγους υπηκόους το δικαίωμα αυτό, με απόφαση του της 26ης Απριλίου 1984, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Το άρθρο 17, εδάφιο 3, του νόμου της 15ης Ιουνίου 1935 περί της χρησιμοποιήσεως των γλωσσών ενώπιον των δικαστηρίων, το οποίο παρέχει την ευχέρεια στον κατηγορούμενο βελγικής ιθαγένειας, ο οποίος κατοικεί σε κοινότητα γερμανικής γλώσσας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του πλημμελειοδικείου της Verviers, να ζητήσει η διαδικασία να διεξαχθεί στη γερμανική, είναι σύμφωνο προς τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 220 της Συνθήκης, το οποίο αποβλέπει στη διασφάλιση της προστασίας των προσώπων καθώς και στην απόλαυση και την προστασία των δικαιωμάτων, υπό τους όρους που αναγνωρίζει κάθε κράτος στους υπηκόους του, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση: σε ποινική δίκη πρέπει ή δεν πρέπει να χορηγηθεί σε άτομο εκφραζόμενο στη γερμανική γλώσσα, υπήκοο της ΕΟΚ και κυρίως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που έχει την ιθαγένεια του Λουξεμβούργου και κατοικεί στο Saint-Vith, κοινότητα γερμανικής γλώσσας, η ευχέρεια να ζητήσει τη διεξαγωγή της διαδικασίας στη γερμανική; »
2.
Σχετικά με αυτή την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ανέπτυξαν τις απόψεις τους η ιταλική κυβέρνηση, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη.
Η ιταλική κυβέρνηση ανέφερε ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου υπέρ των γλωσσικών μειονοτήτων αφορούν συνήθως μόνο τα μέλη της μειονότητας και την περιφέρεια στην οποία ζει η μειονότητα αυτή. Κατά συνέπεια, ούτε τα μέλη μιας αναγνωρισμένης γλωσσικής μειονότητας δεν μπορούν να ζητήσουν τη χρησιμοποίηση της μητρικής τους γλώσσας σε μια διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου που βρίσκεται εκτός της περιφέρειας όπου ζει η γλωσσική μειονότητατο ίδιο και ένας υπήκοος άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να ζητήσει χρησιμοποίηση της γλώσσας της μειονότητας με το αιτιολογικό ότι ομιλεί τη γλώσσα αυτής της μειονότητας — η οποία δεν είναι η εθνική γλώσσα του κράτους, στο οποίο κατοικεί — και έχει την κατοικία του στην περιφέρεια όπου ζει η μειονότητα. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να ζητηθούν οι υπηρεσίες διερμηνέα.
Πάντοτε κατά την ιταλική κυβέρνηση, το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι ασυμβίβαστο προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού εγγυάται την ίση μεταχείριση και την επαρκή διασφάλιση των δικαιωμάτων της υπερασπίσεωςδεν αντίκειται, εξάλλου, προς το άρθρο 220 της Συνθήκης ΕΟΚ καθόσον οι αλλοδαποί απολαύουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπηκόους του οικείου κράτους που δεν ανήκουν στην εν λόγω γλωσσική μειονότητα και κατά συνέπεια δεν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν διεξαγωγή της δίκης στη γλώσσα της μειονότητας.
Η ιταλική κυβέρνηση προτείνει, κατ' ακολουθία, να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα του Cour d'appel της Λιέγης.
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι έτσι όπως έχει διατυπωθεί το ερώτημα η μόνη απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν την υποχρέωση να χορηγήσουν στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών τα δικαιώματα που πηγάζουν από το άρθρο 220 της Συνθήκης ΕΟΚ εφόσον τα κράτη μέλη δεν έχουν συνάψει μεταξύ τους σύμβαση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.
Επειδή, όμως, το παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί να έχει μια απάντηση ως προς το αν το άρθρο 17 του νόμου του 1935 συμβιβάζεται, γενικώς, με το κοινοτικό δίκαιο, το ερώτημα θα έπρεπε να αναδιατυπωθεί υπό την έννοια ότι με αυτό ζητείται να γίνει γνωστό αν υπάρχουν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που έχουν επίπτωση επί της νομιμότητας του άρθρου 17. Οι διατάξεις που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη είναι οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ή περί ελευθερίας εγκαταστάσεως. Και οι δύο αυτοί τομείς διέπονται από τις ίδιες αρχές.
Κατόπιν λεπτομερούς αναλύσεως της νομολογίας του Δικαστηρίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και, ιδίως, της νομολογίας της σχετικής με την έννοια των « κοινωνικών πλεονεκτημάτων» που περιέχεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, η Επιτροπή άγεται στο συμπέρασμα ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου της κύριας δίκης να ζητήσει διεξαγωγή της εναντίον του ποινικής δίκης στη γερμανική γλώσσα πηγάζει από την ιδιότητα του ως εργαζομένου που έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους.
Ο κατηγορούμενοςστην κύρια δίκη τάχθηκε με την άποψη της Επιτροπής.
Β.
Επί της υπό κρίση αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως η άποψη μου είναι η ακόλουθη:
Το Cour d'appel της Λιέγης επιθυμεί να γνωρίσει αν ο κατηγορούμενος έχει, βάσει του άρθρου 220 της Συνθήκης ΕΟΚ, δικαίωμα να ζητήσει διεξαγωγή της ποινικής δίκης στη γερμανική γλώσσα.
Το άρθρο 220 ορίζει:
« Τα κράτη μέλη, εφόσον είναι αναγκαίο, διεξάγουν μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, για να εξασφαλίσουν προς όφελος των υπηκόων τους:
—
την προστασία των προσώπων, καθώς και την απόλαυση και την προστασία των δικαιωμάτων υπό τους όρους που αναγνωρίζει κάθε κράτος στους υπηκόους του... »
Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να εξασφαλίσει, εφόσον είναι αναγκαίο, την ίση μεταχείριση των υπηκόων άλλων κρατών μελών της Κοινότητας με τους υπηκόους του οικείου κράτους. Το δικαίωμα, λοιπόν, των υπηκόων ενός κράτους να χρησιμοποιούν μια ορισμένη γλώσσα ενώπιον των δικαστηρίων μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διατάξεως της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Επιτροπή ανέφερε ότι τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να διασφαλίσουν τα δικαιώματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 220 της Συνθήκης ΕΟΚ εφόσον δεν έχουν συνάψει μεταξύ τους αντίστοιχη σύμβαση.
Νομίζω ότι δεν συντρέχει λόγος να εμβαθύνω περισσότερο στο ζήτημα αυτό. Πράγματι, το ζήτημα του « αναγκαίου » παρόμοιων διαπραγματεύσεων μπορεί να παραμείνει ανοικτό, στην υπό κρίση υπόθεση, εφόσον η απάντηση στο ερώτημα του Cour d'appel της Λιέγης συνάγεται από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Προς το σκοπό αυτό, όμως, πρέπει να αναδιατυπωθεί το σχετικό ερώτημα, όπως πρότεινε και η Επιτροπή. Μια τέτοια αναδιατύπωση, εξάλλου, δεν είναι ασυνήθης, καθόσον το Δικαστήριο, ήδη στην απόφαση του της 11ης Απριλίου 1973 ( 1 ) τόνισε ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχει μεν δικαίωμα να εφαρμόσει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου επί μιας συγκεκριμένης υποθέσεως, ούτε είναι, επομένως, αρμόδιο να υπαγάγει μια διάταξη του εσωτερικού δικαίου υπό έναν κανόνα του κοινοτικού δικαίου, μπορεί, όμως, να παράσχει σε ένα εθνικό δικαστήριο τα κριτήρια για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμα κατά την εκτίμηση των εννόμων συνεπειών της συγκεκριμένης διατάξεως. Στην προαναφερθείσα απόφαση το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες αν και δεν είχαν αναφερθεί στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, είχαν σημασία για την εκκρεμούσα τότε υπόθεση. Το ίδιο έπραξε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 21ης Μαρτίου 1985, στην υπόθεση Celestri ( 2 ), κατά την οποία παρέπεμψε το δικαστήριο που είχε υποβάλει το ερώτημα στις διατάξεις που ήταν πράγματι εφαρμοστέες και το ίδιο, επίσης, πρότεινα και εγώ στο Δικαστήριο με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Frascogna ( 3 ).
Το ίδιο πρέπει να γίνει και στην υπό κρίση υπόθεση και να εξεταστεί αν από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου μπορεί να συναχθεί δικαίωμα του κατηγορούμενου να ζητήσει διεξαγωγή της δίκης στη γερμανική. Είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ένα τέτοιο δικαίωμα συνδέεται με την ιδιότητά του του εργαζομένου, σύμφωνα με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και τον κανονισμό 1612/68.
Βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνιστά μια από τις αρχές της Κοινότητας. Στην κοινοτική έννομη τάξη ανήκει, μαζί με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, στις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυώνται τα άρθρα 3, στοιχείο γ ), 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 4 ). Το άρθρο 3, στοιχείο γ ), αναφέρει πρώτον απ' όλους ως σκοπό της Κοινότητας την εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει λεπτομερώς την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.
Το Δικαστήριο ουδέποτε έδωσε στενή ερμηνεία των διατάξεων αυτών ( 5 ). Τουναντίον το Δικαστήριο ερμήνευσε στενά τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας σε ό,τι αφορά τη δημόσια διοίκηση, που προβλέπει το άρθρο 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ. Τον δέχθηκε μόνο για την περίπτωση που υπάρχει άμεση ή έμμεση άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και των καθηκόντων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κράτους ( 6 ). Για τις θέσεις αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε ότι « προϋποθέτουν... την ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσεως αλληλεγγύης έναντι του κράτους, καθώς και αμοιβαιότητας δικαιωμάτων και καθηκόντων επί των οποίων στηρίζεται ο δεσμός της ιθαγενείας ».
Η άποψη αυτή ισχύει και για την προκειμένη περίσταση. Υφίσταται ένα περιορισμένο σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αφορούν μόνο τους πολίτες ενός κράτους διότι προϋποθέτουν την « ιδιαίτερη σχέση αλληλεγγύης» που προανέφερα. Το σύνολο των δικαιωμάτων αυτών διακρίνεται από τα « κοινωνικά » ή συλλογικά δικαιώματα που μπορούν να απολαύουν, χωρίς διάκριση, όλοι οι εργαζόμενοι.
Το ζήτημα σε ποια γλώσσα πρέπει να διεξαχθεί η ποινική δίκη ανήκει, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη αυτή κατηγορία δικαιωμάτων. Πράγματι, η ποινική δίκη δεν χαρακτηρίζεται από μια « ιδιαίτερη σχέση αλληλεγγύης » και, επομένως, η προστασία ορισμένων δικαιωμάτων του κατηγορουμένου — μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το δικαίωμα επιλογής της γλώσσας της διαδικασίας — δεν μπορεί να εξαρτάται από την ιθαγένεια του ενδιαφερομένου.
Η Κοινότητα εκπλήρωσε την υποχρέωση θεσπίσεως των αναγκαίων διατάξεων, που προβλέπει το άρθρο 49 της Συνθήκης ΕΟΚ, θεσπίζοντας τον κανονισμό 1612/68 περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού, η ελεύθερη κυκλοφορία συνεπάγεται, καταρχάς, «την κατάργηση κάθε διακρίσεως που βασίζεται στην ιθαγένεια μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας... ».
Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι:
«Το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας απαιτεί, για να μπορεί να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, να εξασφαλιστεί πραγματικά και νομικά η ίση μεταχείριση ως προς την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας και την ανεύρεση στέγης, και επίσης να καταργηθούν τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένειά του και τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογένειας αυτής στη χώρα υποδοχής. »
Στον τίτλο II του πρώτου μέρους του κανονισμού υπό τον τίτλο « Άσκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως » περιλαμβάνεται το άρθρο 7, παράγραφος 2, το οποίο ορίζει ότι:
« ( Ο εργαζόμενος ) απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους. »
Προκειμένου να εξεταστεί αν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 το δικαίωμα γερμανόφωνου εργαζομένου να ζητήσει τη διεξαγωγή ποινικής δίκης στο ανατολικό Βέλγιο στη γερμανική γλώσσα, θα ήθελα να εκθέσω πρώτα εν συντομία τη νομολογία του Δικαστηρίου, τη σχετική με τη διάταξη αυτή.
Στην υπόθεση 15/69 ( 7 ), Ugliola, είχε τεθεί στο Δικαστήριο το ερώτημα αν η προαναφερθείσα διάταξη έχει την έννοια « ότι ένας εργαζόμενος που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους και εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δικαιούται να ζητήσει από τον εργοδότη του να συνυπολογιστεί ο χρόνος της στρατιωτικής του θητείας στο χρόνο προϋπηρεσίας του, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας στην οποία εργάζεται, για την περίοδο κατά την οποία αναγκάστηκε να διακόψει τη δραστηριότητά του προκειμένου να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στην πατρίδα του ».
Στην απόφαση του, το Δικαστήριο τόνισε, καταρχάς, ότι βασική αρχή του εργατικού δικαίου της Κοινότητας είναι ότι η νομοθεσία των κρατών μελών πρέπει να εξασφαλίζει στους εργαζομένους που έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών και εργάζονται στο έδαφός τους όλα τα ευεργετήματα που παρέχει στους εργαζομένους που έχουν τη δική τους ιθαγένεια. Το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι εθνικός νόμος περί προστασίας των εργαζομένων που επανέρχονται στην προηγούμενη θέση τους κατά των δυσμενών συνεπειών της απουσίας τους για εκπλήρωση των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων εμπίπτει στο πλαίσιο των όρων απασχολήσεως και εργασίας. Συνεπώς, ένας τέτοιος νόμος δεν μπορεί, λόγω της άμεσης σχέσεώς του με την εθνική άμυνα, να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68.
Στην υπόθεση 9/74 ( 8 ), Casagrande, είχε τεθεί στο Δικαστήριο το ερώτημα αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η χορήγηση του ευεργετήματος των παροχών που προέβλεπε ο βαυαρικός εκπαιδευτικός νόμος Ausbildungsfördenmgsgeselz μόνο στους Γερμανούς, τους απάτριδες και τους αλλοδαπούς που έχουν δικαίωμα ασύλου. Στην απόφαση του της 3ης Ιουλίου 1974, το Δικαστήριο υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι καίτοι η εκπαιδευτική πολιτική και η πολιτική επαγγελματικής επιμόρφωσης δεν περιλαμβάνονται στους τομείς για τους οποίους τα κοινοτικά όργανα είναι αρμόδια, βάσει των Συνθηκών, αυτό δεν σημαίνει ότι η άσκηση των εξουσιών που έχουν μεταβιβαστεί στην Κοινότητα μπορεί να περιοριστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, όταν μπορεί να έχει επιπτώσεις επί μέτρων τα οποία αφορούν την εφαρμογή μιας πολιτικής, όπως π.χ. της εκπαιδευτικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, καίτοι αρμόδια να ρυθμίσουν τις προϋποθέσεις που αναφέρει το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 (φοίτηση στα σχολεία των τέκνων εργαζομένου που έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους) είναι τα όργανα που ορίζει το εσωτερικό δίκαιο, οι προϋποθέσεις αυτές, ωστόσο, πρέπει να εφαρμοστούν χωρίς διακρίσεις μεταξύ των τέκνων των ημεδαπών εργαζομένων και των τέκνων εργαζομένων που έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους και ζουν στην εν λόγω χώρα.
Εκτεταμένες κρίσεις σχετικά με το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 περιέχει η απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1975, στην υπόθεση 32/75 ( 9 ), Cristini. Στην κύρια δίκη της υποθέσεως εκείνης είχε ανακύψει το ζήτημα αν οι γαλλικοί σιδηρόδρομοι μπορούσαν να αρνηθούν τη χορήγηση σε Ιταλίδα που κατοικούσε στη Γαλλία, χήρα επίσης Ιταλού που εργάστηκε στη Γαλλία όπου και απέθανε μετά από εργατικό ατύχημα, την εκπτωτική κάρτα που προβλέπουν οι γαλλικοί σιδηρόδρομοι για τις πολύτεκνες οικογένειες.
Στην προαναφερθείσα απόφαση το Δικαστήριο τόνισε τα εξής, σχετικά με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68:
« Αν και ορισμένες από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου αναφέρονται σε σχέσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας, υπάρχουν και άλλες που είναι ανεξάρτητες από ης αχέσεις αυτές και οι οποίες ακόμα προϋποθέτουν, όπως η επαγγελματική επανένταξη και η επαναπασχόληση σε περιπτώσεις ανεργίας, τη διακοπή μιας προηγούμενης σχέσεως εργασίας. »
Συνάγεται, επομένως, ότι η έννοια των « κοινωνικών πλεονεκτημάτων » που αναφέρει το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεν πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπο περιοριστικό.
Στην υπόθεση 65/81 ( 10 ), Reina, το Δικαστήριο είχε, μεταξύ άλλων, να αποφανθεί ότι η έννοια των « κοινωνικών πλεονεκτημάτων » περιελάμβανε άτοκα δάνεια λόγω γεννήσεως που χορηγούν πιστωτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου βάσει κατευθυντηρίων οδηγιών και οικονομικής ενισχύσεως του κράτους σε χαμηλού εισοδήματος οικογένειες προς ενίσχυση της γεννητικότητας. Στην απόφαση του, της 14ης Ιανουαρίου 1982, το Δικαστήριο παραπέμπει, καταρχάς, στην προγενέστερη νομολογία του ( υπόθεση 207/78 ( 11 ) ) κατά την οποία από τις προαναφερθείσες διατάξεις και από τον επιδιωκόμενο σκοπό συνάγεται ότι « τα πλεονεκτήματα που ο εν λόγω κανονισμός παρέχει και στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών είναι όλα εκείνα τα οποία — είτε πηγάζουν από σύμβαση εργασίας είτε όχι — αναγνωρίζονται γενικώς υπέρ των ημεδαπών εργαζομένων, λόγω κυρίως της αντικειμενικής τους ιδιότητας των εργαζομένων ή απλώς λόγω τον γεγονότος ότι κατοικούν στην εν λόγω χώρα και των οποίων η επέκταση και στους εργαζομένους που έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών κρίνεται ικανή να ευνοήσει την κινητικότητα τους στο εσωτερικό της Κοινότητας » ( 12 ).
Το Δικαστήριο τόνισε κατόπιν ότι, ελλείψει αρμοδιότητας της Κοινότητας στον τομέα της δημογραφικής πολιτικής, τα κράτη μέλη είναι, καταρχήν, ελεύθερα να ασκούν την πολιτική τους στον τομέα αυτό λαμβάνοντας και κοινωνικά μέτρα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Κοινότητα υπερβαίνει τα όρια των αρμοδιοτήτων της όταν κατά την άσκηση τους επηρεάζει μέτρα που έχουν ληφθεί εκ μέρους των κρατών προς άσκηση της δημογραφικής τους πολιτικής. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας, ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, δεν εφαρμόζονται επί των δανείων λόγω γεννήσεως, διότι αυτά χορηγούνται για λόγους δημογραφικής πολιτικής.
Ποια είναι τα συμπεράσματα που συνάγονται από τη νομολογία αυτή ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68;
Σύμφωνα και με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1612/68 το Δικαστήριο έδωσε ευρεία ερμηνεία στην επιταγή του άρθρου 7, παράγραφος 2, για ίση μεταχείριση των αλλοδαπών εργαζομένων από χώρες της Κοινότητας με τους υπηκόους του κράτους στο οποίο εργάζονται. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνδέεται ασφαλώς με την ιδιότητα του εργαζομένου που έχει ο ενδιαφερόμενος, αλλά δεν περιορίζεται στις σχέσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας. Επεκτείνεται, επομένως, σε όλα τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με το « απλό γεγονός της κατοικίας εντός του εθνικού εδάφους », και αφορά διατάξεις που είναι « ανεξάρτητες προς τις σχέσεις αυτές ( σχέσεις εργασίας ) ». Δεν μπορεί, επομένως, να συναχθεί από τη μέχρι τώρα νομολογία ότι οι ευεργετικές διατάξεις ( στην προκειμένη περίπτωση οι σχετικές με τη χρησιμοποιούμενη ενώπιον του δικαστηρίου γλώσσα ) δεν έχουν εφαρμογή για το μόνο λόγο ότι έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί μειονοτήτων. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ισχύει για « κάθε εμπόδιο... που περιορίζει την κινητικότητα των εργαζομένων ». Πρέπει, επομένως, να δοθεί ευρεία ερμηνεία στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει ισχύει επίσης και για τομείς που καταρχήν δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο, τους οποίους, όμως, επηρεάζει έμμεσα το κοινοτικό δίκαιο.
Από την προαναφερθείσα νομολογία συνάγεται ήδη ένα πρώτο συμπέρασμα, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί εν πάση περιπτώσει η εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, με το επιχείρημα ότι προβλήματα δικαστικής οργανώσεως ή χρησιμοποιήσεως γλωσσών στις ποινικές δίκες δεν εμπίπτουν στον τομέα του κοινοτικού δικαίου. Εφόσον οι σχετικές με τους τομείς αυτούς ρυθμίσεις μπορούν να επηρεάσουν τη νομική κατάσταση εργαζομένου που έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους πρέπει να κρίνονται σε σχέση με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
Ορθώς παρατήρησε σχετικά η Επιτροπή ότι δεν αποκλείεται γερμανόφωνοι εργαζόμενοι να επιλέγουν εγκατάσταση τους στη γερμανόφωνη περιφέρεια του ανατολικού Βελγίου ακριβώς διότι εκεί έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν στην καθημερινή ζωή τη γερμανική γλώσσα. Αυτό ισχύει κυρίως για την καθαρά επαγγελματική τους ζωή, αλλά και για τις σχέσεις του ενδιαφερομένου με τους κατοίκους της περιοχής, καθώς και για τις σχέσεις του με τη διοίκηση — και πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι επαφές μεταξύ του κατηγορουμένου και της βελγικής χωροφυλακής έγιναν στη γερμανική γλώσσα. Θα ήταν, πράγματι, αντιφατικό και ασυμβίβαστο προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων που έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους με τους εργαζομένους που έχουν την ιθαγένεια του κράτους υποδοχής να μην αναγνωριστεί αιφνιδίως στον εν λόγω εργαζόμενο το δικαίωμα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο ποινικής δίκης, τη γλώσσα που χρησιμοποιεί στην καθημερινή του ζωή τη στιγμή που η δυνατότητα αυτί] υπάρχει για τους εργαζομένους που έχουν την ιθαγένεια του κράτους.
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να αναφέρω δύο παραδείγματα για να γίνει σαφέστερα αντιληπτή η γλωσσική κατάσταση.
Εξετάζω, καταρχάς, την κατάσταση γαλλόφωνου εργαζομένου που δικάζεται ενώπιον του πλημμελιοδικείου του Eupen ή του Saint-Vith. Καίτοι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διεξάγεται στη γερμανική γλώσσα μπορεί — ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του — να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του βελγικού νόμου, τη διεξαγωγή της διαδικασίας στη γαλλική γλώσσα.
Αναφέρω τώρα ένα δεύτερο παράδειγμα που λίγο μόνο διαφέρει από την προκειμένη περίπτωση. Ας υποτεθεί ότι πρόκειται για έναν ιταλό υπήκοο ο οποίος γεννήθηκε στη γερμανόφωνη περιοχή του Βελγίου και είναι δίγλωσσος: στην οικογένεια του χρησιμοποιεί την ιταλική, ενώ στην καθημερινή του ζωή, στο σχολείο, στο φιλικό του κύκλο, στην επιμόρφωση του ομιλεί τη γερμανική. Θα έπρεπε να αποκλειστεί η δυνατότητα του εν λόγω Ιταλού, στην περίπτωση που θα ήταν υποχρεωμένος να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον του πλημμελειοδικείου της Verviers, να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα με την οποία ανατράφηκε και την οποία μπορούν να χρησιμοποιούν οι βέλγοι υπήκοοι που βρίσκονται σε ανάλογη θέση; Είναι δύσκολο να υπάρξει κατάσταση πιο απτής δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας.
Μια τέτοια κατάσταση νομίζω ότι θα ήταν αντιφατική δεν θα εναρμονιζόταν με την προσπάθεια δημιουργίας μιας « Ευρώπης των πολιτών » όπως την εξέθεσε η Επιτροπή κλείνοντας τις παρατηρήσεις της κατά την προφορική διαδικασία. Δεν θα συνέβαλλε, εξάλλου, στην ενσωμάτωση του εργαζομένου στη χώρα υποδοχής και ιδίως στη γλωσσική περιφέρεια όπου κατοικεί.
Το αποφασιστικότερο, όμως, στοιχείο είναι ότι μια τέτοια κατάσταση αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο, όπως αυτό συνάγεται από την οικονομία της Συνθήκης, τον κανονισμό 1612/68 και τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Ας μου επιτραπεί, συμπερασματικά, να επανέλθω εν συντομία στο βελγικό νόμο της 15ης Ιουνίου 1935. Στο νόμο αυτό γίνεται λόγος για τρεις γλώσσες: την ολλανδική, τη γαλλική και τη γερμανική. Δεν περιέχει εκφράσεις όπως κρατική γλώσσα, μητρική γλώσσα, γλωσσική μειονότητα και άλλες παρόμοιες. Δεν νομίζω, λοιπόν ότι είναι ορθό, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα που υπέβαλε το Cour d'appel της Λιέγης, να γίνει αναφορά στις γενικές αρχές του δικαίου περί προστασίας των γλωσσικών μειονοτήτων όπως πρότεινε μια κυβέρνηση στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.
Δεν συμφωνώ, επίσης, με την άποψη ότι αρκεί να διατεθεί στον κατηγορούμενο διερμηνέας, όπως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βεβαίως το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί στην εν λόγω Σύμβαση, όταν επρόκειτο για θεμελιώδη δικαιώματα, υπό την έννοια, όμως, ότι πρόκειται για το ελάχιστο όριο προστασίας που είναι κοινό σε όλα τα κράτη μέλη ( 13 ).
Στην περίπτωση που το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στους ιδιώτες ευρύτερα δικαιώματα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν εμποδίζει την εφαρμογή τους. Το Δικαστήριο αναγνώρισε την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου και έναντι άλλων συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, εφόσον οι διατάξεις του είναι ευνοϊκότερες ( 14 ).
Προκειμένου να καθοριστούν επακριβώς οι υποχρεώσεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους όπως αυτές προκύπτουν από τη νομική ανάλυση που προηγήθηκε, αναφέρω ακόμα το εξής: δεν πρόκειται να υποχρεωθεί το κράτος μέλος να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση περισσότερων γλωσσών από όσες ήδη χρησιμοποιούνται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ζήτημα είναι αν εργαζόμενος που έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί διάταξη που ρυθμίζει τη χρησιμοποίηση των γλωσσών, η οποία ισχύει ήδη στο οικείο κράτος και την οποία μπορούν να επικαλεστούν οι υπήκοοί του. Δεν νομίζω ότι συντρέχει κανείς βάσιμος λόγος να συνεχιστεί η διαδικασία στη γαλλική, με τη χρησιμοποίηση διερμηνέα, τη στιγμή που το Tribunal de première instance της Verviers ήταν έτοιμο να εκδικάσει την υπόθεση στη γερμανική. Το αποτέλεσμα θα ήταν να καταστεί η διαδικασία δυσχερέστερη και δαπανηρότερη και ο κατηγορούμενος θα εστερείτο δικαίωμα που του παρέχει το κοινοτικό δίκαιο.
Γ.
Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που του υπέβαλε το Cour d'appel της Λιέγης:
Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, όπως προκύπτει από το άρθρο 48 της Συνθήκης' ΕΟΚ και ειδικότερα από τον κανονισμό 1612/68, απαιτεί ο γερμανόφωνος εργαζόμενος που έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους και κατοικεί σε γερμανόφωνο δήμο ή κοινότητα του Βελγίου να έχει την ευχέρεια, στο πλαίσιο ποινικής δίκης, να ζητήσει, ακριβώς όπως και ένας βέλγος υπήκοος που βρίσκεται σε ανάλογη θέση, να διεξαχθεί η ποινική δίκη, στην οποία είναι κατηγορούμενος, στη γερμανική γλώσσα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 11ης Απριλίου 1973 στην υπόθεση 76/72, Michel S. κατά Fonds national dc reclassement social des handicapés. Sig. 1973, σ. 457.
( 2 ) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 172/84, Celestri & C. SpA κατά Ministero delle finanze, Συλλογή 1985, σ. 966.
( 3 ) Προτάσεις της 21ης Μαρτίου 1985, στην υπόθεση 157/84, Maria Frascogna κατά Caisse des dépôts et consignations. Συλλογή 1985, σ. 1740.
( 4 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 115/78, Knoors κατά Staatssekretär für Wirtschaft, Sig. 1979, σσ. 399 και 409.
( 5 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Sig. 1974, σ. 359' απόφαση της 13ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 152/82, Sandro Forcheri και Marisa Marino, σύζυγος Forcheri, κατά Βελγικού Δημοσίου και ASBĻ Institut Supérieur des sciences humaines appliquées — École ouvrière supérieure, Συλλογή 1983, σ. 2323.
( 6 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980 στην υπόδεση 149/79, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, Sig. 1980, σ.3881.
( 7 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1969 στην υπόθεση 15/69, Württembergische Milchverwertung, Südmilch AG κατά Salvatore Ugliola, Slg. 1969, σ. 363.
( 8 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 9/74, Donato Casagrande κατά Landeshauptstadt München, Slg. 1974, σ. 773.
( 9 ) Απόφαση της 30ης Σεπτεμβρίου 1975 στην υπόθεση 32/75, Anita Christini κατά Société nationale des chemins de fer français. Slg. 1975, σ. 1085.
( 10 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982 στην υπόθεση 65/81, Francesco Reina και Letizia Reina κατά Landeskreditbank Baden-Württemberg, Συλλογή 1982, σ. 33.
( 11 ) Απόφαση της 31ης Μαΐου 1979 στην υπόθεση 207/78, Ministère public κατά Gilbert Even και Office national des pensions pour travailleurs salariés, Sig. 1979, σ. 2019.
( 12 ) Στην απόφαση του της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 261/83, Carmela Castelli κατά ONTPS, (Συλλογή 1984, σ. 3199), το Δικαστήριο δέχθηκε χρησιμοποιώντας ανάλογους όρους ότι πρόκειται για « πάγια νομολογία ».
( 13 ) Απόφαση της 14ης Μαΐου 1974 στην υπόθεση 4/73, J. Noid κατά Επιτροπής, Slg, 1974, σ. 491 απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 130/75, Vivien Prais κατά Επιτροπής, Sig. 1976, σ. 1589' απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, στην υπόθεση 44/79, Liselotte Hauer κατά Land Rheinland-Pfalz, Sig. 1979, σ. 3727.
( 14 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 1978 στην υπόθεση 187/73, Odette Callemeyn κατά Βελγικού Δημοσίου, Sig. 1974, σ. 553' βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C O. Lenz στην υπόθεση 157/84, Frascogna κατά Caisse des dépôts et consignations, Συλλογή 1985, σ. 1740.
Full & Egal Universal Law Academy