ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 15ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Με Διάταξη της 8ης Μαΐου 1984, το Bundesfinanzhof σας υποβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα ερωτήματα, τα οποία ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της γερμανικής επιχείρησης Thomasdünger GmbH και της Oberfinanzdirektion της Φραγκφούρτης:
1)
Η κλάση 26.02 του κοινού δασμολογίου πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι καλύπτει τις σκωρίες από μετατροπέα ή την άσβεστο χαλυβουργίας με περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα 6 ή 7o/ο περίπου;
Έχει σημασία σχετικά αν πρόκειται για μίγμα από σκωρίες από μετατροπέα ή άσβεστο χαλυβουργίας, τα συστατικά μέρη των οποίων έχουν διαφορετική περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα, ή αν έχουν προστεθεί φωσφορικά άλατα;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα πρώτα ερωτήματα:
Η διάκριση 31.03 Β του κοινού δασμολογίου πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι το προϊόν που περιγράφηκε' παραπάνω πρέπει να υπαχθεί σ' αυτή;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Η διάκριση 31.03 Α II του κοινού δασμολογίου πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι το προϊόν που περιγράφηκε παραπάνω πρέπει να υπαχθεί σ' αυτή;
Από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ζήτησε, βάσει του άρθρου 23 του γερμανικού τελωνειακού νόμου, δεσμευτική δασμολογική γνωμάτευση για το παραπάνω προϊόν, μολονότι το προϊόν αυτό είχε εισαχθεί από τη Γαλλία. Με τη γνωμάτευση αυτή που εκδόθηκε στις 9 Ιουλίου 1980, η διοικητική αρχή κατέταξε το προϊόν στη διάκριση 31.03 Β του κοινού δασμολογίου, η οποία αναφέρεται στις σκωρίες αποφωσφο-ρώσεως (λιπάσματα). Η επιχείρηση υπέβαλε ένσταση, η οποία όμως απορρίφθηκε. Στη συνέχεια, ενώπιον του δικαστηρίου, η επιχείρηση επανέλαβε την άποψη της ότι το εν λόγω εμπόρευμα έπρεπε να υπαχθεί στην κλάση 26.02 του κοινού δασμολογίου, στην οποία περιλαμβάνονται οι σκωρίες από την κατεργασία του σιδήρου και του χάλυβα.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε, ότι δεν καταλαβαίνει πώς καταλήξαμε στην παρούσα διαδικασία: πράγματι, η κύρια υπόθεση αφορά την εισαγωγή στη Γερμανία εμπορευμάτων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος και επομένως δεν εμπίπτουν προφανώς στο πεδίο εφαρμογής του κοινού δασμολογίου. Το γεγονός αυτό αναγνωρίζεται από την Thomasdünger, η οποία όμως παρατηρεί ότι ορισμένες γερμανικές διοικητικές αρχές εφαρμόζουν, ακόμη και για ζητήματα εσωτερικής φύσεως, την κοινοτική ταξινόμηση των προϊόντων. Αυτό ισχύει για τον Bundesbahn /Οργανισμό των Γερμανικών Ομοσπονδιακών Σιδηροδρόμων /, τα κόμιστρα του οποίου για τη μεταφορά παράγωγων προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ποικίλλουν ανάλογα με την κατάταξη των προϊόντων στη μία ή την άλλη κλάση του κοινού δασμολογίου. Επομένως, η εσφαλμένη κατάταξη του προϊόντος μπορεί να προκαλέσει αύξηση των εξόδων μεταφοράς και εν προκειμένω σημαίνει για την επιχείρηση ετήσια ζημία 2500000 μάρκων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Thomasdünger έχει συμφέρον για το ποια λύση θα δώσει το Δικαστήριο μας στα προβλήματα που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof.
Μεταξύ των δύο απόψεων προτιμώ την πρώτη (η οποία, αν δεν απατώμαι, στηρίζεται και στη νομολογία σας: βλ. απόφαση 17ης Δεκεμβρίου 1975 στην υπόθεση 93/75, Adlerblum κατά Caisse nationale d'assurance vieillesse des travailleurs salariés, Race. 1975, σ. 2147). Πράγματι, το κοινοτικό δίκαιο που το παραπέμπον δικαστήριο σας ζητεί να ερμηνεύσετε αφορά την κύρια διαφορά και επηρεάζει τα συμφέροντα των διαδίκων όχι άμεσα, αλλά έμμεσα. Με άλλα λόγια τίθεται ζήτημα κοινοτικού δικαίου μόνο επειδή μια εθνική αρχή αποφάσισε, αυτοβούλως και μονομερώς, να το θεωρήσει ως σημείο αναφοράς για τον προσδιορισμό των άκων της κανόνων. Αν επομένως το Δικαστήριο απαντούσε στα ερωτήματα αυτά, θα φαινόταν ότι ερμηνεύει τις διατάξεις τις οποίες αναφέρουν τα ερωτήματα, στην πραγματικότητα όμως θα προέβαινε στην εκτίμηση των εσωτερικών κανόνων που έχουν απορροφήσει τις διατάξεις αυτές, οι οποίες επομένως έχουν χάσει πλήρως τη δεσμευτικό-τητά τους! Το Δικαστήριο δηλαδή θα αναλάμβανε ένα έργο που του απαγορεύει ρητά το άρθρο 177 της Συνθήκης.
Σε αυτό το επιχείρημα, που μου φαίνεται αποφασιστικό, μπορεί να προστεθεί και άλλο ένα. Όταν ορίζουν τις κλάσεις του κοινού δασμολογίου, οι κοινοτικές αρχές φροντίζουν μεταξύ άλλων να εξακριβώσουν ότι τα εμπορεύματα που προέρχονται από τα τρίτα κράτη ανταποκρίνονται σε κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις που θέτει η Κοινότητα προκειμένου τα εμπορεύματα να μπορούν να κυκλοφορούν στο εσωτερικό της κοινής αγοράς. Είναι όμως προφανές ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να έχουν τους ίδιους στόχους. Συνέπεια αυτού είναι ότι οι κλάσεις του κοινού δασμολογίου, όταν χρησιμοποιούνται από τις εθνικές αρχές σύμφωνα με ένα από τους παραπάνω τρόπους, χάνουν τουλάχιστον ένα από τους στόχους τους και τους προσδίδονται άλλοι, διαφορετικής φύσης. Επομένως και από την άποψη αυτή δεν είναι δυνατόν να τους ερμηνεύσετε.
3.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, σας προτείνω να δώσετε την ακόλουθη απάντηση στο παραπέμπον δικαστήριο: τα ερωτήματα που υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Bundesfinanzhof με Διάταξη της 8ης Μαΐου 1984, στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της επιχείρησης Thomasdünger και της Oberfinanzdirektion της Φραγκφούρτης, δεν αφορούν την ερμηνεία διατάξεως της Συνθήκης ή του παράγωγου κοινοτικού δικαίου και επομένως δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy