ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 17ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προσφυγή που άσκησαν η Société CdF Chimie azote et fertilisants SA και η Société chimique de la Grande Paroisse, azote et produits chimiques SA έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 1984, με την οποία η Επιτροπή κήρυξε περατωμένη τη διαδικασία που είχε κινήσει τον Οκτώβριο 1983 βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έναντι της ολλανδικής κυβερνήσεως κατόπιν καταγγελίας του Syndicat professionnel de ľ industrie des engrais azotés (της Γαλλίας) ( εφεξής: SPIEA ), στο οποίο ανήκουν οι προσφεύγουσες. Οι προσφεύγουσες έλαβαν γνώση της αποφάσεως της Επιτροπής μέσω ενός εγγράφου που είχε απευθυνθεί από αυτήν στην SPIEA στις 24 Απριλίου 1984. Η προσφυγή κηρύχθηκε παραδεκτή με την παρεμπίπτουσα απόφαση σας της 28ης Ιανουαρίου 1986 ( Συλλογή 1986, σ. 391 ).
2.
Το σύστημα ενισχύσεων κατά του οποίου είχαν διατυπωθεί αρχικά αιτιάσεις στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ήταν, κατά την Επιτροπή, ένα σύστημα με το οποίο η ολλανδική κυβέρνηση, μέσω της επιχειρήσεως Gasunie, την οποία κατέχει κατά 50 ο/ο άμεσα ή έμμεσα το ολλανδικό Δημόσιο, είχε χορηγήσει ειδικές εκπτώσεις στους ολλανδούς παραγωγούς αμμωνίας χάρη σε μία διάρθρωση τιμών σε δύο επίπεδα η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη από τους παραγωγούς. Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι αυτή η διάρθρωση τιμών αποτελούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από καμία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην ολλανδική κυβέρνηση στις 13 Μαρτίου 1984.
3.
Στις 14 Απριλίου του ίδιου έτους, η ολλανδική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι η Gasunie είχε καταργήσει, από την 1η Νοεμβρίου 1983, την αμφισβητούμενη τιμή και είχε προσθέσει στη διάρθρωση της των βιομηχανικών τιμών μία νέα τιμή ( την αποκαλούμενη « τιμή F » ) προς χρήση των πολύ μεγάλων βιομηχανικών χρηστών που είναι εγκατεστημένοι στις Κάτω Χώρες και δεν ανήκουν στον τομέα της ενεργείας.
4.
Η τιμή αυτή παρέχεται σε κάθε χρήστη ο οποίος πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
καταναλίσκει ετησίως τουλάχιστον 600 εκατ. m3 αερίου'
β)
συντρέχει ως προς αυτόν παράγων επιβαρύνσεως 90 ο/ο ή περισσότερο ( δηλαδή μεγάλη τακτικότητα καταναλώσεως )'
γ)
δέχεται τη γενική ή μερική διακοπή των παραδόσεων κατ' απόλυτη διάκριση της Gasunie'
δ)
δέχεται την παροχή αερίων με διαφορετική θερμική ικανότητα.
5.
Η τιμή F χρεώνεται στο ύψος της αποκαλούμενης τιμής « Ε » που ισχύει για τους χρήστες των οποίων η ετήσια κατανάλωση κυμαίνεται μεταξύ 50 εκατομμύρια και 600 εκατομμύρια m3, μειωμένη κατά 5 σεντς/m3. Εντούτοις, κατά τη διαδικασία προέκυψε ότι από μία ορισμένη ημερομηνία το επίπεδο της ελάχιστης απαιτούμενης καταναλώσεως αυτών που απολαύουν της τιμής F είχε μειωθεί σε 500 εκατομμύρια m3.
6.
Με έγγραφο της 24ης Απριλίου 1984, η Επιτροπή πληροφόρησε τις προσφεύγουσες ότι:
« Κατόπιν εμπεριστατωμένης εξετάσεως των τεχνικών στοιχείων που περιέχονται στη σύνθεση της νέας τιμής, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τιμή αυτή, η οποία αποτελεί μέρος της γενικής διαρθρώσεως των ολλανδικών εγχωρίων τιμών και η οποία δεν δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις σε συγκεκριμένο τομέα, δεν περιέχει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως. »
7.
Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, το έγγραφο περιέχει επιπλέον τις ακόλουθες διευκρινίσεις:
«— σημαντικές οικονομίες παροχής απορρέουν, για την Gasunie, από το μέγεθος του παράγοντα επιβαρύνσεως και τις προϋποθέσεις παροχής σε συνάρτηση με τους πολύ μεγάλους βιομηχανικούς χρήστες. Το υφιστάμενο επίπεδο της τιμής F δεν καλύπτει τη συνολική αξία των οικονομιών παροχής που συνεπάγονται για την Gasunie αυτές τις συμβάσεις
— η νέα τιμή ... δικαιολογείται από οικονομικής και εμπορικής απόψεως, συγκρινόμενη με τις τιμές που χρεώνονται σε άλλους σημαντικούς καταναλωτές'
— η διαφορά τιμής 5 σεντς/m3 μεταξύ των τιμών Ε και F αντιστοιχεί προς τη διαφορά κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας. »
8.
Βάσει όλων αυτών των σκέψεων η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα
« ότι οι εφεξής ισχύουσες τιμές δεν περιέχουν στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, ενώ, εξάλλου οι τιμές αυτές βρίσκονται μέσα στο πνεύμα της πολιτικής της Κοινότητας, όσον αφορά την τιμολόγηση της ενέργειας και, επομένως, δεν είναι αντίθετες προς την κοινή αγορά ».
9.
Κατά αυτής ακριβώς της αποφάσεως στρέφεται η προσφυγή. Οι προσφεύγουσες ζητούν:
—
«το συμπέρασμα που διατυπώνεται στο έγγραφο της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1984, ... στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των εν προκειμένω σχετικών περιστατικών·
—
η τιμή F αποτελεί κρατική ενίσχυση η οποία ευνοεί τους ολλανδούς παραγωγούς αμμωνίας στο επίπεδο της διαφοράς μεταξύ της μειώσεως της τιμής σε σχέση με την τιμή Ε η οποία δικαιολογείται αντικειμενικώς, δηλαδή 1,60 σεντς/m3, και της μειώσεως της τιμής που θεωρείται, κακώς, ως αντικειμενικώς δικαιολογημένη από την Επιτροπή, δηλαδή 5 σεντς/m3, η δε κρατική αυτή ενίσχυση ισούται έτσι προς 3,4 σεντς/m3·
—
η απόφαση της Επιτροπής, στηριζόμενη σ' αυτή την εσφαλμένη εκτίμηση, η οποία θεωρεί ότι η τιμή F δεν αντίκειται προς την κοινή αγορά, καθόσον δεν περιέχει κρατικές ενισχύσεις, συνιστά παράβαση των άρθρων 92 και 93, παράγραφος 2, ΕΟΚ. »
10.
Θεωρώ ότι πρέπει να γίνει εξαρχής η ακόλουθη διευκρίνιση ως προς το περιεχόμενο της παρούσας προσφυγής. Από το γράμμα του άρθρου 92 συνάγεται ότι μία ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια αυτού του άρθρου, μόνο όταν συντρέχουν ως προς αυτή οι πέντε προϋποθέσεις που θέτει αυτή η διάταξη. Πρέπει να πρόκειται για ενίσχυση που χορηγείται από κράτος μέλος ή με κρατικούς πόρους, αυτό δε υπό οποιαδήποτε μορφή. Πρέπει να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής. Επιπλέον, πρέπει να μην εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 92, παράγραφος 3.
11.
Επομένως, ακόμη κι αν οι αιτιάσεις που διατυπώνουν οι προσφεύγουσες κατά της αποφάσεως της Επιτροπής είναι βάσιμες, δηλαδή αν επρόκειτο πράγματι για ενίσχυση, δεν συνάγεται ipso facto ότι υφίσταται « ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά ». Πράγματι, στην περίπτωση αυτή θα εναπόκειτο στην Επιτροπή να εξετάσει αν συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 92 και αν δεν είναι δυνατό να εμπίπτει η ενίσχυση σε μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 92, παράγραφος 3. Η Συνθήκη δεν παρέχει πράγματι στους ιδιώτες το δικαίωμα να ζητήσουν ευθέως από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι ενισχύσεις « που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους » συνιστούν ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Μόνο η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε μία τέτοια ενέργεια.
12.
Αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής, κατά την οποία η βαλλόμενη τιμή δεν περιέχει κανένα στοιχείο κρατικής ενισχύσεως, είναι ελαττωματική λόγω προφανούς πλάνης, να δεχθεί κατ' ανάγκη ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή του άρθρου 92 και κατά συνέπεια συντρέχει παράβαση της διατάξεως αυτής.
13.
Μετά την προκαταρκτική αυτή παρατήρηση θα ήθελα τώρα να εξετάσω τα επιχειρήματα που αντιτάσσουν οι προσφεύγουσες στα διάφορα στοιχεία της αποφάσεως της Επιτροπής.
Ι —
14.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, καταρχάς, ότι η τιμή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της γενικής διαρθρώσεως των ολλανδικών εγχωρίων τιμών, αυτό δε λόγω δύο χαρακτηριστικών διαφορών μεταξύ αυτής της τιμής και του υπολοίπου μέρους του συστήματος τιμολογήσεως της Gasunie.
15.
Είναι αληθές ότι, αντίθετα από τις τιμές Α και Ε που χαρακτηρίζονται από μία διαδοχική εφαρμογή διαφορετικών κλιμακίων, η τιμή F εφαρμόζεται από το πρώτο καταναλισκόμενο κυβικό μέτρο.
16.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, εξάλλου, ότι το όριο από το οποίο εφαρμόζεται η τιμή F θεωρείται ότι έχει επιτευχθεί από τη στιγμή κατά την οποία η συνολική κατανάλωση, δηλαδή όλα μαζί τα εργοστάσια, ενός πελάτη υπερβαίνει τα 500 εκατομμύρια τόνους ετησίως, ενώ οι άλλες τιμές εφαρμόζονται όχι ανά πελάτη, αλλά ανά εργοστάσιο, πράγμα που καθιστά δυνατό, αντίθετα από την τιμή F, στις οικείες επιχειρήσεις να συνυπολογίσουν ενιαίως την κατανάλωση διαφόρων τόπων εκμεταλλεύσεως προκειμένου να εξασφαλιστεί η επίτευξη του ορίου από το οποίο εφαρμόζεται η πλέον συμφέρουσα τιμή.
17.
Πρέπει, εντούτοις, να υπογραμμισθεί ότι η Gasunie διαβεβαίωσε τους πραγματογνώμονες στους οποίους απευθύνθηκε το Δικαστήριο ότι ακόμη και η τιμή F εφαρμόζεται ανά εργοστάσιο, αντίθετα από τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών.
18.
Ως προς την πρώτη διαφορά είναι αναμφισβήτητο ότι δεν μπορεί να έχει οικονομική σημασία για τους πελάτες της Gasunie. Δεν αμφισβητείται, εντούτοις, ότι όπως και οι άλλες, η τιμή F είναι γνωστή σε όλους οι οποίοι μπορούν ενδεχομένως να τύχουν αυτής και ότι χαρακτηρίζεται από ορισμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να παρασχεθεί και οι οποίες δεν είναι επίσης εμπιστευτικού χαρακτήρα, αντίθετα από το σύστημα τιμών που αποτελούσε το αντικείμενο των πρώτων καταγγελιών και το οποίο προέκυπτε από συμβάσεις που είχαν συναφθεί ευθέως μεταξύ της Gasunie και των ολλανδών παραγωγών αμμωνίας. Όπως οι τιμές Α έως Ε, έτσι και η τιμή F χορηγείται σε όσους μπορούν να αποδείξουν ότι συντρέχουν ως προς αυτούς οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει κατά συνέπεια να θεωρηθεί ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της γενικής διαρθρώσεως τιμών της Gasunie.
II —
19.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, δεύτερον, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε προφανή πλάνη, θεωρώντας ότι με την τιμή F εξαλείφθηκε ο αναφερόμενος σε συγκεκριμένο τομέα ειδικός χαρακτήρας της παλαιάς τιμής. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 92 δεν εφαρμόζεται παρά στις ενισχύσεις που συνίστανται στην ευνοϊκή μεταχείριση « ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής ».
20.
Όμως, κατά τις προσφεύγουσες, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της τιμής F καθορίστηκαν εσκεμμένα, έτσι ώστε να μπορούν να συντρέχουν μόνο ως προς τις ολλανδικές επιχειρήσεις αμμωνίας. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις σχετικά με τον ελάχιστο παράγοντα επιβαρύνσεως και την ελάχιστη ετησία κατανάλωση έχουν ως πρακτικό αποτέλεσμα να μην απολαύουν της τιμής F παρά μόνο οι ολλανδοί παραγωγοί αμμωνίας.
21.
Εντούτοις, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ζήτησε το Δικαστήριο συνάγεται ότι υπάρχει τουλάχιστον μία επιχείρηση που απολαύει της τιμής F η οποία δεν ανήκει στον τομέα της αμμωνίας.
22.
Αρκεί αυτό για να θεωρηθεί ότι δεν υφίσταται ενίσχυση που συνίσταται στην ευνοϊκή μεταχείριση « ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής »;
23.
Δεν αμφισβητείται ότι ο τομέας της παραγωγής αμμωνίας, ο οποίος, υπό το παλαιό σύστημα, απέλαβε ειδικώς και ρητώς ευνοϊκής τιμολογιακής ρυθμίσεως, εξακολουθεί στο σύνολο του να επωφελείται από την έκπτωση των 5 σεντς. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ζήτησε το Δικαστήριο διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι τέσσερα εργοστάσια παραγωγής αμμωνίας καταναλίσκουν λιγότερο από 500 εκατομμύρια m3 αερίου ετησίως. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώθηκαν ρητά από την Gasunie ( βλέπε σ. 29 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, γαλλικό κείμενο). Στο Δικαστήριο δεν γνωστοποιήθηκε εντούτοις ότι τα εργοστάσια αυτά έχασαν την επωφελή τιμή F. Αυτό πιθανολογεί ότι η τιμή αυτή, όπως και η προηγούμενη της, έχει ως σκοπό να ευνοήσει τον τομέα της αμμωνίας, ακόμη κι αν ένας μεγάλος παραγωγός άλλου προϊόντος επωφελείται από αυτό επίσης. Στη σελίδα 78 της εκθέσεως των τριών πραγματογνωμόνων αναφέρεται, εξάλλου, ότι σε ένα έγγραφο προς τον ολλανδό παραγωγό αμμωνίας NSM η Gasunie ανέλαβε την υποχρέωση να επανεξετάσει το ύψος της εκπτώσεως της τιμής F, αν η νέα τιμή αερίου απειλήσει να θίξει την ανταγωνιστικότητα της.
24.
Κατά την γνώμη μου, από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι η τιμή F καθορίστηκε πρωτίστως προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα του τομέα της παραγωγής της αμμωνίας και ότι, εν πάση περιπτώσει, αποβαίνει σε όφελος « ορισμένων επιχειρήσεων », δηλαδή των πολύ μεγάλων βιομηχανικών χρηστών αερίου που είναι εγκατεστημένοι στις Κάτω Χώρες και δεν ανήκουν στον τομέα της ενεργείας.
III —
25.
Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί αν και η έκπτωση των 5 σεντς/m3 σε σχέση με την τιμή Ε που παρέχει η Gasunie καλύπτεται από τις οικονομίες που συνεπάγονται για την Gasunie οι ειδικοί όροι της τιμής F.
26.
Υπενθυμίζω ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή περιορίζεται να αναφέρει, χωρίς άλλη διευκρίνιση, ότι:
«Το υφιστάμενο επίπεδο της τιμής F δεν καλύπτει τη συνολική αξία των οικονομιών παροχής που συνεπάγονται για την Gasunie αυτές οι συμβάσεις. Η νέα τιμή ... δικαιολογείται από οικονομικής και εμπορικής απόψεως, συγκρινόμενη με τις τιμές που χρεώνονται σε γάλλους σημαντικούς καταναλωτές. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαφορά τιμής 5 σεντς/m3 μεταξύ των τιμών Ε και F αντιστοιχεί προς τη διαφορά κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας. »
27.
Επομένως, η Επιτροπή δεν διευκρινίζει, στην απόφαση που προσβάλλουν οι προσφεύγουσες, ποίου μεγέθους είναι οι οικονομίες παροχής που συνεπάγεται για την Gasunie η τιμή F.
28.
Στην απάντηση της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου η Επιτροπή εξηγεί γιατί, κατά τη γνώμη της, η διαφορά μεταξύ των τιμών Ε και F δεν καλύπτει την πλήρη αξία των οικονομιών παροχής που συνεπάγονται για την Gasunie οι συμβάσεις αυτές. Αναφέρει δε ότι η συνολική αξία των οικονομιών είναι 5,5 έως 7 σεντς/m3, όπως αναλύεται κατωτέρω:
Αντικειμενικοί όροι
Οικονομία (σεντς/m3)
Καταναλισκόμενη ποσότητα και τακτικότητα των παραλαβών
3
Διακοπή των παραδόσεων
I-2
Διαφοροποίηση της ποιότητας του αερίου
1,5-2
Σύνολο
5,5-7
Οι προσφεύγουσες, εξάλλου, προσκομίζουν μία γνωμάτευση από την οποία συνάγεται ότι οι οικονομίες αυτές δεν μπορούν να υπερβαίνουν 1,6 σεντς/m3.
29.
Θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναλύσει και επιλύσει αυτό το πρόβλημα στηριζόμενο στην πραγματογνωμοσύνη που διέταξε αυτό το ίδιο.
α) Οικονομίες παροχής που μπορούν να απορρέουν από την καταναλισκόμενη ποσότητα και τον παράγοντα επιβαρύνσεως
30.
Όμως, κατά τους τρεις πραγματογνώμονες, οι οικονομίες που μπορούν να προκύπτουν για την Gasunie από την καταναλισκόμενη ποσότητα και από τον τακτικό ρυθμό των παραλαβών (παράγων επιβαρύνσεως) κυμαίνονται στην ακόλουθη κατά προσέγγιση κλίμακα οικονομιών σε σεντς/m3.
—
ως προς την ποσότητα παρεχομένου αερίου (τουλάχιστον 600 Χ ΙΟ6 m3 ετησίως): 0,07-0,242·
—
ως προς την τακτικότητα (παράγων επιβαρύνσεως ): 0,273-0,512.
Οι πραγματογνώμονες προσθέτουν ότι οι συνολικές οικονομίες που αντιστοιχούν στην ποσότητα και τον παράγοντα επιβαρύνσεως πρέπει να είναι κατώτερες του ύψους των ανωτάτων τιμών που προαναφέρθηκαν (0,754) συνεπεία της σχέσεως μεταξύ παράγοντος επιβαρύνσεως και ποσότητας (σ. 8 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ).
31.
Επομένως, αν υιοθετηθεί η υπόθεση ότι οι οικονομίες που απορρέουν από αυτούς τους δύο παράγοντες κυμαίνονται πράγματι γύρω από το 0,6 σεντς/m3, ενώ η Επιτροπή τις εκτιμά σε 3 σεντς/m3, συνάγεται λογικά το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή τις θεώρησε σε επίπεδο 5 φορές υψηλότερο. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως προφανής πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών.
β) Οικονομίες παροχής που μπορούν να απορρέουν από τις ρήτρες σχετικά με τη οννατότητα διακοπής
32.
Οι πραγματογνώμονες επισημαίνουν καταρχάς το γεγονός ότι οι γενικοί συμβατικοί όροι σχετικά με τη δυνατότητα διακοπής είναι οι ίδιοι για τους πελάτες της τιμής Ε και τους πελάτες της τιμής F. Η σύμβαση των πελατών της τιμής F περιέχει, εντούτοις, ειδικούς όρους οι οποίοι, κατά την Gasunie, της δίνουν πλέον εκτεταμένο δικαίωμα να διακόπτει την τροφοδοσία αυτής της κατηγορίας πελατών. Νομική εκτίμηση των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των συμβατικών όρων της τιμής Ε και αυτών της τιμής F δεν έγινε από τους πραγματογνώμονες. Κατ' αυτούς, αν μπορεί να διαπιστωθεί πραγματική διαφορά από νομικής απόψεως, εκτίμηση του μεγέθους των οικονομιών θα μπορούσε να γίνει βάσει του ύψους του σταθερού μέρους του μέσου κόστους.
33.
Αντιθέτως, αν από τη νομική εκτίμηση δεν προκύψει διαφορά, όσον αφορά το δικαίωμα της Gasunie να διακόπτει τον εφοδιασμό των δύο κατηγοριών πελατών, οι ειδικές ρήτρες της τιμής F δεν συνεπάγονται προφανώς, κατά την Gasunie, κανένα οικονομικό όφελος.
34.
Συγκρίνω επομένως τις γενικές ρήτρες και τις ειδικές ρήτρες σχετικά με τη δυνατότητα διακοπής. Οι γενικές ρήτρες προβλέπουν τα εξής:
« Στην περίπτωση κατά την οποία ο προμηθευτής έχει την πρόθεση να λάβει μέτρα που συνεπάγονται τη διακοπή ή τη μείωση της τροφοδοσίας με αέριο, ο προμηθευτής δεν θα θέσει σε εφαρμογή αυτά τα μέτρα — πλην περιπτώσεως βλάβης — παρά μόνο μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τον πελάτη, ως προς το χρονικό σημείο, τη διάρκεια της διακοπής ή της μειώσεως. Κατά τον καθορισμό του χρονικού σημείου και της διάρκειας της διακοπής ο προμηθευτής οφείλει να λάβει υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, το συμφέρον των πελατών.
Αν αποδεικνύεται αναγκαίο να μειωθεί ή να διακοπεί η κατανάλωση αερίου συνεπεία δυσχερειών παροχής, ο προμηθευτής έχει τη δυνατότητα να δίνει σχετικές οδηγίες και ο πελάτης οφείλει να συμμορφώνεται προς αυτές». ^
35.
Η ειδική ρήτρα της τιμής F έχει ως εξής:
« Με την πρώτη ειδοποίηση της Gasunie ο πελάτης υποχρεούται, αναλόγως της περιπτώσεως, να μειώσει ή να σταματήσει την παραλαβή, σύμφωνα με τις υποδείξεις της Gasunie. Στην περίπτωση κατά την οποία η Gasunie ασκήσει αυτό το δικαίωμα, ο πελάτης δεν μπορεί να αντιταχθεί, επικαλούμενος άνιση μεταχείριση. Η Gasunie οφείλει να προσπαθήσει, καθόσον είναι δυνατόν, να αποστείλει στον πελάτη αυτή την ειδοποίηση για μείωση ή παύση της καταναλώσεως τουλάχιστον 12 ώρες προηγουμένως. Κάθε μη παραλαβή που οφείλεται στην εφαρμογή αυτού του άρθρου θα θεωρείται για τον πελάτη ως περίπτωση ανωτέρας βίας. »
36.
Εκ πρώτης όψεως, οι γενικοί όροι είναι λιγότερο αυστηροί, επειδή προβλέπουν προηγούμενη συνεννόηση με τον πελάτη και την πρόνοια να λαμβάνονται υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τα συμφέροντα του. Εντούτοις, ενόψει επίσης της δεύτερης παραγράφου, προκύπτει ότι, όταν ανακύπτουν δυσχέρειες παροχής, οι απολαύοντες της τιμής Ε δεν έχουν περισσότερα δικαιώματα από ό,τι οι απολαύοντες της τιμής F.
37.
Εξάλλου, είναι πιο δύσκολο για έναν προμηθευτή αερίου να σταματήσει ή να μειώσει τον εφοδιασμό ενός πελάτη που χρησιμοποιεί το αέριο ως πρώτη ύλη από ό,τι ενός βιομηχανικού πελάτη που το χρησιμοποιεί μόνο ως θερμαντικό μέσο και « είναι από τεχνικής απόψεως πιο εύκολο να διακοπεί η θέρμανση παρά η χρησιμοποίηση του αερίου ως πρώτης ύλης » ( σ. 74 της εκθέσεως ).
38.
Επομένως, δεν εκπλήσσει το ότι οι πραγματογνώμονες δεν εντόπισαν καμία περίπτωση διακοπής των παραδόσεων σε πελάτες που απολαύουν της τιμής F, αυτό δε ούτε καν κατά τη διάρκεια του βαρύ χειμώνα του 1985 κατά τον οποίο μόνο οι κεντρικές εγκαταστάσεις θερμικής ενέργειας στράφηκαν για την τροφοδοσία τους στο πετρέλαιο ( σ. 32 ).
39.
Κατά, την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή αναφέρθηκε σε ένα χωρίο που περιέχεται στη σελίδα 10 της εκθέσεως κατά το οποίο « η Gasunie μπορεί να παρέχει έκπτωση σε οποιονδήποτε καταναλωτή περίπου 2 σεντς/m3 επί των συνολικών ετησίων παραλαβών του, προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα διακοπής της τροφοδοσίας αυτού του καταναλωτή με στόχο τη μετατόπιση της παροχής αερίου προς τον καταναλωτή που διενεργεί εξαγωγές κατά τις ώρες της αιχμής ». Οι πραγματογνώμονες επισημαίνουν εντούτοις, σε ένα άλλο σημείο της εκθέσεως τους, ότι ενόψει των χαρακτηριστικών του δικτύου της διανομής, επί των οποίων θα επανέλθω, είναι αμφίβολο αν η Gasunie χρειάζεται να αντιμετωπίσει, ακόμη και κατά τις ώρες της αιχμής, τη διακοπή της παροχής σε μεγάλους βιομηχανικούς χρήστες.
40.
Απ' όλες αυτές τις σκέψεις συνάγω το συμπέρασμα ότι η έννοια της ρήτρας διακοπής που περιέχεται στη τιμή F δεν μπορεί να δικαιολογήσει έκπτωση μεταξύ 1,5 και 2 σεντς/m3, όπως αναφέρει η Επιτροπή. Επομένως, υφίσταται και ως προς το σημείο αυτό προφανής πλάνη.
γ) Οικονομίες παροχής που μπορούν να απορρέουν από τη ρήτρα περί δυνατότητας υποκαταστάσεως
41.
Ούτε ως προς το σημείο αυτό προέβησαν οι πραγματογνώμονες σε νομική εκτίμηση των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των συμβατικών όρων για τους πελάτες της τιμής Ε και τους πελάτες της τιμής F.
42.
Η τυποποιημένη σύμβαση περιέχει την ακόλουθη ρήτρα:
«Αν η κατάσταση στον τομέα της παροχής αερίου καθώς και οι προϋποθέσεις λειτουργίας εντός της Gasunie συνιστούν επαρκή δικαιολογία μιας τέτοιας ενέργειας, ο προμηθευτής μπορεί να παρέχει αέριο κατά παρέκκλιση από τους ειδικούς όρους που καθορίζονται με τη σύμβαση. Σε μια τέτοια περίπτωση οι συμβαλλόμενοι οφείλουν να έρχονται σε αμοιβαία συνεννόηση το ταχύτερο δυνατό, προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία προς ανεύρεση λογικής λύσεως κατά την οποία θα λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και των δύο συμβαλλομένων. »
43.
Η τιμή F προβλέπει τα εξής:
« Επιπλέον, η Gasunie μπορεί — χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον πελάτη — να στρέφεται προς ποιότητες αερίου που αποκλίνουν από τους ειδικούς όρους που αναφέρονται στη συμφωνία περί παροχής αερίου. Στην περίπτωση κατά την οποία η Gasunie στρέφεται προς μία ποιότητα αερίου που παρέχεται επίσης σε άλλους από τους πελάτες της στις Κάτω Χώρες, θεωρείται ότι η ποιότητα αυτή ανταποκρίνεται στους ειδικούς όρους που μνημονεύονται στη συμφωνία περί παροχής αερίου. Η Gasunie θα πρέπει να κάνει παν το δυνατό για να γνωστοποιήσει ικανό χρόνο πριν προς τον πελάτη τις μεταβολές αυτές της ποιότητας. »
44.
Η τυποποιημένη σύμβαση προβλέπει, επομένως, διαβουλεύσεις προς σκοπό επιτεύξεως αμοιβαίας συμφωνίας για ανεύρεση λογικής λύσης κατά την οποία θα λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των δύο συμβαλλομένων. Οι πελάτες της τιμής Ε έχουν έτσι ένα περιθώριο διαπραγματεύσεων που τους καθιστά δυνατόν ίσως να επηρεάζουν το χρονικό σημείο και τη διάρκεια της υποκαταστάσεως, όχι όμως, όπως φαίνεται, και την καταρχή δυνατότητα αυτής. Η σύμβαση των πελατών που απολαύουν της τιμής F είναι πιο αυστηρή και δεν προβλέπει παρά μόνο μία προηγούμενη γνωστοποίηση.
45.
Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης μας πληροφορεί, εντούτοις, ότι ορισμένος αριθμός πελατών Ε και F εφοδιάζονται από τοίδιο σημείο τροφοδοσίας και οφείλουν, επομένως, να υποστούν την υποκατάσταση κατά το ίδιο χρονικό σημείο για την ίδια διάρκεια (σ. 17 της εκθέσεως ).
46.
Επιπλέον, και ιδίως, οι πραγματογνώμονες μας επισημαίνουν ότι οι πελάτες F δεν μπορούν να εφοδιάζονται όλοι εναλλακτικά με αέριο G ή με αέριο Η, επειδή οι συνθήκες συνδέσεως δεν το επιτρέπουν αυτό. Ειδικότερα, ένα συγκεκριμένο εργοστάσιο, το οποίο χρησιμοποιεί ετήσια ποσότητα αερίου ίση προς περίπου 30 ο/ο του συνόλου παραλαβών των πελατών F, δεν μπορεί να τροφοδοτηθεί με αέριο Η ( έκθεση σ. 57 ).
47.
Όμως, δεν αμφισβητήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι το σύνολο των ολλανδών παραγωγών αμμωνίας απολαύει της τιμής F.
48.
Εξάλλου, « κατά τους πραγματογνώμονες, δεν αποδείχθηκε ότι οι πελάτες της τιμής F διαθέτουν εξοπλισμό ή αποθέματα καυσίμων υποκαταστάσεως που τους καθιστά δυνατό να εργάζονται με διπλό εφοδιασμό σε καύσιμα » (σ. 73).
49.
Πρέπει, επομένως, να συναχθεί κατ' ανάγκη το συμπέρασμα ότι οι δυνατότητες περιορισμένης υποκαταστάσεως μόνο για τους πελάτες που απολαύουν της τιμής F είναι πολύ περιορισμένες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα ανύπαρκτες. Επομένως, η χορήγηση στο σύνολο αυτών των πελατών εκπτώσεως 1,5 έως 2 σεντς/m3 δεν δικαιολογείται. Επομένως, και επ' αυτού του σημείου η Επιτροπή υπέπεσε σε προφανή πλάνη.
δ) Ιυνολικό ύφος των οικονομιών που οφείλονται σε οιάφορονς παράγοντες
50.
Οι πραγματογνώμονες, αφού διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν «να καθορίσουν τι αξία αντιπροσωπεύει οικονομικώς η δυνατότητα διακοπής και η δυνατότητα υποκαταστάσεως », θεωρούν τελικώς ότι:
« Δεν φαίνεται παράλογο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Gasunie στους πραγματογνώμονες είναι δύσκολο να διαπιστωθούν συνολικές οικονομίες για την Gasunie μεγαλύτερου ύψους από 0,5 σεντς/m3, ειδικότερα όταν πρόκειται για άλλους παράγοντες οι οποίοι δεν ελήφθησαν υπόψη, όπως:
— η ευλυγισία της εύκαμπτης λειτουργίας του κοιτάσματος του Groningen...
— τα εξαιρετικά ευνοϊκά χαρακτηριστικά του ολλανδικού δικτύου, ειδικότερα τα κλειστά κυκλώματα και η μεγάλη διάμετρος των σωληνώσεων (περίπου 48 δάκτυλοι) που μεταφέρουν 45% της παροχής προς την εξαγωγή, χαρακτηριστικά που παρέχουν σημαντικές ικανότητες αποθηκεύσεως στους αγωγούς.
Από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι οικονομίες στα βάρη της Gasunie που οφείλονται στους όρους που αφορούν τους πελάτες της τιμής F σε σχέση με τους όρους που αφορούν τους πελάτες της τιμής Ε είναι πολύ μικρότερου μεγέθους από τη όιαφορά τιμών μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών πελατών ( 1 ).
Μπορεί επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι εκπτώσεις που χορηγούνται στους πελάτες της τιμής F πρέπει να οφείλονται σε άλλους λόγους » ( σσ. 59 και 60 ).
51.
Τέλος, η Επιτροπή στη βαλλόμενη απόφαση όχι μόνο στήριξε τον συλλογισμό της στο γεγονός ότι η διαφορά τιμής των 5 σεντς/m3 μεταξύ των τιμών Ε και F δεν καλύπτει καν το συνολικό ύψος των οικονομιών παροχής που συνεπάγονται οι συμβάσεις αυτές για την Gasunie, αλλά έλαβε επίσης υπόψη ότι:
« Η τιμή Ε και η νέα τιμή F είναι αναπροσαρμοσμένες σε σχέση με την τιμή του βαρέος πετρελαίου· το ίδιο συμβαίνει, εξάλλου, όσον αφορά την τιμή εξαγωγής. Οι μεταβολές των τιμών αυτών συνδέονται με την ίδια τιμή αναφοράς του βαρέος πετρελαίου και, επομένως, θα εξελιχθούν παράλληλα. Οι διαφορές μεταξύ των τριών αυτών τιμών θα παραμείνουν επομένως σταθερές ( 2 ). »
Εντούτοις, η μετέπειτα εξέλιξη διέψευσε αυτό το πόρισμα, επειδή η χορηγούμενη έκπτωση στους πελάτες της τιμής F κατήλθε σε 2,5 σεντς/m3 από την 1η Ιουλίου 1986 έως την 31 Δεκεμβρίου 1987 και σε 0,5 σεντς/m3 από την 1η Ιανουαρίου 1988. Έκτοτε, φαίνεται ότι αυξήθηκε εκ νέου. Όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι οικονομίες παραδόσεως που προέκυψαν από την τιμή F για την Gasunie μπόρεσαν να κυμαίνονται κατ' αυτόν τον τρόπο με την πάροδο του χρόνου μεταξύ δύο ακραίων σημείων που βρίσκονται σε σχέση 10 προς 1. Οι χορηγούμενες εκπτώσεις έπρεπε κατ' ανάγκη να στηρίζονται επίσης και σε άλλους λόγους.
52.
Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση των προσφευγουσών, έχω κατά συνέπεια τη γνώμη ότι πρέπει να γίνει δεκτό, όπως δέχθηκαν και οι τρεις πραγματογνώμονες, « ότι οι οικονομίες στα βάρη της Gasunie που οφείλονται στους όρους που αφορούν τους πελάτες της τιμής F σε σχέση με τους όρους που αφορούν τους πελάτες της τιμής Ε είναι πολύ μικρότερου μεγέθους από τη διαφορά τιμών μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών πελατών » και να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε προφανή πλάνη, θεωρώντας, αντιθέτως, ότι η διαφορά αυτή δεν καλύπτει καν το συνολικό ύψος των εν λόγω οικονομιών.
Συμπέρασμα
53.
Δεδομένου ότι θεωρώ ότι πρέπει να γίνουν κατ' ουσία δεκτές οι αιτιάσεις που διατυπώνουν οι προσφεύγουσες, καταλήγω κατ' ανάγκη στο να σας προτείνω να ακυρώσετε την απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 1984, όπως αυτή προκύπτει από το έγγραφο της 24ης Απριλίου 1984. Επομένως, στην τελευταία εναπόκειται να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93 της Συνθήκης.
54.
Τα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμπίπτουσας διαδικασίας και των εξόδων της πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το Δικαστήριο, πρέπει να φέρει η Επιτροπή. Πάντως, τίθεται ένα πρόβλημα όσον αφορά την Compagnie française de ľ azote (Cofaz) SA η οποία παραιτήθηκε από την προσφυγή με έγγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία στις 29 Δεκεμβρίου 1987, δηλαδή μετά την έκδοση της παρεμπίπτουσας αποφάσεως ( 28 Ιανουαρίου 1986 ) και μετά την κατάθεση της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ( 23 Δεκεμβρίου 1987 ). Γι' αυτό ακριβώς προτείνω να καταδικασθεί η Cofaz στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε πριν από την έκδοση της παρεμπίπτουσας αποφάσεως.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Δική μου υπογράμμιση.
( 2 ) Δική μου υπογράμμιση.
Full & Egal Universal Law Academy