ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 15ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
Στην υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα, η προσφεύγουσα έλαβε επιτυχώς μέρος στο γενικό διαγωνισμό COM/A/301, που διοργάνωσε η Επιτροπή και περιελήφθη έτσι, τον Αύγουστο του 1980, στον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή. Εξάλλου, η προσφεύγουσα μετέσχε — πάλι επιτυχώς — στο γενικό διαγωνισμό COM/LA/331, τον οποίο διοργάνωσε επίσης η Επιτροπή και η εξεταστική επιτροπή την περιέλαβε στον πίνακα επιτυχόντων των Οκτώβριο του 1981. Την εποχή εκείνη (για περισσότερη ακρίβεια: από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο 1981 ), φαίνεται ότι η προσφεύγουσα εργάστηκε ως « δόκιμος υπάλληλος » στη γενική διεύθυνση XI της Επιτροπής.
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα είχε τότε τη δυνατότητα να προσληφθεί στη μεταφραστική υπηρεσία της Επιτροπής, επωφελήθηκε από τη δυνατότητα αυτή — της το επέτρεπε η επιτυχής συμμετοχή της στο δεύτερο διαγωνισμό που προαναφέρθηκε. Με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1982, διορίστηκε δόκιμη μεταφράστρια από 14ης Δεκεμβρίου 1981 και κατετάγη στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 2. Εξάλλου, με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1982, μονιμοποιήθηκε στη θέση αυτή από 14ης Σεπτεμβρίου 1982.
Λίγο χρόνο προηγουμένως είχε δημοσιευτεί η ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσεως COM/1207/82, που αφορούσε θέση διοικητικού υπαλλήλου των σταδιοδρομιών Α 7/Α 6 της γενικής διευθύνσεως « Επιστήμη, έρευνα και ανάπτυξη ». Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προηγούμενη δραστηριότητά της, η προσφεύγουσα ενδιαφερόταν περισσότερο για τα καθήκοντα αυτά, παρά για την εργασία της μεταφράστριας, υπέβαλε την υποψηφιότητά της και εν συνεχεία διορίστηκε στην αναφερόμενη θέση από 1ης Δεκεμβρίου 1982, με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1982 (η οποία, απ' ό, τι φαίνεται, περιήλθε στα χέρια της στις 6 Ιανουαρίου 1983 ) — εφόσον της το επέτρεπε η συμμετοχή της στον πρώτο από τους δύο προαναφερόμενους διαγωνισμούς. Η κατάταξη της ( Α 7/2 ) παρέμεινε αμετάβλητη όσον αφορά την αρχαιότητά της στο βαθμό Α 7/2, αναφέρθηκε ότι άρχιζε από 1ης Δεκεμβρίου 1981.
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι επ' ευκαιρία του διορισμού αυτού έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ειδική πείρα στη διοίκηση την οποία είχε αποκτήσει επί διάστημα πλέον των εννέα ετών και η οποία δεν είχε ληφθεί υπόψη κατά την πρόσληψη της ως μεταφράστριας· η εν λόγω πείρα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τη διοικητική θέση σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Ιουνίου 1973«περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται κατά το διορισμό σε βαθμό και κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη », η οποία είχε ληφθεί όσον αφορά ιδίως τα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα υπέβαλε την 1η Μαρτίου 1983 σχετική αίτηση στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και, ενόψει της διοικητικής πείρας που είχε αποκτήσει από το 1973 (εκτεθείσα λεπτομερώς), ζήτησε να καταταγεί στο βαθμό Α 6.
Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμιά απάντηση ( πράγμα που πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή απόρριψη ), υπέβαλε, στις 29 Σεπτεμβρίου 1983, ένσταση στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Σ' αυτήν ανέφερε ότι, λόγω της ειδικής πείρας της, έπρεπε να καταταγεί στο βαθμό Α 6/1 με αρχαιότητα κλιμακίου 1 έτος.
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ρητώς με απόφαση η οποία, φαίνεται, περιήλθε στην προσφεύγουσα στις 23 Φεβρουαρίου 1984. Σ' αυτήν αναφέρεται ότι — δεδομένου ότι η προσφεύγουσα είχε ήδη μονιμοποιηθεί με προηγούμενη απόφαση — η απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1982 δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως διορισμός κατά την έννοια των άρθρων 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (για το λόγο δε αυτό δεν έπρεπε να διανύσει περίοδο δοκιμασίας ). Για το λόγο αυτό, δεν ήταν δυνατό να γίνει επίκληση, κατά την αναφερόμενη ημερομηνία, των άρθρων 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της αποφάσεως του 1973 που είχε ληφθεί προς εφαρμογή αυτών.
Κατά της αποφάσεως αυτής η προσφεύγουσα άσκησε τότε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 1984, ζητώντας του να ακυρώσει την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1982, κατά το μέτρο που την κατέταξε στο βαθμό Α 7/2 και — καθόσον παρίσταται ανάγκη — να ακυρώσει την ρητή απορριπτική απόφαση της ενστάσεως της.
Σχετικά με την αιτιολογία των αιτημάτων της και την ανάγκη εφαρμογής στην περίπτωση της του άρθρου 3 της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Ιανουαρίου 1973 (σύμφωνα με την οποία μπορεί να γίνει κατάταξη στο βαθμό LA 6 στην περίπτωση που αποδεικνύεται επαγγελματική πείρα τουλάχιστον οκτώ ετών), η προσφεύγουσα εκθέτει ότι ο όρος « διορισμός » κατά την έννοια του άρθρου 31 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν σημαίνει την πρώτη πρόσληψη, αλλά το διορισμό σε θέση που αποτελεί την έναρξη καινούριας σταδιοδρομίας ( όταν οι ειδικές γνώσεις, που δεν είχαν ακόμη ληφθεί υπόψη κατά τον πρώτο διορισμό, αποδεικνύεται ότι έχουν σχετική σημασία). Σχετικά, αναφέρεται επίσης στο άρθρο 4 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι η κατάληψη μιας θέσεως μπορεί να γίνει μόνο με διορισμό ή προαγωγή. Αν η τοποθέτηση σε μια καινούρια θέση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως προαγωγή — πράγμα που συνέβαινε ακριβώς στην περίπτωση της — ( δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για μετάβαση σε ανώτερο βαθμό της ίδιας σταδιοδρομίας βάσει συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων περισσότερων του ενός υποψηφίων, για τη μετάβαση από το γλωσσικό κλάδο ( LA ) στην κατηγορία Α ήταν αναγκαίος ο διαγωνισμός ) — έπρεπε επομένως να θεωρηθεί ως διορισμός. Εξάλλου, η προσφεύγουσα επικαλείται την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( κατά το οποίο πρέπει να εφαρμόζονται πάντοτε οι ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας στους υπαλλήλους της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου κλάδου ). Η αρχή αυτή επιβάλλει ότι η προσφεύγουσα έπρεπε να τύχει της μεταχειρίσεως της οποίας έτυχαν οι υπόλοιποι μετασχόντες στον πρώτο διαγωνισμό, ως εξωτερικοί ιδίως υποψήφιοι. Αν τα κριτήρια της αποφάσεως του 1973, τα οποία πρέπει να εξασφαλίζουν « τις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας » ήταν αποφασιστικά γι' αυτούς, το ίδιο έπρεπε να ισχύει και για την προσφεύγουσα, της οποίας η ειδική επαγγελματική πείρα που είχε αποκτήσει και αποδεικνυόταν ότι είχε σημασία για τη διοικητική θέση δεν είχε κατορθωθεί ακόμα να ληφθεί υπόψη κατά τη μονιμοποίηση της.
Η Επιτροπή φρονεί ότι αυτό δεν δεσμεύει. Κατά τη γνώμη της, ο διορισμός της 13ης Δεκεμβρίου 1982 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « πρόσληψη » κατά την έννοια του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διότι, κατά την ημερομηνία αυτή, η προσφεύγουσα ήταν ήδη υπάλληλος των Κοινοτήτων. Στην πραγματικότητα, τα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και η σχετική με αυτά απόφαση της Επιτροπής, δεν είναι δυνατό παρά να εφαρμόζονται μια και μόνο φορά, δηλαδή κατά την πρώτη πρόσληψη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να τεθεί θέμα παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Πράγματι, δεν είναι δυνατό να γίνει σύγκριση της καταστάσεως της προσφεύγουσας με την κατάσταση των εκτός Κοινότητας υποψηφίων, καθόσον συντρέχει μια ουσιώδης διαφορά συνιστάμενη στο γεγονός ότι αυτή ήταν ήδη υπάλληλος, πράγμα που εξηγεί επίσης το ότι η προσφεύγουσα δεν έπρεπε να διανύσει νέα περίοδο δοκιμασίας.
Β.
Κατά την άποψη μου, για την υπό κρίση διαφορά επιβάλλονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
α)
Όπως γνωρίζετε, δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποία το ανάκυψαν πρόβλημα διαδραματίζει ένα ρόλο στην ένδικη διαδικασία, έστω και αν οι προηγούμενες υποθέσεις — πράγμα που δεν αποτελεί πάντως αποφασιστική διαφορά — αφορούσαν την εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο, όπως γνωρίζετε, επιτρέπει την αναγνώριση αρχαιότητας κλιμακίου αν ληφθεί υπόψη η ειδική επαγγελματική πείρα.
Σχετικά, με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 17/83 ( 1 ) (στην οποία έχει προ παντός αναφερθεί η Επιτμων υπαλλήλων της Κοινότητας, ύστερα από διαδικασία προσλήψεως, η οποία συνήθως είναι ο διαγωνισμός » ( σκέψη 12 ), πράγμα που συνηγορεί στο συμπέρασμα ότι η διάταξη αυτή, όπως και το άρθρο 31 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και η σχετική μ' αυτό απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν ήδη διοριστεί σε μια θέση κατόπιν συμμετοχής τους σε διαγωνισμό.
Φαίνεται ότι το πρώτο τμήμα απέστη από την άποψη αυτή με την απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 266/83 ( 2 ), που αφορούσε υπάλληλο C 5, η οποία έγινε δεκτή σε θέση C 3 αφού μετέσχε σε γενικό διαγωνισμό. Στην υπόθεση αυτή — σχετικά με αίτηση χορηγήσεως επιπλέον κλιμακίου για επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί πριν την ανάληψη υπηρεσίας, όπως αυτή που επιτρέπει το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, και κατά της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων περί προαγωγής — το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός δεν περιέχει διατάξεις που διέπουν την κατάταξη σε κλιμάκιο του υπαλλήλου που διορίζεται σε άλλη θέση κατόπιν γενικού διαγωνισμού ( σκέψη 13 ). Θα ήταν σκόπιμη η κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όταν, ενόψει των διαφορών που υπάρχουν στα καθήκοντα, ο διορισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ομαλή εξέλιξη της σταδιοδρομίας (σκέψη 15). Έπρεπε επίσης να αναγνωριστεί ότι σε παρόμοια περίπτωση, κατά την οποία μόνιμος υπάλληλος έρχεται σε άμεσο διαγωνισμό με υποψηφίους προερχομένους εκτός της Κοινότητας παρά με συναδέλφους που προσδοκούν προαγωγή, θα πρέπει να υπερισχύσει η αρχή ότι οι μετέχοντες σε γενικό διαγωνισμό αξίζουν ίσης μεταχειρίσεως, πράγμα που οδηγεί στην εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ( σκέψη 15 ).
Τέλος, πρέπει επίσης να αναφερθεί η απόφαση του δευτέρου τμήματος, που εκδόθηκε λίγο μετά (29 Ιανουαρίου 1985) στην υπόθεση 273/83 ( 3 ), στην οποία επρόκειτο για μετάβαση υπαλλήλου Β στην κατηγορία Α. Στην υπόθεση αυτή, και ειδικά με το αίτημα κατάταξης σε υψηλότερο κλιμάκιο σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και κατά παρέκκλιση της κατατάξεως που απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού, το Δικαστήριο αποφάνθηκε εκ νέου ότι ορθώς δεν έγινε εφαρμογή του άρθρου 32 και αυτό εν αναφορά ιδίως προς το σκοπό της διατάξεως αυτής — η λήψη υπόψη της πείρας που αποκτήθηκε πριν ο υπάλληλος αναλάβει υπηρεσία στην Κοινότητα (σχετικά πρέπει να υπομνηστεί ότι ο προσφεύγων στην εν λόγω υπόθεση είχε κατορθώσει να συνεχίσει την εκπαίδευση του καθ' ον χρόνον υπηρετούσε στις Κοινότητες και να αποκτήσει δίπλωμα που του παρείχε πρόσβαση στην κατηγορία Α). Στην υπόθεση αυτή, υπογραμμίστηκε επίσης ότι η μέθοδος αυτή δεν οδηγεί σε διάκριση έναντι των εκτός Κοινότητας διαγωνιζομένων, αυτό δε λόγω ιδίως των πλεονεκτημάτων που τυγχάνουν οι υπάλληλοι (απαλλαγή από το όριο ηλικίας για την περίοδο δοκιμασίας), τα οποία δημιουργούν μια ειδική κατάσταση.
β)
Εν συνεχεία τίθεται το ερώτημα κατά ποια έννοια πρέπει να αποφανθούμε στην παρούσα υπόθεση ή, όπως έχω πει, το πρόβλημα που ανακύπτει είναι αν η ειδική επαγγελματική πείρα της προσφεύγουσας στη διοίκηση, η οποία δεν ελήφθη υπόψη κατά την πρόσληψη της ως μεταφράστριας (η προσφεύγουσα δεν είχε αρκετή μεταφραστική πείρα), πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τη μετάθεση εντός της διοικητικής υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της σχετικής μ' αυτό αποφάσεως της Επιτροπής του 1973 και ενδεχομένως — στην Επιτροπή εναπόκειται να αποφασίσει — να χορηγηθεί στην προσφεύγουσα ο βαθμός Α 6, η ορθή απάντηση είναι κατά την άποψή μου προφανής από τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση 273/83 ( 3 ).
Στην υπόθεση αυτή υποστήριξα την άποψη, την οποία δέχτηκε επίσης το Δικαστήριο ( κατ' εφαρμογήν του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ), κατά την οποία η επαγγελματική πείρα πρέπει κατ' αρχήν να λαμβάνεται υπόψη μόνο μια φορά, κατά το χρόνο εισόδου στην υπηρεσία της Κοινότητας, και ότι, αν ελαμβάνετο υπόψη περισσότερες από μια φορές η επαγγελματική πείρα, ιδίως όταν έχει αποκτηθεί εντός της υπηρεσίας της Κοινότητας, κατόπιν συμμετοχής σε γενικό διαγωνισμό, αυτό δεν θα ήταν γενικά σύμφωνο με τους σκοπούς του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Πάντως, προσέθεσα την ακόλουθη παρατήρηση: «διαφορετική εκτίμηση θα ήταν δυνατή αν συγκεκριμένη επαγγελματική πείρα, που κατέστη δυνατό να αναγνωριστεί για ορισμένο είδος δραστηριοτήτων (παραδείγματος χάρη στη μεταφραστική υπηρεσία), ήταν απόλυτα σχετική και κατά συνέπεια θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για άλλο τομέα δραστηριοτήτων (παραδείγματος χάρη η διοικητική υπηρεσία ) ».
Το Δικαστήριο ασχολείται προφανώς με παρόμοια υπόθεση εν προκειμένω. Επομένως, θεωρώ δίκαιο να αναζητήσω λύση στις αρχές που τέθηκαν με την απόφαση στην υπόθεση 266/83 ( 2 ). Αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να αποστούμε από την τελευταία υπόθεση (πράγμα που θα απαιτούσε εξέταση από την ολομέλεια του Δικαστηρίου) πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το ουσιώδες στοιχείο στην τελευταία υπόθεση ήταν ότι δεν επρόκειτο για επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί πριν από την είσοδο στην υπηρεσία της Κοινότητας. Η λύση αυτή επιβάλλεται ειδικά διότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για κατάταξη σε ανώτερο βαθμό λόγω προηγούμενης επαγγελματικής πείρας που διεκδικείται ορισμένο χρόνο μετά την είσοδο στην υπηρεσία και ότι στην υπόθεση της προσφεύγουσας δεν είναι προδήλως δυνατό να γίνει λόγος για κανονική εξέλιξη της σταδιοδρομίας, διότι αυτή — αφού σπούδασε και εργάστηκε ως μηχανικός — πρωτοάρχισε τη σταδιοδρομία της ως μεταφράστρια στην Κοινότητα και στη συνέχεια, όταν της δόθηκε η ευκαιρία λίγο χρόνο μετά να εργαστεί στον τομέα της, πέτυχε μια μετάθεση.
γ)
Χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστούν τα περαιτέρω επιχειρήματα της προσφεύγουσας (αυτή ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή όφειλε, σύμφωνα με την υποχρέωση της να παρέχει αρωγή στους υπαλλήλους, να την είχε ενημερώσει για τις συνέπειες που θα απέρρεαν κατά τη γνώμη της, όσον αφορά το άρθρο 31 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, από την αποδοχή θέσεως μεταφραστή σε περίπτωση μεταθέσεως σε άλλο τμήμα ), μπορεί επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση περί διορισμού της προσφεύγουσας ως υπαλλήλου διοικήσεως στη γενική διεύθυνση « Επιστήμη, Έρευνα και ανάπτυξη » πάσχει όσον αφορά τη βαθμολογική κατάταξη της προσφεύγουσας, διότι η εφαρμογή της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 1973, που επιτρέπει ενδεχομένως κατάταξη στο βαθμό Α 6 λόγω της επαγγελματικής πείρας της προσφεύγουσας, δεν ελήφθη υπόψη.
Επομένως, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
Σχετικά, δεν παρίσταται ακόμα ανάγκη επί του παρόντος — το λέγω αυτό λόγω του λεπτομερούς αιτήματος της προσφεύγουσας ως προς τα δικαστικά έξοδα — να διευκρινιστεί ότι η Επιτροπή οφείλει να καταβάλει τα έξοδα ταξιδιου και παραμονής τα οποία έγιναν για το σκοπό της δίκης και την αμοιβή του δικηγόρου της προσφεύγουσας. Σε περίπτωση διαφοράς όσον αφορά τα καταβλητέα έξοδα, μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εκδοθεί λεπτομερής διάταξη σχετικά με το άρθρο 73 β ) του κανονισμού διαδικασίας (που αφορά τα καταβλητέα έξοδα ), σύμφωνα με το άρθρο 74 του κανονισμού διαδικασίας.
Γ.
Τελειώνοντας, για τους λόγους που προεξέθεσα, προτείνω να ακυρωθεί η από 13 Δεκεμβρίου 1982 απόφαση, σύμφωνα με το αίτημα της προσφεύγουσας, κατά το μέτρο που την κατατάσσει στον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 2 και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 17/83, 'Αγγελος Αγγελίδης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2907.
( 2 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 266/83, Ευρυδίκη Σαμαρά κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 196.
( 3 ) Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 273/83, Bernard Michel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 354.
Full & Egal Universal Law Academy