ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 28ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
Η υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου αφορά την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (καθού), της 30ής Σεπτεμβρίου 1983 ( 1 ) να μην επιτρέψει στην Ανδρονίκη Βλάχου ( προσφεύγουσα ) να λάβει μέρος στο διοργανικό διαγωνισμό CC/LA/4/83.
1.
Μετά την αποπεράτωση των πανεπιστημιακών της σπουδών το 1971 και την κατοπινή επαγγελματική της απασχόληση, μεταξύ άλλων από τον Ιανουάριο 1975 μέχρι το Δεκέμβριο 1980 σε οίκο νομικών εκδόσεων στην Αθήνα, η προσφεύγουσα εισήλθε, το 1981, στην υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μετά από διαγωνισμό. Διορίστηκε από την 1η Μαρτίου 1981 ως δόκιμη μεταφράστρια με βαθμό LA 7, κλιμάκιο 3 ( 2 ).
Με σύμβαση της 8ης Δεκεμβρίου 1981 η προσφεύγουσα προσελήφθη από το καθού από την 1η Δεκεμβρίου 1981, καταρχάς μεν για δύο έτη ως έκτακτη υπάλληλος με βαθμό LA 5, κλιμάκιο 2 ( αναθεωρήτρια ).
Μετά τη λήξη της συμβάσεως αυτής η προσφεύγουσα, βάσει συμβάσεως της 25ης Νοεμβρίου 1983, συνέχισε να εργάζεται, για ένα ακόμη έτος, ως μεταφράστρια με βαθμό LA 6, κλιμάκιο 3.
Μετά από επιτυχία της στον εσωτερικό διαγωνισμό CC/LA/14/83η προσφεύγουσα διορίστηκε, την 1η Μαρτίου 1984, ως δόκιμη υπάλληλος. Βάσει των σπουδών και της επαγγελματικής της πείρας κατετάγη στο βαθμό LA 6 κλιμάκιο 3, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 81/5 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1981 ( 3 ), περί κατατάξεως των υπαλλήλων. Την 1η Δεκεμβρίου 1984 διορίστηκε μόνιμη υπάλληλος.
2.
Προκειμένου να πληρώσει μία από τις δύο θέσεις της σταδιοδρομίας LA 5/4 που προβλέπονταν για την ελληνική ομάδα της μεταφραστικής υπηρεσίας, το καθού δημοσίευσε στις 26 Απριλίου 1983 ανακοίνωση για τον εσωτερικό διαγωνισμό CC/LA/20/82 ( αναθεωρητής-κύριος μεταφραστή ) ( 4 ).
Το σημείο V.2 της ανακοινώσεως αυτής προέβλεπε ως προϋπόθεση συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό « εξαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ».
Η προσφεύγουσα έλαβε μέρος στο διαγωνισμό αυτό, αλλά δεν διορίστηκε, διότι ήταν δεύτερη στον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή. Η νομιμότητα του διαγωνισμού αυτού αποτελεί αντικείμενο της υπόθεσης 143/84.
Στις 2 Ιουνίου 1983 το καθού δημοσίευσε την προκήρυξη του διοργανικού διαγωνισμού CC/LA/4/83 προς πλήρωση της θέσεως προϊσταμένου ομάδας-αναθεωρητή της σταδιοδρομίας LA 5/4 ( 5 ). Το σημείο V.2 της εν λόγω προκηρύξεως προέβλεπε ως προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό « δεκαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ». Η προκήρυξη ανέφερε επίσης, όπως και η προκήρυξη του διαγωνισμού CC/LA/20/82, ότι η πλήρωση της θέσεως θα γινόταν καταρχήν με τον εισαγωγικό βαθμό, δηλαδή το βαθμό LÁ 5.
Η προκήρυξη περιέγραφε ως εξής τα καθήκοντα της θέσεως:
«—
Διεύθυνση της ελληνικής μεταφραστικής ομάδας.
—
Αναθεώρηση μεταφράσεων ή, ενδεχομένως, μετάφραση κειμένων χωρίς αναθεώρηση.
—
Έλεγχος εργασιών ορολογίας, τεκμηριώσεως ή άλλων εργασιών στο γλωσσικό πεδίο.
—
Συμμετοχή στην επαγγελματική επιμόρφωση των μεταφραστών ».
Στην τελική έκθεση που υπέβαλε προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στις 16 Σεπτεμβρίου 1983 ( 6 ) η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού CC/LA/4/83 ανέφερε ότι κανείς από τους διαγωνιζόμενους δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό και ιδίως την προϋπόθεση που προβλέπει το σημείο V.2 της προκηρύξεως, δηλαδή τη « δεκαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ». Η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να καταρτίσει πίνακα επιτυχόντων.
Με έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 1983 ( 7 ) το καθού πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε κάνει δεκτή την υποψηφιότητά της, διότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση της δεκαετούς επαγγελματικής πείρας σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση.
Στις 24 Νοεμβρίου 1983 ( 8 ) η προσφεύγουσα ζήτησε από το καθού, μεταξύ άλλων, να αναστείλει τη διαδικασία του διαγωνισμού CC/LA/4/83 ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρωση της εν λόγω θέσεως με εσωτερικό διαγωνισμό. Με διοικητική ένσταση, που υπέβαλε στις 22 Δεκεμβρίου 1983 ( 9 ), η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως για αποκλεισμό της υποψηφιότητάς της στο διοργανικό διαγωνισμό CC/LA/4/83, την ακύρωση του εν λόγω διαγωνισμού στο σύνολό του και τη διεξαγωγή εσωτερικού διαγωνισμού για την πλήρωση της εν λόγω θέσεως.
Με απόφαση της 30ής Μαρτίου 1984 ( 10 ) το καθού απέρριψε τη διοικητική ένσταση τονίζοντας κυρίως ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και τη δεσμευτική νομολογία του Δικαστηρίου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί να κρίνει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής και ιδίως τους λόγους για τους οποίους η τελευταία απέκλεισε ή έκανε δεκτη μια υποψηφιότητα.
Το καθού απέρριψε το αίτημα να ακυρωθεί ο διοργανικός διαγωνισμός και να διεξαχθεί εσωτερικός διαγωνισμός ως απαράδεκτο και, δευτερευόντως, ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι, πρώτον, το αίτημα υποβλήθηκε εκπροθέσμως· δεύτερον, το καθού είχε εξετάσει τις δυνατότητες πληρώσεως κενής θέσεως που προβλέπει το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεν είναι, ωστόσο, υποχρεωμένο να προσφύγει στις εναλλακτικές λύσεις της προαγωγής, της μετατάξεως ή του εσωτερικού διαγωνισμού, όταν έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η διεξαγωγή διοργανικού διαγωνισμού προσφέρει από υπηρεσιακή άποψη τις καλύτερες δυνατότητες πληρώσεως της θέσεως.
Η παρούσα προσφυγή στρεφόταν καταρχάς κατά των δύο αυτών αποφάσεων, της μη αποδοχής της προσφεύγουσας στο διαγωνισμό CC/LA/4/83 και της μη ακυρώσεως του διαγωνισμού στο σύνολό του. Ωστόσο, στην απάντηση τους η προσφεύγουσα χαρακτήρισε το αίτημα ακυρώσεως του διαγωνισμού ως επικουρικό και τελικώς, κατά την προφορική διαδικασία, παραιτήθηκε από το αίτημα αυτό.
3.
Τα αιτήματα των διαδίκων, κατά το πέρας της προφορικής διαδικασίας, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
α)
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αποφανθεί ότι κακώς η εξεταστική επιτροπή δεν επέτρεψε στην προσφεύγουσα να μετάσχει στο διαγωνισμό,
—
κατά συνέπεια, να αποφανθεί ότι η εξεταστική επιτροπή πρέπει να επαναλάβει τις εργασίες της,
—
να καταδικάσει, εν πάση περιπτώσει, το καθού στα δικαστικά άξοδα.
β )
Το καθούζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
4.
Με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 1985 το Δικαστήριο ζήτησε από το καθού:
α)
να κοινοποιήσει στο Δικαστήριο τα κριτήρια που είχε επιλέξει η εξεταστική επιτροπή για την ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό,
β )
να καταθέσει τα πρακτικά της συνεδριάσεως της εξεταστικής επιτροπής κατά την οποία εφαρμόστηκαν τα εν λόγω κριτήρια ερμηνείας.
Εις απάντηση προς το έγγραφο αυτό του Δικαστηρίου, το καθού κατέθεσε και πάλι τα πρακτικά της συνεδριάσεως της εξεταστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1983, τα οποία είχε ηδη επισυνάψει ως παράρτημα 2 στο υπόμνημα αντικρούσεως που είχε υποβάλει.
5.
Κατά την προφορική διαδικασία, επί των κριτηρίων που επέλεξε η εξεταστική επιτροπή για την ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό, το καθού ανέφερε τα ακόλουθα:
« Για να μπορέσει να διοριστεί προϊστάμενος ομάδας, ο υποψήφιος έπρεπε να είναι αναθεωρητής. Επειδή κανείς από τους υποψήφιους δεν είχε δεκαετή επαγγελματική πείρα ως αναθεωρητής, απορρίφθηκαν όλες οι υποψηφιότητες. Τα κριτήρια αυτά κοινοποιήθηκαν σε έναν από τους υποψήφιους, ο οποίος τα έκρινε ικανοποιητικά. »
Β.
Στις παρατηρήσεις μου επί της υποθέσεως αυτής, θα αναπτύξω την άποψη μου ευθύς μετά την εξέταση των αιτιάσεων της προσφεύγουσας και των μέσων άμυνας που προέβαλε το καθού.
1.
α)
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι διαψεύσθηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που έτρεφε στις υποσχέσεις του καθού. Πριν από την πρόσληψη της στο καθού, ένα από τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και ορισμενοι αρμόδιοι υπάλληλοι της είχαν δώσει υποσχέσεις ως προς τη μελλοντική της σταδιοδρομία. Ειδικότερα της τονίστηκε ότι ο διορισμός της ως μόνιμης υπαλλήλου ήταν για το καθού τυπικό θέμα και μόνο.
Το καθού αντιτάσσει ότι κατά την πρόσληψη της προσφεύγουσας δεν δόθηκε καμία υπόσχεση ως προς το διορισμό της ως μόνιμης υπαλλήλου. Εξάλλου, δεν αντιλαμβάνεται το πώς η προβαλλόμενη παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης θα μπορούσε να επηρεάσει την παρούσα διαδικασία.
β )
Το ζήτημα αν κατά την πρόσληψη της στο καθού δόθηκαν στην προσφεύγουσα οποιεσδήποτε υποσχέσεις δεν χρειάζεται να εξεταστεί. Το ζήτημα αυτό δεν έχει σημασία, διότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, και ιδίως το άρθρο 29, προβλέπει μια τυπική διαδικασία για την πρόσληψη των υπαλλήλων και επομένως οι ενδεχόμενες αντίθετες υποσχέσεις είναι παράνομες και άρα δεν δεσμεύουν.
2.
α )
Με άλλη αιτίαση της η προσφεύγουσα κατηγορεί το καθού ότι οι αποτελούμενες από τα ίδια πρόσωπα εξεταστικές επιτροπές των διαγωνισμών CC/LA/20/82 και CC/LA/4/83 ερμήνευσαν διαφορετικά, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, τις διατυπωμένες κατά τον ίδιο τρόπο προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό. Η προϋπόθεση της « επαγγελματικής πείρας σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση » ερμηνεύτηκε πολύ λιγότερο αυστηρά στην πρώτη περίπτωση απ' ό, τι στη δεύτερη.
Κατά την προσφεύγουσα, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις συμμετοχής είναι αντικειμενικές, η τήρηση τους μπορεί να ελεγχθεί. Η εξεταστική επιτροπή δεν διαθέτει κανένα περιθώριο
εκτιμήσεως όταν πρόκειται να κρίνει αν συντρέχουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια.
Το καθού αντιτάσσει ότι ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις εργασίες μιας εξεταστικής επιτροπής και ιδίως του λόγους για τους οποίους αποφάσισε να επιτρέψει ή να αποκλείσει τη συμμετοχή ενός υποψηφίου στο διαγωνισμό. Δεν μπορούσε, συνεπώς, να απομακρυνθεί από την ερμηνεία που έδωσε η εξεταστική επιτροπή στους όρους « υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ».
Ανεξάρτητα πάντως απ' αυτό, ορθώς η εξεταστική επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα να μην επιτρέψει τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στο διαγωνισμό. Αν ληφθεί υπόψη ότι η προς πλήρωση θέση ήταν η θέση προϊσταμένου ομάδας, η ίδια η φύση της θέσεως αυτής απαιτούσε από την εξεταστική επιτροπή να θέσει ως όρο να έχουν οι υποψήφιοι αρκετά αξιόλογη πείρα τουλάχιστον ως αναθεωρητές. Δεν αρκούσε, λοιπόν, να μπορούν οι υποψήφιοι να αποδείξουν την ελάχιστη απαιτούμενη επαγγελματική πείρα, αλλά η πείρα αυτή έπρεπε να είναι στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος της, κατά την κρίση της εξεταστικής επιτροπής, και ενός ορισμένου ποιοτικού επιπέδου.
Δεν είναι δυνατή η σύγκριση με τις προϋποθέσεις συμμετοχής του διαγωνισμού CC/LA/20/82, διότι οι δύο αυτοί διαγωνισμοί απέβλεπαν στην πλήρωση διαφορετικών θέσεων. Εφόσον ο σκοπός των δύο διαγωνισμών ήταν διαφορετικός, οι εξεταστικές επιτροπές είχαν το δικαίωμα να κρίνουν διαφορετικά την επαγγελματική πείρα των υποψηφίων.
β)
Στο σημείο αυτό πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί αν οι εν λόγω προϋποθέσεις συμμετοχής συνιστούν αντικειμενικό κριτήριο που μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς ή αν πρόκειται για κριτήριο που εκτιμάται από την εξεταστική επιτροπή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής από άποψη περιεχομένου, εφόσον η επιτροπή θα διέθετε περιθώριο εκτιμήσεως, και το μόνο που θα μπορούσε να εξεταστεί θα ήταν αν η διαδικασία διεξήχθη κανονικώς.
Στην προκήρυξη του διαγωνισμού αναφέρεται «τουλάχιστον δεκαετής επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ». Όπως προκύπτει από την προκήρυξη, επρόκειτο για θέση προϊσταμένου ομάδας ή αναθεωρητή.
Η προκήρυξη δεν παρέχει, ωστόσο, καμία ένδειξη ως προς τι νοείται ως επαγγελματική πείρα « σε υπεύθυνη θέση ». Επομένως, ot προϋποθέσεις συμμετοχής δεν είναι διατυπωμένες κατά τέτοιο τρόπο ώστε η συνδρομή τους να μπορεί να ελεγχθεί με την απλή εφαρμογή αντικειμενικών κριτηρίων.
Η εξεταστική επιτροπή επομένως έπρεπε, πριν ακόμα επιτρέψει τη συμμετοχή των υποψηφίων στο διαγωνισμό, να καθορίσει τις αρχές βάσει των οποίων θα επιτρεπόταν η συμμετοχή των υποψηφίων, ώστε να αποφασίσει βάσει αυτών των κριτηρίων. Η υποχρέωση αυτή προκύπτει από την προκήρυξη του διαγωνισμού, που καθιστά αναγκαία τη συμπλήρωση της, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η εξεταστική επιτροπή πρέπει πρώτα απλώς να λάβει γνώση των φακέλων των υποψηφίων και να καταρτίσει τον πίνακα των υποψηφίων που ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού. Αν ωστόστο, οι προϋποθέσεις που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, αλλά απαιτούν αφ' εαυτές την ερμηνεία και εκτίμηση τους εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής, η τελευταία, πριν εξετάσει τις υποψηφιότητες, πρέπει να καθορίσει τις αρχές βάσει των οποίων θα γίνει η ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής. Αν η εξεταστική επιτροπή δεν καθορίσει τις αρχές αυτές, δεν θα είναι αργότερα σε θέση να καταρτίσει ορθά τον πίνακα των υποψηφίων που γίνονται δεκτοί να μετάσχουν στο διαγωνισμό, όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 6, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο οποίος πρέπει να συνοδεύεται και από αιτιολογημένη έκθεση.
Στο πλαίσιο αυτό νομίζω ότι, όταν ένα κριτήριο της προκηρύξεως διαγωνισμού που χρειάζεται συμπλήρωση απαιτεί αξιολόγηση και ερμηνεία του από την εξεταστική επιτροπή, πρέπει να εφαρμοστεί κατ' αναλογία η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του παραρτήματος III.
Ωστόσο, στην τελική έκθεση της εξεταστικής επιτροπής του εν λόγω διαγωνισμού, της 16ης Σεπτεμβρίου 1983 ( 11 ), δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η τελευταία καθόρισε τις αρχές αυτές για την ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής. Αναφέρεται απλώς ότι κανείς υποψήφιος δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις συμμετοχής, ιδίως την προϋπόθεση του σημείου V.2 της προκηρύξεως για « τουλάχιστον δεκαετή επαγγελματική πείρα σε υπεύθυνη θέση που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση ».
Σύμφωνα λοιπόν με την έκθεση αυτή, η εξεταστική επιτροπή δεν καθόρισε τις εν λόγω αρχές.
Το καθού βέβαια ανέφερε γενικά ότι σε όλα τα άλλα γλωσσικά τμήματα, όταν επρόκειτο να πληρωθεί η θέση του προϊσταμένου ομάδας, απαιτήθηκε μακρά επαγγελματική πείρα ( δέκα έτη ) που να έχει σχέση με την προς πλήρωση θέση εννούσε δε επαγγελματική πείρα που, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, να έχει αποκτηθεί σε θέση αναθεωρητή.
Σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς τον καθορισμό των αρχών αυτών, το καθού κατέθεσε και πάλι μόνο την τελική έκθεση της εξεταστικής επιτροπής. Κατά την προφορική διαδικασία ανέφερε ότι απέκλεισε από τη συνέχεια της διαδικασίας όλους τους υποψηφίους που δεν μπόρεσαν να αποδείξουν δεκαετή επαγγελματική πείρα ως αναθεωρητές.
Η ενέργεια αυτή της εξεταστικής επιτροπής αντίκειται προς το παράρτημα III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επειδή, κατά τη γνώμη μου, σε περίπτωση προϋποθέσεων συμμετοχής που χρειάζονται συμπλήρωση πρέπει να εφαρμόζεται κατ' αναλογία το άρθρο 5, παράγραφος 3, του παραρτήματος III, δηλαδή πρέπει να καθορίζονται όπως και για την αξιολόγηση των πιστοποιητικών οι αρχές βάσει των οποίων θα γίνει η αξιολόγηση αυτή, θα ήθελα να αναφέρω την απόφαση του Δικατηρίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1965, στην υπόθεση 21/65 ( 12 ), όπου το Δικαστήριο δέχτηκε ότι:
« επειδή η εξεταστική επιτροπή δεν καθόρισε τα κριτήρια βάσει των οποίων έκρινε τα εν λόγω πιστοποιητικά, λείπει από την έκθεση της το ουσιωδέστερο στοιχείο για τη στήριξη των προτάσεων στις οποίες καταλήγει·
επομένως, η εξεταστική επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 6, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. »
Τα συμπεράσματα αυτά του Δικαστηρίου μπορούν πλήρως να εφαρμοστούν και στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα το Δικαστήριο ανέφερε στο σκεπτικό της αποφάσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1965:
« Οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις αυτές τύποι πρέπει να θεωρηθούν ως ουσιώδεις·
πράγματι, ο εκ των προνέρων καθορισμός των κριτηρίων εκτιμήσεως έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι η εξέταση των τίτλων θα γίνει κατά τρόπο αντικειμενικό και χωρίς αυθαιρεσίες·
εξάλλου η υποχρέωση καταρτίσεως “ αιτιολογημένης εκθέσεως” αποσκοπεί στο να δώσει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τη δυνατότητα να κάνει ορθή χρήση της ελευθερίας επιλογής που διαθέτει· αυτό προϋποθέτει ότι θα έχει ενημερωθεί τόσο για τα γενικά κριτήρια που επέλεξε η εξεταστική επιτροπή, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο τα εφάρμοσε κατά την κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων·
δεδομένου ότι οι τύποι αυτοί αποβλέπουν και στην προστασία των υποψηφίων, παραβίαση τους συνιστά έναντι των αποκλεισθέντων υποψηφίων βλαπτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. »
Από την τελική έκθεση της εξεταστικής επιτροπής, καθώς και από τα όσα ανέφερε το καθού κατά την προφορική διαδικασία, συνάγεται ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε καθορίσει τα εν λόγω κριτήρια. Συνεπώς, η απόφαση του καθού να μην επιτρέψει τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στον διαγωνισμό CC/LA/4/83 πρέπει να ακυρωθεί ως πλημμελής.
Το συμπέρασμα αυτό δεν θα άλλαζε καθόλου, αν η εξεταστική επιτροπή είχε πράγματι καθορίσει την εν λόγω προϋπόθεση συμμετοχής υπό την έννοια ότι απαιτείτο δεκαετής επαγγελματική πείρα σε θέση αναθεωρητή, διότι το κριτήριο αυτό δεν αναφέρεται στην έκθεση της.
Εξάλλου, είναι τουλάχιστον αμφίβολο αν το κριτήριο αυτό, στην περίπτωση που είχε καθοριστεί, θα ήταν ενδεδειγμένο. Πράγματι, το ίδιο το καθού ανέφερε ότι σε άλλους διαγωνισμούς για πλήρωση αντίστοιχων θέσεων σε άλλες γλωσσικές ομάδες απαιτήθηκε τουλάχιστον δεκαετής επαγγελματική πείρα, η οποία μόνο μερικώς έπρεπε να είχε αποκτηθεί σε θέση αναθεωρητή. Γι' αυτό έπρεπε κατά μείζονα λόγο να καθοριστούν τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογήθηκε η επαγγελματική πείρα. Αν η εξεταστική επιτροπή ήθελε να απομακρυνθεί από την μέχρι τότε πρακτική, όφειλε τουλάχιστον να το εξηγήσει.
3.
Παρέλκει να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας η αιτίαση ότι το καθού προφανώς πλανήθηκε κατά την εκτίμηση της διάρκειας της επαγγελματικής πείρας της προσφεύγουσας, διότι δεν επελέγησαν ή δεν καθορίστηκαν νομίμως αρχές για την αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας.
4.
Επίσης, παρέλκει να εξεταστεί η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι το καθού διέπραξε κατάχρηση εξουσίας, επειδή φαίνεται ότι δεν ήθελε να καταλήξει ο διαγωνισμός αυτός σε θετικά αποτελέσματα, καθόσον η βλαπτική για την προσφεύγουσα απόφαση του καθού πρέπει εν πάση περιπτώσει να ακυρωθεί.
5.
Η προσφεύγουσα, εκτός από το αίτημα ακυρώσεως, ζητεί να υποχρεωθεί το καθού να ανασυστήσει την εξεταστική επιτροπή, η οποία και να επαναλάβει τις εργασίες της.
Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας κατά το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί μόνο να ακυρώσει το βλαπτικό για τον προσφεύγοντα μέτρο, όχι όμως και να καθορίσει ποια είναι τα συγκεκριμένα συμπεράσματα που πρέπει να συναγάγει ο καθού από την απόφαση ( 13 ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, το όργανο από το οποίο προήλθε η πράξη που ακυρώθηκε είναι, εν πάση περιπτώσει, υποχρεωμένο να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Θεωρώ, συνεπώς, ότι το αίτημα αυτό στερείται αντικειμένου.
6.
α )
Τέλος, θα αναφερθώ με συντομία στον ισχυρισμό του καθού ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν είχε δικαίωμα να άρει ή να τροποποιήσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής. Κατά το καθού, η εξεταστική επιτροπή είναι κυρίαρχη και ανεξάρτητη, και συνεπώς η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έχει ούτε το δικαίωμα ούτε το καθήκον να ελέγξει τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή.
β)
Διατυπωμένος τόσο γενικά, ο ισχυρισμός του καθού είναι αβάσιμος.
Πρέπει, βεβαίως, να γίνει δεκτό ότι ως προς την ουσιαστική αξιολόγηση των πιστοποιητικών και της επιδόσεως στις εξετάσεις η εξεταστική επιτροπή είναι ανεξάρτητη. Διαθέτει ορισμένα περιθώρια εκτιμήσεως. Αυτό συνάγεται από την ίδια την έννοια του διαγωνισμού και τη νομολογία του Δικαστηρίου, π.χ. από τις αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1974 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 112, 144 και 145/73 ( 14 ), της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 316/82 και 40/83 ( 15 ) και της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 7/77 ( 16 ).
Η ανεξαρτησία όμως αυτή της εξεταστικής επιτροπής αφορά μόνον την ουσιαστική αξιολόγηση των τίτλων και των εξετάσεων, όπως συνέβαινε και στις προαναφερθείσες αποφάσεις: έλεγχος της καταλληλότητας του υποψηφίου (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974), αξιολόγηση της επαγγελματικής ικανότητας (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984), έλεγχος της σχετικής πείρας (απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 ).
Η ανεξαρτησία αυτή ωστόσο δεν απαλλάσσει την εξεταστική επιτροπή από την υποχρέωση τηρήσεως των νομικών διατάξεων. Ο γενικός εισαγγελέας Gând υπογράμμισε πολύ σωστά την υποχρέωση αυτή στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 23/64 ( 17 ):
«Ασφαλώς, η ελευθερία της εξεταστικής επιτροπής περιορίζεται από την υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων που ισχύουν περί διαγωνισμών και μάλιστα τόσο των γενικών διατάξεων, όσο και της ρυθμίσεως των λεπτομερειών του διαγωνισμού, που μπορεί π.χ. να ρυθμίζει το είδος των εξετάσεων και τους προβλεπόμενους για κάθε εξέταση συντελεστές. Αντιθέτως, η εξεταστική επιτροπή αποφασίζει εντελώς ελεύθερα όταν, μέσα στα προαναφερθέντα όρια, κρίνει τους διαφόρους υποψηφίους, τους βαθμολογεί ή τους κατατάσσει σε ορισμένη σειρά. »
Η διάκριση αυτή μεταξύ νομικών δεσμεύσεων, αφενός, και αρμοδιότητας κρίσεως, αφετέρου, είναι σημαντική για τον καθορισμό των εξουσιών που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έναντι μιας εξεταστικής επιτροπής. Το Δικαστήριο, βέβαια, στην προαναφερθείσα απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 επί της υποθέσεως 7/77, τόνισε ότι δεν έχει νόημα η υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά αποφάσεων μιας εξεταστικής επιτροπής, διότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί να τροποποιήσει τις αποφάσεις αυτές. Η διαπίστωση αυτή, όμως, ισχύει μόνο για την περίπτωση που η εξεταστική επιτροπή προβαίνει σε θεμινές κρίσεις, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων της. Δεν ισχύει, όμως, όταν η εξεταστική επιτροπή παραβιάζει νομικές διατάξεις, καθόσον δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, παρά την ουσιαστική της ανεξαρτησία.
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει λοιπόν όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να μεριμνά ώστε να είναι σύννομη η δράση της εξεταστικής επιτροπής και να ακυρώνει ενδεχομένως τις παράνομες αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής, εφόσον δεν παραβιάζει την ουσιαστική της ανεξαρτησία ως προς την αξιολόγηση των πιστοποιητικών και της επιδόσεως στις εξετάσεις.
Αυτό απαιτεί άλλωστε και η λυσιτελής και αποτελεσματική έννομη προστασία. Δεν είναι ορθό να παραπέμπεται ο υπάλληλος που θίγεται από προφανώς παράνομη ενέργεια εξεταστικής επιτροπής στην ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ περισσότερο χρονοβόρα διαδικασία, όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει τη δυνατότητα να κάνει δεκτό, κατόπιν της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το αίτημα του ενδιαφερομένου.
Στην παρούσα, όμως, περίπτωση το καθού δεν ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό.
7.
Επειδή πρέπει να γίνει δεκτό το κύριο αίτημα της προσφυγής και να απορριφθεί μόνο το αίτημα να καθοριστούν οι συγκεκριμένες έννομες υποχρεώσεις τις οποίες εν πάση περιπτώσει πρέπει το καθού να συναγάγει από την απόφαση, θεωρώ ενδεδειγμένο να καταδικαστεί το καθού, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Δεν αντιβαίνει προς τη λύση αυτή το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ζήτησε καταρχάς την ακύρωση όλης της διαδικασίας του διαγωνισμού. Δεδομένου ότι, αν ερμηνευτεί κατά γράμμα η προσφυγή, το αίτημα αυτό αντιφάσκει προς τα υπόλοιπα αιτήματα, ήταν προφανές ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε ως επικουρικό ή εναλλακτικό αίτημα. Αυτό το διευκρίνισε η προσφεύγουσα στην απάντηση της και τελικώς παραιτήθηκε από το αίτημα αυτό κατά την προφορική διαδικασία. Δεν πρέπει, συνεπώς, να καταδικαστεί η προσφεύγουσα να καταβάλει μέρος των δικαστικών εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας.
Γ.
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω η απόφαση του Δικαστηρίου να είναι η ακόλουθη:
1)
Ακυρώνεται η απόφαση του καθού που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 30 Σεπτεμβρίου 1983 και με την οποία η προσφεύγουσα δεν έγινε δεκτή στο διαγωνισμό CC/LA/4/83.
2)
Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά.
3)
Το καθού καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Παράρτημα 1 της προσφυγής.
( 2 ) Απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1981, παράρτημα 3, στοιχείο γ ), της ανταπαντήσεως.
( 3 ) Παράρτημα 2 της ανταπαντήσεως.
( 4 ) Παράρτημα 1 της ανταπαντήσεως.
( 5 ) Παράρτημα 1 της προσφυγής.
( 6 ) Παράρτημα 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 7 ) Παράρτημα 2 της προσφυγής.
( 8 ) Παράρτημα 3 της προσφυγής.
( 9 ) Παράρτημα 4 της προσφυγής.
( 10 ) Παράρτημα 5 της προσφυγής.
( 11 ) Παράρτημα 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 12 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 21/65, Domenico Morina κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Slg, 1965, σ. 1359' η απόφαση αυτή, που αναφερόταν στον τότε κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ (κανονισμός 31 ΕΟΚ, 11 ΕΚΑΕ, ABl. 1962, σ. 1385), μπορεί να εφαρμοστεί και στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διότι το παράρτημα III είναι ακριβώς το ίδιο.
( 13 ) Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 2/80, Hubert Dautzenberg κατά Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1980, σ. 3107' καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην ίδια υπόθεση, ιδίως σ. 3123' Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1966 στην υπόθεση 62/85, Manlio Serio κατά Επιτροπής ΕΚΛΕ, Slg. 1966, σ. 843.
( 14 ) Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 112, 144 και 145/73, Anna Maria Campogrande και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1974, σ. 957.
( 15 ) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 316/82 και 40/83, Nelly Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 641.
( 16 ) Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 7/77, Bernhard Diether Ritter von Wüllerstorff και Urbair κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1978, σ. 769.
( 17 ) Υπόθεση 23/64, Therese Vandevyvere κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Sig. 1965, σ. 217.
Full & Egal Universal Law Academy