ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 20ής Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986 κρίνατε παραδεκτή την αγωγή την οποία άσκησε, βάσει των άρθρων 178 και 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, η εταιρία Krohn του Αμβούργου κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η ζημία την οποία προβάλλει η ενάγουσα προκλήθηκε από την άρνηση χορηγήσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής τα οποία είχε ζητήσει για μια παρτίδα ριζών ή κονδύλων μανιόκας προερχομένων από τη Μπαγκόκ ( Ταϊλάνδη ), άρνηση που της αντέταξε, βάσει οδηγιών της Επιτροπής, το Bundesanstalt für Landwirtschaftliche Marktordnung ( Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Οργανώσεως των Γεωργικών Αγορών, στο εξής: BALM).
Στις προτάσεις που ανέπτυξα επί του ζητήματος του παραδεκτού στις 19 Νοεμβρίου 1985, οι τρεις πρώτες παράγραφοι ήταν αφιερωμένες στο κανονιστικό πλαίσιο, στη γένεση και την εξέλιξη της διαφοράς: τις επαναλαμβάνω στη συνέχεια, με τις τροποποιήσεις και προσθήκες που καθίστανται αναγκαίες από τη διαφορετική σκοπιά από την οποία θα εξεταστεί σήμερα η αγωγή.
2.
Ας αρχίσουμε από την κανονιστική ρύθμιση που ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή περιέχεται: α ) στη Συμφωνία που εγκρίθηκε με την απόφαση 82/495 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 219, σ. 52 ), και με την οποία η Κοινότητα και το Βασίλειο της Ταϊλάνδης ανέλαβαν την υποχρέωση να συνεργάζονται σε θέματα παραγωγής, εμπορίας και συναλλαγών μανιόκας' β) στον κανονισμό 2029/82 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 218, σ. 8), που ορίζει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της, η Συμφωνία βασίζεται στην αναγνώριση δύο πραγματικών στοιχείων: αφενός ότι η οικονομία της Ταϊλάνδης εξαρτάται από την παραγωγή μανιόκας (η οποία άλλωστε είναι συγκεντρωμένη στις φτωχότερες και πιο νευραλγικές από πολιτική άποψη περιοχές της χώρας ) · αφετέρου ότι οι διαρκώς αυξανόμενες εξαγωγές του προϊόντος αυτού προς την Κοινότητα δημιουργούν προβλήματα για την κοινή αγορά.
Ενόψει των στοιχείων αυτών, η Ταϊλάνδη ανέλαβε την υποχρέωση να διαχειρίζεται τις εξαγωγές (διάκριση 07.06 Α του ΚΔ) κατά τρόπο που να μην υπερβαίνουν τις συμφωνηθείσες ποσότητες, δηλαδή τους 5 Kat πλέον εκατομμύρια τόνους κατ' έτος, για τη διετία 1983/1984, και τα 4,5 και πλέον εκατομμύρια για τα δύο επόμενα έτη ( άρθρο 1 ). Εις αντάλλαγμα, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να περιορίσει την εισφορά που εφαρμόζει στις εισαγωγές στα όρια του 6 ο/ο επί της αξίας και να επιφυλάξει στην Ταϊλάνδη τη μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου κράτους όσον αφορά το συντελεστή της εισφοράς (άρθρο 3). Για τη διαχείριση ορίζονται ειδικότερα τα εξής: α) ότι η Ταϊλάνδη φροντίζει να μην εκδίδει πιστοποιητικά εξαγωγής για ποσότητες ανώτερες των οριζομένων β) ότι η Κοινότητα λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής για τη μανιόκα, κατόπιν εμφανίσεως πιστοποιητικού εξαγωγής εκδοθέντος από τις αρχές της Μπαγκόκ. Το πιστοποιητικό εισαγωγής χορηγείται εντός επτά ημερών από την υποβολή του ταϊλανδικού πιστοποιητικού. Η ημερομηνία εκδόσεως του τελευταίου προσδιορίζει το έτος στο οποίο πρέπει να καταλογισθούν οι ποσότητες ( άρθρο 5 ).
Ας έρθουμε στον κανονισμό 2029/82. Για την υπό κρίση υπόθεση ιδιαίτερη σημασία έχουν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 7 και τα άρθρα 9 έως 11. Οι δύο πρώτες διατάξεις ορίζουν τα εξής:
«1)
Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την 5η εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως, εκτός εάν η Επιτροπή έχει πληροφορήσει, με τέλεξ, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι που προβλέπει η Συμφωνία Συνεργασίας. Στην περίπτωση που δεν τηρούνται οι όροι από τους οποίους εξαρτάται η έκδοση του πιστοποιητικού, η Επιτροπή μπορεί... να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, αφού συμβουλευθεί τις αρχές της Ταϊλάνδης.
2)
Εάν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, και αφού ανακοινώσει με τέλεξ η Επιτροπή ότι συμφωνεί, το πιστοποιητικό εισαγωγής μπορεί να εκδοθεί σε μικρότερο χρονικό διάστημα. »
Κατά το άρθρο 9,
« τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, κάθε ημέρα, με τέλεξ, τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε αίτηση πιστοποιητικού: ποσότητα για την οποία αιτείται κάθε πιστοποιητικό εισαγωγής- αριθμό του υποβληθέντος πιστοποιητικού εξαγωγής...· ημερομηνία εκδόσεως του (τελευταίου)· νολική ποσότητα για την οποία εκδόθηκε... · όνομα του εξαγωγέα που αναγράφεται ( σ' αυτό ) ... ».
Το άρθρο 10 ορίζει στη συνέχεια ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις θα εφαρμόζονταν μόνο στα πιστοποιητικά που θα εκδίδονταν από τις αρχές της Ταϊλάνδης από τις 28 Ιουλίου 1982 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982. Τέλος, κατά το άρθρο 11, ο εισαγωγέας προϊόντων που εξήχθησαν από την Ταϊλάνδη πριν από τις 28 Ιουλίου, ο οποίος διαθέτει πιστοποιητικό εισαγωγής που δεν περιέχει προκαθορισμό της εισφοράς, μπορεί να επωφεληθεί του προτιμησιακού συντελεστή ( 6 o/ο κατ' αξία ) μόνο αν θέσει τα προϊόντα αυτά σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός 30ημερών από την προαναφερθείσα ημερομηνία και αν αποδείξει ότι μεταφέρθηκαν στην Κοινότητα σύμφωνα με τα στοιχεία που αναγράφονται στο τάιλανδικό πιστοποιητικό.
Ο κανονισμός 2029/82 ίσχυσε μέχρι το τέλος του 1982. Από την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή τον αντικατέστησε με τον κανονισμό 3383/82 (ΕΕ L 356, σ. 8), ο οποίος υποβλήθηκε στη συνέχεια σε πολυάριθμες τροποποιήσεις.
3.
Στις 16 Νοεμβρίου 1982, η εταιρία Krohn, η οποία εισάγει και εμπορεύεται σιτηρά και ζωοτροφές, ζήτησε από το BALM την έκδοση 5 πιστοποιητικών εισαγωγής για συνολική ποσότητα 54895472 κιλών ριζών και κονδύλων μανιόκας προελεύσεως Ταϊλάνδης. Συμμορφούμενη προς τις διατάξεις που μόλις υπέμνησα, η εταιρία επισύναψε στην αίτηση διάφορα πιστοποιητικά εξαγωγής που της είχαν χορηγήσει οι αρχές της Ταϊλάνδης στις 18 Αυγούστου 1982, για μια παρτίδα 380 τόνων, και στις 7 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, για το υπόλοιπο του εμπορεύματος. Από τα πιστοποιητικά προέκυπτε ότι η μανιόκα θα μεταφερόταν στην Ευρώπη με πλοία, τα ονόματα των οποίων ( Ασημίνα, Valdivia και Daiko Maru ) κοινοποιήθηκαν από το BALM στην Επιτροπή την ίδια ημέρα που υποβλήθηκε η αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 2029/82.
Θα παρατηρήσει όμως κανείς ότι, ενώ οι θαλάσσιες μεταφορές από την Ταϊλάνδη προς την Ευρώπη απαιτούν κατά μέσο όρο 4 έως 6 εβδομάδες, μεταξύ της ημερομηνίας της έκδοσης των προαναφερθέντων εγγράφων ( 18 Αυγούστου και 7 Σεπτεμβρίου ) και της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης ( 16 Νοεμβρίου ) είχαν παρέλθει τρεις μήνες και δυόμισι μήνες αντιστοίχως. Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή είχε λάβει την πληροφορία ότι το φθινόπωρο του 1982 μια γερμανική εταιρία επεδίωξε να εισαγάγει στην Κοινότητα 60000 τόνους μανιόκας χωρίς να έχει στην κατοχή της πιστοποιητικό από την Ταϊλάνδη. Τα στοιχεία αυτά προκάλεσαν υποψίες στις υπηρεσίες των Βρυξελλών, οι οποίες πληροφόρησαν το BALM, με τηλετύπημα της 23ης Νοεμβρίου, ότι, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού 2029/82, ήταν αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η Krohn είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις εκδόσεως του πιστοποιητικού και ιδίως αν είχε γνωστοποιήσει την ημερομηνία φορτώσεως στην Ταϊλάνδη, το όνομα των πλοίων που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά, τον τόπο και το χρόνο διεκπεραιώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής στην Κοινότητα.
Με τηλετυπήματα της 23ης Νοεμβρίου και της 7ης Δεκεμβρίου, το BALM ειδοποίησε τότε την ενάγουσα ότι θα της χορηγούσε τα πιστοποιητικά εισαγωγής μόνο αφού λάμβανε γνώση του ονόματος του πλοίου ή των πλοίων και του τόπου εκτελωνισμού της μανιόκας στην Κοινότητα. Η επιχείρηση απάντησε με τηλετύπημα της 24ης Νοεμβρίου, με το οποίο παρείχε τα στοιχεία τα σχετικά με μια παρτίδα 500 τόνων, η οποία αναφερόταν στο πιστοποιητικό εξαγωγής αριθ. 3840/1982, ζητούσε την έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής για την παρτίδα αυτή και επιφυλασσόταν να δώσει μεταγενεστέρως τα λοιπά στοιχεία. Στις 10 Δεκεμβρίου 1982, ωστόσο, η Krohn δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να τα παράσχει, διότι η παρτίδα που αναγραφόταν στο ταϊλανδικό πιστοποιητικό δεν συνέπιπτε με εκείνη που επρόκειτο να εισαχθεί. Άλλωστε, πρόσθεσε, δεν υποχρεούνταν να το πράξει, εφόσον οι ισχύουσες διατάξεις δεν εξαρτούν την έκδοση των αδειών εισαγωγής από τη γνωστοποίηση των εν λόγω στοιχείων.
Όταν έλαβε γνώση της απαντήσεως αυτής, η Επιτροπή απέστειλε στο BALM νέο τηλετύπημα ( 21 Δεκεμβρίου 1982 ), με το οποίο επισήμαινε ότι η εμφάνιση του πιστοποιητικού αριθ. 3840/1982 δεν παρείχε δικαίωμα στην επιχείρηση να λάβει το αιτούμενο πιστοποιητικό. Πράγματι, το όνομα του πλοίου που είχε αναφέρει η επιχείρηση δεν ήταν το ίδιο με εκείνο που αναγραφόταν στο ταϊλανδικό πιστοποιητικόεπιπλέον, από τη χορήγηση αυτού του πιστοποιητικού μέχρι την υποβολή της αίτησης της Krohn προς τις γερμανικές αρχές είχε παρέλθει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές της Επιτροπής, το BALM απέρριψε, με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου, τόσο την από 16 Νοεμβρίου αίτηση που αναφερόταν στη συνολική ποσότητα ( των 55000 τόνων ), όσο και την από 24 Νοεμβρίου συμπληρωματική αίτηση ( που αναφερόταν στους 500 τόνους). Κατά της πράξεως αυτής η εταιρία υπέβαλε στις 24 Ιανουαρίου 1983 με τηλετύπημα ένσταση, την οποία αιτιολόγησε στη συνέχεια με επιστολή της 7ης Μαρτίου.
Εν τω μεταξύ, η Krohn είχε ναυλώσει το πλοίο Equinox, το οποίο, αφού φόρτωσε τους κονδύλους μανιόκας κατά το χρονικό διάστημα ΙανουαρίουΜαρτίου 1983, έφτασε στις 15 Απριλίου στο Ρότερνταμ, όπου το εμπόρευμα εκτελωνίστηκε και τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας. Σ' αυτό το σημείο προκλήθηκε η ζημία την οποία προβάλλει η ενάγουσα. Πράγματι, δεδομένου ότι οι τάιλανδικές αρχές δεν της είχαν χορηγήσει πιστοποιητικά εξαγωγής για το πρώτο τρίμηνο του 1983 (γιατί είχαν εξαντληθεί οι διαθέσιμες ποσοστώσεις), το δε BALM είχε απορρίψει τις αιτήσεις της, δεν χορηγήθηκε στην επιχείρηση ο προτιμησιακός συντελεστής της εισφοράς. Η Krohn προσπάθησε να περιορίσει τη ζημία της αγοράζοντας από την εταιρία Peter Cremer του Αμβούργου πιστοποιητικά εισαγωγής για 33000 συνολικά τόνους προς 85 μάρκα ανά τόνο· για την υπολειπόμενη όμως ποσότητα (21895 τόνοι) δεν μπόρεσε να προσκομίσει κανένα δικαιολογητικό και υποχρεώθηκε επομένως να καταβάλει την εισφορά με τον πλήρη συντελεστή.
Στις 27 Απριλίου 1983, το BALM απέρριψε την ένσταση της Krohn. To BALM στήριξε την απόφαση του αυτή στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2029/82· στην έκδοση των πιστοποιητικών — δήλωνε εξάλλου — είχε αντιταχθεί η Επιτροπή, η οποία, ελλείψει των απαιτούμενων στοιχείων, δεν είχε πειστεί για την ύπαρξη εγκύρων πιστοποιητικών εξαγωγής.
Κατόπιν αυτού η Krohn προσέφυγε (25 Μαΐου 1983) στο Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, από το οποίο ζήτησε: α) να ακυρώσει και τις δύο αποφάσεις (απόρριψη της αίτησης και απόρριψη της ένστασης ), τις οποίες είχε εκδώσει το BALM β ) να υποχρεώσει το BALM να της χορηγήσει τα πιστοποιητικά που είχε ζητήσει με συντελεστή 6 ο/ο. Απαντώντας στην προσφυγή ( 17 Ιανουαρίου 1984), το BALM επισύναψε μια γνώμη της Επιτροπής. Με τη γνώμη αυτή η Επιτροπή αιτιολογεί τη στάση της υποστηρίζοντας ότι είχε μάθει ότι η Krohn είχε επιδιώξει να εισκομίσει στην Κοινότητα 60000 τόνους μανιόκας και ότι, για το σκοπό αυτό, είχε χρησιμοποιήσει ταϊλανδικά πιστοποιητικά τα οποία είχαν χορηγηθεί για διαφορετικές παρτίδες, οι οποίες μπορούσαν να εισαχθούν μόνο βάσει του λεγομένου καθεστώτος «προκαθορισμού των εισφορών». Εξάλλου, προσθέτει η Επιτροπή, στην επίδικη ποσότητα μανιόκας δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή η Συμφωνία μεταξύ Κοινότητας και Ταϊλάνδης: πράγματι, η εν λόγω ποσότητα είχε μεταφερθεί με πλοίο διαφορετικό από εκείνο που αναγραφόταν στο πιστοποιητικό εξαγωγής, κατά μέγα δε μέρος ( 50000 τόνους ) είχε φορτωθεί χωρίς έγκυρο δικαιολογητικό. Το BALM, τέλος, ζήτησε από το εθνικό δικαστήριο να διατάξει την προσεπίκληση της Επιτροπής, η οποία είχε δώσει τις οδηγίες τις οποίες είχε ακολουθήσει το BALM για να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Πέραν της προσφυγής της ενώπιον του εθνικού δικαστή, η Krohn ζήτησε από την Επιτροπή, στις 6 Ιουνίου 1983, να της αποκαταστήσει τη ζημία που είχε προκύψει από τις — κατά την άποψη της αθέμιτες — πιέσεις που είχε ασκήσει το κοινοτικό όργανο στο BALM για να το αναγκάσει να αρνηθεί την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1983.
Περίπου ένα έτος αργότερα (στις 4 Ιουλίου 1984), η επιχείρηση άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την υπό κρίση αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης. Το Δικαστήριο αποφάσισε να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως επί του παραδεκτού της και, αφού τη δέχτηκε τύποις, αποφάσισε να προχωρήσει και στην εξέταση της επί της ουσίας.
4.
Στο επίκεντρο της διαφοράς βρίσκονται τα στοιχεία τα σχετικά με το όνομα του πλοίου που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά και με τον τόπο εκτελωνισμού του φορτίου του, στοιχεία τα οποία το BALM ζήτησε από την ενάγουσα να του ανακοινώσει, βάσει οδηγιών της Επιτροπής. Πράγματι, όπως γνωρίζουμε, λόγω ακριβώς της άρνησης της Krohn να ικανοποιήσει αυτό το αίτημα η Επιτροπή έδωσε στο BALM την εντολή να μην εκδώσει τα πιστοποιητικά εισαγωγής του εμπορεύματος στην Κοινότητα.
Η Krohn ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά αυτή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί αθέμιτη, προς στήριξη δε της άποψης της προβάλλει δύο επιχειρήματα: α) αυτό που της ζήτησε η Επιτροπή δεν έβρισκε έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στους σκοπούς ούτε στον τρόπο της εφαρμογής στην πράξη της κοινοτικής ρύθμισης περί εισαγωγής μανιόκας Ταϊλάνδης· γ) η μη χορήγηση των πιστοποιητικών έβλαψε δικαιώματα τα οποία είχε αποκτήσει η ίδια πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας μεταξύ ΕΟΚ και Ταϊλάνδης.
Ας δούμε πρώτα το γράμμα του κανονισμού 2029/82. Παρατηρεί η Krohn ότι κανένας κανόνας αυτού του κανονισμού δεν εξαρτά την έκδοση του πιστοποιητικού από τη γνωστοποίηση των στοιχείων που αξιώνει η Επιτροπή. Αντιθέτως, αυτή η γνωστοποίηση κατέστη υποχρεωτική με τον κανονισμό 499/83, της 2ας Μαρτίου 1983 ( ΕΕ L 56, σ. 12), με μια πράξη δηλαδή που τέθηκε σε ισχύ από τις 21 Μαρτίου 1983 και είναι επομένως μεταγενέστερη των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών. Ας προστεθεί ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις, σκοπός του εν λόγω κανονισμού ήταν να καταστήσει αυστηρότερους και πιο συστηματικούς τους ελέγχους που έχουν ανατεθεί στις κοινοτικές και τις εθνικές αρχές· απ' αυτό πρέπει να συναχθεί ότι, πριν από την έναρξη της ισχύος του, οι επίμαχες πληροφορίες, που αποσκοπούσαν ακριβώς στην ενίσχυση αυτών των ελέγχων, δεν συνιστούσαν προϋπόθεση της χορήγησης του πιστοποιητικού.
Ας περάσοουμε στους σκοπούς της υπό κρίση ρύθμισης. Όπως είναι γνωστό — παρατηρεί η Krohn — η Συμφωνία μεταξύ ΕΟΚ και Ταϊλάνδης αποσκοπεί στη σταθεροποίηση των αντιστοίχων αγορών της μανιόκας μέσω του καθορισμού ποσοστώσεων εισαγωγής του προϊόντος στην Κοινότητα. Τα στοιχεία όμως τα οποία ζητεί η Επιτροπή δεν είναι καθόλου απαραίτητα για την επίτευξη των σκοπών αυτών ή για την εφαρμογή του μέσου με το οποίο επιδιώκονται οι σκοποί αυτοί. Αυτό αποδεικνύεται από δύο τουλάχιστον διατάξεις. Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού, το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται κατόπιν υποβολής «πιοτοποιηνικού εξαγωγής » ( το οποίο νοείται αόριστα ή πάντως δεν προσδιορίζεται ακριβώς): απ' αυτό συνάγεται ότι για τον έλεγχο της ποσόστωσης καθοριστικά είναι τα στοιχεία που αφορούν την ποσότητα του εισαγομένου εμπορεύματος και όχι βέβαια το πλοίο με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταφορά ή ο τόπος όπου εκφορτώθηκε το εμπόρευμα. Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 4 του κανονισμού 2029/82 επιτρέπει τη μερική χρήση των πιστοποιητικών εξαγωγής' η παροχή αυτής της ευχέρειας σημαίνει ότι μόνο η ποσότητα εμπορευμάτων στην οποία αναφέρεται η πρώτη αίτηση εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής είναι βέβαιο ότι φορτώθηκε στο πλοίο που αναγράφεται στο τάιλανδικό πιστοποιητικό, ενώ είναι πιθανό οι ποσότητες που εισήχθησαν αργότερα, μολονότι προβλέπονταν από το εν λόγω πιστοποιητικό, να μεταφέρθηκαν με διαφορετικό πλοίο. Επομένως, η μνεία « shipped per » ( πλοίο μεταφοράς), που περιέχεται στη στήλη 3 του πιστοποιητικού εξαγωγής, δεν ασκεί καμία επίδραση στη λειτουργία του συστήματος.
Έρχομαι, τέλος, στην πρακτική. Σχετικώς η Krohn περιορίζεται στην παρατήρηση ότι, μετά την έναρξη της ισχύος της προαναφερθείσας Συμφωνίας, είναι πολυάριθμες οι περιπτώσεις στις οποίες το BALM δεν εξήρτησε την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής από τη γνωστοποίηση των επίμαχων στοιχείων.
Το δεύτερο επιχείρημα που αναπτύσσει η Krohn αναφέρεται, όπως τόνισα, στο σεβασμό που οφείλεται στα κεκτημένα δικαιώματα. Στις 10 Ιανουαρίου 1984 — διαβεβαιώνει η επιχείρηση — η Επιτροπή δήλωσε, με τηλετύπημα που απέστειλε στο BALM, ότι, σύμφωνα με πληροφορίες της, το φθινόπωρο του 1982 ορισμένοι επιχειρηματίες αποπειράθηκαν να εισαγάγουν ποσότητες μανιόκας κάνοντας χρήση αδειών εισαγωγής που είχαν χορηγηθεί, με προκαθορισμό της εισφοράς, πριν από την έγκριση της Συμφωνίας ΕΟΚ — Ταϊλάνδης. Είναι, βέβαια, αληθές ότι μεταξύ θέρους και φθινοπώρου του 1982η Krohn έλαβε πιστοποιητικά εξαγωγής, όπως είναι αληθές και το ότι δεν τα χρησιμοποίησε, ακριβώς επειδή οι εισαγωγές μανιόκας μπορούσαν να πραγματοποιηθούν βάσει αδειών που είχαν χορηγηθεί πριν από τη Συμφωνία. Δεδομένου άλλωστε ότι οι εν λόγω εισαγωγές υπέκειντο στο καθεστώς που είχε θεσπιστεί με τον κανονισμό 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66), πρέπει να θεωρούνται απολύτως νόμιμες. Και όχι μόνο αυτό. Όπως γνωρίζουμε, το άρθρο 11 του κανονισμού 2029/82 εξασφαλίζει, για τριάντα ημέρες από την έναρξη της ισχύος του, το ευεργέτημα του προτιμησιακού συντελεστή στους κατόχους πιστοποιητικών εισαγωγής παλαιού τύπου τα οποία δεν περιείχαν προκαθορισμό της εισφοράς· κατά μείζονα λόγο, επομένως, οι κάτοχοι πιστοποιητικών παλαιού τύπου που περιέχουν τέτοω προκαθορισμό πρέπει να τύχουν του ίδιου ευεργετήματος για ολόκληρο το διάστημα της ισχύος των πιστοποιητικών αυτών.
5.
Αμέσως παρακάτω θα αναλύσω τα επιχειρήματα που συνόψισα. Για την εξέταση τους είναι πάντως σκόπιμο να γίνει καταρχάς δεκτό ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής πρέπει να εκτιμηθεί βάσει της οικείας κοινοτικής ρύθμισης και των εξουσιών που της απονέμουν οι σχετικές διατάξεις ως προς τον έλεγχο των καθορισμένων ποσοστώσεων. Ως « οικεία ρύθμιση » εννοώ κυρίως τη Συμφωνία ΕΟΚΤαϊλάνδης, διότι ουσιαστικά το μόνο που κάνει ο κανονισμός 2029/82 είναι να υπαγορεύει μέτρα που αποσκοπούν στο να καταστήσουν δυνατή την εφαρμογή της Σύμβασης· επιδιώκει επομένως τους ίδιους στόχους με την τελευταία και με γνώμονα αυτούς τους στόχους πρέπει να ερμηνευτεί.
Στο πλαίσιο, λοιπόν, της Συμφωνίας ( περί της οποίας βλέπε το σημείο 2 ανωτέρω), η εξασφάλιση της τήρησης της ετήσιας ποσόστωσης, η αποφυγή δηλαδή της εισαγωγής μανιόκας με τον προτιμησιακό συντελεστή καθ' υπέρβαση των συμφωνηθεισών ποσοτήτων, είναι καθήκον που ανατίθεται κατά κύριο λόγο στην Ταϊλάνδη. Είναι επομένως αναμφίβολο ότι καίρια θέση στο σύστημα κατέχει το πιστοποιητικό εξαγωγής το οποίο χορηγούν οι αρχές της Μπαγκόγκ και ότι η έκδοση αυτού του τελευταίου ισοδυναμεί με βεβαίωση περί της πραγματοποιήσεως μιας εξαγωγής που είναι καταλογιστέα στην ποσόστωση. Εξάλλου, υπέρ του ότι το πιστοποιητικό έχει αυτό το χαρακτήρα συνηγορούν: α) το γεγονός ότι δεν περιγράφει τα εμπορεύματα αφηρημένα μόνο (δηλαδή με ενδείξεις της φύσεως και του βάρους του προϊόντος ), αλλά τα εξατομικεύει ειδικά (αναφέροντας δηλαδή τόσο την εταιρική επωνυμία του εξαγωγέα και του εισαγωγέα, όσο και το όνομα του πλοίου που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά του εμπορεύματος στην Κοινότητα ) - β ) οι προφυλάξεις τις οποίες λαμβάνουν οι ταϊλανδικές αρχές κατά τη χορήγηση του, αν είναι αληθές αυτό που αναφέρει η Επιτροπή, ότι δηλαδή δεν προβαίνουν στην έκδοση μετά τη φόρτωση των εμπορευμάτων, αλλά μόνο αφού το πλοίο με το οποίο μεταφέρονται έχει εγκαταλείψει και τα χωρικά ύδατα.
Ο κεντρικός όμως ρόλος που αναγνωρίζεται έτσι στο πιστοποιητικό εξαγωγής θα ανατρεπόταν, αν δεν συνάγονταν οι δέουσες συνέπειες για την ερμηνεία της ρύθμισης περί των πιστοποιητικών εισαγωγής. Όπως γνωρίζουμε, τα τελευταία αυτά πρέπει να εκδίδονται βάσει των πιστοποιητικών που χορηγεί η Ταϊλάνδη ( άρθρο 5 της Συμφωνίας ). Οι αρχές, επομένως, των κρατών μελών και της Κοινότητας μπορούν να τα εκδίδουν μόνο εφόσον πείθονται ότι τα στοιχεία της εισαγωγής, για την οποία ζητούνται τα πιστοποιητικά, αντιστοιχούν ακριβώς με τα στοιχεία που περιέχονται στα πιστοποιητικά της Ταϊλάνδης· εφόσον δε μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται και το όνομα του πλοίου, ο ισχυρισμός ότι αυτό δεν έχει σημασία για την ορθή εκτέλεση της Συμφωνίας — συγκεκριμένα δηλαδή ότι η χρησιμοποίηση του πλοίου που αναγράφεται στο τάιλανδικό πιστοποιητικό δεν πρέπει να υπόκειται στον έλεγχο της Επιτροπής και των εθνικών οργανισμών — είναι προφανώς αστήρικτος.
Οι σκέψεις αυτές θα αρκούσαν από μόνες τους για να αποδείξουν το αβάσιμο της άποψης που ανέπτυξε η Krohn. Ας εξετάσουμε ωστόσο από πιο κοντά τα επιχειρήματα στα οποία αναλύεται η άποψη αυτή. Το επιχείρημα που στηρίζεται στο γράμμα του κανονισμού 2029/82 ενέχει κάποιο στοιχείο αλήθειας: με άλλα λόγια, είναι αναντίρρητο ότι η γνωστοποίηση του ονόματος του πλοίου και του τόπου εκφορτώσεως προβλέφθηκε ρητά από πράξη ( τον κανονισμό 499/83 ) μεταγενέστερη των επίδικων πραγματικών περιστατικών. Παρ' όλα αυτά, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η νέα ρύθμιση όχι μόνο δεν αποσκοπούσε επ' ουδενί λόγω στη ριζική μεταβολή του προϊσχύοντος συστήματος ελέγχου, αλλά αντίθετα απέβλεπε απλώς στην εφίαχυοή του (βλέπε τέταρτη αιτιολογική σκέψη) · αυτό όμως σημαίνει ότι επί των αμφισβητουμένων στοιχείων μπορούσαν να πραγματοποιούνται έλεγχοι — όχι βέβαια εκ συστήματος, αλλά τουλάχιστον όταν παρίσταντο αναγκαίοι — και υπό το καθεστώς του κανονισμού 2029/82. Με την ίδια λογική καταρρίπτεται και το επιχείρημα που στηρίζεται στην εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού στην πράξη: η επισήμανση ότι σπάνια η Επιτροπή παρενέβη με τον τρόπο που το έπραξε εν προκειμένω έχει περιορισμένη βαρύτητα, εφόσον οι παρεμβάσεις αυτές, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις, μπορούσαν να γίνουν μόνο σε περιπτώσεις αμφιβολίας.
Ούτε το επιχείρημα περί των σκοπών της ρύθμισης, το οποίο στηρίζει η Krohn στα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 2029/82, είναι ισχυρότερο. Αν το άρθρο 1 αναγνωσθεί, όπως επιβάλλεται, μαζί με όλες τις άλλες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, καθίσταται σαφές ότι σ' αυτό μεν γίνεται λόγος περί «πιοτοποιηηκού εξαγωγής », κατά το άρθρο 4 όμως η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται « από το πρωτότυπο τον πιστοποιητικού εξαγωγής» και τούτο αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να θεωρηθούν υπερβολικές οι συνέπειες τις οποίες συνάγει η ενάγουσα από το ότι ο νομοθέτης χρησιμοποίησε στην πρώτη διάταξη αόριστη διατύπωση χωρίς άρθρο. Η επίκληση, έπειτα, του άρθρου 4 είναι αλυσιτελής. Πράγματι, η διάταξη αυτή αποσκοπεί απλώς στη διευκόλυνση του εκτελωνισμού των εμπορευμάτων που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία ( βλέπε ανάλογο παράδειγμα στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 19/82 της Επιτροπής, EE L 3, σ. 18). Είναι γνωστό ότι, κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 2029/82, οι εισαγωγείς οφείλουν να συνιστούν εγγύηση ανερχόμενη σε 3 ECU ανά τόνο μανιόκας κατά το χρόνο της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής· για να μπορούν, λοιπόν, να μην καταβάλλουν αμέσως το ποσό που αντιστοιχεί στη συνολική ποσότητα που αναγράφεται στο ταϊλανδικό πιστοποιητικό, η εν λόγω διάταξη τους επιτρέπει να ζητήσουν πιστοποιητικό εισαγωγής για ένα μέρος μόνο της ποσότητας. Με αυτό τον τρόπο, όσοι εισαγωγείς έχουν συμφέρον να το κάνουν μπορούν να αφήσουν τη μανιόκα σε τελωνειακή αποταμίευση και να τη θέσουν προοδευτικά σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Η ορθότητα των παρατηρήσεων αυτών επιβεβαιώνεται από τις δυσχέρειες στις οποίες προσκρούει η ενάγουσα όταν επιχειρεί να αιτιολογήσει την ύπαρξη της μνείας « shipped per », που περιέχεται στη στήλη 3 του πιστοποιητικού εξαγωγής (βλέπε άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο 2, και άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2029/82). Πράγματι, η Krohn αναγκάζεται να ισχυριστεί ότι η μνεία αυτή στερείται σημασίας. Η σημασία της — πιστεύω εγώ — καθίσταται αντιθέτως πρόδηλη για όποιον διαβλέπει ότι αποτελεί μια περαιτέρω απόδειξη για το ότι η ποσότητα του εμπορεύματος που εξατομικεύεται ειδικά (με αναφορά δηλαδή του πλοίου με το οποίο μεταφέρεται) στο πιστοποιητικό εξαγωγής πρέπει να είναι η ίδια με την ποσότητα για την οποία ζητείται η έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής.
6.
Λίγα λόγια για τις απόψεις που αναπτύσσει η Krohn σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα. Το θέμα μου φαίνεται, πράγματι, εντελώς ξένο προς την υπό κρίση διαφορά, αντικείμενο της οποίας δεν είναι ασφαλώς η μη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής βάσει αδειών που είχαν χορηγηθεί, με προκαθορισμό της εισφοράς με τον προτιμησιακό συντελεστή, πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας ΕΟΚΤαϊλάνδης. Αντιθέτως, δεν αμφισβητείται ότι στην από 16 Νοεμβρίου 1982 αίτηση της η Krohn επισύναψε πιστοποιητικά εξαγωγής που είχαν εκδώσει οι τα'ιλανδικές αρχές στις 18 Αυγούστου και στις 7 Σεπτεμβρίου 1982, μετά δηλαδή την έγκριση της Συμφωνίας και σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιέχεται σε παράρτημα του κανονισμού 2029/82.
7.
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η γραμμή πλεύσεως που ακολούθησε η Επιτροπή είναι σύμφωνη προς τη ρύθμιση την εφαρμοστέα στα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά. Ας εξετάσουμε τώρα τις εξουσίες παρεμβάσεως που ανατίθενται με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2029/82 στο εν λόγω κοινοτικό όργανο, στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των ετήσιων ποσοστώσεων. Υπενθυμίζω σχετικώς ότι, όπως δεχτήκατε με τη απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, με τη διάταξη αυτή « δεν ανατέθηκε απλώς στην Επιτροπή η ευχέρεια να εκφράζει τη γνώμη της επί της εκδοθησόμενης απόφάσης στο πλαίσιο διυπηρεσιακής συνεργασίας με τους εθνικούς οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης, αλλά αντιθέτως η εξουσία να επιβάλλει στους ίδιους αυτούς οργανισμούς να αρνούνται την έκδοση των αιτούμενων πιστοποιητικών, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τη Συμφωνία Συνεργασίας » ( σκέψη 21 ).
Έχω ήδη υπογραμμίσει δε (σημείο 5, ανωτέρω ) τι σημασία έχει για την τήρηση της επίδικης Συμφωνίας η εξατομίκευση των εισαγόμενων ποσοτήτων εμπορεύματος και πόσο καίριος είναι ο ρόλος που πρέπει να αναγνωριστεί στη μνεία στο τάιλανδικό πιστοποιητικό του πλοίου που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά τους. Υποστήριξα ακόμη ότι, υπό το καθεστώς ήδη του κανονισμού 2029/82, η Επιτροπή μπορούσε να ζητήσει από τους εθνικούς οργανισμούς να εξαρτούν την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής από τη γνωστοποίηση των στοιχείων των σχετικών με το όνομα του πλοίου και τον τόπο εκτελωνισμού.
Από τη δικογραφία προκύπτει εξάλλου ότι: α ) η ενάγουσα επιχείρηση δεν επέτυχε να αποδείξει ότι οι λόγοι στους οποίους η Επιτροπή στήριξε τις παρεμβάσεις της δεν ήταν σπουδαίοι ή δεν ήταν εύλογοι (όπως το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση του πιστοποιητικού εξαγωγής μέχρι την υποβολή αιτήσεως για το πιστοποιητικό εισαγωγής ή οι πληροφορίες που έλαβε από τις τάιλανδικές αρχές περί εξαγωγών μανιόκας που δεν καλύπτονταν από αντίστοιχα πιστοποιητικά) · β) με την επιστολή που απέστειλε στις 10 Δεκεμβρίου 1982 στο BALM, η ίδια η Krohn αναγνώρισε ότι το εμπόρευμα για το οποίο είχε ζητήσει την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής δεν ήταν το ίδιο με εκείνο στο οποίο αναφέρονταν τα ταΐλανδικά πιστοποιητικά της 7ης Σεπτεμβρίου 1982 · γ) σε απάντηση ερωτήματος που του έθεσε το Δικαστήριο, ο εκπρόσωπος της Krohn παραδέχτηκε ότι, κατά τους πρώτους μήνες της ισχύος της Συμφωνίας ΕΟΚΤαϊλάνδης, η ταυτόχρονη λειτουργία του προηγούμενου συστήματος (πιστοποιητικά με προκαθορισμό του προτιμησιακού συντελεστή) και του καθεστώτος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2029/82 άφηνε περιθώρια για απάτες.
Υπό το φως αυτών των στοιχείων, τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή εμφανίζονται ως απολύτως σύμφωνα προς τα καθήκοντα που καλείται να ασκήσει για να εξασφαλίσει την τήρηση της Συμφωνίας ΕΟΚΤάιλάνδης και των εκτελεστικών της διατάξεων. Ένα τέτοιο συμπέρασμα όμως σημαίνει και ανυπαρξία ζημίας, για την οποία η ενάγουσα θα μπορούσε να αποζημιωθεί. Δεν θα εκθέσω επομένως τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν σχετικώς οι διάδικοι, αλλά θα παραπέμψω όποιον ενδιαφέρεται γι' αυτά στη συνοπτική τους παρουσίαση στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
8.
Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, σας προτείνω να απορρίψετε την αγωγή που άσκησε στις 4 Ιουλίου 1984 η εταιρία Krohn κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Τα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων για τα οποία επιφυλάχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, πρέπει να βαρύνουν τον ηττηθέντα διάδικο.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy