ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 28ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι δικαστές
Α.
Η υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου αφορά απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( καθού ), της 25ης Νοεμβρίου 1983 ( 1 ), περί διορισμού του μεταφραστή Κ. (του παρεμβαίνοντος Κ. ) ως κύριου μεταφραστή με βαθμό LA 5, καθώς και τη νομιμότητα του διαγωνισμού που κατέληξε στο διορισμό αυτό. Η απόφαση αυτή και ο διαγωνισμός που προηγήθηκε προσβλήθηκαν από την Ανδρονίκη Βλάχου (προσφεύγουσα), η οποία έλαβε επίσης μέρος στο διαγωνισμό CC/LA/20/82, αλλά έπεται του Κ. στη σειρά επιτυχίας.
1.
Μετά την αποπεράτωση των πανεπιστημιακών της σπουδών το 1971 και την κατοπινή επαγγελματική της απασχόληση εκτός Κοινοτήτων, η προσφεύγουσα εισήλθε, το 1981, στην υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μετά από διαγωνισμό. Διορίστηκε από την 1η Μαρτίου 1981 ως δόκιμη μεταφράστρια με βαθμό LA 7, κλιμάκιο 3.
Με σύμβαση της 8ης Δεκεμβρίου 1981 η προσφεύγουσα προσελήφθη από το καθού, από την 1η Δεκεμβρίου 1981, καταρχάς μεν για δύο έτη ως έκτακτη υπάλληλος με βαθμό LA 5, κλιμάκιο 2 ( αναθεωρήτρια ) ( 2 ). Μετά τη λήξη της συμβάσεως αυτής η προσφεύγουσα, βάσει συμβάσεως της 25ης Νοεμβρίου 1983, συνέχισε να εργάζεται, για ένα ακόμη έτος, ως μεταφράστρια με βαθμό LA 6, κλιμάκιο 3.
Μετά από επιτυχία της στον εσωτερικό διαγωνισμό CC/LA/14/83η προσφεύγουσα διορίστηκε, από την 1η Μαρτίου 1984, ως δόκιμη υπάλληλος. Βάσει των σπουδών και της επαγγελματικής της πείρας κατετάγη στο βαθμό LA 6, κλιμάκιο 3, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 81/5 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1981, περί κατατάξεως των υπαλλήλων. Την 1η Δεκεμβρίου 1984 διορίστηκε μόνιμη υπάλληλος.
2.
Προκειμένου να πληρώσει μία από τις δύο θέσεις της σταδιοδρομίας LA 5/4 που προβλέπονταν για την ελληνική ομάδα της μεταφραστικής υπηρεσίας, το καθού δημοσίευσε στις 26 Απριλίου 1983 ανακοίνωση για τον εσωτερικό διαγωνισμό CC/LA/20/82 (αναθεωρητής/κύριος μεταφραστής) ( 3 ). Ο διαγωνισμός αυτός ήταν « διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων ».
Η προκήρυξη ανέφερε — όπως και η προκήρυξη του διαγωνισμού CC/LA/4/83 — ότι η πλήρωση της θέσεως θα γινόταν καταρχήν με τον εισαγωγικό βαθμό, δηλαδή το βαθμό LA 5.
Μία από τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό αυτό, σύμφωνα με το σημείο V.2 της εν λόγω ανακοινώσεως, ήταν « η εξαετής τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ».
Η προκήρυξη περιέγραφε ως εξής τα καθήκοντα της θέσεως:
« —
Αναθεώρηση μεταφράσεων ή, ενδεχομένως, μετάφραση κειμένων χωρίς αναθεώρηση.
—
Έλεγχος εργασιών ορολογίας, τεκμηριώσεως ή άλλων εργασιών στο γλωσσικό πεδίο.
—
Συμβολή στην επαγγελματική επιμόρφωση των μεταφραστών. »
Η προσφεύγουσα έλαβε μέρος στον εν λόγω διαγωνισμό, αλλά δεν διορίστηκε, διότι στον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή κατέλαβε τη δεύτερη θέση.
Στις 2 Ιουνίου 1983 το καθού δημοσίευσε την προκήρυξη του διοργανικού διαγωνισμού CC/LA/4/83 προς πλήρωση της θέσεως προϊσταμένου ομάδας/αναθεωρητή της σταδιοδρομίας LA 5/4 ( 4 ). Το σημείο V.2 της εν λόγω προκηρύξεως προέβλεπε ως προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό « δεκαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ». Τα καθήκοντα της θέσεως περιγράφονταν ως εξής:
«... διεύθυνση της ελληνικής μεταφραστικής ομάδας·
... »
(και ακολουθούσε το ίδιο ακριβώς κείμενο όπως και στην προκήρυξη του διαγωνισμού CC/LA/20/82 ).
Αφού η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού CC/LA/4/83 αποφάνθηκε στην τελική της έκθεση ότι κανείς από τους υποψήφιους δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, και ιδίως την προϋπόθεση που προβλέπει το σημείο V.2 της προκηρύξεως για « δεκαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση », το καθού ανακοίνωσε στην προσφεύγουσα, με έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 1983, ότι η εξεταστική επιτροπή δεν την είχε κάνει δεκτή στο διαγωνισμό. Κατά της ανακοινώσεως αυτής στρέφεται η προσφυγή στην υπόθεση 162/84.
3.
Στις 29 Ιουνίου 1983 συνήλθε για πρώτη φορά η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού CC/LA/20/82. Μετείχαν ο διευθυντής της μεταφραστικής υπηρεσίας του καθού, ένας προϊστάμενος τμήματος ελληνικής ιθαγένειας και ως τρίτο μέλος διοριζόμενο από την επιτροπή προσωπικού ένας κύριος μεταφραστής της δανικής μεταφραστικής ομάδας του καθού ( ο παρεμβαίνων D. ). Κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1983, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να επιτρέψει στον παρεμβαίνοντα Κ, καθώς και στην προσφεύγουσα να μετάσχουν στο διαγωνισμό.
Προσδιόρισε επίσης, καταρχήν, τα κριτήρια βάσει των οποίων θα κρίνονταν τα πανεπιστημιακά διπλώματα και η επαγγελματική πείρα των υποψηφίων και προχώρησε στη συγκεκριμένη αξιολόγηση τους. Καθόρισε, επίσης, την ημερομηνία των εξετάσεων και αποφάσισε να ορίσει ως πάρεδρο μέλος για τη βαθμολόγηση των γραπτών τον προϊστάμενο του ελληνικού τμήματος της μεταφραστικής υπηρεσίας της Επιτροπής για μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες μεταφράσεις, η οποία εδρεύει στο Λουξεμβούργο.
Μετά τη διεξαγωγή των εξετάσεων και τη βαθμολόγηση των γραπτών η εξεταστική επιτροπή συνέταξε την τελική της έκθεση προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, καθώς και τον πίνακα επιτυχόντων, στον οποίο ο παρεμβαίνων Κ. κατείχε την πρώτη θέση με 104 βαθμούς και η προσφεύγουσα τη δεύτερη με 96 βαθμούς.
Συγκεκριμένα η εξεταστική επιτροπή βαθμολόγησε ως εξής τους τίτλους και τις γραπτές και προφορικές εξετάσεις:
—
παρεμβαίνων Κ.: 56, 33, 15 = 104 βαθμοί,
—
προσφεύγουσα: 54, 26, 16 = 96 βαθμοί.
Η προσφεύγουσα είχε επομένως συγκεντρώσει το ελάχιστο ακριβώς όριο ( 60 ο/ο του ανωτάτου δυνατού βαθμού 160) προκειμένου να περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων, σύμφωνα με το σημείο VII της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
Κάτω από τις υπογραφές της τελικής εκθέσεως υπάρχει και χειρόγραφη παρατήρηση του παρεμβαίνοντος D., με την οποία διατυπώνει τη γνώμη ότι η κρίση της εξεταστικής επιτροπής απεικονίζει πιστά την αξία των υποψηφίων.
Στις 20 Ιουλίου 1983 το καθού δημοσίευσε τον πίνακα επιτυχόντων που καταρτίστηκε μετά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού CC/LA/20/82.
Στις 17 Νοεμβρίου 1983 η προσφεύγουσα γνωστοποίησε στο καθού ότι κατά τη γνώμη της η διαδικασία του διαγωνισμού παρουσιάζει νομικές πλημμέλειες και ότι τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και ο πίνακας επιτυχόντων είναι άκυρα.
Η προσφεύγουσα ζήτησε από το καθού να δώσει εντολή στην εξεταστική επιτροπή να κοινοποιήσει τις αρχές βάσει των οποίων βαθμολόγησε και να εξετάσει αν είναι δυνατόν να τροποποιήσει τη σειρά επιτυχίας των επιτυχόντων, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την επιπλέον επαγγελματική της πείρα των δυόμισι ετών.
Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1983 ( 5 ) το καθού διόρισε από την 1 Δεκεμβρίου 1983 τον παρεμβαίνοντα Κ., βάσει του πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού CC/LA/20/82, ως κύριο μεταφραστή με βαθμό LA 5, κλιμάκιο 1.
Με ένσταση της 17ης Φεβρουαρίου 1984 ( 6 ) η προσφεύγουσα στράφηκε κατά της αποφάσεως του καθού περί διορισμού του παρεμβαίνοντος Κ. ως κύριου μεταφραστή. Ισχυρίστηκε ότι ο παρεμβαίνων Κ. δεν είχε την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα για να γίνει δεκτός να μετάσχει στο διαγωνισμό. Εξάλλου, η εξεταστική επιτροπή παραβίασε, κατ' αυτή, την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι δεν βαθμολόγησε ορθώς την επαγγελματική πείρα της και δεν αξιολόγησε ορθώς το πανεπιστημιακό της δίπλωμα. Ανέφερε, επίσης, ότι το μέλος της εξεταστικής επιτροπής που διόρισε η επιτροπή προσωπικού (ο παρεμβαίνων D.), δεν μπορούσε να λάβει μέρος στη διαδικασία αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διότι κατά το χρόνο του διαγωνισμού διατηρούσε με το συνυποψήφιό της ( τον παρεμβαίνοντα Κ. ) « ιδιαίτερα στενές σχέσεις ».
Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα ζήτησε από το καθού να ακυρώσει τις αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής με τις οποίες επέτρεψε στον παρεμβαίνοντα Κ. να μετάσχει στο διαγωνισμό και τον περιέλαβε στον πίνακα επιτυχόντων επικουρικώς δε, να τροποποιήσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής και να θέσει την προσφεύγουσα στην πρώτη θέση του πίνακα επιτυχόντων εν πάση περιπτώσει δε, να ακυρώσει το διορισμό του παρεμβαίνοντος Κ. ως κύριου μεταφραστή.
Το καθού απέριψε τη διοικητική αυτή ένσταση με απόφαση της 9ης Μαρτίου 1984 ( 7 ). Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε κυρίως στις διατάξεις περί διαγωνισμών, σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να παρεμβαίνει στην οργάνωση και διεξαγωγή των εργασιών μιας εξεταστικής επιτροπής, η οποία είναι απολύτως ανεξάρτητη στην κρίση της. Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να μην ακολουθήσει τη σειρά επιτυχίας που προκύπτει από τον πίνακα που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή.
4.
Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο
—
να ακυρώσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού CC/LA/20/82 με την οποία επιτράπηκε στον Κ. να λάβει μέρος στο διαγωνισμό, κατά συνέπεια δε και την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να τον περιλάβει στον πίνακα επιτυχόντων,
—
να ακυρώσει την απόφαση περί διορισμού του Κ. ως κύριου μεταφραστή στο τμήμα που αναφέρεται στην απόφαση περί διορισμού, της 25ης Νοεμβρίου 1983,
—
να καταδικάσει το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Το καθού ζητεί από το Δικαστήριο
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και αβάσιμη,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
5.
Με Διατάξεις της 14ης Νοεμβρίου 1984 το Δικαστήριο δέχθηκε την παρέμβαση του συνυ-ποψηφίου Κ. καθώς και του μέλους της εξεταστικής επιτροπής D. προς στήριξη των αιτημάτων του καθού. Ωστόσο, η παρέμβαση του D. επιτράπηκε μόνο προς απόκρουση της αιτιάσεως της προσφεύγουσας ότι ο D. παρέβη το άρθρο 14 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
6.
α )
Κατά την προφορική διαδικασία το καθού παρέσχε περισσότερα στοιχεία ως προς τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CC/LA/20/82. Βάσει των στοιχείων αυτών και λαμβανομένων υπόψη των δύο πρακτικών της εξεταστικής επιτροπής, οι εργασίες της τελευταίας μπορεί να θεωρηθεί ότι εξελίχθησαν ως εξής:
Κατά την πρώτη συνεδρίαση στις 29 Ιουνίου 1983, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε πρώτα απ' όλα ότι ο παρεμβαίνων Κ. και η προσφεύγουσα συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις για να μετάσχουν στο διαγωνισμό.
Ως προς την επαγγελματική πείρα των υποψηφίων, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι και οι δύο διέθεταν πείρα μεγαλύτερη από έξι χρόνια. Επίσης διαπίστωσε ότι κανείς υποψήφιος δεν μπορούσε να αποδείξει εξαετή επαγγελματική πείρα αναθεωρητή. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε την εξεταστική επιτροπή να μην επιμείνει πλέον στην « εξαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση », αλλά σε επαγγελματική πείρα μεταφραστή, δηλαδή σε λιγότερο υπεύθυνη θέση.
β )
Κατόπιν η εξεταστική επιτροπή καθόρισε τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογούσε τα πανεπιστημιακά διπλώματα και την επαγγελματική πείρα. Αποφάσισε σχετικά να βαθμολογήσει τα πανεπιστημιακά πτυχία με σαράντα βαθμούς κατ' ανώτατο όριο και τους λοιπούς ακαδημαϊκούς τίτλους με δέκα ακόμη βαθμούς.
Η επαγγελματική πείρα θα βαθμολογούνταν ως εξής:
—
36 βαθμοί, δηλαδή 6 βαθμοί ανά έτος υπηρεσίας ( ή 0,5 βαθμοί ανά μήνα υπηρεσίας ), για την επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και
—
14 βαθμοί, δηλαδή 2,3 βαθμοί ανά έτος και 0,2 βαθμοί ανά μήνα, για την επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί εκτός των Κοινοτήτων.
Για να αιτιολογήσει το γεγονός ότι η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε στις Κοινότητες βαθμολογήθηκε πάνω από δυόμισι φορές περισσότερο από ό, τι η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε εκτός Κοινοτήτων, το καθού ανέφερε τα ακόλουθα:
Στην εξεταστική επιτροπή υποβλήθηκαν πιστοποιητικά από την Ελλάδα που αποδείκνυαν την προγενέστερη επαγγελματική πείρα των υποψηφίων. Στην. παρούσα όμως περίπτωση και ειδικότερα ως προς έναν υποψήφιο τα πιστοποιητικά αυτά ήταν ιδιαίτερα αμφισβητήσιμα. Υποβλήθηκε μια αόριστη δήλωση, σύμφωνα με την οποία η υποψήφια είχε αποκτήσει στην Ελλάδα επαγγελματική πείρα. Η εξεταστική επιτροπή δεν πείστηκε ότι η επαγγελματική αυτή πείρα είχε πράγματι αποκτηθεί. Επειδή όμως δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να απορρίψει τα πιστοποιητικά αυτά, η εξεταστική επιτροπή τα δέχθηκε, αποφασίζοντας όμως να δώσει σαφώς μεγαλύτερη βαρύτητα στην επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί στις Κοινότητες σε σχέση με την επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί εκτός Κοινοτήτων.
γ )
Η εξεταστική επιτροπή έκρινε κατόπιν τα διπλώματα των υποψηφίων.
Το αντίγραφο πτυχίου που κατέθεσε ο παρεμβαίνων Κ. από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης έγραφε « λίαν καλώς », καθώς και το συγκεκριμένο βαθμό 7 2/16 ( με άριστα το δέκα ). Η εξεταστική επιτροπή του έδωσε 29 βαθμούς, αν και σύμφωνα με τα γενικά κριτήρια που είχε καθορίσει μπορούσαν να του χορηγηθούν μόνο 28,5 βαθμοί.
Το αντίγραφο πτυχίου που κατέθεσε η προσφεύγουσα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών έγραφε μόνο « καλώς », χωρίς συγκεκριμένο βαθμό. Κρίνοντας ότι ο βαθμός « καλώς » αντιστοιχεί στους βαθμούς 5 και 6, η εξεταστική επιτροπή έλαβε το μέσο όρο και έδωσε στην προσφεύγουσα 22 βαθμούς. Βάσει όμως των συμπληρωματικών πιστοποιητικών που υποβλήθηκαν στο καθού, διαπιστώθηκε ότι ο βαθμός της προσφεύγουσας ήταν 6,04 ( με άριστα το δέκα). Το καθού αναγνώρισε κατόπιν αυτού ότι έπρεπε να δοθούν στην προσφεύγουσα 24 βαθμοί.
Για την πείρα που αποκτήθηκε στις Κοινότητες η εξεταστική επιτροπή έδωσε στον παρεμβαίνοντα Κ., για 31 μήνες, 16 βαθμούς. Σύμφωνα, όμως, με τα γενικά της κριτήρια έπρεπε να του δοθούν μόνο 15,5 βαθμοί.
Στην προσφεύγουσα, για τους 28 μήνες επαγγελματικής πείρας στις Κοινότητες, δόθηκαν 14 βαθμοί, καθώς και άλλοι 5 βαθμοί για την εργασία της ως αναθεωρήτριας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, δηλαδή συνολικά 19 βαθμοί.
Για τους πρόσθετους 5 βαθμούς που χορηγήθηκαν για την επαγγελματική πείρα αναθεωρητή δεν υπάρχει κανένα έρεισμα στα γενικά κριτήρια βαθμολογήσεως.
Για την εκτός των Κοινοτήτων επαγγελματική πείρα δόθηκαν στον παρεμβαίνοντα Κ. 11 βαθμοί για 62 μήνες. Η εφαρμογή των γενικών κριτηρίων θα είχε ως αποτέλεσμα τη χορήγηση 12 βαθμών.
Η προσφεύγουσα για την επαγγελματική της πείρα 9 ετών και 6 μηνών έλαβε 13 βαθμούς. Αν η εξεταστική επιτροπή εφάρμοζε τα κριτήρια που η ίδια είχε καθορίσει, θα μπορούσε θεωρητικά η προσφεύγουσα να λάβει 22 βαθμούς, επειδή όμως τα γενικά κριτήρια πρόβλεπαν ανώτατο όριο 14 βαθμών, θα έπρεπε να είχε τουλάχιστον δοθεί ο ανώτατος βαθμός 14.
Διευκρινίζοντας τους υπολογισμούς αυτούς το καθού ανέφερε ότι ο βαθμός 13 αντί του βαθμού 14 είναι αποτέλεσμα λανθασμένου υπολογισμού. Ως αντιστάθμισμα όμως μειώθηκε ο βαθμός που είχε δοθεί στον παρεμβαίνοντα Κ.
δ)
Κατόπιν η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε τα σχετικά με τη συνέχιση του διαγωνισμού και ιδίως τη συμμετοχή ενός παρέδρου μέλους, τη διοργάνωση των εξετάσεων και τα καταρχήν κριτήρια για τη βαθμολόγηση τους.
ε )
Μετά τη διεξαγωγή των εξετάσεων η εξεταστική επιτροπή συνέταξε την τελική της έκθεση στις 15 Ιουλίου 1983, με την αναλυτική βαθμολογία και τον πίνακα επιτυχόντων, και τα υπέβαλε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Β.
Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής θα εξετάσω πρώτα τις αιτιάσεις της προσφεύγουσας, την απάντηση του καθού και την άποψη του παρεμβαίνοντος D., κατόπιν δε θα διατυπώσω την άποψη μου. Οι απόψεις του παρεμβαίνοντος Κ. δεν χρειάζεται να εξεταστούν χωριστά διότι, από πλευράς περιεχομένου, συμπίπτουν με εκείνες του καθού.
1.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
α)
Το καθού αντιτάσσει ότι η προσφυγή, τουλάχιστον σε ό, τι αφορά τα αιτήματα που στρέφονται κατά των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής, είναι εκπρόθεσμη. Ο πίνακας επιτυχόντων δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουλίου 1983. Συνεπώς, ήδη η διοικητική ένσταση που υποβλήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1984, δηλαδή επτά μήνες μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν εκπρόθεσμη και επομένως και η παρούσα προσφυγή.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής και η κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων είχαν το χαρακτήρα προπαρασκευαστικών πράξεων σε σχέση με το διορισμό του παρεμβαίνοντος Κ. Κατά των προπαρασκευαστικών αυτών πράξεων δεν μπορούσε να ασκηθεί προσφυγή, αλλά ήταν αντίθετα αναγκαίο και επαρκές να προσβληθεί το τελευταίο και οριστικό μέτρο, δηλαδή ο διορισμός του παρεμβαίνοντος Κ., το οποίο και έβλαπτε τα συμφέροντα της προσφεύγουσας.
β )
Νομίζω ότι δεν έχει σημασία αν τα αιτήματα για την ακύρωση ορισμένων αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής συνιστούν αυτοτελή αιτήματα της προσφυγής. Η προσφεύγουσα δεν θα είχε ασφαλώς κανένα συμφέρον να προσβάλει τις εν λόγω αποφάσεις και να μην προσβάλει το διορισμό του παρεμβαίνοντος Κ. εκ μέρους της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής δεν μπορούν, κατά κανόνα, να προσβληθούν αυτοτελώς. Η προσφυγή πρέπει αντίθετα να στρέφεται κατά της οριστικής αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Πράγματι, ήδη στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1965 επί της υποθέσεως 21/65 ( 8 ), το Δικαστήριο τόνισε τα ακόλουθα:
« Κατά των πράξεων της εξεταστικής επιτροπής δεν χωρεί καταρχήν προσφυγή, διότι η εξεταστική επιτροπή δεν είναι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η οποία και μόνο μπορεί να λάβει αποφάσεις δεσμευτικές για τους υπαλλήλους· οι πράξεις της έχουν απλώς προπαρασκευαστικό χαρακτήρα και ο παράνομος χαρακτήρας τους μπορεί να προσβληθεί μόνο στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως που προετοίμασαν. Εξάλλου, ο ίδιος ο προσφεύγων αντιλαμβάνεται υπ' αυτή την έννοια την προσφυγή του, εφόσον δηλώνει ότι αυτή στρέφεται κυρίως κατά του διορισμού του Ρ. Συνεπώς, η προσφυγή κατά του διορισμού αυτού είναι παραδεκτή, το δε αίτημα ακυρώσεως του πίνακα επιτυχόντων μπορεί να εξεταστεί μόνο ως ισχυρισμός κατά της αποφάσεως περί διορισμού. »
Καταρχήν λοιπόν, οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής, από την αποδοχή της συμμετοχής στο διαγωνισμό μέχρι την κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων, αποτελούν προπαρασκευαστικά μέτρα. Το συμπέρασμα αυτό δεν αίρεται από την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 316/82 και 40/83 ( 9 ), σύμφωνα με την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεσμεύεται κατά πολύ από τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και, κατά κανόνα, υποχρεούται να διορίσει τους πρωτεύσαντες. Πράγματι, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, όπως τόνισε το Δικαστήριο, μπορεί, για σοβαρούς λόγους, να μην τηρήσει τη σειρά επιτυχίας που προκύπτει από τον πίνακα επιτυχόντων, οφείλει όμως να αιτιολογήσει κατά τρόπο σαφή και πλήρη μια τέτοια απόφαση.
Μολονότι λοιπόν η κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων προδικάζει κατά κάποιο τρόπο το μέλλον, η καθαυτό απόφαση εναπόκειται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η οποία και μόνο αποφασίζει τελικά για το διορισμό.
Η ένσταση απαραδέκτου είναι επομένως αβάσιμη.
2.
α)
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι ο συνυποψήφιός της, ο παρεμβαίνων Κ., δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις συμμετοχής που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού. Δεν μπορούσε, λοιπόν, να μετάσχει στο διαγωνισμό, διότι δεν διέθετε την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα, δηλαδή « εξαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση » — στην προκειμένη περίπτωση πείρα αναθεωρητή/κύριου μεταφραστή. Εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί ότι η αποτελούμενη από τα ίδια πρόσωπα εξεταστική επιτροπή αργότερα — στο πλαίσιο του διαγωνισμού CC/LA/4/83, η προκήρυξη του οποίου προέβλεπε την ίδια ακριβώς προϋπόθεση επαγγελματικής πείρας, διατυπωμένη με τις ίδιες λέξεις, εκτός από τον αριθμό των ετών, για θέση προϊσταμένου ομάδας — ερμήνευσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής υπό την έννοια ότι απαιτούνταν μια ελάχιστη επαγγελματική πείρα αναθεωρητή ή προϊσταμένου ομάδας ή και τα δύο μαζί.
Το καθού αντιτάσσει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί να κρίνει τα πορίσματα των διαβουλεύσεων μιας εξεταστικής επιτροπής ούτε τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στην απόφαση της. Συνεπώς, δεν είναι αρμόδιο, στην παρούσα περίπτωση, να κρίνει την ορθότητα της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής να επιτρέψει στον παρεμβαίνοντα Κ. να λάβει μέρος στο διαγωνισμό. Εξάλλου, είναι αμφίβολο το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας να προσβάλει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής περί συμμετοχής του Κ. στις εξετάσεις, διότι και η ίδια έγινε δεκτή στο διαγωνισμό βάσει της ίδιας ερμηνείας των προϋποθέσεων συμμετοχής την οποία αμφισβητεί.
β)
Στο σημείο αυτό πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί αν οι εν λόγω προϋποθέσεις συμμετοχής συνιστούν αντικειμενικό κριτήριο που μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς ή αν πρόκειται για κριτήριο που εκτιμάται από την εξεταστική επιτροπή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής από άποψη περιεχομένου, εφόσον η επιτροπή θα διέθετε περιθώριο εκτιμήσεως, και το μόνο που θα μπορούσε να εξεταστεί θα ήταν αν η διαδικασία διεξήχθη κανονικώς.
Στην προκήρυξη του διαγωνισμού αναφέρεται «τουλάχιστον εξαετής επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ». Όπως προκύπτει από την προκήρυξη, πρόκειται για θέση αναθεωρητή/κύριου μεταφραστή.
Η προκήρυξη δεν παρέχει, ωστόσο, καμία ένδειξη ως προς τι νοείται ως επαγγελματική πείρα « σε υπεύθυνη θέση ». Επομένως, οι προϋποθέσεις συμμετοχής δεν είναι διατυπωμένες κατά τέτοιο τρόπο ώστε η συνδρομή τους να μπορεί να ελεγχθεί με την απλή εφαρμογή αντικειμενικών κριτηρίων.
Η εξεταστική επιτροπή επομένως έπρεπε, πριν ακόμα επιτρέψει τη συμμετοχή των υποψηφίων στο διαγωνισμό, να καθορίσει τις αρχές βάσει των οποίων θα επιτρεπόταν η συμμετοχή των υποψηφίων, ώστε να αποφασίσει βάσει αυτών των κριτηρίων. Η υποχρέωση αυτή προκύπτει από την προκήρυξη του διαγωνισμού, που καθιστά αναγκαία τη συμπλήρωση της, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η εξεταστική επιτροπή πρέπει πρώτα απλώς να λάβει γνώση των φακέλων των υποψηφίων και να καταρτίσει τον πίνακα των υποψηφίων που ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού. Αν, ωστόσο, οι προϋποθέσεις που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, αλλά απαιτούν αφ' εαυτές την ερμηνεία και εκτίμηση τους εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής, η τελευταία, πριν εξετάσει τις υποψηφιότητες, πρέπει να καθορίσει τις αρχές βάσει των οποίων θα γίνει η ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής.
Αν η εξεταστική επιτροπή δεν καθορίσει τις αρχές αυτές, δεν θα είναι αργότερα σε θέση να καταρτίσει ορθά τον πίνακα των υποψηφίων που γίνονται δεκτοί να μετάσχουν στο διαγωνισμό, όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 6, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο οποίος πρέπει να συνοδεύεται και από αιτιολογημένη έκθεση.
Στο πλαίσιο αυτό νομίζω ότι, όταν ένα κριτήριο της προκηρύξεως διαγωνισμού που χρειάζεται συμπλήρωση απαιτεί αξιολόγηση και ερμηνεία του από την εξεταστική επιτροπή, πρέπει να εφαρμοστεί κατ'αναλογία η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του παραρτήματος III.
Στα πρακτικά όμως της συνεδριάσεως της εξεταστικής επιτροπής στις 29 Ιουνίου 1983 δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η εξεταστική επιτροπή καθόρισε τις αρχές αυτές για την ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής. Αναφέρεται, απλώς, ότι η εξεταστική επιτροπή κατόπιν συσκέψεως αποφάσισε να επιτρέψει τη συμμετοχή και των δύο υποψηφίων στο διαγωνισμό.
Το συμπέρασμα αυτό, ότι δηλαδή η εξεταστική επιτροπή δεν καθόρισε, τουλάχιστον πριν από την εξέταση των φακέλων των υποψηφίων, τις αρχές για την ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής, επιβεβαίωσε το καθού με τα όσα ανέφερε κατά την προφορική διαδικασία.
Πράγματι, το καθού ανέφερε ότι η προϋπόθεση συμμετοχής που αφορά την επαγγελματική πείρα σε υψηλή θέση ερευνήθηκε για πρώτη φορά κατά την εξέταση των δύο υποψηφιοτήτων. Διαπιστώνοντας ότι, αν απαιτούνταν αυστηρές προϋποθέσεις, δεν θα επιτρεπόταν η συμμετοχή σε κανένα υποψήφιο, αποφασίστηκε να απαιτηθεί επαγγελματική πείρα σε λιγότερο υπεύθυνη θέση. ;αι συγκεκριμένα στη θέση μεταφραστή.
Η ενέργεια αυτή της εξεταστικής επιτροπής αντίκειται προς το παράρτημα III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επειδή, κατά τη γνώμη μου, σε περίπτωση προϋποθέσεων συμμετοχής που χρειάζονται συμπλήρωση πρέπει να εφαρμόζεται κατ' αναλογία το άρθρο 5, παράγραφος 3, του παραρτήματος III, δηλαδή πρέπει να καθορίζονται όπως και για την αξιολόγηση των πιστοποιητικών οι αρχές βάσει των οποίων θα γίνει η αξιολόγηση αυτή, θα ήθελα να αναφέρω την απόφαση του Δικαστηρίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1965, στην υπόθεση 21/65 ( 10 ), όπου το Δικαστήριο δέχτηκε ότι:
« Επειδή η εξεταστική επιτροπή δεν καθόρισε τα κριτήρια βάσει των οποίων έκρινε τα εν λόγω πιστοποιητικά, λείπει από την έκθεση της το ουσιωδέστερο στοιχείο για τη στήριξη των προτάσεων στις οποίες καταλήγει· επομένως, η εξεταστική επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 6, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. »
Τα συμπεράσματα αυτά του Δικαστηρίου μπορούν πλήρως να εφαρμοστούν και στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα το Δικαστήριο ανέφερε στο σκεπτικό της αποφάσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1965:
« Οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις αυτές τύποι πρέπει να θεωρηθούν ως ουσιώδεις πράγματι, ο εκ των προτέρων καθορισμός των κριτηρίων εκτιμήσεως έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι η εξέταση των τίτλων θα γίνει κατά τρόπο αντικειμενικό και χωρίς αυθαιρεσίες.
Εξάλλου η υποχρέωση καταρτίσεως ” αιτιολογημένης εκθέσεως “αποσκοπεί στο να δώσει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τη δυνατότητα να κάνει ορθή χρήση της ελευθερίας επιλογής που διαθέτει· αυτό προϋποθέτει ότι θα έχει ενημερωθεί τόσο για τα γενικά κριτήρια που επέλεξε η εξεταστική επιτροπή, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο τα εφάρμοσε κατά την κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων. Δεδομένου ότι οι τύποι αυτοί αποβλέπουν και στην προστασία των υποψηφίων, η παραβίαση τους συνιστά έναντι των αποκλεισθέντων υποψηφίων βλαπτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. »
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της εξεταστικής επιτροπής στις 29 Ιουνίου 1983, καθώς και από όσα ανέφερε το καθού κατά την προφορική διαδικασία, η εξεταστική επιτροπή δεν καθόρισε τα εν λόγω κριτήρια. Συνεπώς, ήδη για το λόγο αυτό, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να επιτρέψει στους δύο υποψηφίους να μετάσχουν στο διαγωνισμό CC/LA/20/82 πρέπει να θεωρηθεί ως παράνομη.
3.
α)
Η προσφεύγουσα προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας, διότι η εξεταστική επιτροπή κατά τη βαθμολογία δεν έλαβε δεόντως υπόψη της τη διπλή, έναντι του άλλου υποψηφίου, επαγγελματική της πείρα, ενώ έδωσε στον τελευταίο συμπληρωματικούς βαθμούς λόγω του βαθμού του πανεπιστημιακού του πτυχίου, χωρίς αυτό να βρίσκει στήριγμα στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
Και στο θέμα αυτό το καθού αντιτάσσει ότι δεν είχε δικαίωμα να παρέμβει στις εκτιμήσεις της εξεταστικής επιτροπής.
β)
Πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι στην προκήρυξη του διαγωνισμού και στο σημείο VI. Α2 ( « αξιολόγηση των τίτλων » ), προβλεπόταν η χορήγηση 50 βαθμών για τα πανεπιστημιακά διπλώματα και 50 βαθμών για την επαγγελματική πείρα. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει ήδη την αιτίαση της προσφεύγουσας σύμφωνα με την οποία δεν έπρεπε να βαθμολογηθούν τα πανεπιστημιακά διπλώματα.
Σε ό, τι αφορά την εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας, πρέπει να τονιστεί ότι η εξεταστική επιτροπή καθόρισε γενικά κριτήρια για την αξιολόγηση της, σύμφωνα με τα οποία θα δίνονταν κατ' ανώτατο όριο 36 βαθμοί, και συγκεκριμένα 6 βαθμοί ανά έτος, για την επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί στην Κοινότητα, και 14 βαθμοί, δηλαδή 2,3 βαθμοί ανά έτος ή 0,2 βαθμοί ανά μήνα, για την επαγγελματική πείρα εκτός Κοινοτήτων.
Τα κριτήρια αυτά, όμως, δεν καθορίστηκαν πριν, αλλά μετά τη μελέτη των φακέλων των υποψηφίων. Αυτό έγινε με τη σαφή πρόθεση να μη ληφθεί πλήρως υπόψη η σημαντικά μεγαλύτερη επαγγελματική πείρα της προσφεύγουσας εκτός Κοινοτήτων.
Στην περίπτωση αυτή ισχύουν ακόμη περισσότερο τα όσα ήδη αναφέρθηκαν στο σημείο 2 σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 21/65: Η εξεταστική επιτροπή παρέλειψε να καθορίσει πριν από την αξιολόγηση των τίτλων τα κριτήρια βάσει των οποίων θα τα έκρινε. Παραβίασε συνεπώς ουσιώδεις τόπους, καθόσον « ο εκ των προτέρων καθορισμός των κριτηρίων εκτιμήσεως έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι η εξέταση των τίτλων θα γίνει κατά τρόπο αντικειμενικό και χωρίς αυθαιρεσίες » ( 11 ).
Αντιθέτως, καθόρισε τα κριτήρια εκτιμήσεως με σκοπό να μειώσει τις πιθανότητες επιτυχίας ενός συγκεκριμένου υποψηφίου. Η ενέργεια αυτή είναι το αντίθετο ακριβώς από αυτό που εννοεί το Δικαστήριο ως « αντικειμενική και χωρίς αυθαιρεσίες εξέταση των τίτλων ».
Υπάρχει, λοιπόν, ακόμα μία, και μάλιστα βαρύτερη, διαδικαστική πλημμέλεια.
Κατά του συμπεράσματος αυτού δεν μπορεί να αντιταχθεί το επιχείρημα του καθού ότι τα πιστοποιητικά που κατέθεσε η προσφεύγουσα άφηναν ορισμένες αμφιβολίες. Η εξεταστική επιτροπή είχε καθήκον να εξετάσει την αξία των πιστοποιητικών αυτών και να αποφασίσει αν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ή όχι. Ήταν όμως νομικά απαράδεκτο αρχικά μεν να τα δεχθεί και κατόπιν να τα αξιολογήσει εκ προθέσεως λιγότερο.
4.
Τις άλλες πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η εξεταστική επιτροπή θα τις εξετάσω συνοπτικά μόνο. Τις έχω αναφέρει πιο πάνω στο σημείο Α 6 γ) και αφορούν λάθη κατά την εκτέλεση απλών αριθμητικών πράξεων. Όλα δε τα λάθη που έκανε η εξεταστική επιτροπή — του Ελεγκτικού Συνεδρίου — ήταν σε βάρος της προσφεύγουσας.
Ας αναφερθεί ακόμα εν παρόδω ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, μόνο από τους τίτλους μπορούσαν να δοθούν 100 βαθμοί, ενώ από τις καθαυτό εξετάσεις οι υποψήφιοι μπορούσαν να λάβουν μέχρι 60 μόνο βαθμούς. Αν, λοιπόν, κατά το στάδιο της αξιολογήσεως των διπλωμάτων — κατά το οποίο δεν υπήρχε η εγγύηση της ανωνυμίας — έγιναν ορισμένα τεχνάσματα υπέρ συγκεκριμένου υποψηφίου, τότε κατά το δεύτερο στάδιο, των καθαυτό εξετάσεων, ήταν τουλάχιστον δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εξουδετερωθεί αυτό το μειονέκτημα.
5.
Συνοπτικώς μόνο θα εξετάσω τις υπόλοιπες αιτιάσεις τις προσφεύγουσας.
α )
αα )
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ανώτατοι υπάλληλοι του την είχαν διαβεβαιώσει επισήμως ότι ο διορισμός της ως μόνιμης υπαλλήλου ήταν τυπικό θέμα και μόνο.
Το καθού αμφισβητεί το γεγονός αυτό.
ββ )
Το ζήτημα αν δόθηκαν οποιεσδήποτε υποσχέσεις στην προσφεύγουσα κατά την πρόσληψη της στο καθού δεν χρειάζεται να εξεταστεί. Το ζήτημα αυτό δεν έχει σημασία, διότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, και ιδίως το άρθρο 29, προβλέπει μια τυπική διαδικασία για την πρόσληψη των υπαλλήλων και επομένως οι ενδεχόμενες αντίθετες υποσχέσεις είναι παράνομες και άρα δεν δεσμεύουν.
β )
αα )
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατόπιν, ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, σύμφωνα με το οποίο οι υπάλληλοι της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου κλάδου υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας. Κατά την προσφεύγουσα, πολλοί υπάλληλοι του ίδιου κλάδου, μεταξύ των οποίων και οι άλλοι έλληνες μεταφραστές, διορίστηκαν όχι κατόπιν διαγωνισμού, αλλά απλής συνεντεύξεως ad hoc.
Το καθού αντιτάσσει στον ισχυρισμό αυτό απλώς ότι δεν έχει αποδειχθεί και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.
ββ )
Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε κατά πόσον η ίδια βρέθηκε σε μειονεκτικότερη θέση λόγω της διαδικασίας διορισμού άλλων υπαλλήλων. Πρέπει, εξάλλου, να αναφερθεί ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε το δικαίωμα, βάσει του κανονισμού 662/82 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1982 ( 12 ), να παρεκκλίνει μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 1982 από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπέρ των ελλήνων υπηκόων. Το καθού, επομένως, μπορούσε μέχρι την προαναφερθείσα ημερομηνία να προσλαμβάνει υπαλλήλους υπηκόους της Ελληνικής Δημοκρατίας βάσει μιας απλουστευμένης διαδικασίας.
Αν, ωστόσο, η προσφεύγουσα υπονοεί άλλες διαδικασίες προσλήψεως που αντίκεινται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, μπορεί να της αντιταχθεί ότι δεν μπορεί να ζητήσει να ευνοηθεί παρανόμως και η ίδια κατά τον ίδιο τρόπο.
γ)
αα)
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί κατόπιν τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής, διότι κανένα μέλος της δεν διέθετε επαρκείς γλωσσικές γνώσεις προκειμένου να ελέγξει τη δεύτερη γραπτή εξέταση (αναθεώρηση κειμένου μεταφρασμένου στην ελληνική). Επίσης, το πάρεδρο μέλος, που διορίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος III για τη διόρθωση των γραπτών, μετέσχε παρανόμως και στην επιλογή των θεμάτων για τις γραπτές εξετάσεις.
Το καθού αντιτάσσει ότι επιτρέπεται ο διορισμός ενός ή περισσοτέρων παρέδρων μελών με συμβουλευτική ψήφο. Εξάλλου, από τη χρονική σειρά των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής προκύπτει ότι κατά την επιλογή των θεμάτων το πάρεδρο μέλος δεν είχε ακόμη αρχίσει να μετέχει στις εργασίες της.
ββ)
Πράγματι, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπει, για ορισμένες εξετάσεις, το διορισμό ενός ή περισσοτέρων παρέδρων μελών με συμβουλευτική ψήφο. Το καθού ευλόγως ακολούθησε τη διαδικασία αυτή, καθόσον επρόκειτο ακριβώς να οργανώσει την ελληνική μεταφραστική ομάδα στη γλωσσική του υπηρεσία και, επομένως, δεν διέθετε ακόμη υπαλλήλους που να έχουν αντίστοιχα γλωσσικά προσόντα. Εξάλλου, το καθού, εκτός από το διευθυντή της μεταφραστικής του υπηρεσίας, διόρισε ως μέλος της εξεταστικής επιτροπής έναν ελληνικής ιθαγένειας προϊστάμενο τμήματος των διοικητικών υπηρεσιών του, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακατάλληλη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής. Ήταν, επίσης, ενδεδειγμένος ο διορισμός ως παρέδρου μέλους του προϊσταμένου του ελληνικού τμήματος της μεταφραστικής υπηρεσίας της Επιτροπής για μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες μεταφράσεις στο Λουξεμβούργο.
Τέλος, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι το εν λόγω πάρεδρο μέλος έλαβε μέρος στην επιλογή των θεμάτων. Ο ισχυρισμός που προβάλλει το καθού προς υπεράσπιση του ότι η εξεταστική επιτροπή επέλεξε τα θέματα και διόρισε το πάρεδρο μέλος στις 29 Ιουνίου 1983, απευθύνθηκε όμως για πρώτη φορά στο εν λόγω μέλος την 1η Ιουλίου 1983, με την παράκληση να λάβει μέρος στη διαδικασία του διαγωνισμού, φαίνεται να είναι βάσιμος.
δ)
Ως προς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας — που αμφισβητούν το καθού και ο παρεμβαίνων D. — ότι ορισμένα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ήταν προκατειλημμένα εις βάρος της και συνεπώς δεν έπρεπε να λάβουν μέρος στις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε καμία επαρκή απόδειξη.
Αυτό αφορά, πρώτον, τον ισχυρισμό ότι ο υποψήφιος Κ. και το μέλος της εξεταστικής επιτροπής D. ( οι δύο παρεμβαίνοντες ) είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις. Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι ορισμένες ενδείξεις για προκατάληψη της εξεταστικής επιτροπής εις βάρος της προσφεύγουσας μπορούν να συναχθούν από το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή παρανόμως επέδειξε δυσμένεια προς την προσφεύγουσα και από τη χειρόγραφη παρατήρηση του παρεμβαίνοντος D. στην τελική έκθεση της εξεταστικής επιτροπής, οι ενδείξεις αυτές δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που επικαλείται η προσφεύγουσα. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι το πάρεδρο μέλος ήταν προκατειλημμένο κατά της προσφεύγουσας, επειδή'η προσφεύγουσα είχε συμμετάσχει στη λήψη μιας αρνητικής για την αδελφή του παρέδρου μέλους απόφαση. Από τα έγγραφα της εξεταστικής επιτροπής που αφορούν το θέμα αυτό, δηλαδή τη βαθμολογία των γραπτών και προφορικών εξετάσεων επί των οποίων το πάρεδρο μέλος λόγω των γλωσσικών του προσόντων θα πρέπει να άσκησε σημαντική επιρροή στα άλλα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, δεν συνάγεται πρόθεση δυσμενούς μεταχειρίσεως της προσφεύγουσας. Στην προφορική εξέταση μάλιστα η προσφεύγουσα είχε ελαφρώς καλύτερη συνολική βαθμολογία από το συνυποψήφιο της μόνο στη γραπτή εξέταση έλαβε βαθμό σαφώς μικρότερο. Καίτοι στις εξετάσεις αυτές έλαβαν μέρος μόνο δύο υποψήφιοι, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίστηκε πάντως ότι δεν τηρήθηκε η ανωνυμία των γραπτών εξετάσεων.
6.
α)
Τέλος θα εξετάσω με συντομία τον ισχυρισμό του καθού ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν είχε δικαίωμα να άρει ή να τροποποιήσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής. Κατά το καθού, η εξεταστική επιτροπή είναι κυρίαρχη και ανεξάρτητη, και συνεπώς η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έχει ούτε το δικαίωμα ούτε το καθήκον να ελέγξει τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή.
β)
Διατυπωμένος τόσο γενικά, ο ισχυρισμός του καθού είναι αβάσιμος.
Πρέπει, βεβαίως, να γίνει δεκτό ότι ως προς την ουσιαστική αξιολόγηση των πιστοποιητικών και της επιδόσεως στις εξετάσεις η εξεταστική επιτροπή είναι ανεξάρτητη. Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Οκτωβρίου 1974 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 112, 144 και 145/73 ( 13 ), της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 7/77 ( 14 ) και της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 316/82 και 40/83 ( 15 ).
Η ανεξαρτησία όμως αυτή της εξεταστικής επιτροπής αφορά μόνο την ουοιαστική αξιoÁóyηση των τίτλων και των εξετάσεων, όπως συνέβαινε και στις προαναφερθείσες αποφάσεις: έλεγχος της καταλληλότητας του υποψηφίου (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974), έλεγχος της σχετικής πείρας (απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 ) και αξιολόγηση της επαγγελματικής ικανότητας (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984).
Η ανεξαρτησία αυτή ωστόσο δεν απαλλάσσει την εξεταστική επιτροπή από την υποχρέωση τηρήσεως των νομικών διατάξεων. Ο γενικός εισαγγελέας Gând υπογράμμισε πολύ σωστά την υποχρέωση αυτή στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 23/64 ( 16 )
« Ασφαλώς, η ελευθερία της εξεταστικής επιτροπής περιορίζεται από την υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων που ισχύουν περί διαγωνισμών και μάλιστα τόσο των γενικών διατάξεων, όσο και της ρυθμίσεως των λεπτομερειών του διαγωνισμού, που μπορεί π.χ. να ρυθμίζει το είδος των εξετάσεων και τους προβλεπόμενους για κάθε εξέταση συντελεστές. Αντιθέτως, η εξεταστική επιτροπή αποφασίζει εντελώς ελεύθερα όταν, μέσα στα προαναφερθέντα όρια, κρίνει τους διαφόρους υποψηφίους, τους βαθμολογεί ή τους κατατάσσει σε ορισμένη σειρά. »
Η διάκριση αυτή μεταξύ νομικών δεσμεύσεων, αφενός, και αρμοδιότητας κρίσεως, αφετέρου, είναι σημαντική για τον καθορισμό των εξουσιών που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έναντι μιας εξεταστικής επιτροπής. Το Δικαστήριο, βέβαια στην προαναφερθείσα απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 επί της υποθέσεως 7/77, τόνισε ότι δεν έχει νόημα η υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά αποφάσεων μιας εξεταστικής επιτροπής, διότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί να τροποποιήσει τις αποφάσεις αυτές. Η διαπίστωση αυτή, όμως, ισχύει μόνο για την περίπτωση που η εξεταστική επιτροπή προβαίνει σε θεμιτές κρίσεις, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων της. Δεν ισχύει, όμως, όταν η εξεταστική επιτροπή παραβιάζει νομικές διατάξεις, καθόσον δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, παρά την ουσιαστική της ανεξαρτησία.
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει λοιπόν όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να μεριμνά ώστε να είναι σύννομη η δράση της εξεταστικής επιτροπής και να ακυρώνει ενδεχομένως τις παράνομες αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής, εφόσον δεν παραβιάζει την ουσιαστική της ανεξαρτησία ως προς την αξιολόγηση των πιστοποιητικών και της επιδόσεως στις εξετάσεις.
Αυτό απαιτεί άλλωστε και η λυσιτελής και αποτελεσματική έννομη προστασία. Δεν είναι ορθό να παραπέμπεται ο υπάλληλος που θίγεται από προφανώς παράνομη ενέργεια εξεταστικής επιτροπής στην ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ περισσότερο χρονοβόρα διαδικασία, όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει τη δυνατότητα να κάνει δεκτό, κατόπιν της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το αίτημα του ενδιαφερομένου.
Στην παρούσα, όμως, περίπτωση το καθού δεν ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό.
7.
Συνοψίζοντας διαπιστώνω ότι διάφορες αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CC/LA/20/82 ήσαν παράνομες και επομένως η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν σε θέση να διαβιβάσει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έγκυρο πίνακα επιτυχόντων, συνοδευόμενο από έγκυρη αιτιολογημένη έκθεση. Εφόσον δεν υπήρξε έγκυρος πίνακας επιτυχόντων, είναι επίσης παράνομη η απόφαση του καθού, της 25ης Νοεμβρίου 1983, να διορίσει τον παρεμβαίνοντα Κ. ως κύριο μεταφραστή με το βαθμό LA 5. Η απόφαση αυτή πρέπει, συνεπώς, να ακυρωθεί.
8.
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι για την απόφαση που πρέπει να ακυρωθεί αποκλειστικώς υπεύθυνο είναι το καθού, είναι ορθό να καταδικαστεί αυτό μόνο στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας. Συνεπώς, οι παρεμβαίνοντες πρέπει να φέρουν τα δικά τους μόνο δικαστικά έξοδα.
Γ.
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω η απόφαση του Δικαστηρίου να είναι η ακόλουθη:
1.
Ακυρώνεται η απόφαση 3931 του καθού, της 25ης Νοεμβρίου 1983, περί διορισμού του Κ. ως κύριου μεταφραστή.
2.
Το καθού καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, πλήν εκείνων στα οποία υποβλήθηκαν οι παρεμβαίνοντες.
3.
Οι παρεμβαίνοντες φέρουν οι ίδιοι τα δικαστικά τους έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Παράρτημα 9 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 2 ) Παράρτημα 1 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 3 ) Παράρτημα 7 της προσφυγής.
( 4 ) Παράρτημα 10 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 5 ) Παράρτημα 9 tou υπομνήματος αντικρούσεως.
( 6 ) Παράρτημα 9 της προσφυγής.
( 7 ) Παράρτημα 10 της προσφυγής.
( 8 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1965 επί της υποθέσεως 21/65, Domenico Morina κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Slg. 1965, σ. 1359.
( 9 ) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 316/82 και 40/83, Nelly Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 641.
( 10 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 21/65 — Domenico Morina κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Sig 1965, σ. 1359' η απόφαση αυτή, που αναφερόταν στον τότε κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ (κανονισμός 31 ΕΟΚ, 11 ΕΚΑΕ, ABl. 1962, σ. 1385), μπορεί να εφαρμοστεί και στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διότι το παράρτημα III είναι ακριβώς το Ιδιο.
( 11 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1965 επί της υποθέσεως 21/65, Domenico Morina κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Sig. 1965, σ. 1359.
( 12 ) Κανονισμός περί θεσπίσεως ιδιαίτερων και προσωρινών μέτρων σχετικά με την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω της προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Κοινότητες, ΕΕ L 78, σ. 1.
( 13 ) Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974 στις συνεκδικα-σϋεΐσες υποθέσεις 112, 144 και 145/73, Anna-Maria Campograndc κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Slg 1974, σ. 957.
( 14 ) Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 7/77, Bernhard Dielher Riller von Wüllerstorlï και Urbair κατά Επιτροπής — Slg 1978, σ. 769.
( 15 ) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικα-σΟεΙσες υποθέσεις 316/82 και 40/83, Nelly Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 641.
( 16 ) Υπόθεση 23/64, Thérèse Vandevyvcre κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Sig 1965, σ. 217.
Full & Egal Universal Law Academy