ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 10ης Οκτωβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
1.
Κύριο θέμα της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επί της οποίας σήμερα πρόκειται να αναπτύξω τις προτάσεις μου, είναι η τροποποίηση του καθεστώτος εισαγωγής μανιόκας καθώς και το ερώτημα αν ήταν επιβεβλημένο, με την ευκαιρία της τροποποίησης αυτής, να προβλεφθούν μεταβατικές διατάξεις υπέρ των θιγέντων επιχειρηματιών.
Μέχρι το καλοκαίρι του 1982 μπορούσε να εισαχθεί μανιόκα από κράτη μέλη της ΓΣΔΕ ( GATT ) καθώς και από άλλες τρίτες χώρες με τις οποίες η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα είχε συμφωνήσει την καλούμενη « ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου κράτους » — μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Ταϊλάνδη ( 1 ) — με την καταβολή δασμού 6%. Το κοινό δασμολόγιο, όπως δημοσιεύτηκε στον κανονισμό 330/81 της 16ης Νοεμβρίου 1981 ( 2 ), προέβλεπε πράγματι για τα εμπορεύματα της διάκρισης 07.06 Α το συμβατικό αυτό δασμό 6%. Ο αυτόνομος δασμός επίσης ανερχόταν σε 6 % και εν πάση περιπτώσει στο δασμολόγιο αναφερόταν ότι τα προϊόντα αυτά υπόκείνται επίσης σε καθεστώς εισφοράς. Βάση για το συμβατικό δασμό ήταν τελωνειακή παραχώρηση στην οποία είχε προβεί η Κοινότητα στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ.
Ενόψει των προβλημάτων που υπήρχαν στον τομέα της αγοράς σιτηρών, ο οποίος χαρακτηριζόταν από στάσιμη ή ελαφρώς μειούμενη εσωτερική κατανάλωση καθώς και από συνεχώς αυξανόμενες εισαγωγές προϊόντων υποκαταστάσεως σιτηρών, η Κοινότητα θεώρησε ότι έπρεπε να προβεί σε διαπραγματεύσεις με τις σπουδαιότερες χώρες-προμηθευτές προϊόντων υποκαταστάσεως των σιτηρών με σκοπό τον περιορισμό των εισαγωγών. Στη Δέκατη Πέμπτη Γενική Έκθεοη επί της δραστηριότητας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1981, που δημοσίευσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το Φεβρουάριο του 1982, αναφέρεται ότι είχαν μονογραφεί συμφωνίες με την Ταϊλάνδη και την Ινδονησία και ότι εξακολουθούσαν οι διαπραγματεύσεις με τη Βραζιλία ( 3 ).
Η εισαγωγή μανιόκας υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( 4 ), σε συνδυασμό με το παράρτημα του Α, στην εν λόγω οργάνωση αγοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού, για κάθε εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων απαιτείται η υποβολή πιστοποιητικού εισαγωγής. Η χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής εξαρτάται από την παροχή ασφάλειας, η οποία εξασφαλίζει την εκπλήρωση της υποχρέωσης να πραγματοποιηθεί η εισαγωγή κατά τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού' η ασφάλεια καταπίπτει εν όλω ή εν μέρει, αν η εισαγωγή δεν πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιηθεί μερικώς εντός της προθεσμίας αυτής (άρθρο 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού 2727/75 ). Τα πιστοποιητικά μπορούν κατά κανόνα να ζητηθούν κατά δύο διαφορετικούς τρόπους, οπότε και οι εισφορές λόγω εισαγωγής υπολογίζονται διαφορετικά:
—
στην περίπτωση απλών πιστοποιητικών εισαγωγής εισπράττεται, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 2727/75, η εισφορά εκείνη που ισχύει την ημέρα εισαγωγής,
—
στην περίπτωση πιστοποιητικών με προκαθορισμό της εισφοράς, εισπράττεται, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2727/75, η εισφορά που ισχύει την ημέρα καταθέσεως της αίτησης για τη χορήγηση πιστοποιητικού, προσαρμοζόμενη προς την τιμή κατωφλίου που ισχύει κατά το μήνα της εισαγωγής.
Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 7, του κανονισμού, όταν κατά την εξέταση της κατάστασης της αγοράς διαπιστώνεται η ύπαρξη δυσκολιών που οφείλονται στην εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τον προκαθορισμό της εισφοράς ή κινδύνου να προκύψουν παρόμοιες δυσκολίες, μπορεί να ανασταλεί η εφαρμογή των διατάξεων αυτών για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα.
Στηριζόμενη στο άρθρο 15, παράγραφος 7, του κανονισμού 2727/75, η Επιτροπή ανέστειλε με τον κανονισμό 1147/82, της 13ης Μαΐου 1982, περί αναστολής του προκαθορισμού των εισφορών εισαγωγής για τις ρίζες μανιόκας, τον προκαθορισμό της εισφοράς για το προϊόν αυτό, το οποίο υπάγεται στη δασμολογική κλάση 07.06 Α του κοινού δασμολογίου, από τις 14 έως τις 28 Μαΐου 1982 ( 5 ). Η αιτιολογία του μέτρου αυτού ήταν η εξής:
«... η διατήρηση του παρόντος καθεστώτος υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει τον προκαθορισμό, βραχυχρονίως, εισφορών για ποσότητες σημαντικά μεγαλύτερες από τις ποσότητες που θα προβλέπονταν υπό κανονικότερες συνθήκες' »
Με τον κανονισμό 1230/82 ( 6 ) της 19ης Μαΐου 1982, η Επιτροπή θέσπισε ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του συστήματος των πιστοποιητικών εισαγωγής για τα προϊόντα που υπάγονται στη διάκριση 07.06 Α του κοινού δασμολογίου. Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού αναφέρει καταρχάς ότι οι αιτήσεις των πιστοποιητικών καθώς και τα πιστοποιητικά εισαγωγής των προϊόντων της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου περιλαμβάνουν στο τετραγωνίδιο 14 την ένδειξη της χώρας καταγωγής και ορίζει στη συνέχεια, στη δεύτερη πρόταση, ότι
« Το πιστοποιητικό καθιστά υποχρεωτική την εισαγωγή προϊόντων καταγόμενων από την αναφερομένη χώρα. »
Προς αιτιολόγηση της ρύθμισης αυτής, η Επιτροπή ανέφερε τα εξής:
« Για την εισαγωγή των προϊόντων αυτών προβλέπεται η σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας και των κυριοτέρων χωρών εξαγωγής'... για να μη διακυβευθεί η εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών αμέσως μόλις αυτές έχουν συναφθεί, πρέπει να συμπληρωθεί με τις λεπτομέρειες που προβλέπονται από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2042/75 με θέσπιση μέτρων που επιτρέπουν στην Επιτροπή να πληροφορείται την καταγωγή των εισαγομένων προϊόντων. »
2.
Η εταιρία Krohn GmbH & Co. KG, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, είναι επιχείρηση που ασχολείται με το χονδρεμπόριο και τις εισαγωγές σιτηρών και ζωοτροφών. Στις 21 Μαΐου 1982 έλαβε, κατόπιν αιτήσεως της, από το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung ( Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Οργανώσεως των Γεωργικών Αγορών), καθού στην κύρια δίκη, 20 πιστοποιητικά εισαγωγής, το καθένα από τα οποία αφορούσε την εισαγωγή 10000 τόνων μανιόκας της διάκρισης 07.06 Α από την Ταϊλάνδη. Γι' αυτά τα « απλά » πιστοποιητικά εισαγωγής έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 2727/75, να παρασχεθούν ασφάλειες. Τα πιστοποιητικά ίσχυαν για την περίοδο 21 Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου 1982.
3.
Στις 19 Ιουλίου 1982, το Συμβούλιο εξέδωσε τις εξής τρεις αποφάσεις:
—
την απόφαση 82/495/ΕΟΚ, περί συνάψεως συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Ταϊλάνδης σχετικά με την παραγωγή, την εμπορία και τις συναλλαγές μανιόκας ( 7 ),
—
την απόφαση 82/496/ΕΟΚ, περί συνάψεως συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ινδονησίας σχετικά με τις εισαγωγές μανιόκας προελεύσεως Ινδονησίας και άλλων προμηθευτριών χωρών που είναι μέλη της ΓΣΔΕ ( 8 ),
—
την απόφαση 82/497/ΕΟΚ, περί συνάψεως συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας σχετικά με τις εισαγωγές μανιόκας προελεύσεως Βραζιλίας και άλλων προμηθευτριών χωρών που είναι μέλη της ΓΣΔΕ ( 9 ).
Κοινό σημείο και των τριών συμφωνιών είναι ότι επιδιώκουν τον περιορισμό των εισαγωγών μανιόκας στην Κοινότητα. Προς το σκοπό αυτό προβλέπονται ανώτατες ποσότητες, οι οποίες επιπλέον μπορούν να εισαχθούν στην Κοινότητα με ανώτατο όριο δασμού 6 °/ο κατ' αξία. Οι συμφωνίες διαφέρουν, εντούτοις, ως προς τη ρύθμιση της διαδικασίας σχετικά με τις ποσοστώσεις. Ενώ η συμφωνία με την Ινδονησία και τη Βραζιλία δεν περιλαμβάνουν ρυθμίσεις σχετικά με την εφαρμογή τους, το Βασίλειο της Ταϊλάνδης ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίσει το ίδιο την τήρηση των καθορισθεισών ανώτατων ποσοτήτων.
Σχετικά με τα νέα συστήματα εισαγωγής, η Επιτροπή θέσπισε τις εξής εκτελεστικές διατάξεις:
—
τον κανονισμό 2029/82, της 22ας Ιουλίου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που ισχύει για τα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου που κατάγονται από την Ταϊλάνδη και έχουν εξαχθεί από τη χώρα αυτή το 1982 ( 10 ),
—
τον κανονισμό 2655/82, της 1ης Οκτωβρίου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής, κατά το 1982, για τα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου καταγωγής τρίτων χωρών εκτός της Ταϊλάνδης και περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 950/68 περί του κοινού δασμολογίου ( 11 ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 2029/82, το καθεστώς που προβλέπεται στη συμφωνία συνεργασίας εφαρμόζεται στα προϊόντα που υπάγονται στη διάκριση 07.06 Α του κοινού δασμολογίου που κατάγονται από την Ταϊλάνδη, εάν εισάγονται με πιστοποιητικά εισαγωγής, η έκδοση των οποίων εξαρτάται από την υποβολή « πιστοποιητικού για την εξαγωγή » προς την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα που εκδίδεται από το Department of Foreign Trade — Ministry of Commerce, Government of Thailand. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού, οι διατάξεις του άρθρου 1 εφαρμόζονται μόνο στα πιστοποιητικά εξαγωγής που εκδίδονται από τις αρχές της Ταϊλάνδης από τις 28 Ιουλίου 1982 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού, για τα προϊόντα που εξήχθησαν από την Ταϊλάνδη πριν από τις 28 Ιουλίου 1982 μπορούσε να ισχύσει η εισφορά που ανερχόταν στο 6°/ο μόνο της δασμολογητέας αξίας, αν ο εισαγωγέας διέθετε πιστοποιητικό εισαγωγής που δεν περιείχε προκαθορισμό της εισφοράς και αν, μεταξύ άλλων, τα προϊόντα τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία το αργότερο 30ημέρες μετά από τις 28 Ιουλίου 1982. Η τελευταία αυτή προθεσμία παρατάθηκε αργότερα, ως προς ορισμένες εμπορευματικές αποστολές, με τον κανονισμό 2427/82 της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 1982 ( 12 ), σε 55ημέρες.
Το άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82, της 1ης Οκτωβρίου 1982, περιέχει μεταβατική ρύθμιση για τους κατόχους πιστοποιητικών εισαγωγής από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης. Οι εν λόγω κάτοχοι μπορούν εντός προθεσμίας 30ημερών από την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού να ζητήσουν την ακύρωση των πιστοποιητικών που εκδόθηκαν πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του κανονισμού αυτού και την αποδέσμευση της ασφάλειας τους. Σε περίπτωση που τα ακυρωθέντα πιστοποιητικά αφορούν ποσότητες οι οποίες αποδεδειγμένως μεταφέρονται διά θαλάσσης ήδη την 1η Οκτωβρίου, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν κατόπιν υποβολής αιτήσεως πριν από τις 9 Οκτωβρίου 1982 να τύχουν ορισμένης προτιμήσεως.
Ήδη στις 30 Σεπτεμβρίου 1982 το Συμβούλιο θέσπισε γενική ρύθμιση για τις εισαγωγές μανιόκας με τον κανονισμό 2646/82, περί του καθεστώτος εισαγωγών που εφαρμόζεται κατά το 1982 στα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου ( 13 ). Με τον κανονισμό αυτό, το Συμβούλιο καθόρισε τις ποσότητες για την εισαγωγή των οποίων μπορεί να ισχύσει εισφορά μόνο μέχρι 6 % κατ' αξία. Σύμφωνα με το άρθρο 3, ο εν λόγω κανονισμός άρχισε να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου 1982. Ίσχυε εντούτοις για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου 1982.
Επομένως, μετά την έναρξη ισχύος των νέων συστημάτων εισαγωγών, η αντιμετώπιση των εισαγωγών μανιόκας δεν ήταν ενιαία: σε περίπτωση που επρόκειτο για ποσότητες στο πλαίσιο της ποσόστωσης, επιβαλλόταν εισφορά ύψους 6 ο/ο κατ' αξία — όπως και πριν. Σε περίπτωση που οι εισαγόμενες ποσότητες δεν καλύπτονταν από τη συμφωνία, εφαρμοζόταν το καθεστώς της εισφοράς. Στην περίπτωση αυτή οι — μεταβλητοί — συντελεστές της εισφοράς έφθαναν κατά μέσο όρο το 60 ο/ο περίπου της αξίας του εμπορεύματος.
4.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη είχε χρησιμοποιήσει έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1982 μόνο ένα μέρος των πιστοποιητικών που της είχαν χορηγηθεί. Με έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1982 επέστρεψε στο καθού στην κύρια δίκη τα πιστοποιητικά και ζήτησε την αποδέσμευση των ασφαλειών. Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1982, το καθού κήρυξε τις συσταθείσες ασφάλειες καταπεσούσες κατ' αναλογία, δηλαδή κατά το ποσό των 173190 γερμανικών μάρκων ( DM ). Με έγγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 1982 η προσφεύγουσα προέβαλε ένσταση κατά της εν λόγω αποφάσεως και ζήτησε ρητά την ακύρωση των πιστοποιητικών εισαγωγής για τις εν μέρει μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες επικαλούμενη τη ρύθμιση του κανονισμού 2655/82. Με απόφαση της 28ης Δεκεμβρίου 1982, το καθού απέρριψε την ένσταση, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82 πρέπει σύμφωνα με το γράμμα της να εφαρμοστεί αυστηρώς και επομένως αποκλείεται η κατ' αναλογία εφαρμογή. Κατά το καθού, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη ανωτέρας βίας. Ούτε μπορεί να αξιώσει να διατηρηθεί η δυνατότητα της μέχρι τώρα απεριόριστης εισαγωγής με συντελεστή εισφοράς ίσο με το 6 % του δασμού. Πέραν αυτού, οι εισαγωγές μανιόκας από την Ταϊλάνδη δεν απαγορεύθηκαν πλήρως με την τροποποιητική ρύθμιση' οι εισαγωγές δεν έχουν καταστεί εντελώς αδύνατες, απλώς η προσφεύγουσα στερήθηκε τη δυνατότητα να εισάγει με το χαμηλό συντελεστή εισφοράς 6%.
5.
Το Verwaltungsgericht Frankfurt, ενώπιον του οποίου προσβλήθηκε η εν λόγω απόφαση, ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία ερωτήματα με σκοπό την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
« 1 )
Η υπέρτερη νομική αρχή της απαγόρευσης των αυθαιρεσιών και της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 6, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2655/82 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 1982 ( ΕΕ L 280 της 2.10.1982, σ. 14 και επ. ), το οποίο έχει ως αντικείμενο το καθεστώς εισαγωγής για τα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου καταγωγής τρίτων χωρών εκτός της Ταϊλάνδης, στην εισαγωγή προϊόντων καταγωγής Ταϊλάνδης που υπάγονται στην ίδια διάκριση;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό: Ποιες προθεσμίες και ποιες άλλες διαδικαστικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2655/82 πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ανάλογη εφαρμογή;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Το καθεστώς εισαγωγής που καθιερώθηκε για το 1982 για την εισαγωγή προϊόντων της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου είναι περίπτωση ανωτέρας βίας, καθόσον με το καθεστώς αυτό αυξήθηκε η εισφορά για τα προϊόντα που δεν υπόκεινται σε ορισμένη ποσόστωση από 6 °/ο κατ' αξία στο πολλαπλό; »
Το παραπέμπον δικαστήριο παραδέχεται μεν ότι η Επιτροπή διαθέτει ορισμένα περιθώρια ρυθμιστικής ή διακριτικής εξουσίας ως προς τις μεταβατικές ρυθμίσεις και τις ρυθμίσεις για την αποφυγή αδικιών σε βάρος των κατόχων πιστοποιητικών εισαγωγής. Αν όμως κάνει χρήση της εν λόγω εξουσίας για συγκεκριμένη ρύθμιση, επέρχεται ένα είδος αυτοδεσμεύσεως του συντάκτη του κανονισμού καθόσον η υπέρτερη νομική αρχή της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει την εφαρμογή της συγκεκριμένης αυτής ρύθμισης και σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ανάλογη εφαρμογή του καθεστώτος για τα προϊόντα από άλλες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης δεν επιτρέπεται για τα ταϊλανδικά προϊόντα, το παραπέμπον δικαστήριο έχει ενδοιασμούς για το αν οι νέοι αυστηρότεροι όροι εισαγωγής για τους κατόχους πιστοποιητικών δεν αποτελούν ασυνήθιστα και απρόβλεπτα γεγονότα υπό την έννοια της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, τα οποία επιτάσσουν την αποδέσμευση των κατόχων πιστοποιητικών από την υποχρέωση εισαγωγής.
6.
Σχετικά με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, κατέθεσαν παρατηρήσεις η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
α)
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη αναφέρει καταρχάς ότι με τη συμφωνία συνεργασίας και τις εκτελεστικές διατάξεις που θεσπίστηκαν σχετικά δεν είναι πλέον δυνατή η από οικονομική άποψη συμφέρουσα αξιοποίηση των παλαιών της πιστοποιητικών. Δεδομένου ότι τα πιστοποιητικά αυτά χορηγήθηκαν χωρίς προκαθορισμό της εισφοράς, μετά την έναρξη της ισχύος του νέου καθεστώτος για τα παλαιά της πιστοποιητικά εισαγωγής μπορούσε να εισαγάγει μανιόκα μόνο με τους υψηλότερους συντελεστές εισφοράς, που επιδρούν απαγορευτικά. Κατά την ανάπτυξη των νομικών της απόψεων συνόψισε τις παρατηρήσεις της σχετικά με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου. Η έλλειψη μεταβατικής ρυθμίσεως για τους κατόχους πιστοποιητικών εισαγωγής μανιόκας καταγωγής Ταϊλάνδης μπορεί να οφείλεται μόνο σε νομοθετικό κενό ή στο γεγονός ότι λησμονήθηκε η θέσπιση της ρύθμισης αυτής, λόγω της βιασύνης με την οποία θεσπίστηκε ο κανονισμός 2029/82 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τη συμφωνία που είχε συναφθεί δύο ημέρες πριν με την εν λόγω χώρα. Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2655/82, η Επιτροπή αναφέρει:
« ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των κατόχων πιστοποιητικών εισαγωγής που εξεδόθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2646/82, και κατά συνέπεια να προβλεφθεί η δυνατότητα για τους κατόχους να ζητήσουν την ακύρωση των πιστοποιητικών αυτών και την επιστροφή της ασφάλειας. »
Κατά την προσφεύγουσα, η « ειδική κατάσταση » των ενδιαφερόμενων κατόχων πιστοποιητικών εισαγωγής έγκειται ακριβώς στο ότι ευλόγως δεν μπορούσαν να έχουν λάβει υπόψη τους το ενδεχόμενο πλήρους τροποποιήσεως του καθεστώτος εισαγωγής μανιόκας κατά τη διάρκεια της ισχύος των πιστοποιητικών.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την περίπτωση ανωτέρας βίας και προς προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων, η Επιτροπή θέσπισε την προσωρινή ρύθμιση του άρθρου 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82. Δεν υπάρχει εμφανής λόγος που να δικαιολογεί ότι οι κάτοχοι πιστοποιητικών εισαγωγής μανιόκας καταγωγής Ταϊλάνδης δεν βρίσκονταν στην ίδια « ειδική κατάσταση » κατά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας συνεργασίας με τη χώρα αυτή. Οι τρεις συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών έχουν το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή τον περιορισμό των εισαγωγών μανιόκας στην Κοινότητα. Επομένως, η κατάσταση των συμφερόντων των κατόχων πιστοποιητικών εισαγωγών είναι η ίδια κατά την έναρξη της ισχύος των διαφόρων αυτών συμφωνιών και πρέπει να προστατεύεται το ίδιο.
Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει την άποψη ότι, σε περίπτωση κατ' αναλογία εφαρμογής, οι διατάξεις του κανονισμού 2655/82 πρέπει να εφαρμόζονται αναλόγως σε όλους τους εισαγωγείς προϊόντων της δασμολογικής διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου. Πράγματι, μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2029/82, της 22ας Ιουλίου 1982, ο εισαγωγέας, για τα πιστοποιητικά του οποίου υπήρχε κίνδυνος να λήξει η ισχύς τους χωρίς να έχουν χρησιμοποιηθεί, δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση περί αποδεσμεύσεως της ασφάλειας. Μόνο αφότου θεσπίστηκε το μεταβατικό καθεστώς με τον κανονισμό 2655/82, ο οποίος προέβλεψε την ακύρωση των πιστοποιητικών εισαγωγής και την αποδέσμευση των αντίστοιχων ασφαλειών εντός 30ημερών μετά από την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού, μπορούσαν οι εισαγωγείς να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα και να υποβάλουν τις σχετικές αιτήσεις. Η ανάλογη εφαρμογή του κανονισμού 2655/82 σημαίνει ότι και η προθεσμία των 30ημερών ίσχυε αναλόγως από την 1η Οκτωβρίου 1982.
Κατά την προσφεύγουσα, η διάρκεια της ισχύος των πιστοποιητικών εισαγωγής που της χορηγήθηκαν συνηγορεί επίσης υπέρ της εφαρμογής αυτής της προθεσμίας. Αν είχε υποβάλει αίτηση για ακύρωση και αποδέσμευση των ασφαλειών ενώ εξακολουθούσαν ακόμη να ισχύουν τα πιστοποιητικά της, το καθού στην κύρια δίκη θα μπορούσε δικαίως να της προσάψει ότι ενεργεί προώρως, δεδομένου ότι δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια για να λάβει από τις ταϊλανδικές αρχές πιστοποιητικά εξαγωγής. Η προσφεύγουσα όμως αυτό ακριβώς έκανε και μόνο όταν, μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος των πιστοποιητικών της, δεν είχε πλέον νόημα η προσπάθεια για το εν λόγω πιστοποιητικό εξαγωγής, επέστρεψε τα πιστοποιητικά και υπέβαλε αίτηση για την αποδέσμευση των ασφαλειών.
Κατά την προφορική διαδικασία η προσφεύγουσα αναφέρθηκε ακόμη στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι ταϊλανδικές αρχές είχαν εφαρμόσει στην πράξη το νέο καθεστώς εξαγωγών ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1982. Η προσφεύγουσα το αμφισβητεί και τονίζει επιπροσθέτως ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του ταϊλανδικού καθεστώτος εξαγωγών και του κοινοτικού καθεστώτος εισαγωγών. Για τη χρησιμοποίηση των πιστοποιητικών της αποφασιστική σημασία έχει το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγών και μέχρι τις 28 Ιουλίου 1982 δεν ήταν αναγκαίο στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος να υποβληθούν ταΐλανδικά πιστοποιητικά εξαγωγής. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν είχε κανένα λόγο να ζητήσει από τις ταϊλανδικές αρχές πριν από το προαναφερθέν χρονικό σημείο τα εν λόγω πιστοποιητικά εξαγωγής.
Εξάλλου, αν η Επιτροπή δικαιολογεί τη διαφορετική μεταβατική ρύθμιση για τα παλαιά πιστοποιητικά με το επιχείρημα ότι η μεταχείριση των παλαιών πιστοποιητικών είναι διαφορετική, τότε η επιχειρηματολογία αυτή αποτελεί κλασική περίπτωση φαύλου κύκλου. Η διαφορετική ρύθμιση δεν μπορεί να προβληθεί προς δικαιολόγηση της ίδιας αυτής ρύθμισης.
Τελειώνοντας, η προσφεύγουσα προτείνει στα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου να δοθεί η εξής απάντηση:
« 1.
α)
Το καθεστώς εισαγωγής που θεσπίστηκε τον Ιούλιο του 1982 για την εισαγωγή προϊόντων της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου, με το οποίο περιορίστηκε η εισαγωγή μανιόκας με συντελεστή εισφοράς 6 °/ο κατ' αξία σε ορισμένη ποσότητα και αυξήθηκε η εισφορά στο πολλαπλό ως προς τις περαιτέρω ποσότητες, αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας.
β)
Για το λόγο αυτό, η ειδική κατάσταση των πιστοποιητικών εισαγωγής που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2029/82 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1982, πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τέτοιο τρόπο ώστε η μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2655/82 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 1982, να εφαρμοστεί επίσης και στα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου που κατάγονται από την Ταϊλάνδη.
2.
Η προθεσμία των 30ημερών για την κατάθεση αιτήσεως για ελευθέρωση της ασφάλειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2655/82 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 1982, ισχύει στην περίπτωση αυτή της ανάλογης εφαρμογής και για τις εισαγωγές από την Ταϊλάνδη μόλις από την ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2655/82, της 1ης Οκτωβρίου 1982. Η αίτηση για ελευθέρωση της ασφάλειας μπορεί να υποβληθεί ατύπως. »
β )
Η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και ότι συνεπώς πρέπει να υπάρξει ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82 στις εισαγωγές προϊόντων από την Ταϊλάνδη, δεδομένου ότι το καθεστώς που θεσπίστηκε με τη συμφωνία ΕΟΚ/Ταϊλάνδης καθώς και με τον εκτελεστικό κανονισμό 2029/82, της 22ας Ιουλίου 1982, διαφέρει από το καθεστώς που θεσπίστηκε με τις συμφωνίες μεταξύ ΕΟΚ/Ινδονησίας, Βραζιλίας και άλλων τρίτων χωρών και με τον εκτελεστικό κανονισμό 2655/82.
Κατά την Επιτροπή, τα καθεστώτα εισαγωγής έχουν μεν κοινό σημείο το ότι η απεριόριστη δυνατότητα εισαγωγής με το συντελεστή 6% κατ' αξία, ο οποίος είχε παγιωθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ, περιορίστηκε από το 1982 σε ένα ανώτατο όριο ποσοτήτων, μετά την υπέρβαση του οποίου οι εισαγωγείς όφειλαν να πληρώσουν την πλήρη εισφορά για το κριθάρι. Αντιθέτως, υπήρχαν διαφορές ως προς την έναρξη ισχύος κάθε καθεστώτος, ως προς τον τρόπο της λειτουργίας τους και ως προς τα παλαιά πιστοποιητικά.
Κατά τη διαχείριση των ποσοστώσεων στο πλαίσιο της συμφωνίας με την Ταϊλάνδη όλη την ευθύνη για τη χορήγηση πιστοποιητικών εξαγωγής και τον έλεγχο των εξαγόμενων ανώτατων ποσοτήτων φέρουν οι ταϊλανδικές αρχές. Η εισαγωγή μανιόκας με τον προτιμη-σιακό συντελεστή είναι δυνατή μόνο με την υποβολή πιστοποιητικού εξαγωγής που έχει εκδοθεί με αύξοντα αριθμό από τις τάιλαν-δικές αρχές, οπότε οι αρχές των κρατών μελών περιορίζονται να ελέγξουν αν έχει υποβληθεί το πιστοποιητικό αυτό. Αν έχει εκδοθεί το πιστοποιητικό και τα εμπορεύματα που εξήχθησαν από την Ταϊλάνδη είναι τα ίδια με αυτά που εισήχθησαν στην Κοινότητα, οι αρχές των κρατών μελών πρέπει βασικά να χορηγήσουν πιστοποιητικό εισαγωγής για τις ποσότητες που αναφέρονται στο ταϊλανδικό πιστοποιητικό εξαγωγής. Με τη ρύθμιση αυτή, η οποία πράγματι θεσπίστηκε ήδη την 1η Ιανουαρίου 1982, επομένως ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Ταϊλάνδης τον Ιούλιο, εξασφαλίστηκε η τήρηση της προτιμησιακής ποσόστωσης που συμφωνήθηκε για το έτος 1982. Αντίθετα, για τις εισαγωγές από την Ινδονησία, τη Βραζιλία και άλλες τρίτες χώρες, τη διαχείριση της ετήσιας ποσόστωσης έχει πλήρως η Κοινότητα.
Στην περίπτωση των παλαιών πιστοποιητικών για εισαγωγές από άλλες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης, τα οποία είχαν ήδη χορηγηθεί κατά την έναρξη της ισχύος των διαφόρων συμφωνιών που συνήψε η ΕΟΚ, αλλά δεν είχαν ακόμη χρησιμοποιηθεί, δεν υπήρχε συστηματική απογραφή. Για το λόγο αυτό, ο συντάκτης του κανονισμού δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο την 1η Οκτωβρίου 1982 να υπήρχαν ακόμη πολυάριθμα πιστοποιητικά εισαγωγής που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί. Ενόψει της αβεβαιότητας σχετικά με τον αριθμό των πιστοποιητικών αυτών, τα οποία είχαν πλέον γίνει ασύμφορα για τους εισαγωγείς που είχαν βασιστεί στο συντελεστή εισφοράς 6 %, η Επιτροπή θεώρησε ότι ενδείκνυται να προβλέψει τη δυνατότητα ακυρώσεως τους με ταυτόχρονη αποδέσμευση της ασφάλειας.
Αντιθέτως, στο πλαίσιο των εισαγωγών από την Ταϊλάνδη, μπορούσαν να υπάρχουν παλαιά πιστοποιητικά μόνο αν ένας εισαγωγέας δεν είχε τηρήσει την ταϊλανδική ρύθμιση για τις εξαγωγές. Στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε κανένας λόγος να προβλεφθούν άλλες μεταβατικές ρυθμίσεις εκτός από την περίπτωση κατά την οποία ορισμένες ποσότητες μανιόκας είχαν ήδη εγκαταλείψει τους ταϊλαν-δικούς λιμένες στις 28 Ιουλίου 1982. Προκειμένου να αποφευχθούν προσπάθειες καταστρατηγήσεως των ισχυουσών διατάξεων, η Επιτροπή ακύρωσε μόνο εκείνα τα παλαιά πιστοποιητικά, για τα οποία ο εισαγωγέας μπορούσε να επιδείξει αντίστοιχη ταϊλανδική βεβαίωση εξαγωγής.
Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή προτείνει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί η εξής απάντηση:
« Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η αρχή της ισότητας, δεν επιτρέπεται η δυνατότητα ακυρώσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 6, εδάφιο 1, του κανονισμού 2655/82 για τα αχρησιμοποίητα πιστοποιητικά εισαγωγής που αφορούν την εισαγωγή μανιόκας από την Ινδονησία, τη Βραζιλία και άλλες χώρες-προμηθευτές εκτός της Ταϊλάνδης, να μεταφερθεί στο καθεστώς εισαγωγής των προϊόντων μανιόκας καταγωγής Ταϊλάνδης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2029/82. »
Η Επιτροπή θεωρεί το δεύτερο ερώτημα άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Κατά την άποψη της Επιτροπής και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Η τροποποίηση του καθεστώτος εισαγωγής για τα προϊόντα από την Ταϊλάνδη δεν μπορεί να αποτελεί ασυνήθιστο και απρόβλεπτο γεγονός. Ενόψει της πρακτικής που ακολουθούσαν οι ταϊλανδικές αρχές από τον Ιανουάριο του 1982 και του γεγονότος ότι η Επιτροπή το Μάιο 1982, στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1230/82, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής των προϊόντων της διακρίσεως 07.06 Α του κοινού δασμολογίου, αναφέρθηκε στην επικείμενη σύναψη της σχετικής συμφωνίας, έπρεπε οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι να λάβουν υπόψη τους ότι ενδεχομένως θα τροποποιούνταν το καθεστώς εισαγωγών και να ενεργήσουν αναλόγως. Επίσης, η προσφεύγουσα δεν ενήργησε με την επιμέλεια που απαιτείτο λόγω των περιστάσεων, δεδομένου ότι μετά την έκδοση του κανονισμού 1147/82, με τον οποίο εξέλιπε η δυνατότητα του προκαθορισμού του συντελεστή εισφοράς εισαγωγής, έπρεπε να έχει σαφή ιδέα του κινδύνου που θα διέτρεχε αν υπέβαλλε αιτήσεις για την απόκτηση πιστοποιητικών εισαγωγής.
Επομένως, η Επιτροπή προτείνει στο τρίτο ερώτημα να δοθεί η εξής απάντηση:
« Η τροποποίηση του καθεστώτος εισαγωγής, με την οποία αυξάνεται πολλαπλώς ο συντελεστής εισφοράς 6 ο/ο επί της δασμολογητέας αξίας ο οποίος ίσχυε μέχρι τότε, ασφαλώς δεν αποτελεί περίπτωση “ανωτέρας βίας”, αν η τροποποίηση διαφαινόταν ήδη από πολύ καιρό κατά τρόπο που οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν σαφώς να τη διακρίνουν και αν οι ενδιαφερόμενοι είχαν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς εισαγωγής. »
Β.
Με τις προτάσεις μου στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως θα εξετάσω καταρχάς το ερώτημα αν η τροποποίηση κανόνων εμπορικής πολιτικής μπορεί να αποτελέσει περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 36 του κανονισμού 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα ( 14 ), σε περίπτωση που με την τροποποίηση αυτή η προκειμένη ενέργεια δεν καθίσταται μεν αδύνατη από νομική άποψη, αλλά δεν έχει πλέον νόημα από οικονομική άποψη. Στο πλαίσιο αυτό μπορώ να υπενθυμίσω ακόμη μία φορά ότι για τις εισαγόμενες ποσότητες μανιόκας που δεν εμπίπτουν στις ποσοστώσεις δεν εισπράττετται πλέον δασμός 6 ο/ο κατ' αξία εμπορεύματος, αλλά μεταβλητή εισφορά, η οποία κατά την Επιτροπή ανέρχεται περίπου στο 50 έως 60 ο/ο της αξίας του εμπορεύματος. Πράγματι, αν έπρεπε να θεωρηθεί ότι η μεταβολή αυτή της νομικής καταστάσεως αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας, θα ήταν περιττή η απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt.
1.
Σχετικά με την έννοια της ανωτέρας βίας υπάρχει εν τω μεταξύ εκτενής νομολογία του Δικαστηρίου. Ηδη στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση 4/68 ( 15 ), το Δικαστήριο ανέφερε ότι η έννοια αυτή δεν έχει εντελώς το ίδιο περιεχόμενο στους διαφόρους τομείς του δικαίου και στα διάφορα πεδία εφαρμογής της και ότι επομένως η σημασία της πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο στο οποίο κάθε φορά παράγει τα αποτελέσματά της. Όσον αφορά το γεωργικό τομέα, το Δικαστήριο διαπίστωσε με την απόφαση αυτή ότι ο εισαγωγέας ο οποίος έχει επιδείξει κάθε απαιτούμενη επιμέλεια κατά βάση απαλλάσσεται από την υποχρέωση του για εισαγωγή, αν γεγονότα για τα οποία δεν ευθύνεται κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη πραγματοποίηση της εισαγωγής. Αυτό συμβαίνει σε περίπτωση που η εμπρόθεσμη εκπλήρωση μιας σύμβασης, η οποία υπό κανονικές συνθήκες έπρεπε να καταστήσει δυνατή για τον εισαγωγέα την τήρηση της υποχρέωσης του για εισαγωγή, καθίσταται αδύνατη λόγω γεγονότος το οποίο είναι τόσο ασυνήθιστο, ώστε όποιος ενεργεί με τη σύνεση και την επιμέλεια τακτικού εμπόρου θα έπρεπε να θεωρήσει την επέλευση του ως απίθανη. Η ανωτέρα βία δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή υπό την έννοια της απόλυτης αδυναμίας αλλά υπό την έννοια ασυνήθιστων δυσκολιών, ανεξάρτητων από τη βούληση του εισαγωγέα, οι οποίες ανέκυψαν κατά την εκπλήρωση της σύμβασης. Πέραν αυτού, η αναγνώριση περιπτώσεως ανωτέρας βίας προϋποθέτει επιπροσθέτως ότι οι συνέπειες του γεγονότος αυτού δεν ήταν δυνατό να αποφευχθούν.
Στις προτάσεις του της 5ης Δεκεμβρίου 1979 ( 16 ), ο γενικός εισαγγελέας Capotarti αναφέρθηκε συνοπτικά στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή της έννοιας της ανωτέρας βίας στο γεωργικό τομέα καταλήγοντας στο ότι δύο είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της έννοιας αυτής: 1 ) το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή η ύπαρξη ασυνήθους γεγονότος το οποίο είναι ανεξάρτητο από τη βούληση του υποχρέου και 2) το υποκειμενικό στοιχείο, το οποίο συνίσταται στο ότι ο υπόχρεος ενήργησε προσεκτικά, συνετά και επιμελώς και έκανε ό,τι μπορούσε για να εμποδίσει την επέλευση του γεγονότος εκείνου. Στις προτάσεις του της 17ης Νοεμβρίου 1983 ( 17 ), ο γενικός εισαγγελέας Reischl περιέγραψε την έννοια της ανωτέρας βίας αναφέροντας ότι σημασία έχει αν καταβλήθηκε κάθε δυνατή επιμέλεια, αν συνέτρεχαν περιστάσεις που δεν μπορούσε να επηρεάσει ο υπόχρεος και αν το γεγονός πρέπει να θεωρηθεί τόσο ασυνήθιστο ώστε η επέλευση του να θεωρείται απίθανη από κάποιον που ενεργεί με την περίσκεψη και την επιμέλεια τακτικού εμπόρου.
Στην απόφαση του της 9ης Φεβρουαρίου 1984 ( 18 ), που είναι η τελευταία δημοσιευθείσα απόφαση του σχετικά με το πρόβλημα της έννοιας της ανωτέρας βίας, το Δικαστήριο αναφέρει το εξής:
«Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της ανωτέρας βίας αναφέρεται κυρίως, αν εξαιρεθούν οι ιδιομορφίες των ειδικών τομέων στους οποίους χρησιμοποιείται, σε εξωτερικές περιστάσεις που καθιστούν αδύνατη την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης ενέργειας. Ακόμη και αν δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί, ωστόσο, την ύπαρξη ασυνήθιστων δυσχερειών, ανεξάρτητων από τη βούληση του προσώπου, που παρίστανται αναπόφευκτες έστω και αν καταβληθεί κάθε δυνατή επιμέλεια. »
Κατά την εφαρμογή των αρχών αυτών στην προκειμένη περίπτωση πρέπει ευθύς εξαρχής να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή της έννοιας της « ανωτέρας βίας » δεν αποκλείεται για το λόγο και μόνο ότι οι εισαγωγές στις οποίες προτίθεται να προβεί η προσφεύγουσα είναι ακόμη δυνατές από νομική άποψη. Είναι μεν ακόμη δυνατές από νομική άποψη, αλλά υπό οικονομικούς όρους που επιδρούν ανασταλτικά, όπως άλλωστε ήταν πρόθεση της Κοινότητας. Όπως αναφέρθηκε, δεν απαιτείται απόλυτη αδυναμία, αρκεί ότι η δικαιοπραξία δεν έχει πλέον νόημα από οικονομική άποψη, δηλαδή κατέστη αδύνατη από οικονομική άποψη.
Είναι όμως προβληματικό το αν η μεταβολή των συνθηκών στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής δεν μπορούσε πράγματι να προβλεφθεί. Πράγματι, ήδη με μια ματιά στο κοινό δασμολόγιο που ίσχυε το 1982 ( 19 ) δημιουργούνται σοβαροί ενδοιασμοί. Στην εν λόγω έκδοση αναφέρονται δηλαδή δύο διαφορετικοί δασμοί για τη δασμολογική διάκριση 07.06 Α: συμβατικός δασμός 6°/ο, αυτόνομος δασμός επίσης 6 ο/ο, με την προσθήκη πάντως ότι στην περίπτωση αυτή τα συγκεκριμένα εμπορεύματα υπόκεινται σε ρύθμιση εισφοράς. Η δυνατότητα επομένως επιβολής εισφορών πέραν της επιβολής δασμού προβλέπεται ήδη στο κοινό δασμολόγιο όσον αφορά τους αυτόνομους δασμούς. Η μεταβολή των συμβατικών δασμών μέσω τροποποιήσεων των δασμολογικών παραχωρήσεων, που έχουν ως αποτέλεσμα οι συμβατικοί δασμοί να εξομοιώνονται με τους αυτόνομους, δεν πρέπει ασφαλώς να θεωρηθεί τόσο ασυνήθιστη, ώστε όποιος ενεργεί συνετά και με την επιμέλεια τακτικού εμπόρου να πρέπει να την εκλάβει ως απίθανη.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της νέας εμπορικής ρύθμισης υπήρχαν διάφορες ενδείξεις που έπρεπε να προκαλέσουν ιδιαιτέρως την προσοχή των ενδιαφερομένων εμπορικών κύκλων.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η Επιτροπή στη 15η Γενική Έκθεοη επί της δραστηριότητας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η συνολική παραγωγή σιτηρών στην Κοινότητα έως το έτος 1981 χαρακτηριζόταν από ελαφρά αύξηση, ενώ η κατανάλωση ήταν σταθερή ή μειωνόταν ελαφρά. Ταυτόχρονα, η εισαγωγή σιτηρών ως προϊόντων υποκαταστάσεως των ζωοτροφών είχε αυξηθεί σημαντικά. Στην ίδια Γενική Έκθεση, που δημοσιεύθηκε το Φεβρουάριο του 1982, η Επιτροπή γνωστοποιούσε περαιτέρω ότι οι διαπραγματεύσεις με τις πιο σημαντικές χώρες-προμηθευτές μανιόκας είχαν τόσο προχωρήσει, ώστε θα μπορούσαν να συναφθούν συμφωνίες περί περιορισμού των εισαγωγών. Είχε μονογραφηθεί σχέδιο συμφωνίας με την Ταϊλάνδη καθώς επίσης και σχέδιο συμφωνίας με την Ινδονησία. Με τη Βραζιλία διεξάγονταν διαπραγματεύσεις ( 20 ).
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο κανονισμός 1147/82 της 13ης Μαΐου 1982, με τον οποίο ανεστάλη ο προκαθορισμός της εισφοράς εισαγωγής για τις ρίζες και τους κονδύλους μανιόκας. Ο κανονισμός αυτός, που δημοσιεύτηκε στις 14 Μαΐου 1982, δεν περιείχε μεν ακόμη καμία ένδειξη σχετικά με την επικείμενη σύναψη της συμφωνίας αυτοπεριορισμού. Αναφερόταν, εντούτοις, στις δυσχέρειες της αγοράς και υπαινισσόταν ότι η διατήρηση του καθεστώτος που ίσχυε τότε μπορούσε να οδηγήσει στον προκαθορισμό εισφορών για σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες απ' ό,τι συνήθως ( 21 ).
Με το μέτρο αυτό, η Επιτροπή ήθελε να στερήσει τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες από τη δυνατότητα να αποκτούν πιστοποιητικά εισαγωγής με ένα βέβαιο και ασφαλές νομικό στοιχείο, δηλαδή την εκ των προτέρων καθορισμένη εισφορά.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην επικείμενη σύναψη των συμφωνιών αυτοπεριορισμού στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1230/82, της 19ης Μαΐου 1982, που δημοσιεύτηκε στις 20 Μαΐου 1982. 'Επειτα, μια ημέρα μετά τη δημοσίευση αυτή, η προσφεύγουσα ζήτησε και έλαβε τα εν προκειμένω επίδικα πιστοποιητικά εισαγωγής, όπως ανέφερε η ίδια απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου.
Αν συνδυάσουμε όλα αυτά τα γεγονότα, δηλαδή την κατάσταση της παραγωγής και της κατανάλωσης στην κοινοτική αγορά των σιτηρών, την εξέλιξη των εισαγωγών προϊόντων υποκαταστάσεως των σιτηρών και την πρόθεση που είχε εκδηλώσει η Επιτροπή να διαπραγματευθεί συμφωνίες αυτοπεριορισμού και να θέσει σε ισχύ ανάλογες ρυθμίσεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ήταν απολύτως δυνατό να προβλεφθεί η τροποποίηση της εμπορικής ρύθμισης. Παρόλο που οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν να γνωρίζουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τη διαμόρφωση κάθε συμφωνίας αυτοπεριορισμού, εντούτοις έπρεπε να αναμένεται μια ρύθμιση που θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των εισαγωγών. Επιπροσθέτως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ποσότητες της ποσόστωσης οι οποίες και στο μέλλον θα μπορούσαν να εισαχθούν με τη μέχρι τότε ισχύουσα εισφορά 6 % ήταν ίσες περίπου με τις μέχρι τότε εισαγόμενες ποσότητες. Μόνο για τις πρόσθετες ποσότητες θεσπίστηκε το καθεστώς εισφορών, δηλαδή εφαρμόστηκε καθεστώς το οποίο μέχρι τότε ίσχυε ήδη για τους αυτόνομους δασμούς.
Όλα αυτά ενισχύουν την άποψη μου ότι η τροποποίηση της εμπορικής ρύθμισης για την εισαγωγή μανιόκας δεν πρέπει να θεωρηθεί περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 36 του κανονισμού 3183/80.
2.
Στη συνέχεια θα ασχοληθώ με το ερώτημα αν η νομική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγόρευσης των αυθαιρεσιών επιβάλλει την ανάλογη εφαρμογή στα πιστοποιητικά εισαγωγής μανιόκας από την Ταϊλάνδη του μεταβατικού καθεστώτος που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82 για τα πιστοποιητικά εισαγωγής μανιόκας από άλλες χώρες εκτός από την Ταϊλάνδη.
Καταρχάς θα ήθελα να παραπέμψω σε δύο αποφάσεις με τις οποίες το Δικαστήριο κάλυψε τα κενά που παρουσίαζαν ορισμένοι κοινοτικοί κανονισμοί με ανάλογη εφαρμογή διατάξεων άλλων κανονισμών. Με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1975 ( 22 ) εφάρμοσε κατ' αναλογία μια διάταξη ( 23 ) η οποία προέβλεπε την απαλλαγή από τις συνέπειες της υπερημερίας στην περίπτωση που δεν τηρήθηκε λόγω ανωτέρας βίας η προθεσμία που είχε καθοριστεί σε πιστοποιητικό για την εισαγωγή από τρίτες χώρες. Η διάταξη αυτή εφαρμόστηκε κατ' αναλογία στις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, ως προς τις οποίες ο σχετικός κανονισμός ( 24 )όεν περιείχε ειδική ρύθμιση για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας.
Κατά τον ίδιο τρόπο ενήργησε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 11ης Ιουλίου 1978 ( 25 ). Με την απόφαση αυτή, σε μία περίπτωση κατά την οποία στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου μεταξύ ενός παλαιού και ενός νέου κράτους μέλους είχε καταστραφεί κάποιο εμπόρευμα λόγω ανωτέρας βίας, το Δικαστήριο έκρινε ως νόμιμη τη χορήγηση εξισωτικών ποσών εντάξεως, παρόλο που η χορήγηση αυτή δεν προβλεπόταν στο σχετικό κανονισμό ( 26 ). Προς το σκοπό αυτό εφάρμοσε αναλόγως τη ρύθμιση για τις επιστροφές λόγω εξαγωγής ( 27 ).
Και στις δύο αποφάσεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε καταρχάς την ύπαρξη κενών στις εφαρμοστέες διατάξεις και στη συνέχεια, λόγω των κοινών στοιχείων που έκρινε ότι υπήρχαν τόσο στα σχετικά πραγματικά περιστατικά όσο και στις διατάξεις αυτές, θεώρησε ότι δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο για την ανάλογη εφαρμογή νομικών κανόνων που καθεαυτοί δεν είχαν εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά την άποψη μου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρώς το γεγονός ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κάτοχοι παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής μανιόκας από την Ταϊλάνδη είναι παρόμοια με αυτή των κατόχων παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης τα πιστοποιητικά των οποίων δεν εμπίπτουν στην προτιμησιακή ποσόστωση. Και οι δύο ομάδες των επιχειρηματιών είχαν λάβει τα πιστοποιητικά τους σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχαν τη δυνατότητα να μπορούν να εισάγουν τα εμπορεύματα τους σε απεριόριστη ποσότητα βάσει δασμού 6%, ο οποίος είχε παγιωθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ. Δεν βρίσκονταν μεν στην ίδια ασφαλή νομική θέση όπως οι κάτοχοι πιστοποιητικών εισαγωγής με προκαθορισμένη εισφορά, εφόσον όμως εξακολουθούσε να ισχύει ο δασμός που είχε παγιωθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ, είχαν σχεδόν τις ίδιες προοπτικές.
Αυτές τις καταρχάς υπάρχουσες « προοπτικές » κατέστρεψε η Κοινότητα με τη σύναψη των συμφωνιών περιορισμού και τη θέσπιση των αντίστοιχων εκτελεστικών διατάξεων. Με τη θέσπιση του περιορισμού των εισαγωγών οι δύο κατηγορίες επιχειρηματιών εξακολουθούν ακόμη να βρίσκονται σε παραπλήσια κατάσταση: διαθέτουν πιστοποιητικά εισαγωγής που τους υποχρεώνουν να πραγματοποιήσουν την εισαγωγή, εφόσον θέλουν να μην καταπέσουν οι ασφάλειες που συστάθηκαν κατά την υποβολή της αιτήσεως για την απόκτηση των πιστοποιητικών. Εντούτοις δεν μπορούν πλέον να πραγματοποιήσουν την εισαγωγή υπό συμφέροντες όρους από οικονομική άποψη.
Και ακριβώς στο σημείο αυτό αρχίζει η διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών επιχειρηματιών εκ μέρους της Επιτροπής.
Με τον κανονισμό 2029/82η Επιτροπή θεσπίζει μεταβατικό καθεστώς για τις εισαγωγές μανιόκας από την Ταϊλάνδη μόνο για εμπορεύματα που εξήχθησαν από την Ταϊλάνδη πριν από τις 28 Ιουλίου 1982. Μόνο στην περίπτωση αυτή μπορεί ο εισαγωγέας, εφόσον υπάρχουν και άλλες ακόμη προϋποθέσεις, να αξιώσει εισφορά που να περιορίζεται στο 6 % κατ' αξία (άρθρο 11 του κανονισμού). Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο κάτοχος παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής από την Ταϊλάνδη έχει μόνο δύο δυνατότητες: είτε να πραγματοποιήσει την εισαγωγή με τον από οικονομική άποψη παράλογο συντελεστή εισφοράς 50 έως 60 ο/ο περίπου κατ' αξία και ταυτόχρονα να επιβαρύνει την αγορά ζωοτροφών της Κοινότητας με ανεπιθύμητες εισαγωγές είτε διαφορετικά να μην χρησιμοποιήσει το πιστοποιητικό και επομένως να δεχθεί την κατάπτωση της ασφάλειας που είχε συστήσει.
Διαφορετικό όμως είναι το μεταβατικό καθεστώς για τους κατόχους παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης, που η Επιτροπή θέσπισε με τον κανονισμό 2655/82 της 1ης Οκτωβρίου 1982. Το άρθρο 3, παράγραφος 6, εδάφιο 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
« Κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, που κατατίθεται εντός 30ημερών μετά από τη θέση σε εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν πριν από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή του κανονισμού αυτού ακυρώνονται και η ασφάλεια τους αποδεσμεύεται. »
Το καθεστώς αυτό θεσπίστηκε μία ημέρα μετά τη θέσπιση του κανονισμού 2646/82 του Συμβουλίου, της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, περί του καθεστώτος εισαγωγής που εφαρμόζεται το 1982 στα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου, ο οποίος περιόρισε την επιβολή της προτιμησιακής εισφοράς εισαγωγής του 6% κατ' αξία σε ορισμένες μόνο ποσότητες. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2655/82, η Επιτροπή αναφέρεται ρητώς στον εν λόγω κανονισμό του Συμβουλίου και στην κατάσταση των κατόχων παλαιών πιστοποιητικών, αναφέροντας μεταξύ άλλων:
« ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη, αφενός, η ειδική κατάσταση των κατόχων πιστοποιητικών εισαγωγής που εξεδόθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2646/82, και κατά συνέπεια να προβλεφθεί η δυνατότητα για τους κατόχους να ζητήσουν την ακύρωση των πιστοποιητικών αυτών και την επιστροφή της ασφάλειας, και, αφετέρου, να ευρεθεί λύση για τα εμπορεύματα τα οποία ευρίσκονται σε θαλάσσια μεταφορά. »
Η διαφορά στη ρύθμιση της τύχης των παλαιών πιστοποιητικών μου φαίνεται τόσο έντονη ώστε είναι αναγκαίο να τη σκιαγραφήσουμε ακόμη μια φορά με απόλυτη σαφήνεια:
Αφού το Συμβούλιο αποφάσισε στις 19 Ιουλίου 1982 να συνάψει τη συμφωνία με την Ταϊλάνδη, η Επιτροπή εξέδωσε τρεις ημέρες αργότερα, δηλαδή στις 22 Ιουλίου 1982, τον κανονισμό 2029/82, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής. Στον εν λόγω κανονισμό εκτελέσεως δεν ρυθμίζει γενικώς την τύχη των παλαιών πιστοποιητικών, αλλά ρυθμίζει απλώς ορισμένα πιστοποιητικά βάσει των οποίων είχαν εξαχθεί εμπορεύματα από την Ταϊλάνδη πριν από τις 28 Ιουλίου 1982.
Εντελώς διαφορετικά διαμορφώθηκε το καθεστώς των παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής από άλλες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης. Αν και το Συμβούλιο αποφάσισε, επίσης στις 19 Ιουλίου 1982, να συνάψει τις συμφωνίες με την Ινδονησία και τη Βραζιλία και δημοσίευσε επίσης στις 28 Ιουλίου 1982 την ποσόστωση η οποία θα εισαγόταν υπό ευνοϊκό καθεστώς και στο μέλλον, μόλις την 30ή Σεπτεμβρίου/1η Οκτωβρίου θεσπίστηκαν οι σχετικές ενδοκοινοτικές εκτελεστικές διατάξεις και τροποποιήθηκε το κοινό δασμολόγιο όσον αφορά τους συμβατικούς δασμούς. Σε αντίθεση προς το καθεστώς που αφορά την Ταϊλάνδη, το άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82 προβλέπει τη δυνατότητα επιστροφής των παλαιών πιστοποιητικών που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί.
Θεωρώ ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση είναι ακόμη εντονότερη επειδή το νέο καθεστώς εισαγωγών άρχισε να ισχύει για την Ταϊλάνδη σχεδόν αμέσως (δημοσίευση της συμφωνίας στην Επίσημη Εφημερίδα της 28ης Ιουλίου 1982, ειδικό καθεστώς εξαγωγών μόνο για τα προϊόντα τα οποία είχαν εξαχθεί πριν από τις 28 Ιουλίου 1982 από άλλες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης), ενώ οι εισαγωγείς από άλλες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης διέθεταν ακόμη, έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1982, περισσότερο από δύο μήνες για να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς και επιπλέον για αυτούς ίσχυε και το ευνοϊκό καθεστώς του άρθρου 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82, μπορούσαν δηλαδή να ζητήσουν την ακύρωση των παλαιών τους πιστοποιητικών και την επιστροφή της ασφάλειας.
Η αντίθετη λύση θα μου φαινόταν περισσότερο εύλογη, δηλαδή να προβλεφθούν μεταβατικά μέτρα μάλλον για τις εισαγωγές από την Ταϊλάνδη, ως προς τις οποίες το νέο καθεστώς ετέθη αμέσως σε εφαρμογή, παρά για τις εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, ως προς τις οποίες οι εισαγωγείς διέθεταν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η Επιτροπή δικαιολογεί τις διαφορετικές αυτές ρυθμίσεις επικαλούμενη τις διαφορές που υπάρχουν ως προς την έναρξη ισχύος καθεμιάς ρύθμισης, ως προς το είδος και τον τρόπο της λειτουργίας τους και ως προς τα παλαιά πιστοποιητικά.
Το ότι οι διαφορές ως προς την έναρξη της ισχύος καθεμιάς από τις δύο ρυθμίσεις επέβαλαν ακριβώς την αντίθετη μεταχείριση το ανέφερα ήδη όσον αφορά τη διαφορά στη ρύθμιση των παλαιών πιστοποιητικών, μπορώ μόνο να συμφωνήσω με τα όσα ανέφερε η προσφεύγουσα, η οποία χαρακτήρισε το επιχείρημα αυτό ως κλασική περίπτωση φαύλου κύκλου. Πράγματι, η Επιτροπή δεν μπορεί να θέλει να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση των παλαιών πιστοποιητικών βάσει ακριβώς αυτής της ίδιας διαφορετικής μεταχειρίσεως.
Επομένως, απομένει να εξεταστεί αν η αναφορά στη διαφορετική διαχείριση της ποσόστωσης είναι βάσιμη.
Πράγματι, η διαχείριση της ποσόστωσης, δηλαδή τόσο η χορήγηση της « βεβαίωσης για την εξαγωγή », που δίνει δικαίωμα για την εισαγωγή στην Κοινότητα με τον προτιμη-σιακό συντελεστή, όσο Kat ο έλεγχος της τήρησης των συμφωνηθεισών ανωτάτων ποσοτήτων βρίσκεται, σύμφωνα με τη συμφωνία και τον κανονισμό εκτελέσεως, στα χέρια των ταϊλανδικών αρχών. Ίσως και να είναι σωστό ότι οι ταϊλανδικές αρχές από την αρχή του έτους 1982, με την προοπτική της σύναψης της συμφωνίας, χορηγούσαν παρόμοιες βεβαιώσεις για την εξαγωγή — όπως είναι γνωστό, η προσφεύγουσα το αμφισβητεί. Εντούτοις, το αν η προσφεύγουσα, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, μπορούσε να αποκτήσει παρόμοια βεβαίωση δεν νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει σημασία. Σημασία για την προσφεύγουσα, κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα, είχε το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής, και το εν λόγω καθεστώς ετέθη σε νέα βάση μόλις στις 28 Ιουλίου 1982. Εξάλλου — και αυτό είναι σαφώς ένα στοιχείο κατά της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής — το άρθρο 10 του κανονισμού 2029/82 ορίζει ρητώς ότι το άρθρο 1 του κανονισμού (η ρύθμιση σχετικά με τη βεβαίωση εξαγωγής των ταϊλανδικών αρχών) εφαρμόζεται μόνο στα πιστοποιητικά εξαγωγής που εξέδωσαν οι αρχές της Ταϊλάνδης από τις 28 Ιουλίου 1982 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982. Επομένως, για την προκειμένη υπόθεση δεν έχει σημασία τι έκαναν οι ταϊλανδικές αρχές πριν από τις 28 Ιουλίου. Συνεπώς, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας το αν ένας εισαγωγέας ενήργησε σύμφωνα ή όχι με το ταϊλανδικό καθεστώς εξαγωγών — εφόσον υπήρχε κάτι τέτοιο.
Από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής υπολείπονται, επομένως, ακόμη τα εξής δύο σημεία: αφενός, το ερώτημα ποιος ελέγχει την τήρηση της ποσόστωσης όσον αφορά τις ποσότητες και, αφετέρου, οι υπολογισμοί της Επιτροπής σχετικά με τον αριθμό των πιστοποιητικών που υπήρχαν ακόμη κατά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2655/82.
Το ερώτημα ποιος ελέγχει την τήρηση των ανώτατων ορίων της ποσόστωσης ή — πιο απλά — ποιος μετρά τις ποσότητες δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να αποτελέσει στοιχείο για τη διαφορετική μεταχείριση των παλαιών πιστοποιητικών. Εν προκειμένω, πρόκειται για τεχνική διαδικασία, η οποία είναι μεν σημαντική αλλά όχι και αποφασιστική για τη νομική εκτίμηση μεταβατικών μέτρων — ή της έλλειψής τους.
Η Επιτροπή ανέφερε περαιτέρω για τη διαφορετική μεταχείριση των παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης ότι την 1η Οκτωβρίου 1982, την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 2655/82, υπήρχαν ακόμη πολλά κοινά πιστοποιητικά τα οποία είχαν ζητήσει και είχαν λάβει ενδιαφερόμενοι εισαγωγείς βασιζόμενοι στο συντελεστή εισφοράς 6% που είχε παγιωθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ. Τα πιστοποιητικά αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού περί σιτηρών, εξασφάλιζαν μεν μόνο το δικαίωμα για την εισφορά που θα ίσχυε την ημέρα της εισαγωγής, αλλά όπως και για όλα τα πιστοποιητικά είχε κατατεθεί ασφάλεια, η οποία κινδύνευε να καταπέσει σε περίπτωση μη χρησιμοποιήσεως του πιστοποιητικού. Ενόψει της αβεβαιότητας σχετικά με τον αριθμό αυτών των πιστοποιητικών που είχαν καταστεί ασύμφορα, η Επιτροπή θεώρησε ότι ενδεικνυόταν να προβλεφθεί στο άρθρο 3, παράγραφος 6, εδάφιο 1, του κανονισμού 2655/82η δυνατότητα ακυρώσεως τους με ταυτόχρονη αποδέσμευση της ασφάλειας.
Κατά την άποψη μου, εντούτοις, ο ίδιος συλλογισμός ισχύει και για τις εισαγωγές από την Ταϊλάνδη. Η Επιτροπή ανέφερε ότι κατά τη θέσπιση του νέου καθεστώτος εισαγωγής μανιόκας από την Ταϊλάνδη δεν διέθετε κανένα στοιχείο σχετικά με το πόσα παλαιά πιστοποιητικά υπήρχαν ακόμη που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί. Επομένως, δεν έπρεπε επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπήρχαν ακόμη πολλά κοινά πιστοποιητικά. Αν, συνεπώς, η Επιτροπή ήθελε να μην κλονίσει την εμπιστοσύνη προς την εισφορά που είχε παγιωθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ, έπρεπε να το κάνει για όλους τους κατόχους παλαιών πιστοποιητικών. Δεν μπορεί να έχει σημασία εν προκειμένω το αν ο παγιωμένος συντελεστής εισφοράς βασίζεται απευθείας στη συμφωνία στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ ή σε διμερή συμφωνία περί εφαρμογής της ρήτρας του μάλλον ευνοουμένου κράτους, όπως συμφωνήθηκε στο άρθρο 1 της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Μαλαισίας, των Φιλιππίνων, της Σιγκαπούρης και της Ταϊλάνδης — χωρών μελών της Ένωσης των Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας ( 28 ).
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι κάτοχοι παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής μανιόκας από την Ταϊλάνδη βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση όπως οι κάτοχοι παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ταϊλάνδης. Δεν μου φαίνεται ότι δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών εισαγωγέων, άρα σύμφωνα με τη γενική αρχή της ισότητας η μεταχείριση των δύο κατηγοριών εισαγωγέων πρέπει να είναι η ίδια και, συνεπώς, το μεταβατικό καθεστώς του άρθρου 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82 πρέπει να εφαρμόζεται αναλόγως στους εισαγωγείς που διαθέτουν ακόμη παλαιά πιστοποιητικά εισαγωγής από την Ταϊλάνδη.
Ασφαλώς δεν χρειάζεται να αναφερθώ διεξοδικότερα στο ότι η αρχή της ισότητας συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό αρκεί να αναφερθούν οι βασικές αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1958 ( 29 ) και της 19ης Οκτωβρίου 1977 ( 30 ).
Τελειώνοντας, θα ήθελα ακόμη να αναφέρω, στο πλαίσιο αυτών των ερωτημάτων, ότι αφήνω εν γνώσει μου ανοικτό το θέμα αν η Κοινότητα ήταν υποχρεωμένη να θεσπίσει μεταβατικό καθεστώς εν γένει για τους κατόχους παλαιών πιστοποιητικών. Από νομική άποψη, αυτό ως προς το οποίο τα πιστοποιητικά δίνουν δικαίωμα και επιβάλλουν υποχρέωση, δηλαδή η εισαγωγή με συντελεστή εισφοράς αυτόν που ισχύει την ημέρα εισαγωγής, είναι δυνατό να γίνει όπως και πριν. Μπορεί μεν η Κοινότητα να βρίσκεται σε κάποια αντίθεση σε σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά της όταν, αφενός, περιορίζει την εισαγωγή μανιόκας και, αφετέρου, εξαναγκάζει ακριβώς σε παρόμοιες εισαγωγές, επαπειλώντας την κατάπτωση της ασφάλειας. Εντούτοις, νομίζω ότι το πρόβλημα αυτό δεν πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω περισσότερο σε βάθος, δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει, εφόσον προβλέπονται μεταβατικά μέτρα για ορισμένο κύκλο επιχειρηματιών, αυτά πρέπει να ισχύουν για όλους τους επιχειρηματίες που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.
3.
Όσον αφορά το ερώτημα σχετικά με τις διαδικαστικές διατάξεις και τις προθεσμίες, μπορώ να αναφερθώ σ' αυτό συνοπτικά. Η άποψη της προσφεύγουσας ως προς το ζήτημα αυτό είναι πειστική και η Επιτροπή συμφώνησε κατά την προφορική διαδικασία με την άποψη αυτή για την περίπτωση κατά την οποία θα γινόταν δεκτή η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82.
Δεδομένου ότι η δυνατότητα επιστροφής των πιστοποιητικών εισαγωγής και η αποδέσμευση της ασφάλειας προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον κανονισμό 2655/82 της 1ης Οκτωβρίου 1982, θεωρώ ότι ενδείκνυται να επιτραπεί η υποβολή σχετικής αιτήσεως εντός της προθεσμίας των 30ημερών που προβλέπεται από το άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού. Η ανάλογη εφαρμογή του κανονισμού 1655/82 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 1982, έχει επομένως ως συνέπεια ότι η προθεσμία των 30ημερών που αναφέρει ο κανονισμός άρχισε επίσης με την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού.
Γ.
Κατόπιν όλων αυτών προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt:
1)
Το άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 2655/82 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής, κατά το 1982, για τα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου καταγωγής τρίτων χωρών εκτός της Ταϊλάνδης και περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 950/68 περί του κοινού δασμολογίου, εφαρμόζεται κατ' αναλογία στα πιστοποιητικά εισαγωγής προϊόντων της ίδιας διάκρισης από την Ταϊλάνδη, σε περίπτωση που τα πιστοποιητικά αυτά εκδόθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού ( ΕΟΚ) 2029/82 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που ισχύει για τα προϊόντα της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου που κατάγονται από την Ταϊλάνδη και έχουν εξαχθεί από τη χώρα αυτή το 1982.
2)
Η προθεσμία των 30ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2655/82 για την υποβολή αιτήσεως περί ακυρώσεως των πιστοποιητικών και αποδεσμεύσεως της ασφάλειας αρχίζει με την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Άρθρο 1 της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Ινδονησίας, της Μαλαισίας, των Φιλιππίνων, της Σιγκαπούρης και της Ταϊλάνδης, χωρών μελών της Ενώσεως των Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 209).
( 2 ) ΕΕ L 335, σ. 1.
( 3 ) Παράγραφος 413, σ. 184.
( 4 ) ΕΕ ειδ. εκδ. 03/013, σ. 158.
( 5 ) ΕΕ L 132, σ. 52' το χρονικό αυτό διάστημα παρατάθηκε αργότερα με τους κανονισμούς 1390/82 και 1500/82 (ΕΕ L 155, σ. 31, και EE L 181, σ. 13).
( 6 ) EEL 141 της 20. 5. 1982, σ. 69.
( 7 ) ΕΕ L 219, σ. 52.
( 8 ) ΕΕ L 219, σ. 56.
( 9 ) ΕΕ L 219, σ. 58.
( 10 ) EE L 218, σ. 8.
( 11 ) EE L 280, σ. 14.
( 12 ) EE L 260, σ. 5.
( 13 ) EE L 279, σ. 81.
( 14 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/22, σ. 66.
( 15 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση 4/68, Schwarzwaldmilch GmbH κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Fette, Slg. 1968, σσ. 561, 574 και επ.
( 16 ) Προτάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1979 στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 154, 205, 206, 226 έως 228, 263 και 264/78 καθώς και 39, 31, 83 και 85/79, SpA Ferriera Valsabbia και λοιποί κατά Επιτροπής, Slg. 1980, σσ. 1035, 1067 και επ.
( 17 ) Προτάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 284/82, Acciaierie e Ferriere Busseni SpA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σσ. 568 και 571.
( 18 ) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 284/82, Acciaierie e Ferriere Busseni SpA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σσ. 557 και 566.
( 19 ) Κανονισμός 3300/81, ΕΕ L 335, σ. 1.
( 20 ) Σ. 184.
( 21 ) ΕΕ L 132 της 14. 5. 1982, σ. 52.
( 22 ) Υπόθεση 64/74, Firma Adolf Reich κατά Hauptzollami Landau, Slg. 1975, σ. 261.
( 23 ) Αρθρο 8 του κανονισμού 87 της Επιτροπής, περί θεσπίσεως εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με τα πιστοποιητικά εισαγωγής και εξαγωγής σιτηρών και προϊόντων με βάση τα σιτηρά (ABI. 1962, σ. 1894).
( 24 ) Κανονισμός 31/63 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί ρυθμίσεως σχετικά με τον προκαθορισμό της εισφοράς για ορισμένα προϊόντα η οποία αποκλίνει από το άρθρο 17 του κανονισμού 19 του Συμβουλίου (ABl. 1963, σ. 1225).
( 25 ) Υπόθεση 6/78, Union française des céréales κατά Hauplzollamt Hamburg-Jonas, Slg. 1978, σ. 1675.
( 26 ) Κανονισμός 269/73 της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1973, περί λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εξισωτικών ποσών στο πλαίσιο της προσχώρησης (ABl. L 30, σ. 73).
( 27 ) Αρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τις επιστροφές λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, (ABl. L 25, σ. 1).
( 28 ) Παράρτημα του κανονισμού 1440/80 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1980, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σσ. 209, 210 και επ.
( 29 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 8/57, Groupement des hauls fourneaux et aciéries belges κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΛΧ, Slg. 1958, σσ. 231 και 257.
( 30 ) Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77, Λ. Ruckdeschel & Co. και λοιποί κατά HZA Hamburg-St. Annen Diamalt AG κατά HZA Itzehoe, Slg. 1977, σσ. 1753, 1769 και επ.
Full & Egal Universal Law Academy