ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 23ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο Giorgio Bernardi, προσφεύγων, γεννήθηκε το 1937. Στις 10 Οκτωβρίου 1966 άρχισε να εργάζεται ως μεταφραστής στο ιταλικό μεταφραστικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προαχθείς την 1η Απριλίου 1975 στο βαθμό LA 5.
Με απόφαση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1982, ο Bernardi συνταξιοδοτήθηκε από την 1η Μαρτίου 1982, αφού η προβλεπόμενη από το άρθρο 59, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής: ο κανονισμός ) επιτροπή αναπηρίας έκρινε ότι συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 78 του εν λόγω κανονισμού. Στον προσφεύγοντα χορηγήθηκε σύνταξη αναπηρίας ύψους 70 % του μισθού του.
Οι παράγραφοι 2 και 3 του προαναφερθέντος άρθρου 78 έχουν ως εξής:
« Εφόσον η αναπηρία προέρχεται από ατύχημα που έχει επέλθει κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως (των καθηκόντων) από επαγγελματική ασθένεια..., το ποσοστό της συντάξεως αναπηρίας καθορίζεται στο 70 % του βασικού μισθού του υπαλλήλου.
Εφόσον η αναπηρία οφείλεται σε άλλο λόγο, το ποσοστό της συντάξεως αναπηρίας ισούται με το ποσοστό της συντάξεως αρχαιότητος την οποία θα εδικαιούτο ο υπάλληλος στην ηλικία των 65 ετών αν είχε παραμείνει σε υπηρεσία μέχρι την ηλικία αυτή. »
Ακριβώς βάσει αυτής της τρίτης παραγράφου, κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χορηγήθηκε σύνταξη στον Bernardi.
2.
Πάντως, πριν από τη σύγκληση της επιτροπής αναπηρίας, ο Bernardi είχε ζητήσει, με επιστολή της 27ης Μαρτίου 1979, στην οποία επισύναψε δύο βεβαιώσεις των γιατρών Castrica ( Ρώμη ) και Conraux ( Στρασβούργο ), την εφαρμογή στην περίπτωση των κανόνων σχετικά με την κάλυψη κατά των κινδύνων ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής: οι κανόνες), οι οποίοι είχαν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού. Δήλωσε συναφώς ότι από αρκετό καιρό υπέφερε από «χρόνια λαρυγγοφαρυγγίτιδα, συνοδευόμενη από ανίατη ρινοφαρυγγική ατροφία και από συχνά συμπτώματα δυσφωνίας ». Σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση της Castrica, η ασθένεια αυτή οφειλόταν στο περιβάλλον και τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας του.
Αν η εν λόγω αίτηση κατέληγε στη διαπίστωση ολικής ή μερικής μόνιμης αναπηρίας, οφειλόμενης σε επαγγελματική νόσο, ο Bernardi θα μπορούσε, δυνάμει του άρθρου 73, παράγραφος 2, περιπτώσεις β) και γ), του κανονισμού, να αξιώσει, πέραν της ήδη χορηγούμενης συντάξεως του, ένα επιπλέον κεφάλαιο.
Η προβλεπόμενη από τους κανόνες διαδικασία κινήθηκε κατόπιν της σχετικής αιτήσεως του Bernardi. Η εν λόγω διαδικασία περιλαμβάνει δύο φάσεις:
—
μια φάση ιατρικού ελέγχον με πρωτοβουλία της διοίκησης, η οποία καταλήγει σε οχέδιο αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (εφεξής: ΑΔΑ) ως προς την αναγνώριση της επαγγελματικής προελεύσεως της νόσου, η οποία κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο συγχρόνως με τα πορίσματα του ή των γιατρών που όρισε το όργανο (άρθρα 17, παράγραφος 2, 19 και 21 των κανόνων)
—
μια δεύτερη φάση, η οποία κινείται μόνο όταν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ο οποίος διαφωνεί με το εν λόγω σχέδιο αποφάσεως ζητήσει εντός 60ημερών από την κοινοποίηση του σχεδίου τη συγκρότηση υγειονομικής επινροπής, η οποία απαρτίζεται από τρεις γιατρούς που ορίζονται ο πρώτος από την ΑΔΑ, ο δεύτερος από τον υπάλληλο και ο τρίτος με κοινή συμφωνία των δύο πρώτων συναδέλφων του. Εφόσον η σχετική αίτηση δεν υποβληθεί έγκαιρα, η ΑΔΑ « λαμβάνει απόφαση ταυτόσημη με το κοινοποιηθέν σχέδιο» (άρθρο 21, παράγραφοι 1 και 3, και άρθρο 23, παράγραφος 1, των κανόνων).
Από την εξέταση των παραρτημάτων της προσφυγής και των υπομνημάτων αντικρούσεως και απαντήσεως συνάγονται τα ακόλουθα.
Στις 10 Ιουνίου 1980, ο J. Μ. Mutter, προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, απευθύνει στον Bernardi έγγραφο με το οποίο του γνωστοποιεί ότι ο ορισθείς από το όργανο γιατρός De Meersman, ο οποίος τον εξέτασε στις 22 Φεβρουαρίου 1980, θεωρεί ότι οι διαταραχές του προσφεύγοντος δεν είναι συνέπεια των συνθηκών εργασίας του. « Συνεπώς », διευκρινίζεται «η ασθένεια σας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαγγελματική νόσος». Ο Mutter ζητεί από τον Bernardi να του γνωστοποιήσει αν συμφωνεί με την εν λόγω απόφαση, πληροφορώντας τον ότι, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, δικαιούται να ζητήσει τη σύγκληση της προβλεπόμενης από το άρθρο 23 των κανόνων υγειονομικής επιτροπής, διευκρινίζεται δε ότι σε περίπτωση κατά την οποία η γνώμη της επιτροπής συνάδει προς τη γνωμάτευση του για-τρού-συμβούλου ένα μέρος των εξόδων θα βαρύνει τον Bernardi.
Με απάντηση της 19ης Ιουνίου 1980, ο ενδιαφερόμενος αμφισβητεί τα πορίσματα του De Meersman, ζητεί « ρητά » τη σύγκληση της υγειονομικής επιτροπής και ορίζει τον Fidotti, γιατρό από τη Ρώμη, ως δικό του γιατρό-σύμβουλο.
Ο Mutter γνωστοποιεί τη λήψη της εν λόγω επιστολής της 28ης Ιουλίου 1980, διευκρινίζοντας ότι η υγειονομική επιτροπή μπορεί να συγκληθεί, μόνο αφού λάβει την οριστική γνωμάτευση του De Meersman, που εξαρτάται από τα αποτελέσματα της εξέτασης η οποία πρέπει να γίνει από τον Stumper, ειδικό γιατρό, με τον οποίο καλείται να κλείσει ραντεβού « το ταχύτερο δυνατό ». « Είναι αυτονόητο », συνεχίζει ο Mutter, « ότι αν πρέπει να συγκληθεί η υγειονομική επιτροπή, θα έλθουμε σε επαφή με τον Fidotti ».
Στις 22 Μαΐου 1981, ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων απευθύνει στον Bernardi το ακόλουθο έγγραφο:
« Κύριε,
Έχω την τιμή να σας πληροφορήσω ότι o De Meersman, αφού ανέγνωσε τη γνωμάτευση του Stumper, εμμένει στο αρχικό του πόρισμα, εκτιμώντας ότι η ασθένειά σας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαγγελματική νόσος. Κατά συνέπεια, μπορεί να κινηθεί η αιτούμενη με την επιστολή σας της 19ης Ιουνίου 1980 διαδικασία ενώπιον της υγειονομικής επιτροπής.
Εξάλλου, ανταποκρινόμενος σε σχετικό αίτημά σας, απεύθυνα σήμερα στον ridotti αντίγραφο των δύο γνωματεύσεων του De Meersman.
... »
Η υγειονομική επιτροπή, απαρτιζόμενη από τον Indotti, τον De Meersman, που όρισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και τον καθηγητή Van Den Eeckhaut, που επέλεξαν με κοινή συμφωνία οι δύο πρώτοι, εξετάζει τον Bernardi στις 15 Δεκεμβρίου 1981 στις Βρυξέλλες. Ο καθηγητής Van Den Eeckhaut, τον οποίο είχαν επιφορτίσει οι δύο συνάδελφοι του να συντάξει τη σχετική γνωμάτευση, κοινοποιεί στην ιατρική υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 3 Ιουνίου 1983 τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής, υπογεγραμμένα από τον ίδιο και τον De Meersman, όχι όμως και από τον Fidotti. Πράγματι, ο τελευταίος, ο οποίος στις 13 Οκτωβρίου 1982 είχε απευθύνει προς τον καθηγητή Van Den Eeckhaut άλλο σχέδιο γνωματεύσεως, του απέστειλε στις 21 Απριλίου 1983 τηλεγράφημα με το οποίο ζητούσε την αναβολή υποβολής οιουδήποτε εγγράφου. Με το ίδιο τηλεγράφημα του γνωστοποιούσε την αποστολή αιτιολογημένης επιστολής, η οποία, παρόλο που έφερε ημερομηνία 23 Μαίου 1983, ελήφθη από τον καθηγητή Van Den Eeckhaut μετά τις 3 Ιουνίου. Ο καθηγητής Van Den Eeckhaut και o De Meersman εξακολουθούν να εμμένουν στα πορίσματα της γνωμάτευσης της υγειονομικής επιτροπής.
Στην εν λόγω γνωμάτευση περιέχεται ιδίως ότι « η δυσφωνία και οι άλλες διαταραχές που επικαλείται ο Bernardi δεν οφείλονται σε ασθένεια και... είναι δυνατόν να εξαφανιστούν ακόμη και στο πλαίσιο της εργασίας του ως μεταφραστή,... ».
Διευκρινίζω ότι η επιστολή του Fidotti διαβιβάστηκε αμέσως στην ιατρική υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στον ίδιο δε γνωστοποιήθηκε ότι οι συνάδελφοι του ενέμεναν στο περιεχόμενο της γνωμάτευσης της 3ης Ιουνίου 1983.
Με έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1983, ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
—
γνωστοποιεί στον Bernardi τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής που επικυρώνει τα πορίσματα του De Meersman,
—
γνωστοποιεί στον ενδιαφερόμενο ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, των κανόνων, υποχρεούται, εφόσον τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής συνάδουν προς το σχέδιο αποφάσεως της ΑΔΑ που του κοινοποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 21, να καταβάλει τα έξοδα και αμοιβές του γιατρού που όρισε να τον εκπροσωπήσει στην επιτροπή, καθώς και το ήμισυ των εξόδων και αμοιβών του τρίτου γιατρού και τον καλεί κατά συνέπεια να καταβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το ποσό των 43050 βελγικών φράγκων που αντιστοιχεί στις αμοιβές και έξοδα του καθηγητή Van Den Eeckhaut.
Με επιστολή της 19ης Οκτωβρίου 1983, ο ενδιαφερόμενος αμφισβητεί τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής. Αμφισβητώντας τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολούθησε η Επιτροπή, αρνείται να καταβάλει τα ζητούμενα έξοδα και αμοιβές. Επιπλέον, ζητεί την απόδοση των εξόδων μετακινήσεως σχετικά με τις επισκέψεις του στους γιατρούς Cis, Vigan και Lieschke, οι βεβαιώσεις των οποίων, που συντάχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας, είχαν μεταφραστεί και υποβληθεί από τον Bernardi στην υγειονομική επιτροπή. Τέλος, ζητεί την απόδοση των εξόδων μεταφράσεως των εν λόγω βεβαιώσεων.
Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1983, ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων απορρίπτει το εν λόγω αίτημα και ζητεί εκ νέου την καταβολή του ποσού των 43050 βελγικών φράγκων εντός μηνός.
Στις 19 Νοεμβρίου 1983, ο Bernardi υποβάλλει διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία απορρίπτεται σιωπηρά στις 19 Μαρτίου 1984.
Ακολουθεί η παρακράτηση 4305 βελγικών φράγκων μηνιαίως από τη σύνταξη του Bernardi.
3.
Κατόπιν αυτού, ο Bernardi άσκησε την παρούσα προσφυγή, υποβάλλοντας στην κρίση σας την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1983, καθώς και « οιαδήποτε άλλη προγενέστερη, συναφή και/ή παρεπόμενη πράξη », ειδικότερα δε την προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1983, που επικύρωσε την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983.
Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω λεπτομερώς την προσφυγή του που συνοψίζεται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Όπως θα διαπιστώσετε, σας ζητείται να ανακαλέσετε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην τάξη, όσον αφορά την τήρηση ορισμένων διατάξεων του κανονισμού, να του απευθύνετε εντολές και « όλως επικουρικώς... να κρίνετε την αντικανονικότητα » των συμπερασμάτων της υγειονομικής επιτροπής.
Η προσφυγή του Bernardi έχει κατ' ουσία ως αντικείμενο:
—
την ακύρωση της διαδικασίας που προηγήθηκε της σύγκλησης της υγειονομικής επιτροπής, καθώς και εκείνης που έγινε ενώπιον της τελευταίας, τέλος δε την ακύρωση των αποφάσεων που έλαβε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάσει της γνώμης της εν λόγω επιτροπής και κατά συνέπεια την επανάληψη της διαδικασίας με νέο « σχέδιο αποφάσεως » κανονικά καταρτισμένο και κοινοποιημένο από την αρμόδια αρχή
—
την καταδίκη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην καταβολή προς αυτόν προσωρινής αποζημίωσης και, μετά το πέρας της νέας αυτής διαδικασίας, στην καταβολή του προβλεπόμενου από το άρθρο 73, παράγραφος 2, περίπτωση β ), ή, επικουρικώς, περίπτωση γ), του κανονισμού κεφαλαίου, το οποίο προβλέπεται σε περίπτωση ολικής μόνιμης αναπηρίας ή, εναλλακτικά, μερικής, οφειλόμενης σε επαγγελματική νόσο, ενδεχομένως δε « τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης κατά δίκαιη κρίση »
—
την απόδοση στον προσφεύγοντα των εξόδων τα οποία κατέβαλε προκειμένου να υποβληθεί στις ιατρικές εξετάσεις που ζήτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και των εξόδων μεταφράσεως των ιατρικών γνωματεύσεων που συντάχθηκαν ύστερα από τις σχετικές ιατρικές επισκέψεις.
Τα συναφή αιτήματα του Bernardi στηρίζονται στους ακόλουθους λόγους.
α)
Η συγκρότηση της υγειονομικής επιτροπής είναι πλημμελής τόσο λόγω του γεγονότος ότι ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων δεν μπορούσε να ενεργήσει υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, λόγω ελλείψεως σχετικής εξουσιοδοτήσεως, όσο και λόγω του ότι, κοινοποιώντας του, με επιστολή της 10ης Ιουνίου 1980, τα προσωρινά πορίσματα της 14ης Μαρτίου 1980 του De Meersman κατά το στάδιο της έρευνας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έλαβε υπόψη του και τις βεβαιώσεις των γιατρών Cis (της 5ης Δεκεμβρίου 1979) και Lieschke (της 23ης Απριλίου 1981 ). Εξάλλου, από τα πορίσματα των γιατρών De Meersman και Stumper μπορεί να συναχθεί ότι η επαγγελματική δραστήριότητα αποτελούσε « συνακόλουθη αιτία » της χρόνιας νόσου του προσφεύγοντος. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων « πεπλανημένα » ζήτησε, ακαίρως, να συγκροτηθεί η υγειονομική επιτροπή, τοσούτω μάλλον καθόσον οι βεβαιώσεις των γιατρών Cis και Lieschke δεν του είχαν γνωστοποιηθεί με το σχέδιο αποφάσεως. Το σχέδιο αυτό δεν μπορούσε, κατά το δοκούν της ΑΔΑ, να αφίσταται από τα ιατρικά πορίσματα, ούτε να στηρίζεται σε προσωρινά πορίσματα, δεδομένου ότι την πρώτη γνωμάτευση του De Meersman ακολούθησε η εξέταση του προσφεύγοντος από τον Stumper και η οριστική γνωμάτευση της 24ης Φεβρουαρίου 1981.
Επιπλέον, χορηγώντας του το 70% του βασικού μισθού του, η ΑΔΑ αποδέχθηκε σιωπηρά αλλά κατ' ανάγκη την επαγγελματική προέλευση της νόσου και της αναπηρίας, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Μολονότι όμως οι διαδικασίες συνταξιοδοτήσεως, που προβλέπει το άρθρο 78 του κανονισμού, και καθορισμού του ύψους της καλύψεως κατά κινδύνων επαγγελματικής νόσου, κατά το άρθρο 73 του κανονισμού, είναι διαφορετικές, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 731/79, Β. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 107, και απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1983 στην υπόθεση 257/81, Κ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1) προκύπτει ότι ακολουθούν « παράλληλη πορεία » και ότι οι οριστικές αποφάσεις τους δεν μπορούν να αντιφάσκουν μεταξύ τους κατά τρόπο κατάφωρο.
β)
Η διαδικασία που ακολούθησε η υγειονομική επιτροπή είναι περαιτέρω πλημμελής από το γεγονός ότι ο καθηγητής Van Den Eeckhaut και ο De Meersman δεν έλαβαν υπόψη προγενέστερες διαπιστώσεις στις οποίες προέβησαν οι ίδιοι υπέρ της άποψης του προσφεύγοντος. Κυρίως όμως, η έκθεση της επιτροπής δεν αναφέρει τις παρατηρήσεις του Fidotti, γεγονός που ισοδυναμεί με έλλειψη αιτιολογίας. Η υπογραφή του τελευταίου, ο οποίος εκπροσωπούσε τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, δεν θεωρήθηκε αναγκαία και δεν του κοινοποιήθηκε η « υποτιθέμενη οριστική έκθεση ».
4.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την απόρριψη της προσφυγής, την οποία θεωρεί εν μέρει απαράδεκτη, κατά τα λοιπά δε αβάσιμη.
Όσον αφορά το παραδεκτό, το καθού υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδίδει αμιγώς αναγνωριστικές αποφάσεις, ούτε να απευθύνει εντολές προς τη διοίκηση. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατό να διατάσσει ευθέως την καταβολή κεφαλαίου ή προσωρινής αποζημιώσεως, σε αντίθεση με τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής, ούτε να καθορίζει το ίδιο την εν λόγω αποζημίωση κατά δικαία κρίση.
Το Κοινοβούλιο θεωρεί περαιτέρω ότι τα κύρια αιτήματα στερούνται αντικειμένου. Η προβλεπόμενη από τα άρθρα 19 μέχρι 21 των κανόνων διαδικασία τηρήθηκε στο ακέραιο, ενώ την 1η Μαρτίου 1982 παρασχέθηκε στον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων εξουσιοδότηση «για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων ... 72 και 73 του κανονισμού στους υπαλλήλους όλων των βαθμών», η οποία καλύπτει έτσι και την τελική απόφαση της ΑΔΑ. Καθ' όμοιο τρόπο, τα αιτήματα με τα οποία επιδιώκεται η έκδοση αποφάσεως επί της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος είναι απαράδεκτα, δεδομένου ότι ήδη στις 19 Μαρτίου 1984 μεσολάβησε η σιωπηρή απορριπτική απόφαση.
Όσον αφορά τα αιτήματα για απόδοση των εξόδων μετακινήσεως που συνδέονται με τις ιατρικές επισκέψεις ελέγχου των Cis, Vigan και Lieschke, καθώς και των εξόδων μεταφράσεως των βεβαιώσεων που εξέδωσαν, τα αιτήματα αυτά είναι άσχετα προς τη διαδικασία διαπιστώσεως της επαγγελματικής προέλευσης της νόσου. Έχοντας μάλιστα υποβληθεί για πρώτη φορά με την επιστολή της 19ης Οκτωβρίου 1983 και την ένσταση του προσφεύγοντος της 19ης Νοεμβρίου 1983, χωρίς να δοθεί θετική συνέχεια εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 90 του κανονισμού προθεσμίας, τα εν λόγω αιτήματα δεν είναι δυνατό, ελλείψει προηγούμενης ενστάσεως, να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού ).
Τέλος, στο πλαίσιο πάντοτε του παραδεκτού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής συνιστούν προπαρασκευαστική πράξη, η οποία δεν είναι δυνατό να προσβληθεί αυτοτελώς. Ο προσφεύγων, όμως, δεν ζητεί την ακύρωση της απόφασης που του κοινοποίησε η ΑΔΑ στις 4 Οκτωβρίου 1983. Κατά συνέπεια, τα επικουρικά ή όλως επικουρικά αιτήματά του είναι απαράδεκτα.
Όσον αφορά την ουσία, το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι τα ονόματα των ορισθέντων δυνάμει του άρθρου 17 των κανόνων γιατρών, και συγκεκριμένα των γιατρών De Meersman και Stumper, είχαν γνωστοποιηθεί στον προσφεύγοντα με επιστολή της 14ης Νοεμβρίου 1980. Έχοντας ζητήσει τη σύγκληση της υγειονομικής επιτροπής ύστερα από την πρώτη εξέταση του εκ μέρους του De Meersman και έχοντας υποβληθεί στην εξέταση εκ μέρους της εν λόγω επιτροπής, ο προσφεύγων αναγνώρισε ότι η προσβαλλόμενη διαδικασία είχε διεξαχθεί κανονικά.
Δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ των πορισμάτων της επιτροπής αναπηρίας και εκείνων της υγειονομικής επιτροπής, δεδομένου ότι από το έγγραφο υπολογισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του προσφεύγοντος λόγω αναπηρίας αποδεικνύεται, σύμφωνα με την άποψη του καθού, ότι οι διατάξεις που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση είναι εκείνες του άρθρου 78, παράγραφος 3, του κανονισμού.
Όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αρμοδιότητας του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τονίζει ότι ο εν λόγω διοικητικός υπεύθυνος έλαβε με απόφαση της 1ης Μαρτίου 1982 εξουσιοδότηση εκ μέρους του γενικού γραμματέα « για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 59 (παράγραφος 4, τελευταίο εδάφιο), 72 και 73 του κανονισμού στους υπαλλήλους όλων των βαθμών ».
Όσον αφορά την αιτίαση ότι το « σχέδιο αποφάσεως» έπρεπε να συνάδει προς τα πορίσματα των γιατρών που όρισε η διοίκηση για τη σχετική έρευνα, το καθού όργανο παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση Suss (265/83, Συλλογή 1984, σ. 4029), με την οποία έγινε δεκτό ότι «η διοίκηση δεν δεσμεύεται από τα πορίσματα ιατρού που όρισε η ίδια» και ότι « καθορίζει τη στάση που κρίνει αντικειμενικά εύλογη » ( σκέψη 18 ).
Όσον αφορά τις αιτιάσεις σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον της υγειονομικής επιτροπής, ο προσφεύγων ακόμη λιγότερο μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη οι παρατηρήσεις των επιφορτισμένων με την εκπροσώπηση του γιατρών, δεδομένου ότι εκτός του γιατρού Fidotti και στη γιατρό Castrica επιτράπηκε από την επιτροπή να λάβει μέρος στην εξέταση του Bernardi στις 15 Δεκεμβρίου 1981. Οι παρατηρήσεις των γιατρών Fidotti Kat Castrica εξετάστηκαν προσεκτικά, χωρίς πάντως να καταστεί δυνατό να πείσουν τα δύο άλλα μέλη της επιτροπής.
Η μη υπογραφή εκ μέρους του Fidotti της έκθεσης της υγειονομικής επιτροπής αποδεικνύει τη διάσταση απόψεων μεταξύ αυτού και της πλειοψηφίας της επιτροπής, η δε έκθεση που απηχεί την άποψη της πλειοψηφίας θα έπρεπε, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (κυρίως σύμφωνα με την απόφαση της 21ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 156/80, Morbelli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1357), « να θεωρηθεί ως έγκυρη κατά την έννοια του κανονισμού με όλες τις έννομες συνέπειες ».
Τέλος, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Suss (256/83 που προαναφέρθηκε), η υγειονομική επιτροπή, εντελώς ανεξάρτητο όργανο, δεν δεσμεύεται σε καμία περίπτωση από προγενέστερα ιατρικά πορίσματα. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Morbelli ( 156/80 που προαναφέρθηκε), η έρευνα του Δικαστηρίου δεν μπορεί να επεκταθεί στις ιατρικές κρίσεις, όταν έχουν γίνει υπό τις προσήκουσες προϋποθέσεις. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται μόνο στον έλεγχο των « ζητημάτων που αναφέρονται στη συγκρότηση και την κανονική λειτουργία των επιτροπών που προβλέπουν τα άρθρα 19 και 23 των κανόνων » ( σκέψη 20, Συλλογή 1981, σ. 1374).
5.
Όσον αφορά τη συζήτηση επί του παραδεκτού, δεν προτίθεμαι να μακρηγορήσω. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ορθά ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε θέματα διαφορών μεταξύ κοινοτικού οργάνου και ενός υπαλλήλου του αφορά «τη νομιμότητα πράξεως που βλάπτει το πρόσωπο αυτό » για να επαναλάβω τη διατύπωση του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι « στις περιπτώσεις χρηματικών διαφορών... το Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία». Εφόσον λοιπόν παραστεί ανάγκη, εναπόκειται στο Δικαστήριο να διατάξει την επανόρθωση της ζημίας που υπέστη ο υπάλληλος λόγω πράξεως ή παραλείψεως που βλάπτει τα δικαιώματά του, που είναι παράνομη και καταλογιστέα στο όργανο στο οποίο υπάγεται.
Στο σημείο αυτό παύει να συντρέχει η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, η οποία δεν περιλαμβάνει καμία εξουσία εκδόσεως εντολών.
Με τον τρόπο αυτό, για να επανέλθω στο παράδειγμα της υποχρέωσης που υπέχει η διοίκηση δυνάμει του άρθρου 21 των κανόνων, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει κυρώσεις για ενδεχόμενη παράλειψη του οργάνου εν προκειμένω, είναι όμως αδύνατο να του επιβάλει την υποχρέωση να προβεί στην κοινοποίηση, στην οποία υποχρεούται δυνάμει της εν λόγω διατάξεως. Συνεπώς, στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Εξάλλου, πρέπει επίσης να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου σχετικά με το αίτημα επιστροφής των εξόδων μετακινήσεως και μεταφράσεως στο πλαίσιο των επισκέψεων στους γιατρούς Vigan, Cis και Lieschke, για τους λόγους που εξέθεσε το καθού όργανο.
Όσον αφορά την — κλασική — διάκριση μεταξύ αναγνωριστικών και διαπλαστικών αποφάσεων, αυτή είναι γνωστή στο Δικαστήριο. Οι πρώτες περιορίζονται να αναγνωρίσουν την ύπαρξη προϋπάρχουσας έννομης καταστάσεως, ενώ οι δεύτερες δημιουργούν νέα έννομη κατάσταση.
Δεν είναι βέβαιο ότι η λύση της παρούσας δια-φοράς πηγάζει από τη σκοτεινή σαφήνεια της εν λόγω διακρίσεως, η σημασία της οποίας είναι αβέβαιη και η οποία αμφισβητείται κατ' αρχήν από τη θεωρία.
Πράγματι, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να υπενθυμίσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι οφείλει να τηρεί αυστηρά τις διατάξεις του κανονισμού που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση, πράγμα άλλωστε που αυτό ουδέποτε αμφισβήτησε δεδομένου ότι το μοναδικό ζήτημα που τίθεται είναι αν εν προκειμένω τηρήθηκαν οι εν λόγω διατάξεις.
Απομένει η εξέταση δύο ενστάσεων απαραδέκτου, την απόρριψη των οποίων προτείνω στο Δικαστήριο. Η πρώτη, για το λόγο ότι, αντίθετα από τους ισχυρισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Bernardi ζητεί ρητά την ακύρωση της απόφασης της 4ης Οκτωβρίου 1983. Η δεύτερη, επειδή ο προβαλλόμενος λόγος απαραδέκτου, ο οποίος συνίσταται στην « έλλειψη αντικειμένου », δεδομένου ότι η διαδικασία υπήρξε απόλυτα κανονική, στην πραγματικότητα συνιστά μέσο άμυνας που αναφέρεται στην ουσία.
6.
Έρχομαι λοιπόν επί της ουσίας.
Σημειώνω ευθύς εξαρχής ότι δεν υφίσταται καμία αντίφαση μεταξύ της απόφασης που έλαβε η υγειονομική επιτροπή και της χορήγησης συντάξεως αναπηρίας κατά 70 %. Πράγματι, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά ο τεκμηριωμένος με υπολογισμούς ισχυρισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι το ποσοστό αυτό χορηγήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 78, παράγραφος 3, σύμφωνα με την αρχαιότητα του Bernardi και όχι συνδέοντας την αναπηρία με κάποια υποτιθέμενη αιτία επαγγελματικής προελεύσεως.
Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να εξεταστεί αρχικά αν η διαδικασία που τηρήθηκε κατά τη φάση του ιατρικού ελέγχου είναι ή όχι παράνομη. Προτίθεμαι λοιπόν να εξετάσω τα ακόλουθα ερωτήματα:
—
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 17, παράγραφος 2, των κανόνων ιατρικός έλεγχος κινήθηκε κανονικά;
—
Το σχέδιο αποφάσεως που αποτελεί αντικείμενο του άρθρου 21, παράγραφος 1, των κανόνων ελήφθη και κοινοποιήθηκε κανονικά;
Ο ιατρικός έλεγχος ανατέθηκε στον De Meersman, ο οποίος τον πραγματοποίησε επικουρούμενος από το συνάδελφο του Stumper, κατά τρόπο που δεν φαίνεται να δίδει λαβή για έλεγχο εκ μέρους του Δικαστηρίου.
Όσον αφορά το σχέδιο αποφάσεως, τα πράγματα είναι λιγότερο απλά. Κατά παράξενο τρόπο, το σχέδιο αυτό εμφανίζεται υπό τριπλή όψη.
Πρώτη πτυχή: το προαναφερθέν έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1980 με το οποίο ο προσφεύγων καλείται να γνωστοποιήσει αν συμφωνεί με το αρνητικό πόρισμα του De Meersman και το συναφές σχέδιο αποφάσεως της ΑΔΑ με υπόμνηση της ευχέρειας που είχε ο Bernardi να ζητήσει, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, τη σύγκληση της υγειονομικής επιτροπής. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 21, παράγραφος 1, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνέτρεχαν από τη στιγμή αυτή, αν δεν αποδεικνυόταν μεναγενέστερα ότι τα ιατρικά πορίσματα είχαν απλώς προσωρινό χαρακτήρα.
Ο χαρακτήρας αυτός εμφανίζεται στη δεύτερη όψη του εγγράφου της 28ης Ιουλίου 1980. Όπως και να έχει το πράγμα, ο Bernardi προτού ακόμη λάβει το έγγραφο αυτό ζητεί με επιστολή της 19ης Ιουνίου 1980 τη σύγκληση της υγειονομικής επιτροπής.
Τρίτη όψη: το έγγραφο της 22ας Μαΐου 1981, του οποίου υπενθυμίζω τα ουσιώδη σημεία. Τα οριστικά πορίσματα, τα οποία επιβεβαίωναν τα προσωρινά, κοινοποιούνται στον Bernardi, ο οποίος ειδοποιείται ότι σύμφωνα με το σχετικό του αίτημα της 19ης Ιουνίου πρόκειται να συγκληθεί η υγειονομική επιτροπή για να δώσει τη γνώμη της.
Ας είμαστε σαφείς: αυτός ο τρόπος ενέργειας δεν νομίζω ότι αποτελεί υπόδειγμα διοικητικής διαχειρίσεως. Ένα σχέδιο αποφάσεως δεν πρέπει να στηρίζεται σε προσωρινά πορίσματα. Βέβαια αυτά κατέστησαν οριστικά, επιπλέον δε το έγγραφο της 22ας Μαΐου 1981 ήρθε να επιβεβαιώσει το έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1980. Θα ήταν όμως προτιμότερο το σχέδιο αποφάσεως να μην είχε γίνει μέχρι αυτή την ημερομηνία. Τότε μόνο ο Bernardi θα όφειλε να επιλέξει μεταξύ της αποδοχής των πορισμάτων, στα οποία κατέληξε η σχετική έρευνα, και της αμφισβήτησης τους με σύγκληση της υγειονομικής επιτροπής, όπως προβλέπει ο κανονισμός.
Εντούτοις παρόλο που δεν βρίσκονται σε απόλυτη συνοχή μεταξύ τους, οι τρεις αυτές πτυχές νομίζω ότι μπορούν να θεωρηθούν ως ένα σύνολο που είναι κατ' ovaia σύμφωνο προς τις διατάξεις των άρθρων 17, παράγραφος 2, και 21, παράγραφος 1, των κανόνων.
Πέραν αυτού, το σχέδιο αποφάσεως πρέπει να έχει ληφθεί και κοινοποιηθεί από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα δηλαδή με το άρθρο 21 των κανόνων από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Τι συμβαίνει λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση; Το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει στην πρώτη παράγραφο:
« Κάθε όργανο καθορίζει τις αρχές, οι οποίες ασκούν εντός αυτού τις εξουσίες που περιέρχονται ... στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. »
Το άρθρο αυτό που επαναλαμβάνει κατ' ουσία το άρθρο 2 των προγενέστερων κανονισμών των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ [κανονισμός (ΕΟΚ) 31 και κανονισμός (Ευρατόμ) 11 της 18ης Δεκεμβρίου 1961, ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 19] εξουδιοδοτεί τα όργανα να θεσπίζουν εν προκειμένω σύστημα κατανομής και μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων.
Όπως προκύπτει από την απόφαση 175/62, που θέσπισε και υλοποίησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 1962, για τους υπαλλήλους που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τον Bernardi, οι εξουσίες που περιήλθαν στην ΑΔΑ κατά το άρθρο 73 του κανονισμού και τη ρύθμιση που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του ασκούνται από το « γενικό γραμματέα, ο οποίος εξουσιοδοτείται να μεταβιβάζει τις διοικητικής φύσεως εξουσίες του στο γενικό διευθυντή διοικήσεως » [ ψηφίο δ ), περίπτωση ι), της απόφασης]. Η εν λόγω εξουσιοδότηση κατέστη ελαστικότερη με απόφαση του προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1982, με την οποία ο γενικός γραμματέας « εξουσιοδοτείται να μεταβιβάζει τις εξουσίες του » χωρίς να διευκρινίζεται σε ποιον.
Πάντως, η μεταβίβαση εξουσιών από το γενικό γραμματέα στον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων επήλθε μόλις την 1η Μαρτίου 1982, μεταγενέστερα δηλαδή από τα τρία προαναφερθέντα έγγραφα, το τελευταίο των οποίων έφερε ημερομηνία 22 Μαίου 1981. Η μεταβίβαση αυτή δεν είχε και δεν μπορούσε άλλωστε να έχει κανένα αναδρομικό αποτέλεσμα.
Ποιες είναι οι συνέπειες για τη νομιμότητα του σχεδίου και την κοινοποίηση του;
Συναφώς πρέπει να παραπέμψω σε δύο από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου.
Με την πρώτη, η οποία είναι περισσότερο πρόσφατη (απόφαση της 30ής Μαΐου 1973 στην υπόθεση 46/72, De Greef κατά Επιτροπής, Rec. σ. 543), το Δικαστήριο έκρινε ότι απόφαση που ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού — επρόκειτο για τον προσδιορισμό της αρχής που θα επιφορτιζόταν να προβεί σε ακρόαση στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας — έπρεπε να ερμηνευτεί μάλλον σαν « κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής» παρά σαν « αυστηρή ανάθεση εξουσιών, η μη τήρηση των οποίων επιφέρει ακυρότητα των πράξεων που έχουν ληφθεί εκτός του προδιαγεγραμμένου πλαισίου» (σκέψη 18, σ. 553).
Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο χάραξε τα όρια της ελαστικής αυτής εφαρμογής, διευκρινίζοντος ότι η περαιτέρω εξουσιοδότηση ή παρέκκλιση από τα κριτήρια κατανομής που καθόρισε η Επιτροπή « μπορεί να επιφέρει ακυρότητα της διοικητικής πράξεως μόνο αν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί μια από τις εγγυήσεις που παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως στους υπαλλήλους ή να θιγούν οι κανόνες της χρηστής διοίκησης σε θέματα διοικήσεως του προσωπικού» (σκέψη 21, σ. 553 ).
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Δικαστήριο είχε κατά νου μια προγενέστερη απόφαση στην οποία παρέπεμψε ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi με τις προτάσεις του. Πρόκειται για τη δεύτερη απόφαση στην οποία αναφέρθηκα στο πλαίσιο μιας υποθέσεως μεταξύ των ίδιων διαδίκων της παρούσας δίκης (απόφαση της 16ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 48/70, Bernardi κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Rec. σ. 175). Στην υπόθεση αυτή, ο γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε αναθέσει προσωρινά σε αναπληρωτή μεταφραστή καθήκοντα μεταφραστή. Ο Bernardi είχε ζητήσει και πετύχει την ακύρωση του εν λόγω διορισμού, επειδή με την προαναφερθείσα απόφαση του προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1962, η σχετική αρμοδιότητα δεν είχε χορηγηθεί στο γενικό γραμματέα, αλλά στον πρόεδρο ύστερα από πρόταση του πρώτου.
Πράγματι, από τις εν λόγω δύο αποφάσεις συνάγεται ένα κριτήριο στηριζόμενο στη διάκριση που είχε προτείνει ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi μεταξύ των προπαρασκευαστικών και εκτελεστικών πράξεων, αφενός, και των αποφάσεων που εμπίπτουν στη « διακριτική εξουσία » του οργάνου και που έχουν ως αποτέλεσμα να το « δεσμεύουν », αφετέρου ( προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Trabucchi στην υπόθεση 46/72, Rec. 1973, σ. 557).
7.
Τι συμβαίνει στην περίπτωση του κατά το άρθρο 21 των κανόνων « σχεδίου αποφάσεως » ;
Το εν λόγω σχέδιο μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του οργάνου το οποίο και δεσμεύει, τοσούτω μάλλον καθόσον, ελλείψει έγκαιρης αμφισβητήσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου, η τρίτη παράγραφος του προαναφερθέντος άρθρου ορίζει ότι « η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει απόφαση όμοια με το κοινοποιηθέν σχέδιο ». Στο στάδιο αυτό λοιπόν η αρμοδιότητα της. ΑΔΑ είναι δέσμια αρμοδιότητα.
Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί ενδεχομένως να ακυρωθεί πράξη που ελήφθη και κοινοποιήθηκε από αναρμόδια κατά το χρονικό αυτό σημείο αρχή, γεγονός που θα είχε σαν συνέπεια την ακύρωση όλων των μεταγενέστερων πράξεων, κυρίως δηλαδή της σύγκλησης της υγειονομικής επιτροπής και της απόφασης της 4ης Οκτωβρίου 1983.
Αυτό όμως δεν θα σήμαινε υπερβολική προσήλωση στους τύπους; Πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες δύο παρατηρήσεις.
α)
Εφόσον το σχέδιο δεν αμφισβητείται, η ΑΔΑ δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συμμορφωθεί προς αυτό, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι το σχέδιο συντάχθηκε από την αρμόδια αρχή. Εφόσον δεν συμβαίνει αυτό, η ΑΔΑ δεν δεσμεύεται από την εν λόγω πράξη.
Εφόσον ο υπάλληλος ζητήσει να διατυπώσει γνώμη η υγειονομική επιτροπή, το σχέδιο αποφάσεως δεν έχει καμία συνέπεια ως προς το συσχετισμό της νόσου με οιαδήποτε επαγγελματική προέλευση της, δεδομένου ότι επ' αυτού αποφασίζει σχετικά η ΑΔΑ, αποδεχόμενη ή απορρίπτοντας, ύστερα από γνώμη της υγειονομικής επιτροπής.
Τόσο λοιπόν στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση την κατάσταση του υπαλλήλου αποκρυσταλλώνει η περατώνουσα τη διαδικασία απόφαση και όχι το σχέδιο. Κατά συνέπεια, το τελευταίο πρέπει να θεωρηθεί ως προπαρασκευαστική πράξη, ανεξάρτητα από τις συνέπειες, ως προς το ποιος φέρει τα έξοδα των εργασιών της υγειονομικής επιτροπής, που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 23, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, των κανόνων. Παρατηρώ εξάλλου σχετικά ότι το επόμενο εδάφιο εξουσιοδοτεί την ΑΔΑ να αναγνωρίσει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις το όργανο βαρύνεται με το σύνολο των εξόδων.
β)
Η ακύρωση, ως κύρωση της ελλείψεως νομιμότητας, προστατεύει τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου έναντι της πλημμελούς πράξεως. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται είναι κατά πόσο το σχέδιο αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στον Bernardi θίγει τις εγγυήσεις που του παρέχει ο κανονισμός.
Θα μπορούσε να δοθεί σχετικά καταφατική απάντηση αν το εν λόγω σχέδιο δεν είχε αμφισβητηθεί και αν η ΑΔΑ, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι δεσμεύεται από πράξη που έλαβε αναρμόδια αρχή, είχε κρίνει ότι οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου του άρθρου 21 των κανόνων. Επιπλέον δε, εκείνη που θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι θίγει τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου είναι η σύμφωνη απόφαση που έλαβε η ΑΔΑ και όχι το σχέδιο.
Εν πάση περιπτώσει, αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ο Bernardi ζήτησε και πέτυχε τη σύγκληση της υγειονομικής επιτροπής. Η απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983 ελήφθη ενόψει της έκθεσης της επιτροπής και όχι του σχεδίου αποφάσεως.
Θεωρώ λοιπόν ότι ο λόγος που στηρίζεται στην έλλειψη αρμοδιότητας της αρχής που συνέταξε και κοινοποίησε το σχέδιο αποφάσεως είναι απορριπτέος.
8.
Όσον αφορά τη διαδικασία που επακολούθησε, τη θεωρώ άψογη. Η υγειονομική επιτροπή συγκροτήθηκε και λειτούργησε κανονικά. Ο Fidotti αλλά και η Castrica, η οποία δεν αποτελούσε μέλος της, είχαν όλη την ευχέρεια να της γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους. Δεκαοκτώ μήνες περίπου μεσολαβούν μεταξύ της πρώτης προσωρινής γνωμάτευσης (29 Δεκεμβρίου 1981) και της οριστικής (3 Ιουνίου 1983) της υγειονομικής επιτροπής. Το χρονικό αυτό διάστημα που οφείλεται κυρίως στις πρωτοβουλίες του Fidotti αξιοποιήθηκε πλήρως από αυτόν προκειμένου να μεταπείσει τους συναδέλφους του, χωρίς όμως να το κατορθώσει. Η άρνηση του να θέσει την υπογραφή του στο τελικό έγγραφο δεν το καθιστά άκυρο. Τέλος, δεν μπορεί να διατυπωθεί τίποτα κατά της απόφασης της 4ης Οκτωβρίου 1983, που έλαβε κανονικά εξουσιοδοτημένη προς το σκοπό αυτό αρχή.
9.
Προτείνω κατά συνέπεια στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή του Bernardi, όσο αφορά δε τα δικαστικά έξοδα να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy