ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 19ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Καλείσθε να αποφανθείτε επί αγωγής, την οποία άσκησε, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, η εταιρία Krohn του Αμβούργου κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η ζημία την οποία προβάλλει η ενάγουσα προκλήθηκε από την άρνηση εκδόσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής τα οποία είχε ζητήσει για μια παρτίδα ριζών ή κονδύλων μανιόκας προελεύσεως Ταϊλάνδης, άρνηση που της αντέταξε, βάσει οδηγιών της Επιτροπής, το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Οργανώσεως των Γεωργικών Αγορών, στο εξής: BALM ).
Για την καλύτερη κατανόηση της διαφοράς, είναι σκόπιμο να υπομνηστεί η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή περιέχεται: α) στη συμφωνία που εγκρίθηκε με την απόφαση 82/495 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1982 (EE L 219, σ. 52), και με την οποία η Κοινότητα και το Βασίλειο της Ταϊλάνδης ανέλαβαν την υποχρέωση να συνεργάζονται σε θέματα παραγωγής, εμπορίας και συναλλαγών μανιόκας' β) στον κανονισμό 2029/82 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 218, σ. 8), που ορίζει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής. Όπως αναφέρεται στο προοίμιό της, η συμφωνία βασίζεται στην αναγνώριση δύο πραγματικών στοιχείων: αφενός, ότι η οικονομία της Ταϊλάνδης εξαρτάται από την παραγωγή μανιόκας (η οποία άλλωστε είναι συγκεντρωμένη στις φτωχότερες και πιο ευαίσθητες από πολιτική άποψη περιοχές της χώρας) αφετέρου, ότι οι διαρκώς αυξανόμενες εξαγωγές του προϊόντος αυτού προς την Κοινότητα δημιουργούν προβλήματα για την κοινή αγορά.
Ενόψει των στοιχείων αυτών, η Ταϊλάνδη ανέλαβε την υποχρέωση να διαχειρίζεται τις εξαγωγές (διάκριση 07.06 Α του κοινού δασμολογίου) κατά τρόπο που να μην υπερβαίνουν τις συμφωνηθείσες ποσότητες, δηλαδή τους 5 και πλέον εκατομμύρια τόνους κατ' έτος, για τη διετία 1983 - 1984, και τα 4,5 και πλέον εκατομμύρια για τα δύο επόμενα έτη ( άρθρο 1 ). Εις αντάλλαγμα, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να περιορίσει την εισφορά που εφαρμόζει στις εισαγωγές στα όρια του 6 ο/ο επί της αξίας και να επιφυλάξει στην Ταϊλάνδη τη μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου κράτους όσον αφορά το συντελεστή της εισφοράς ( άρθρο 3 ). lic. τη διαχείριση ορίζονται ειδικότερα τα εξής: α) ότι η Ταϊλάνδη φροντίζει να μην εκδίδει πιστοποιητι εξαγωγής για ποσότητες ανώτερες των οριζομένων β ) ότι η Κοινότητα θεσπίζει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τη μανιόκα Ταϊλάνδης, κατόπιν εμφανίσεως πιστοποιητικού εξαγωγής εκδοθέντος από τις αρχές της Μπαγκόκ. Το πιστοποιητικό εισαγωγής χορηγείται εντός επτά ημερών από την υποβολή του πιστοποιητικού εξαγωγής. Η ημερομηνία εκδόσεως του τελευταίου προσδιορίζει το έτος στο οποίο πρέπει να καταλογισθούν οι ποσότητες ( άρθρο 5 ).
Ας έρθουμε στον κανονισμό 2029/82. Για την υπό κρίση υπόθεση ιδιαίτερη σημασία έχουν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 7, το άρθρο 9 και το άρθρο 10. Οι δύο πρώτες διατάξεις ορίζουν τα εξής:
«1)
Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την 5η εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως, εκτός εάν η Επιτροπή έχει πληροφορήσει, με τέλεξ, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι που προβλέπει η συμφωνία συνεργασίας. Στην περίπτωση που δεν τηρούνται οι όροι από τους οποίους εξαρτάται η έκδοση του πιστοποιητικού, η Επιτροπή μπορεί... να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, αφού συμβουλευθεί τις αρχές της Ταϊλάνδης.
2)
Εάν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, και αφού ανακοινώσει με τέλεξ η Επιτροπή ότι συμφωνεί, το πιστοποιητικό εισαγωγής μπορεί να εκδοθεί σε μικρότερο χρονικό διάστημα.»
Κατά το άρθρο 9, « τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, κάθε ημέρα, με τέλεξ, τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε αίτηση πιστοποιητικού: ποσότητα για την οποία αιτείται κάθε πιστοποιητικό εισαγωγής' αριθμό του υποβληθέντος πιστοποιητικού εξαγωγής...· ημερομηνία εκδόσεως του [τελευταίου]· συνολική ποσότητα για την οποία εκδόθηκε... όνομα του εξαγωγέα που αναγράφεται [ σ' αυτό ]... ».
Τέλος, κατά το άρθρο 10, οι προαναφερθείσες διατάξεις θα εφαρμόζονταν μόνο στα πιστοποιητικά που θα εκδίδονταν από τις αρχές της Ταϊλάνδης από τις 28 Ιουλίου 1982 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982.
Ο κανονισμός 2029/82 ίσχυσε μέχρι το τέλος του 1982. Από την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή τον αντικατέστησε με τον κανονισμό 3383/82 (ΕΕ 1982 L 356, σ. 8), ο οποίος υποβλήθηκε στη συνέχεια σε πολυάριθμες τροποποιήσεις.
2.
Στις 16 Νοεμβρίου 1982, η εταιρία Krohn, η οποία εισάγει και εμπορεύεται σιτηρά και ζωοτροφές, ζήτησε από το BALM την έκδοση 5 πιστοποιητικών εισαγωγής για συνολική ποσότητα 54895472 κιλών ριζών και κονδύλων μανιόκας προελεύσεως Ταϊλάνδης. Συμμορφούμενη προς τις διατάξεις που μόλις υπέμνησα, η εταιρία επισύναψε στην αίτηση διάφορα πιστοποιητικά εξαγωγής που της είχαν χορηγήσει οι αρχές της Ταϊλάνδης στις 18 Αυγούστου 1982, για μια παρτίδα 380 τόνων, και στις 7 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, για το υπόλοιπο του εμπορεύματος. Από τα πιστοποιητικά προέκυπτε ότι το εμπόρευμα θα μεταφερόταν στην Ευρώπη με πλοία, τα ονόματα των οποίων (Ασημίνα, Valdivia και Daiko Maru) κοινοποιήθηκαν από το BALM στην Επιτροπή την ίδια ημέρα που υποβλήθηκε η αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 2029/82.
Θα παρατηρήσει όμως κανείς ότι, ενώ οι θαλάσσιες μεταφορές από την Ταϊλάνδη προς την Ευρώπη απαιτούν κατά μέσο όρο 4 έως 6 εβδομάδες, μεταξύ της ημερομηνίας της έκδοσης των προαναφερθέντων εγγράφων ( 18 Αυγούστου και 7 Σεπτεμβρίου ) και της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης ( 16 Νοεμβρίου ) είχαν διαρρεύσει τρεις μήνες και δυόμισυ μήνες αντιστοίχως. Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή είχε λάβει την πληροφορία ότι το φθινόπωρο του 1982 μια γερμανική εταιρία επιδίωξε να εισαγάγει στην Κοινότητα 60000 τόνους μανιόκας χωρίς να έχει στην κατοχή της πιστοποιητικό από την Ταϊλάνδη. Τα στοιχεία αυτά προκάλεσαν υποψίες στις υπηρεσίες των Βρυξελλών, οι οποίες πληροφόρησαν το BALM, με τηλετύπημα της 23ης Νοεμβρίου, ότι, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού 2029/82, ήταν αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η Krohn είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις εκδόσεως του πιστοποιητικού και ιδίως αν είχε γνωστοποιήσει την ημερομηνία φορτώσεως στην Ταϊλάνδη, το όνομα των πλοίων που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά, τον τόπο και το χρόνο διεκπεραιώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής στην Κοινότητα.
Με τηλετυπήματα της 23ης Νοεμβρίου και της 7ης Δεκεμβρίου, το BALM ειδοποίησε τότε την ενάγουσα ότι θα της χορηγούσε τα πιστοποιητικά εισαγωγής μόνο αφού λάμβανε γνώση του ονόματος του πλοίου ή των πλοίων και του τόπου εκτελωνισμού της μανιόκας στην Κοινότητα. Η επιχείρηση απάντησε με τηλετύπημα της 24ης Νοεμβρίου, με το οποίο παρείχε τα στοιχεία τα σχετικά με μια παρτίδα 500 τόνων, η οποία αναφερόταν στο πιστοποιητικό εξαγωγής αριθ. 3840/1982, ζητούσε την έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής και επιφυλασσόταν να ανακοινώσει μεταγενεστέρως τα λοιπά στοιχεία. Στις 10 Δεκεμβρίου 1982, ωστόσο, η Krohn δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να τα παράσχει. 'Αλλωστε, πρόσθεσε, δεν υποχρεούνταν να το πράξει, εφόσον οι ισχύουσες διατάξεις δεν εξαρτούν την έκδοση των αδειών εισαγωγής από τη γνωστοποίηση των εν λόγω στοιχείων.
Όταν έλαβε γνώση της απαντήσεως αυτής, η Επιτροπή απέστειλε στο BALM νέο τηλετύπημα (21 Δεκεμβρίου 1982), με το οποίο επισήμαινε ότι η εμφάνιση του πιστοποιητικού αριθ. 3840/1982 δεν παρείχε δικαίωμα στην επιχείρηση να λάβει το αιτούμενο πιστοποιητικό. Πράγματι, το όνομα του πλοίου που είχε αναφέρει η επιχείρηση δεν ήταν το ίδιο με εκείνο που αναγραφόταν στο ταϊλανδικό πιστοποιητικό' επιπλέον, από τη χορήγηση αυτού του πιστοποιητικού μέχρι την υποβολή της αίτησης της Krohn προς τις γερμανικές αρχές είχε διαρρεύσει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές της Επιτροπής, το BALM απέρριψε, με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου, τόσο την από 16 Νοεμβρίου αίτηση που αναφερόταν στη συνολική ποσότητα ( των 55000 τόνων ), όσο και την από 24 Νοεμβρίου συμπληρωματική αίτηση ( που αναφερόταν στους 500 τόνους ). Κατά της πράξεως αυτής η εταιρία προέβαλε στις 24 Ιανουαρίου 1983 με τηλετύπημα ένσταση, την οποία αιτιολόγησε στη συνέχεια με επιστολή της 7ης Μαρτίου.
Εν τω μεταξύ, η Krohn είχε ναυλώσει το πλοίο Equinox, το οποίο, αφού φόρτωσε τους κονδύλους μανιόκας κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου 1983, έφτασε στις 15 Απριλίου στο Ρόττερνταμ, όπου το εμπόρευμα εκτελωνίστηκε και τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας. Σ' αυτό το σημείο προκλήθηκε η ζημία περί της οποίας γίνεται εδώ λόγος. Πράγματι, δεδομένου ότι οι ταϊλανδικές αρχές δεν της είχαν χορηγήσει πιστοποιητικά εξαγωγής για το πρώτο τρίμηνο του 1983 (γιατί είχαν εξαντληθεί οι διαθέσιμες ποσοστώσεις ), το δε BALM είχε απορρίψει τις αιτήσεις της, δεν χορηγήθηκε στην επιχείρηση ο προτιμησιακός συντελεστής της εισφοράς. Η Krohn προσπάθησε να περιορίσει τη ζημία της αγοράζοντας από την εταιρία Peter Cremer του Αμβούργου πιστοποιητικά εισαγωγής για συνολικό ποσό 33000 τόνων προς 85 μάρκα ανά τόνο για την υπολειπόμενη όμως ποσότητα (21895 τόνοι) δεν μπόρεσε να προσκομίσει κανένα δικαιολογητικό και υποχρεώθηκε επομένως να καταβάλει την εισφορά με τον πλήρη συντελεστή.
Στις 27 Απριλίου 1983, το BALM απέρριψε την ένσταση της Krohn. To BALM στήριξε την απόφαση του αυτή στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2029/82 στην έκδοση των πιστοποιητικών — δήλωνε εξάλλου — είχε αντιταχθεί η Επιτροπή, η οποία, ελλείψει των απαιτούμενων στοιχείων, δεν είχε πειστεί για την ύπαρξη εγκύρων πιστοποιητικών εξαγωγής.
Κατόπιν αυτού η Krohn προσέφυγε (25 Μαΐου 1983 ) στο Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, ζητώντας: α) να ακυρώσει και τις δύο αποφάσεις (απόρριψη της αίτησης και απόρριψη της ένστασης ), τις οποίες είχε εκδώσει το BALM β ) να υποχρεώσει το BALM να της χορηγήσει τα πιστοποιητικά που είχε ζητήσει με συντελεστή 6 ο/ο. Απαντώντας στην προσφυγή ( 17 Ιανουαρίου 1984), το BALM επισύναψε μια γνώμη της Επιτροπής. Με τη γνώμη αυτή η Επιτροπή αιτιολογεί τη στάση της υποστηρίζοντας ότι είχε μάθει ότι η Krohn είχε επιδιώξει να εισκο-μίσει στην Κοινότητα 60000 τόνους μανιόκας και ότι, για το σκοπό αυτό, είχε χρησιμοποιήσει ταϊλανδικά πιστοποιητικά τα οποία είχαν χορηγηθεί για διαφορετικές παρτίδες, οι οποίες μπορούσαν να εισαχθούν μόνο βάσει του λεγομένου καθεστώτος «προκαθορισμού των εισφορών ». Εξάλλου, προσθέτει η Επιτροπή, στην επίδικη ποσότητα μανιόκας δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή η συμφωνία μεταξύ Κοινότητας και Ταϊλάνδης: πράγματι, η εν λόγω ποσότητα είχε μεταφερθεί με πλοίο διαφορετικό από εκείνο που αναγραφόταν στο πιστοποιητικό εξαγωγής, κατά μέγα δε μέρος (50000 τόνους) είχε φορτωθεί χωρίς έγκυρο δικαιολογητικό. To BALM, τέλος, ζήτησε από το εθνικό δικαστήριο να διατάξει την προσεπίκληση της Επιτροπής, η οποία είχε δώσει τις οδηγίες τις οποίες είχε ακολουθήσει το BALM για να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Πέραν της προσφυγής της ενώπιον του εθνικού δικαστή, η Krohn ζήτησε από την Επιτροπή, στις 6 Ιουνίου 1983, να της αποκαταστήσει τη ζημία που είχε προκύψει από τις — κατά την άποψη της αθέμιτες — πιέσεις που είχε ασκήσει το κοινοτικό όργανο στο BALM για να το αναγκάσει να αρνηθεί την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1983. Περίπου ένα έτος αργότερα, η επιχείρηση άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την υπό κρίση αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης. Η αγωγή αυτή εγγράφηκε στο πρωτόκολλο στις 4 Ιουλίου 1984.
3.
Στο επίκεντρο της διαφοράς βρίσκονται τα στοιχεία τα σχετικά με το όνομα του πλοίου που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά και με τον τόπο εκτελωνισμού του φορτίου του, στοιχεία τα οποία το BALM ζήτησε από την ενάγουσα να του ανακοινώσει, βάσει οδηγιών της Επιτροπής. Κατά την Krohn, οι κανονιστικές διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών δεν νομιμοποιούσαν το BALM να ζητήσει τα στοιχεία αυτά. Κατά την Επιτροπή, μολονότι τα στοιχεία αυτά δεν προβλέπονταν από την εν λόγω ρύθμιση, μπορούσαν να απαιτηθούν, διότι ήταν σαφώς σύμφωνα με το πνεύμα και το σκοπό της συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης και του κανονισμού 2029/82.
Μια σύντομη αναφορά στο ύψος της ζημίας. Η Krohn την αποτιμά σε 3305000 μάρκα, ποσό που αναλύεται σε 2805000 για την αγορά των πιστοποιητικών εισαγωγής από την εταιρία Peter Cremer, 319795,01 για την καταβολή της εισφοράς με τον πλήρη συντελεστή, 80294,99 για τη ζημία που υπέστη λόγω ανεπαρκούς φορτώσεως που προήλθε από την αδυναμία πραγματοποιήσεως της αρχικά προβλεπόμενης εισαγωγής και 100000 λόγω διαφυγόντος εμπορικού κέρδους. Από την πλευρά της, η Επιτροπή αποκρούει την απαίτηση των μεν δύο πρώτων ποσών λόγω ελλείψεως αποδείξεων, του δε τρίτου διότι το σχετικό αίτημα, που προβλήθηκε μόλις κατά το στάδιο της απάντησης, πρέπει να θεωρηθεί ως νέος ισχυρισμός κατά την έννοια του άρθρου 42 του κανονισμού διαδικασίας.
Τα προβλήματα αυτά, ωστόσο, δεν θα τα πραγματευθώ. Μετά το πέρας της επ' ακροατηρίου συζητήσεως και κατόπιν υποβολής αιτήματος της Επιτροπής, το Δικαστήριο αποφάσισε, πράγματι, να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως επί του παραδεκτού της αγωγής ( άρθρο 92 του κανονισμού διαδικασίας ). Μόνο στην πλευρά αυτή, επομένως, θα αφιερώσω την προσοχή μου, επιφυλασσόμενος να αναπτύξω τις προτάσεις μου επί της ουσίας στην περίπτωση που αποφασίσετε να κρίνετε την αγωγή παραδεκτή.
4.
Όπως είπα, η Επιτροπή, έστω και χωρίς να προβάλει νομοτύπως ένσταση, έθεσε εν αμφιβόλω το παραδεκτό της αγωγής. Σχετικώς προβάλλει τρία επιχειρήματα, από τα οποία δύο κύρια και το τρίτο επικουρικό: α) η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από εθνική αρχή· β ) μη έχοντας προηγουμένως εξαντλήσει τα ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, η Krohn δεν μπορούσε να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου' γ) η Krohn δεν ζήτησε εμπροθέσμως την ακύρωση των πράξεων που θεωρεί βλαπτικές, του περιεχομένου δηλαδή του τηλετυπήματος το οποίο έστειλε η Επιτροπή στο BALM.
Προς στήριξη του πρώτου επιχειρήματος, η Επιτροπή υπενθυμίζει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Wagner, Sucrimex και Interagra, κατά τις οποίες τα άρθρα 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία να αποφαίνεται επί του κύρους αποφάσεων που ελήφθησαν από τους εθνικούς οργανισμούς παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, ούτε βέβαια να αποτιμά τις οικονομικές επιπτώσεις της ακυρότητάς τους ( αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1979, υπόθεση 12/79, Raccolta 1979, σ. 3657 της 27ης Μαρτίου 1980, υπόθεση 133/79, Raccolta 1980, σ. 1299 της 10ης Ιουνίου 1982, υπόθεση 217/81, Συλλογή 1982, σ. 2233). Είναι δε αναμφισβήτητο στην περίπτωση μας ότι η άρνηση εκδόσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής ήταν απόφαση εθνικής αρχής· ούτε έχει σημασία το γεγονός ότι, λαμβάνοντας την απορριπτική απόφαση, η εν λόγω αρχή αναφέρθηκε στα τηλετυπήματα που της είχε στείλει η Επιτροπή. Πράγματι, με τις ανακοινώσεις αυτές η Επιτροπή εξέφρασε απλή γνώμη ως προς τους εφαρμοστέους στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνες, με το πνεύμα συνεργασίας που χαρακτηρίζει τις σχέσεις της με τους εθνικούς οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων.
Στο επιχείρημα αυτό η Krohn απαντά υποστηρίζοντας ότι είναι αλυσιτελής η επίκληση των αποφάσεων που προαναφέρθηκαν, διότι μεταξύ των υποθέσεων εκείνων και της υπό κρίση υφίσταται προφανής διαφορά. Πράγματι, σε εκείνες η Επιτροπή απείχε πολύ από το να επηρεάσει τη διαδικασία που ακολούθησαν οι οργανισμοί παρεμβάσεως, αφού απλώς είχε περιοριστεί να εκθέσει τις γενικές προϋποθέσεις της σχετικής ρύθμισης, αφήνοντας στους οργανισμούς αυτούς τη μέριμνα της εφαρμογής της. Στην υπό κρίση υπόθεση, αντιθέτως, βρισκόμαστε ενώπιον δύο πράξεων — της συμφωνίας ΕΟΚ — Ταϊλάνδης και του κανονισμού εφαρμογής της — οι οποίες αναθέτουν στην Επιτροπή πραγματική εξουσία λήψεως αποφάσεων η κοινοτική αρχή επομένως είναι εκείνη που ρυθμίζει τη συγκεκριμένη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τον εθνικό φορέα σαν « όργανο της κοσμικής εξουσίας ».
5.
Το δεύτερο κύριο επιχείρημα στηρίζεται στο γεγονός ότι εκκρεμεί προσφυγή, με την οποία ζητείται η ακύρωση της απόφασης του BALM ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστή. Ασκώντας την προσφυγή αυτή — παρατηρεί η Επιτροπή — η Krohn ενήργησε σύμφωνα με τις αποφάσεις Sucrimex και Interagra δεν τήρησε, αντιθέτως, τις αρχές που τέθηκαν με τις εν λόγω αποφάσεις, όταν προσέφυγε και στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο, προς αποφυγή της ενδεχόμενης έκδοσης αντι-φασκουσών αποφάσεων, έχει αποκλείσει κάθε παράλληλη διεξαγωγή εθνικής δίκης και κοινοτικής δίκης, δίνοντας προτεραιότητα στην πρώτη. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου θα μπορέσει να προσφύγει η ενάγουσα μόνον όταν εξαντλήσει πλήρως τα ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου· όταν δηλαδή το εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού, αφού λάβει μέσω προδικαστικής παραπομπής την ερμηνεία του Δικαστηρίου περί των εφαρμοστέων κανόνων, κρίνει παράνομη την απόφαση που εξέδωσε το BALM σε συμφωνία με την Επιτροπή. Επί του παρόντος, επομένως, η αγωγή της Krohn συνιστά καταστρατήγηση του συστήματος έννομης προστασίας που προβλέπεται από τη Συνθήκη.
Η Krohn, φυσικά, αποκρούει την αιτίαση αυτή. Περιορίζεται, ωστόσο, στο να επαναλάβει ότι με την αγωγή της ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που της προκάλεσε η μη έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής και ότι η πρόκληση της ζημίας αυτής πρέπει να καταλογιστεί στην Επιτροπή.
6.
Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή που καθιερώθηκε με την απόφαση Plaumann (της 15ης Ιουλίου 1963, υπόθεση 25/62, Raccolta 1963, σ. 197 ), κατά την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί, μέσω των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, να αναιρέσει τις έννομες συνέπειες μιας πράξης που δεν έχει προηγουμένως ακυρωθεί. Όμως, τα τηλετυπήματα, που αποτελούν γενεσιουργό λόγο του αμφισβητούμενου μέτρου, πρέπει να θεωρηθούν ως αποφάσεις οι οποίες, μολονότι δεν απευθύνονται στην Krohn, την αφορούν άμεσα και ατομικά. Η ενάγουσα όφειλε επομένως να ζητήσει την ακύρωσή τους εντός της προθεσμίας του άρθρου 173, η οποία στην υπό κρίση περίπτωση αρχίζει να τρέχει στις 27 Δεκεμβρίου 1982, από την ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία έλαβε γνώση της αποφάσεως του BALM και της συμβολής που είχαν οι οδηγίες της Επιτροπής στη λήψη της. Δεν το έπραξε επομένως, η υπό κρίση αγωγή αποζημιώσεως είναι απλώς τέχνασμα, με το οποίο η Krohn επιδιώκει να θεραπεύσει τα αποτελέσματα της δικής της αμέλειας.
Στο επιχείρημα αυτό η Krohn απαντά καταρχάς τονίζοντας ότι βρίσκεται σε αντίφαση προς τα δύο πρώτα: πράγματι, όταν το θεσμικό όργανο υποστηρίζει ότι η αμφισβητούμενη πράξη μπορεί να προσβληθεί μόνο ενώπιον του εθνικού δικαστή, υποβαθμίζει την παρέμβαση της σε απλή « γνώμη » ισχυριζόμενο όμως ότι η αγωγή κατά τα άρθρα 178 και 215 καταστρατηγεί τις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 173, την ανάγει σε πραγματική « απόφαση ». Εν πάση περιπτώσει, η Krohn δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η παρέμβαση αυτή επείχε θέση και είχε τη φύση αποφάσεως. Πράγματι, το έγγραφο που της έστειλε το BALM στις 23 Δεκεμβρίου 1982 δεν περιέχει καμιά τέτοια μνεία, ενώ περιέχει αναφορά στη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων της Φραγκφούρτης μετά από υποβολή διοικητικής ενστάσεως στο ίδιο.
Ας προστεθεί — συνεχίζει η ενάγουσα — ότι η απόφαση Plaumann υπερκεράστηκε από τη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, στο σύστημα έννομης προστασίας που θεσπίζεται από τη Συνθήκη, η αγωγή αποζημιώσεως κατέχει απολύτως αυτοτελή θέση. Τέλος, η Krohn παρατηρεί ότι μια προσφυγή ακυρώσεως την οποία τυχόν θα ασκούσε εμπροθέσμως (τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο 1983) δεν θα της προσπόριζε κανένα όφελος, έστω και αν την κέρδιζε. Πράγματι, κατά το χρονικό εκείνο σημείο η ζημία είχε ήδη προκύψει, η δε έκδοση των πιστοποιητικών δεν θα μπορούσε να την αποκαταστήσει.
7.
Λέγω ευθύς αμέσως ότι τα κύρια επιχειρήματα της Επιτροπής, που στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι στην υπό κρίση περίπτωση έχουν εφαρμογή οι αποφάσεις Sucrimex και Interagra, είναι βάσιμα, αν μη τι άλλο για πρακτικούς λόγους. Ας επανέλθουμε πιο συγκεκριμένα στη συζήτηση που αναπτύχθηκε μεταξύ των διαδίκων επί του σημείου αυτού. Και στη μία και στην άλλη υπόθεση — παρατηρεί η Επιτροπή — οι υπηρεσίες της είχαν επηρεάσει με την αποστολή τηλετυπημάτων τους εθνικούς οργανισμούς, οι οποίοι προσάρμοσαν τελικά τις αποφάσεις που έλαβαν προς το περιεχόμενο των τηλετυπημάτων αυτών. Ωστόσο, και με τις δύο αποφάσεις, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι γενεσιουργό αιτία της προβαλλόμενης ζημίας αποτελούσαν μόνο οι αποφάσεις αυτές. Τα τηλετυπήματα αποτελούν απλώς έκφραση της αναγκαίας συνεργασίας μεταξύ εθνικών και κοινοτικών αρχών, για τη συνεργασία δε αυτή δεν μπορούν να ζητηθούν ευθύνες από την Κοινότητα (Sucrimex, σκέψεις 22 και 23, Interagra, σκέψεις 8 και 9 ).
Όπως ενθυμείσθε, η Krohn διαφωνεί. Στις υποθέσεις Sucrimex και Interagra — αυτή είναι η ουσία της άποψης της — το Δικαστήριο είχε δεχτεί ότι οι υποδείξεις της Επιτροπής δεν δέσμευαν τις εθνικές αρχές· στην υπό κρίση υπόθεση, αντιθέτως, η Επιτροπή συμμετέχει πολύ πιο άμεσα στη διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής, οι δε εξουσίες της φτάνουν σε σημείο να « παραλύουν » με τηλετυπήματα τον εθνικό οργανισμό. Η ακρίβεια των στοιχείων αυτών είναι βέβαια αναμφισβήτητη. Στην Krohn μπορεί το πολύ να αντιταχθεί ότι και στην υπό κρίση περίπτωση αυτός που αποφαίνεται επί της αιτήσεως του εισαγωγέα είναι ο εν λόγω οργανισμός και ότι πιθανώς ήταν αδύνατο να μην του αναγνωριστεί η εξουσία αυτή. Πράγματι, το στάδιο της κοινοτικής ενοποίησης δεν φαίνεται να είναι τέτοιο που να επιτρέπει την αφαίρεση από την ευθύνη των κρατών μελών των μέτρων εκτελέσεως μιας συμφωνίας σαν τη συμφωνία μεταξύ ΕΟΚ και Ταϊλάνδης.
Αρκούν αυτές οι σε σημαντικό βαθμό τυπικές διαπιστώσεις για να θεμελιώσουν το απαράδεκτο της αγωγής, όπως συνέβη ήδη στις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις; Περί αυτού δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος. Παραμένει ωστόσο γεγονός ότι το αντίθετο συμπέρασμα μου γεννά ακόμη σοβαρότερες αμφιβολίες. Ας υποθέσουμε ότι, όπως θέλει η Krohn, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αρμοδιότητας ανάλογα με την κανονιστική ρύθμιση που ισχύει κατά περίπτωση, σταθμίζοντας, αφενός μεν, τις εξουσίες που οι διατάξεις της αναθέτουν στην Επιτροπή και στον εθνικό οργανισμό, αφετέρου δε, τη συγκεκριμένη άσκηση των εξουσιών αυτών από τις δύο αυτές αρχές. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: αν τα τηλετυπήματα της Επιτροπής έπρεπε να θεωρηθούν ως απλές υποδείξεις, η αρμοδιότητα θα ανήκε στον εθνικό δικαστή· ο ζημιωθείς θα όφειλε, αντιθέτως, να στραφεί στο παρόν Δικαστήριο, αν επιτύγχανε να αποδείξει ότι η πράξη του οργανισμού αποτελεί απλώς την εθνική « μεταμφίεση » μιας απόφασης που πρέπει να καταλογιστεί στην Επιτροπή.
Εγώ, πάντως, δεν μπορώ να φανταστώ εναλλακτική λύση χειρότερη απ' αυτή. Πράγματι, κατ' αυτή την εκδοχή, οι επιχειρηματίες ανιχνεύουν κάθε πτυχή της διαδικασίας εκδόσεως της βλαπτικής πράξης, για να κρίνουν αν στη διαμόρφωση αυτής της πράξης συνέβαλε περισσότερο η εθνική ή η κοινοτική αρχή· και ο καθένας βλέπει πόσο η αναγκαιότητα μιας τέτοιας έρευνας — της οποίας άλλωστε είναι αμφίβολη η έκβαση, διότι σπανίως οι δύο εκδοχές του διλήμματος συμβαίνει να είναι σαφείς, όπως στην περίπτωση που ανέφερα — συγκρούεται με την αρχή της ασφάλειας, κατά την οποία πρέπει όλοι οι κανόνες, αλλά κυρίως οι κανόνες περί αρμοδιότητας, να ορίζονται με απλότητα και σαφήνεια. Αντιθέτως, θα επιτυγχανόταν ο μέγιστος βαθμός απλότητας και σαφήνειας, αν το Δικαστήριο δεχόταν ότι τα μέτρα των εθνικών οργανισμών γεννούν πά-ννονε και σε κάOε περίπτωση ευθύνη των κρατών μελών και ότι για την εκτίμηση αυτής της ευθύνης τα μόνα αρμόδια όργανα είναι τα εθνικά δικαστήρια.
Βρισκόμαστε, με λίγα λόγια, μπροστά σε δύο κατευθύνσεις, από τις οποίες η μεν μία μπορεί να φαίνεται υπερβολικά τυπολατρική, η δε άλλη, που στην αφηρημένη θεώρησή της είναι πιο ικανοποιητική, έχει ολέθριες πρακτικές συνέπειες. Όπως είπα, εγώ επιλέγω την πρώτη, και για το λόγο ότι οι δυσχέρειες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει μπορούν σε τελική ανάλυση να υπερπηδηθούν. Εννοώ φυσικά τις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή έχει την εξουσία να δεσμεύει τις εθνικές αρχές, οπότε παρίσταται αδικαιολόγητο ή και άδικο να θεωρούνται υπεύθυνα τα κράτη. Γι' αυτές, λοιπόν, τις περιπτώσεις μία θεραπεία υπάρχει: η αναγωγή που έχει το κράτος κατά της Επιτροπής, είτε επί τούτω είτε, πιο συγκεκριμένα, κατά τον έλεγχο των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Από ό, τι γνωρίζω, κανένας κανόνας και καμία απόφαση του Δικαστηρίου δεν απαγορεύει τη χρήση ενός τέτοιου μέσου.
Ακόμη μια παρατήρηση, που στηρίζεται στο δεύτερο επιχείρημα της Επιτροπής, το οποίο επίσης συνηγορεί υπέρ του απαραδέκτου της αγωγής. Όπως γνωρίζουμε, η απόφαση του BALM προσβλήθηκε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η δε απόφαση που θα εκδώσει αυτό ενδέχεται να ερμηνεύσει τους κοινοτικούς κανόνες που είναι εφαρμοστέοι στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως διαφορετικά από ό,τι θα τους ερμηνεύσει το παρόν Δικαστήριο. Τέτοιες όμως ανωμαλίες δεν συμβιβάζονται προς το σύστημα της Συνθήκης, προς αποφυγή τους δε το παρόν Δικαστήριο αποφάσισε, ακριβώς στις υποθέσεις Sucrimex και Interagra, ότι « στα εθνικά δικ-στήρια κυρίως εναπόκειται ο έλεγχος της διοικητικής δράσεως των κρατών μελών ... κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, χωρίς να περιορίζεται η δυνατότητά τους να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα... » (Sucrimex, σκέψη 24, Interagra, σκέψη 10). Αυτό το « κυρίως », μου φαίνεται, σημαίνει ότι η αγωγή βάσει των άρθρων 178 και 215 έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς τα ένδικα μέσα που προβλέπουν τα εθνικά συστήματα· εκτός εάν — πράγμα όμως που, όπως αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά, δεν ισχύει στην περίπτωση μας — αυτή αποτελεί τη μόνη μορφή έννομης προστασίας που παρέχεται στον ενάγοντα.
8.
Βρίσκω, αντιθέτως, αστήρικτο το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή επικουρικώς. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι με την απόφαση Plaumann έγινε δεκτό ότι « μια μη ακυρωθείσα διοικητική πράξη δεν μπορεί καθαυτή να συνιστά πταίσμα, ούτε να παράγει ζημία... Επομένως, η αγωγή αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί, μέσω αυτής της οδού, να εξαλείψει τις έννομες συνέπειες μιας απόφασης [ που εξακολουθεί να είναι έγκυρη ] ». Όπως, όμως, ορθώς σημειώνει η Krohn, αυτή η απόφαση έμεινε χωρίς συνέχεια. Πράγματι, από την απόφαση της 12ας Δεκεμβρίου 1971 (υπόθεση 5/71, Schöppen-stedt, Raccolta 1971, σ. 975), το Δικαστήριο δέχεται το παραδεκτό αγωγών περί αποκαταστάσεως ζημιών που προκύπτουν από μη ακυρωθείσες πράξεις και τις θεωρεί, επομένως, αυθυπόστατες.
Η Επιτροπή απαντά παρατηρώντας ότι η απόφαση Plaumann εξακολουθεί να έχει εφαρμογή, όταν ο ενάγων έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση της πράξης· επομένως, τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή, η αγωγή περί αποκαταστάσεως της ζημίας συνιστά καταστρατήγηση της διαδικασίας. Εμένα μου φαίνεται, όμως, ότι η αντίρρηση αυτή δεν ευσταθεί. Μεταξύ των αποφάσεων Plaumann και Schöeppenstedt δεν υπάρχουν ενδιάμεσες οδοί. Με άλλα λόγια, η αγωγή αποζημιώσεως είτε είναι αυτόνομη, είτε δεν είναι· και, αν είναι αυτόνομη, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η επιλογή αυτού του μέσου, με τα πιο περιορισμένα του αποτελέσματα, πρέπει γενικά και αφηρημένα να θεωρηθεί ότι συνιστά αποφυγή της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βεβαίως, μπορεί να συνιστά όντως αποφυγή· μπορεί δηλαδή να υποκρύπτει προσφυγή βάσει του άρθρου 173. Η συνδρομή όμως μιας τέτοιας περίστασης πρέπει να αποδειχτεί και εδώ δεν υπάρχει καμία τέτοια απόδειξη.
9.
Για όλους τους λόγους που ανέπτυξα μέχρι τώρα, περαίνω προτείνοντας στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την αγωγή που ασκήθηκε από την εταιρία Krohn κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και εγγράφηκε στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου στις 4 Ιουλίου 1984.
Δεδομένου ότι τα ζητήματα που υποβλήθηκαν στην κρίση σας είναι σχετικά καινοφανή και δυσεπίλυτα, σας προτείνω να μην εφαρμόσετε το κριτήριο του ηττηθέντος διαδίκου και να ορίσετε ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy