ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 15ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τον Οκτώβριο και Δεκέμβριο του 1978η επιχείρηση Drünert εισήγαγε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας 449 παρτίδες ξυλείας μπάλσας από τον Ισημερινό.
Κατόπιν εξετάσεως, οι τελωνειακές αρχές της Βρέμης κατέταξαν 381 από τις εν λόγω παρτίδες στην κλάση 44.13 του κοινού δασμολογίου ( στο εξής ΚΔ ), που περιλαμβάνει
« ξυλεία ( συμπεριλαμβανομένων και των σανίδων ή τεμαχίων για δάπεδα, μη συνηρμολογημένων), πλανισμένη, φέρουσα αύλακας, εξοχάς και άλλα παρόμοια »,
με την αιτιολογία ότι οι δύο απέναντι πλατιές πλευρές της ξυλείας που εξετάστηκε είχαν λειανθεί με πλάνισμα ώστε να μη φαίνεται πλέον κανένα αρχικό ίχνος πριονίσματος.
Συνεπώς επιβλήθηκε ο δασμός του 5 ο/ο επί της αξίας του εμπορεύματος.
Η επιχείρηση Drünert όμως κατά τη διασάφηση χαρακτήρισε την εισαγόμενη ξυλεία ως εξής:
« Ξυλεία μπάλσας σε σανίδες, ξυλεία απλώς πριονισμένη κατά μήκος, ξυλεία από φυλλώδη δένδρα πάχους ίσου ή μεγαλύτερου από 52 mm ».
Είχε ζητήσει την κατάταξή της στη δασμολογική κλάση 44.05 του ΚΔ η οποία περιλαμβάνει την
« ξυλεία απλώς πριονισμένη κατά μήκος, εγκαρσίως εκτυλιγμένη, πάχους ανωτέρου των 5 χιλιοστομέτρων ».
Η κατάταξη αυτή επιτρέπει τη δασμολογική απαλλαγή.
Το Finanzgericht της Βρέμης έκανε δεκτή την προσφυγή που άσκησε ενώπιóν του η επιχείρηση Drünert κατά της απόφασης των τελωνειακών αρχών.
Το Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου άσκησε « Revision » η διοίκηση του τελωνείου, διαπίστωσε ότι το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη ερμηνεύσει τη δασμολογική κλάση 44.05, αλλά ότι δεν είναι προφανές ποια είναι η ορθή εφαρμογή της, ώστε να μην υπάρχει σχετικά καμία εύλογη αμφιβολία. Κρίνοντας ότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας είναι αντίθετες προς τη διατύπωση της δασμολογικής κλάσης 44.05, το Bundesfinanzhof υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Η κλάση 44.05 του κοινού δασμολογίου πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι καλύπτει την ξυλεία μπάλσας (ochroma lagopus ) που έχει πριονιστεί κατά μήκος, έχει πάχος μεγαλύτερο από 5 χιλιοστά και έχει λειανθεί στις δύο απέναντι στενές πλευρές κατά τρόπο ώστε να μην υπάρχουν πλέον ίχνη του αρχικού πριονίσματος; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό: καλύπτει το εμπόρευμα αυτό η κλάση 44.13 του κοινού δασμολογίου; »
2.
Καταρχάς επιβάλλεται μια διόρθωση: από το υπόμνημα της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, και από τις διαπιστώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως συνάγεται ότι, αντίθετα απ' ό,τι αναφέρεται στην απόφαση του Finanzgericht της Βρέμης και στη Διάταξη περί παραπομπής του Bundesfinanzhof, η ξυλεία μπάλσας που έχει σχήμα παραλληλεπιπέδου, πάχους μεγαλύτερου των 5 χιλιοστών, δεν είχε λειανθεί στις δύο στενές πλευρές, αλλά αντίθετα στις δύο αντίθετες, φαρδιές επιφάνειες, οι οποίες, όσον αφορά τις 381 επίδικες παρτίδες, δεν παρουσίαζαν πλέον ίχνη πριονίσματος.
Από τα πραγματικά περιστατικά, όπως τα περιέγραψε το παραπέμπον δικαστήριο, συνάγεται ότι, για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, η ξυλεία μπάλσας καταρχήν κόπηκε σε τετράπλευρα τεμάχια με τη βοήθεια χονδροειδών κυκλικών πριονιών. Κατόπιν της αφαιρέθηκε υγρασία σε ειδικούς φούρνους, στη συνέχεια την πέρασαν σε μηχανή πλανίσματος, με την αιτιολογία, που δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του εθνικού δικαστή, ότι ήταν αναγκαίο να εξακριβωθεί έτσι η ποιότητα του ξύλου. Τέλος, η ξυλεία κόπηκε κατά μήκος και πλανίστηκε και στις δύο πλευρές με σχετικά λεπτό κυκλικό πριόνι. Μετά τη διαδικασία αυτή, η ξυλεία κατατάχτηκε ανάλογα με την ποιότητα και κατανεμήθηκε σε παρτίδες βάσει των παραγγελιών.
Οι διευκρινίσεις αυτές είναι αναγκαίες για την καλύτερη κατανόηση της υπόθεσης. Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, κρίνοντας στο πλαίσιο του άρθρου 177, « δεν έχει αρμοδιότητα να εφαρμόσει τον κοινοτικό κανόνα σε συγκεκριμένη υπόθεση », αλλά ότι « μπορεί όμως να παράσχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας που συνάγονται από το κοινοτικό δίκαιο και μπορούν να τους είναι χρήσιμα κατά την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα » ( υπόθεση 35/75, Matisa κατά Hauptzollamt Berlin, απόφαση της 23.10.1975, Rec. σ. 1205).
3.
Κατά την επιχείρηση Drünert, είναι αναμφισβήτητο ότι η ξυλεία μπάλσας αγοράστηκε και μεταπωλήθηκε ως συνήθης πριονισμένη ξυλεία. Διευκρινίζει ότι, από το σύνολο των παρτίδων, που διαχωρίστηκαν μεταγενέστερα από τη διοίκηση του τελωνείου, το 11,77 % των εισαχθεισών σανίδων, καίτοι επεξεργασμένες κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι άλλες, παρουσίαζαν λεία επιφάνεια.
Υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις για τη δασμολογική κλάση 44.05, μια πρόσθετη επεξεργασία εκτός από το πριόνισμα δεν αποκλείει την κατάταξη στην κλάση αυτή.
Στον αριθμό 3 της επεξηγηματικής σημειώσεως σχετικά με την κλάση αυτή αναφέρεται πράγματι η δυνατότητα υπαγωγής στην κλάση αυτή ξυλείας που έχει υποστεί πρόχειρο πλάνισμα, στην οποία όμως υπάρχουν ακόμη ίχνη πριονίσματος.
Εξάλλου, βάσει δύο δασμολογικών αποφάσεων της 18ης Μαΐου 1972, στην ανωτέρω δασμολογική κλάση μπορεί επίσης να υπαχθεί η ξυλεία
—
που έχει σχήμα παραλληλεπιπέδου, μετασκευάζεται από κορμούς δένδρων με τη βοήθεια μηχανημάτων τεμαχισμού, η οποία « κατά κανόνα είναι λίγο περισσότερο λεία από την ξυλεία που κατασκευάζεται με πριόνισμα, αλλά αφήνει όμως ακόμη να φαίνονται ορισμένα ίχνη εργαλείων » ( αριθ. απόφ. 076 ),
—
που έχει λειανθεί σε μία μόνο ή σε δύο συνεχόμενες πλευρές με ειδική μηχανή ( ονομαζόμενη « sizer » ), ώστε να διορθωθούν οι ασυμμετρίες που προκαλούνται από την υψηλή ταχύτητα του πριονιού για να κατασκευαστούν προϊόντα με ομοιόμορφες διαστάσεις, πράγμα που διευκολύνει τη συσκευασία τους, τη μεταφορά τους και τη μεταγενέστερη επεξεργασία τους ( αριθ. απόφ. 075 ).
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αναφέρεται κυρίως σ' αυτή την τελευταία δασμολογική απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η μόνη διαφορά από την υπό κρίση υπόθεση είναι ότι δύο συνεχόμενες πλευρές μπορούν να λειανθούν με τη μηχανή « sizer », ενώ η μηχανή πλανίσματος, δεδομένου ότι έχει δύο εξαρτήματα λειάνσεως που βρίσκονται το ένα απέναντι στο άλλο, λειαίνει την ξυλεία στις δύο απέναντι πλευρές της. Προσθέτει ότι, ενώ η μηχανή « sizer » διορθώνει τις διαφορές διαστάσεων, η μηχανή πλανίσματος επιτρέπει απλώς και μόνο την εξέταση και την κατάταξη του προϊόντος. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, επειδή και στις δύο περιπτώσεις δεν πρόκειται για « εντατική επεξεργασία η οποία έχει καταλήξει σε ένα τελικό ή τουλάχιστον ημιτελικό προϊόν », προϋπόθεση που είναι αναγκαία για την υπαγωγή στη δασμολογική κλάση 44.13 και ελλείψει της οποίας επιβάλλεται η υπαγωγή στη δασμολογική κλάση 44.05.
Η Επιτροπή, η οποία δέχεται ότι η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί μια « ακραία περίπτωση » δασμολογικής κατάταξης της ξυλείας, κρίνει ότι, επειδή η ξυλεία μπάλσας δεν παρουσιάζει πλέον κανένα ίχνος πριονίσματος, πρέπει, παρ' όλ' αυτά, να υπαχθεί στη δασμολογική κλάση 44.13. Αμφισβητώντας ότι το να τοποθετηθεί η ξυλεία μπάλσας σε μηχανή πλανίσματος είναι αναγκαίο για να εξακριβωθεί η ποιότητα της, εφόσον μια τέτοια εξακρίβωση κατά την Επιτροπή είναι δυνατή χωρίς λείανση των επιφανειών, τονίζει ότι, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τη δασμολογική κλάση 44.05, το πρόχειρο πλάνισμα, το οποίο επιτρέπει να υπαχθεί ένα κατ' αυτόν τον τρόπο επεξεργασμένο ξύλο στην ανωτέρω δασμολογική κλάση, αφήνει ίχνη πριονίσματος. Τονίζει εξάλλου ότι, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τη δασμολογική κλάση 44.13, το πλάνισμα μιας μόνο στενής ή φαρδιάς πλευράς αρκεί για να υπαχθεί το εμπόρευμα στην εν λόγω δασμολογική κλάση.
Η δασμολογική απόφαση αριθ. 075 της 18ης Μαΐου 1972 παρουσιάζει πολύ μικρό ενδιαφέρον για την υπό κρίση υπόθεση, καθόσον αναφέρεται στη λείανση δύο συνεχών πλευρών και στην ανάγκη εξομοιώσεως των διαστάσεων, ενώ η μπάλσα, που είναι μαλακό ξύλο, μπορεί αμέσως να πριονιστεί σε ικανοποιητικές διαστάσεις με το πρώτο ήδη πριόνισμα. Επιπλέον, οι διαστάσεις δεν είναι αποφασιστικές για τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση της μπάλσας. Δεν ισχύει το ίδιο για τη λείανση των επιφανειών: χρησιμοποιούμενη τις περισσότερες φορές για την κατασκευή προτύπων μικρού μεγέθους, η ξυλεία κόβεται σε πήχεις ή σανίδες και στην περίπτωση αυτή η ομοιομορφία είναι αναγκαία. Η λείανση των επιφανειών είναι αποφασιστική, επειδή, μετά το πλάνισμα, η μπάλσα αποκτά μεγαλύτερη αξία.
Όσον αφορά το δεύτερο μέρος του προδικαστικού ερωτήματος, η επιχείρηση Drünert θεωρεί ότι ένα είδος ξύλου υπάγεται στη δασμολογική κλάση 44.05, εφόσον δεν μπορεί να υπαχθεί στη δασμολογική κλάση 44.13, δεδομένου ότι στην τελευταία αυτή κλάση υπάγεται μόνο η ξυλεία που, αφού έχει υποστεί εντατική επεξεργασία, απέδωσε ένα τελικό ή τουλάχιστον ένα ημιτελικό προϊόν.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, ελλείψει ειδικότερων διατάξεων, ο αποκλεισμός της δασμολογικής κλάσεως 44.05 συνεπάγεται την κατάταξη στη δασμολογική κλάση 44.13 χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, επειδή είναι δυνατό, ενδεχόμενα, να εφαρμοστούν άλλες δασμολογικές κλάσεις.
4.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, « προς το συμφέρον της ασφάλειας του δικαίου και της χρηστής διοικήσεως », « το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει να αναζητείται, κατά κανόνα, στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες των προϊόντων» (υπόθεση 128/73, Past κατά Hauptzollamt Freiburg, απόφαση της 22.11.1973, Rec. σ. 1277 υπόθεση 36/71, απόφαση της 23.3.1972, Henck κατά Hauptzollamt Emden, Rec. σ. 198, σκέψη 4 ).
Οι κλάσεις 44.05 και 44.13 του κοινού δασμολογίου περιλαμβάνονται σε μία ονοματολογία ( κεφάλαιο 44 ) που παρουσιάζει ορισμένη διαβάθμιση ανάλογα με τη σημασία της επεξεργασίας της ξυλείας. 'Ετσι, στην αρχή αναφέρονται τα καυσόξυλα και όσα προϊόντα παράγονται απ' αυτά, στη συνέχεια αναφέρεται ακατέργαστη ή απλώς αποφλοιωμένη ή χονδροπελεκημένη ξυλεία, έπειτα η ορθογωνισμένη ξυλεία (44.04) ή απλώς πριονισμένη ξυλεία κατά μήκος, πάχους ανωτέρου των 5 χιλιοστών ( 44.05 ) και τέλος η ξυλεία που έχει υποστεί ειδικότερη επεξεργασία (44.06 μέχρι 44.19). Η ονοματολογία αυτή τελειώνει με το χαρακτηρισμό ορισμένου αριθμού τεχνουργημάτων που αποτελούνται από τεμάχια ξύλων.
Όπως τόνισε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, η « φιλοσοφία » του κοινού δασμολογίου είναι να ληφθεί υπόψη η παρεμβολή εργατικών χειρών στη μεταβολή της κατάστασης της ξυλείας, για να προστατεύεται η απασχόληση στην Κοινότητα με την επιβολή κατά κανόνα δασμών σε κάθε προϊόν που στη χώρα εξαγωγής υπέστη επεξεργασία η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από το εργατικό δυναμικό του κράτους μέλους εισαγωγής.
Υπ' αυτή την έννοια, οι δασμολογικές κλάσεις 44.05 και 44.13 εντάσσονται σ' ένα λογικό σύνολο, πράγμα που εξάλλου επιβεβαιώνεται στην αρχή της επεξηγηματικής σημειώσεως σχετικά με τη δεύτερη δασμολογική κλάση, όπου αναφέρεται ότι,
« η κλάση αυτή περιλαμβάνει την ξυλεία και ιδίως την ξυλεία υπό μορφή σανίδων οι οποίες, αφού ορθογωνίοτηκαν ή πριονίστηκαν ( η υπογράμμιση είναι δική μου ), πλανίστηκαν για να επιτευχθεί λεία επιφάνεια και των οποίων οι κόχες κατά κανόνα έχουν υποστεί επεξεργασία για να διευκολυνθεί η συναρμολόγηση τους »,
και διευκρινίζεται ότι
« χαρακτηρίζεται ως πλανισμένη ξυλεία, η ξυλεία που έχει πλανιστεί σε μία ή σε δύο επιφάνειες ή σε μία ή σε δύο πλευρές ».
Εκ πρώτης όψεως, τόσο η διατύπωση των δύο αναφερθεισών δασμολογικών κλάσεων, όσο και η διατύπωση των επεξηγηματικών σημειώσεων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το αντικειμενικό χαρακτηριστικό της ξυλείας που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να γίνει επιλογή μεταξύ δύο δυνατών κατατάξεων είναι η εμφάνιση της: πλανισμένη (δασμολογική κλάση 44.13 ) ή όχι ( δασμολογική κλάση 44.05 ).
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την τρίτη παράγραφο της επεξηγηματικής σημειώσεως σχετικά με τη δασμολογική κλάση 44.05, όπου αναφέρεται το πρόχειρο πλάνισμα « που αφήνει ίχνη πριονίσματος », και από τη δασμολογική απόφαση αριθ. 076 που αναφέρθηκε, στην οποία γίνεται λόγος επίσης για « ίχνη που άφησαν τα εργαλεία ». Βέβαια, η άλλη δασμολογική απόφαση δεν αναφέρεται στην ύπαρξη των ιχνών αυτών, αλλά από το αιτιολογικό της συνάγεται ότι επρόκειτο, στην περίπτωση αυτή, για « διόρθωση των ασυμμετριών ». Αυτό δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση.
Συνεπώς, η εμφάνιση του ξύλου αποτελεί αναμφισβήτητα αντικειμενικό χαρακτηριστικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο για την υπαγωγή στη μία από τις δύο εν λόγω δασμολογικές κλάσεις. Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε πάντοτε ότι το κριτήριο αυτό πρέπει να αναζητηθεί « γενικότερα » ή « κυρίως » μεταξύ των αντικειμενικών χαρακτηριστικών ( βλέπε, αντίστοιχα, υπόθεση 128/73, που αναφέρθηκε, σκέψη 3, υπόθεση 36/71, που αναφέρθηκε, σκέψη 4). Συνεπώς, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το κριτήριο αυτό μπορεί να αποδειχτεί ανεπαρκές. Αυτή η « ακραία περίπτωση », για να χρησιμοποιήσω την έκφραση της Επιτροπής, φαίνεται ακριβώς ότι αποδεικνύει την ανάγκη αναφοράς σε ένα συμπληρωματικό κριτήριο. Πράγματι, δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι παρτίδες της εισαγομένης μπάλσας υπέστησαν διαφορετική επεξεργασία. Όμως, μόνο ορισμένες απ' αυτές παρουσίαζαν στις δύο απέναντι πλευρές λεία επιφάνεια, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επίμαχη δασμολογική κατάταξη, ενώ σε άλλες φαίνονταν ακόμη ίχνη από εργαλεία σε όλες τις πλευρές. Διαφορετική κατάταξη των παρτίδων που αποτελούνται από την ίδια ξυλεία η οποία έχει υποστεί την ίδια επεξεργασία, με μόνο κριτήριο την εμφάνιση τους, δεν είναι λογική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση που επιβάλλει η ασφάλεια του δικαίου.
Στον ίδιο τομέα, το Δικαστήριο με τη νομολογία του προσπάθησε πάντοτε να συμβιβάσει την απαίτηση αυτή με την προσπάθεια να δώσει στον εθνικό δικαστή τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να δώσει μια απάντηση που να αρμόζει στις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Όσον αφορά τις μεθόδους ερμηνείας, το Δικαστήριο έκρινε ότι
« ελλείψει σχετικών κοινοτικών διατάξεων, οι επεξηγηματικές σημειώσεις και οι δασμολογικές αποφάσεις, που προβλέπονται από τη σύμβαση περί ονοματολογίας για την κατάταξη των εμπορευμάτων στις δασμολογικές κλάσεις, αποτελούν αποφασιστικό βοήθημα για την ερμηνεία των κλάσεων του κοινού δασμολογίου » ( υπόθεση 35/75, απόφαση της 23.10.1975, Matisa κατά Hauptzollamt Berlin, Reco. 1205, σκέψη 2, σ. 1210).
Ως προς το σημείο αυτό, από τις επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τις επίδικες δασμολογικές κλάσεις, φαίνεται ότι μεταξύ του απλού πριονίσματος που αναφέρεται στην κλάση 44.05 και στις περίπλοκες εργασίες που απαριθμούνται στην κλάση 44.13 υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις που συνεπάγονται πρόσθετη επεξεργασία — όπως το πρόχειρο πλάνισμα — που όταν γίνεται δεν εμποδίζει την κατάταξη στην κλάση 44.05.
Αυτές οι ενδιάμεσες καταστάσεις απαιτούν μερικές φορές την προσφυγή στην αναφερθείσα έννοια του συμπληρωματικού κριτηρίου. Το Δικαστήριο δεν δίστασε να προσφύγει στην έννοια αυτή αναζητώντας, πέρα από τα αυστηρά όρια των ορισμών, το λόγο υπάρξεως της επεξεργασίας που συμπληρώνει τη βασική επεξεργασία, για την οποία υπήρχε θέμα αν έπρεπε ή όχι να έχει επίπτωση στη δασμολογική κατάταξη.
Έτσι, στην υπόθεση 128/73 που αναφέρθηκε, στην οποία ήταν αναγκαίο να αναζητηθεί το κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ των « απλώς δεψασμένων » και των « μη κατονομαζόμενων » δερμάτων προβατοειδών, δηλαδή που έχουν υποστεί μια επεξεργασία που τους επιτρέπει την άμεση χρήση τους, το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να αναζητηθεί ο σκοπός της πρόσθετης επεξεργασίας η οποία συνίστατο, στην αναφερθείσα υπόθεση, στην προσθήκη λίπους στα υγρά με τα οποία γίνεται η επεξεργασία. Για την περίπτωση όπου η προσθήκη αυτή είναι αναγκαία για να επακολουθήσει το δεύτερο στάδιο της επεξεργασίας στη χώρα εισαγωγής, το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειτο
« στην αρμόδια εθνική αρχή να εκτιμήσει αν η προσθήκη αυτή αποτελεί ουσιαστική επεξεργασία στο πλαίσιο της επεξεργασίας του δέρματος λόγω της λειτουργίας της που συνίσταται στο να διατηρεί το δέρμα χωρίς να το καθιστά έτοιμο για άμεση χρήση» ( σκέψη 6) ( η υπογράμμιση είναι δική μου ).
Τόσο όμως από τη διατύπωση της δασμολογικής κλάσης 44.05, όσο και από τις επεξηγηματικές σημειώσεις και τις δασμολογικές αποφάσεις σχετικά με την εν λόγω κλάση, συνάγεται ότι η απλώς πριονισμένη ξυλεία πρέπει ακόμη να υποστεί μεταγενέστερα κάποια επεξεργασία, και ότι το πριόνισμα αποτελεί απλώς προπαρασκευαστική επεξεργασία (για τη μεταφορά ή τη συσκευασία ή για να διευκολύνει μεταγενέστερη εργασία). Αντίθετα, η δασμολογική κλάση 44.13 αφορά τις επεξεργασίες, εκ των οποίων η λιγότερο περίπλοκη είναι το πλάνισμα, και οι οποίες προορίζονται να δώσουν στο αντικείμενο οριστικό σχήμα, τουλάχιστον όσον αφορά τις επιφάνειες οι οποίες υπέστησαν την επεξεργασία. Το σχήμα αυτό είναι αναγκαίο για τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση, η οποία, σύμφωνα με την επεξηγηματική σημείωση, κατά κανόνα είναι η συναρμολόγηση. Συνεπώς, η δασμολογική κλάση 44.13 βασίζεται στην έννοια της άμεσης χρησιμοποιήσεως υπό τη μορφή που δόθηκε στο αντικείμενο μετά από τις εργασίες που απαριθμεί.
Από τα ανωτέρω μπορεί να συναχθεί ότι, αν η επεξεργασία που έγινε σε ένα ξύλο έδωσε αποτέλεσμα που ομοιάζει με το αποτέλεσμα που δίνει το πλάνισμα, χωρίς το αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε να επιτρέπει την άμεση χρήση του ξύλου υπό τη μορφή σανίδας που είναι λεία στις δύο απέναντι πλευρές της, δεν κατατάσσεται οπωσδήποτε στη δασμολογική κλάση 44.13. Αυτό σημαίνει ότι, αν ο αρμόδιος εθνικός δικαστής θεωρήσει αποδεδειγμένο ότι το πλανισμένο ξύλο, ακόμη και αν έχει λειανθεί εν μέρει, χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία πριν από τη χρήση που αποτελεί τον προορισμό του, αυτό καθαυτό το πλάνισμα δεν εμποδίζει την κατάταξη του ξύλου στη δασμολογική κλάση 44.05. Αν όμως υπάρχουν ακόμη αμφιβολίες ως προς το σημείο αυτό, τότε ο εθνικός δικαστής μπορεί, χωρίς να εφαρμόσει οποιοδήποτε συμπληρωματικό κριτήριο, να εφαρμόσει μόνο το βασικό αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή την εμφάνιση του ξύλου.
5.
Στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος του Bundesfinanzhof, αν δηλαδή, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η κατάταξη της ξυλείας στην κλάση 44.05, το εμπόρευμα αυτό υπάγεται αναγκαστικά στην κλάση 44.13, δεν είναι δυνατό να δοθεί οριστική απάντηση. Βέβαια, όπως αναφέρθηκε, η σχέση μεταξύ των δύο αυτών κλάσεων είναι προφανής. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή να καθορίσει τη σχέση αυτή και σε μια τέτοια περίπτωση να κρίνει σε ποια άλλη κλάση του κοινού δασμολογίου αντιστοιχούν τα στοιχεία που παρουσιάζει η υπό κρίση υπόθεση.
6.
Συνεπώς, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
—
ένα ξύλο πάχους ανωτέρου των 5 χιλιοστών, πλανισμένο στις δύο απέναντι πλευρές, ώστε να μην είναι αισθητό οποιοδήποτε ίχνος πριονίσματος, μπορεί να καταταγεί στην κλάση 44.05 του κοινού δασμολογίου εφόσον η επεξεργασία, εκτός από το απλό πριόνισμα κατά μήκος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη λείανση της ξυλείας, δεν αποκλείει περαιτέρω επεξεργασία, ενόψει της χρησιμοποίησης της ξυλείας σύμφωνα με τον προορισμό της·
—
αν η κατάταξη δεν γίνει στη δασμολογική κλάση 44.05, εναπόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή να καθορίσει, ανάλογα με την εμφάνιση του ξύλου, αν το εν λόγω εμπόρευμα υπάγεται στην κλάση 44.13 ή σ' οποιαδήποτε άλλη δασμολογική κλάση.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy