ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 14ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαονές,
1.
Η Claudia Bautz, σύζυγος De Angelis, προσβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1983, με την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αρνήθηκε να ορίσει την Ischia ( Ιταλία ) ως τόπο καταγωγής της προσφεύγουσας, υπό την έννοια των άρθρων 7, παράγραφος 3, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και 2, παράγραφος 2, της απόφασης της 15ης Ιουλίου 1980 περί εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως.
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει:
« ο τόπος καταγωγής του υπαλλήλου καθορίζεται κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, αφού ληφθεί υπόψη ο τόπος προσλήψεως του ή ο τόπος όπου ευρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του... »
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της απόφασης της 15ης Ιουλίου 1980, περί της εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, ορίζει:
«... λογίζονται:
—
ως τόπος προσλήψεως, το μέρος όπου ο υπάλληλος είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο της προσλήψεως...
—
ως κέντρο των συμφερόντων, ο τόπος όπου ο υπάλληλος διατηρεί:
α)
τους κύριους οικογενειακής φύσεως δεσμούς του
...
β)
περιουσιακούς δεσμούς συνιστάμενους σε οικοδομημένα ακίνητα,
γ)
τα κύρια πολιτικής φύσεως συμφέροντα του, τόσο ενεργητικά, όσο και παθητικά.
Σε περίπτωση κατά την οποία κανένας τόπος δεν συγκεντρώνει και τα τρία κριτήρια που αναφέρονται υπό α ), β ) και γ ), το κέντρο των συμφερόντων του υπαλλήλου θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο που συγκεντρώνει δύο τουλάχιστον από τα τρία αυτά κριτήρια... »
2.
Η Claudia Bautz παντρεύτηκε το 1969 τον Francesco De Angelis. Οι δύο σύζυγοι διέμεναν τότε στην Ischia. Την 1η Απριλίου 1970, ο De Angelis διορίστηκε ως μόνιμος υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τοποθετήθηκε στις Βρυξέλλες, όπου οι σύζυγοι De Angelis εγκατέστησαν τη νέα διαμονή τους. Την 1η Δεκεμβρίου 1982, η De Angelis διορίστηκε ως μόνιμη υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τοποθετήθηκε στα γραφεία των Βρυξελλών.
Στις 11 Απριλίου 1983, η De Angelis, επικαλούμενη το γεγονός ότι με την Ischia τη συνδέουν περιουσιακοί δεσμοί και κύρια συμφέροντα πολιτικής φύσεως, ζήτησε από την Επιτροπή να ορίσει την Ischia ως τόπο καταγωγής της.
Η Επιτροπή, χωρίς να αμφισβητεί τα « πολιτικά συμφέροντα» της De Angelis, απέρριψε την αίτηση αυτή, προβάλλοντας το γεγονός ότι η De Angelis δεν αποδεικνύει « περιουσιακούς δεσμούς συνιστάμενους σε οικοδομημένα ακίνητα ».
Επομένως, το Δικαστήριο, για να εκδώσει απόφαση επί της προσφυγής, πρέπει να ερμηνεύσει τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, στοιχείο β), της προαναφερθείσας αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1980.
3.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η De Angelis αναφέρει ότι:
—
πριν από το γάμο, ο σύζυγός της είχε αποκτήσει, στην Ischia, την κυριότητα ενός οικοπέδου, στο οποίο είχε ανεγείρει κτίριο·
—
οι δύο σύζυγοι, για να περνούν εκεί τις διακοπές τους με τα τρία τους παιδιά, επεξέτειναν και διαμόρφωσαν το κτίριο αυτό χάρη, αφενός, στις οικονομίες που είχαν συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους και, αφετέρου, σε δάνειο που είχαν λάβει από κοινού·
—
έχει, επομένως, επί του κτιρίου αυτού δικαιώματα αποτιμητά σε χρήμα·
—
αποδεικνύει, συνεπώς, ότι διατηρεί πράγματι στην Ischia περιουσιακούς δεσμούς συνιστάμενους σε δικαιώματα επί οικοδομημένων ακινήτων.
Η Επιτροπή, ζητώντας την απόρριψη της προσφυγής αυτής, αναφέρει ότι:
—
για να πληροί τον όρο που προβλέπεται στο στοιχείο β), ο υπάλληλος πρέπει να έχει εμπράγματο δικαίωμα, κυριότητα ή επικαρπία, επί του εν λόγω ακινήτου, και όχι απλώς ενοχικό δικαίωμα·
—
στην πραγματικότητα, ο σκοπός του κειμένου αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη « διαρκών » περιουσιακών δεσμών μεταξύ υπαλλήλων και ακινήτου, ενώ δεν αρκούν για την πλήρωση του σκοπού αυτού ενοχικά δικαιώματα, τα οποία ο υπάλληλος θα μπορούσε να συστήσει κατά το δοκούν, συνάπτοντας απλώς σύμβαση μισθώσεως σε χώρες της επιλογής του, προκειμένου να υποχρεώσει την Επιτροπή να ορίσει τη χώρα αυτή ως τόπο καταγωγής του·
—
για λόγους ασφάλειας του δικαίου, για τον καθορισμό του τόπου καταγωγής πρέπει να χρησιμοποιείται αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό κριτήριο.
Στα ανωτέρω η προσφεύγουσα απαντά ότι:
—
η υπερβολικά στενή αυτή ερμηνεία εισάγει πρόσθετα στοιχεία στο κείμενο, από τη γενική διατύπωση του οποίου συνάγεται ο σκοπός του: να επιτρέπει στον υπάλληλο να επικαλεστεί, προς στήριξη του αιτήματός του, οποιαδήποτε σχέση που να τον συνδέει με ακίνητο, και η οποία να αποδεικνύει την ύπαρξη πραγματικών δεσμών με τον « τόπο καταγωγής »·
—
επομένως, για την ερμηνεία του κειμένου πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εξετάζεται κατά πόσο ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος είχε την πρόθεση να δημιουργήσει διαρκείς δεσμούς με το συγκεκριμένο « τόπο ».
4.
Ο υπάλληλος, στον οποίο έχει αναγνωριστεί τόπος καταγωγής διαφορετικός από τον τόπο προσλήψεως, δικαιούται κατ' αποκοπή πληρωμή των εξόδων ταξιδιού από τον τόπο τοποθετήσεως στον τόπο καταγωγής, τα οποία εν προκειμένω καταβάλλονται δύο φορές κάθε ημερολογιακό έτος βάσει της αποστάσεως ( 1 ), καθώς επίσης, για την ετήσια άδεια την οποία περνάει στον τόπο καταγωγής, οδοιπορική άδεια, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι πέντε ημερών ( 2 ). Είναι λογικό, κατά συνέπεια, να γίνεται έλεγχος για να εξασφαλιστεί ότι ο τόπος καταγωγής είναι πραγματικός, και, επομένως, να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του όσο το δυνατόν περισσότερο συγκεκριμένα κριτήρια.
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όταν το κείμενο προβλέπει, ως κριτήριο « περιουσιακούς δεσμούς συνιστάμενους σε οικοδομημένα ακίνητα », δεν προσδιορίζει ότι οι δεσμοί αυτοί πρέπει να συνίστανται σε εμπράγματο δικαίωμα του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου επί του εν λόγω ακινήτου.
Επομένως, δεν πρέπει να αποκλείεται a priori η υπαγωγή στις εν λόγω ευεργετικές διατάξεις του υπαλλήλου ο οποίος μπορεί να δίκαιολογήσει περιουσιακούς δεσμούς υπό μορφή ενοχικού δικαιώματος. Τέτοιοι δεσμοί, έστω και με τη μορφή αυτή, μπορούν να εκφράζουν την ύπαρξη διαρκούς δεσμού, ο οποίος θα εκτιμάται κατά περίπτωση. Ως προς το θέμα αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας, με τον τρόπο αυτό « ανεξέλεγκτης και, επομένως, απαράδεκτης » καταστάσεως, κατά την οποία ο υπάλληλος, συνάπτοντας απλώς σύμβαση μισθώσεως, θα εξαναγκάζει την Επιτροπή να ορίζει ως τόπο καταγωγής το μέρος που ο ίδιος έχει επιλέξει. Παρατηρείται ότι, πέρα από τον κανόνα « fraus omnia corrumpit »που επιτρέπει την εξουδετέρωση παρόμοιων ελιγμών, ο καθορισμός του τόπου καταγωγής δεν μπορεί να γίνει μόνο βάσει του δεσμού του υπαλλήλου με το ακίνητο, αλλά ότι για να επιτευχθεί πρέπει να αποδειχθεί η πλήρωση μιας δεύτερης τουλάχιστον προϋποθέσεως, οικογενειακής ή πολιτικής φύσεως.
Δεν νομίζω, επομένως, ότι δικαιολογείται η απόρριψη του αιτήματος της ενδιαφερόμενης υπαλλήλου από την Επιτροπή.
5.
Κατά συνέπεια προτείνω:
—
να ακυρωθεί η ρητή απόφαση της 9ης Αυγούστου 1983 περί απορρίψεως του αιτήματος που υπέβαλε στις 11 Απριλίου 1983 η προσφεύγουσα,
—
να καταδικαστεί η Επιτροπή στο σύνολο των εξόδων της παρούσας προσφυγής.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) 'ΛρΟρα 7 και 8 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
( 2 ) 'ΛρΟρο 7, εδάφια 1 και 3, του παραρτήματος V του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Full & Egal Universal Law Academy