ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 18ης Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή ζύθων που έχουν νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, αλλά που δεν πληρούν τις προδιαγραφές της εθνικής νομοθεσίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι σχετικές διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας των οποίων γίνεται επίκληση είναι, συνοπτικά, οι εξής:
α)
Ο ελληνικός νόμος 2963/1922 ορίζει στο άρθρο 3 ότι ο ζύθος δεν μπορεί να παρασκευάζεται στην Ελλάδα παρά μόνο κατόπιν εθνικής αδείας της κυβερνήσεως και ότι « 2 ) ο εντός του κράτους παραγόμενος ζύθος δέον να παρασκευάζεται αποκλειστικώς διά της χρήσεως βύνης ( malt ) και λυκίσκου, να πληροί δε τους κατωτέρω οριζόμενους όρους ». Ο διατιθέμενος προς εσωτερική κατανάλωση και εξαγωγές ζύθος πρέπει να δεικνύει μια κατώτατη αρχική πυκνότητα ζυθογλεύκους πριν τη ζύμωση και έναν κατώτατο βαθμό ζυμώσεως. Η παρασκευή ζύθου που δεν πληροί τους θεσπισθέντες όρους, « ως και η εν τω ζύθω ή κατά την κατασκευήν αυτού προσθήκη εκχυλίσματος βύνης, γλυκερίνης, γλυκυρρίζης, αμυλοσακχάρου, δεξτρίνης και λοιπών αμυλωδών ή άλλων ουσιών εις αναπλήρωσιν των εκ κριθής βύνης, ως και η προσθήκη οινοπνεύματος απαγορεύεται » ( άρθρο 3, παράγραφος 4).
Μεταξύ του 1945 και του 1980, ο αναγκαστικός νόμος 205 της 19ης Μαρτίου 1945 επέτρεψε τη χρησιμοποίηση άλλων εκτός βύνης ουσιών, αν και λέγεται ότι, στην πραγματικότητα, δεν δόθηκε η σχετική άδεια. Εν πάση περιπτώσει, ο νόμος αυτός καταργήθηκε, αναδρομικά, από την 1η Ιανουαρίου 1981, με το νόμο 1402/1983 της 18ης Νοεμβρίου 1983.
β)
Ο Κώδικας Τροφίμων και Ποτών του 1971
i)
Το άρθρο του 3, παράγραφος 8, απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων περιέχοντα ανόργανες ή οργανικές χημικές ουσίες, ξένες προς τη φύση του τροφίμου που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τη φύση και τη σύσταση αυτού ή υπολείμματα των πιο πάνω ουσιών από επιτρεπόμενες κατεργασίες σε ποσοστά μη δικαιολογημένα από την κανονική εφαρμογή των κατεργασιών αυτών καθώς και κάποια φυσική ιδιότητα που μπορεί να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.
ii)
Το άρθρο 29, παράγραφος 4, ορίζει ότι « η προσθήκη της διαλαμβανομένης εν τω παρόντι κεφαλαίω προσθέτου ύλης εις τρόφιμον, άνευ ρητής προς τούτο μνείας εις τα περί του τροφίμου τούτου οικεία άρθρα του παρόντος Κωδικός, είναι δυνατόν να επιτραπή αποκλειστικώς και μόνον κατόπιν εγκρίσεως υπό του Α. Χ. Σ., άλλως θεωρείται ως πράξις επικίνδυνος διά την δημοσίαν υγείαν και διώκεται ως τοιαύτη ».
Καίτοι η διάταξη αυτή δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να απαγορεύει πλήρως τις πρόσθετες ουσίες, η ελληνική κυβέρνηση παραδέχεται ότι ούτε χορηγήθηκαν ούτε πρόκειται να χορηγηθούν άδειες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών στο ζύθο. Καίτοι, επίσης, είναι αμφίβολο αν η πιο πάνω διάταξη καλύπτει το ζύθο, στην υπό κρίση υπόθεση θεωρήθηκε ότι τον καλύπτει.
iii)
Σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 4 « διά την παρασκευήν και διάθεσιν του ζύθου δέον να εφαρμόζονται οι διατάξεις και οι όροι οι προβλεπόμενοι υπό της ειδικής διά τον ζύθον νομοθεσίας ». Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση, αναφέρεται στο νόμο 2963/1922.
γ)
Ποινικές διατάξεις
Το άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος της 29ης Δεκεμβρίου 1923 όριζε ότι τιμωρούνται διά φυλακίσεως οι παρασκευάζοντες ζύθο όχι αποκλειστικά από βύνη και λυκίσκο ή οι χρησιμοποιούντες κατά την παρασκευή του ζύθου ουσία απαγορευόμενη από το νόμο. Άλλες ποινικές κυρώσεις σχετικές με την παρασκευή του ζύθου υπάρχουν στον κώδικα νόμων περί φορολογίας οινοπνεύματος (βασιλικό διάταγμα της 14ης Φεβρουαρίου 1939).
Όλες οι πιο πάνω διατάξεις αφορούν την εγχώρια παραγωγή, αλλά η εγκύκλιος 24408/4369 της 9ης Δεκεμβρίου 1980 του Υπουργείου Οικονομικών της Ελλάδας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών ορίζει ότι τα εισαγόμενα τρόφιμα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις και τις προδιαγραφές της ελληνικής νομοθεσίας και, επομένως, ο εισαγόμενος ζύθος πρέπει να είναι σύμφωνος προς τις διατάξεις του νόμου 2963/1922. Δεν επιτρέπεται η εισαγωγή ζύθου παρά μόνο όταν ο ενδιαφερόμενος εισαγωγέας προσκομίσει βεβαίωση δημόσιας αλλοδαπής αρχής ότι ο εισαγόμενος ζύθος παρασκευάστηκε αποκλειστικά από βύνη (malt) και με αρχική πυκνότητα ζυθογλεύκους προ τηςζυμώσεως (balling) τουλάχιστον 11,50 και βαθμό ζυμώσεως όχι κατώτερο του 45. Η εγκύκλιος αναφέρει επίσης ότι προϊόντα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές αυτές δεν θα διατίθενται στην εσωτερική κατανάλωση με την ονομασία ζύθος, ούτε θα αναγράφεται στη συσκευασία η λέξη « ζύθος » ελληνικά ή ξενόγλωσσα.
Η Επιτροπή διατείνεται, και η ελληνική κυβέρνηση το δέχεται, ότι συνέπεια της ελληνικής νομοθεσίας είναι το ότι ο ζύθος που έχει νομίμως και παραδοσιακά παρασκευαστεί σε άλλα κράτη μέλη από άλλα εκτός της κριθής σιτηρά και περιέχει πρόσθετες ουσίες δεν μπορεί ούτε να εισαχθεί στην Ελλάδα ούτε να πωληθεί ως « ζύθος ». Η Επιτροπή φρονεί ότι οι κανόνες αυτοί συνιστούν μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, αντίθετα προς το άρθρο 30, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως επιτακτικές ανάγκες κατά την έννοια της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 120/78, Cassis de Dijon (ECR 1979, σ. 649, σκέψη 8 ) ή ως σύμφωνα προς το άρθρο 36 της Συνθήκης. Τα μέτρα αυτά δεν μπορούν επίσης να δικαιολογηθούν ως εμπίπτοντα στο πεδίο της διακριτικής εξουσίας που διαθέτουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τη ρύθμιση των εισαγωγών, εφόσον εκκρεμεί η εναρμόνιση ή προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών από την Κοινότητα. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι θεσπισθέντες κανόνες συνιστούν αυθαίρετη διάκριση ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης είναι ότι οι διατάξεις αυτές δικαιολογούνται από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας, εφόσον οι κοινοτικές οδηγίες δεν καλύπτουν πλήρως το σχετικό τομέα. Η χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών δεν είναι αναγκαία, εφόσον ο ζύθος από βύνη μπορεί να παρασκευαστεί και χωρίς αυτές και δεν δικαιολογείται υπό το φως της αβεβαιότητας ως προς τις σωρευτικές και συνεργικές επιπτώσεις της χρησιμοποίησης πρόσθετων ουσιών, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να αποδεχτεί ότι είναι αβλαβείς. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται λόγος να υιοθετηθούν από το σύνολο των κρατών μελών τα ελάχιστα κριτήρια προστασίας της υγείας που έχουν θεσπιστεί σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας. Ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω κανόνες είναι επίσης αναγκαίοι προς αποφυγή συγχύσεως, εφόσον η Κοινότητα δεν έχει εισέτι απαιτήσει την επισήμανση του ζύθου, και για την προστασία της υγείας του καταναλωτή, εφόσον ο ελληνικός ζύθος είναι περισσότερο υγιεινός και καλύτερης ποιότητας απ' ό,τι ο ζύθος που παράγεται από άλλα σιτηρά διά της χρησιμοποιήσεως πρόσθετων ουσιών. Τελικά, η ελληνική κυβέρνηση αναφέρει ότι οι περιορισμοί δικαιολογούνται προς διασφάλιση αποτελεσματικού φορολογικού ελέγχου, εφόσον στην Ελλάδα, από το 1887, ο φόρος επιβάλλεται επί της αρχικής πρώτης ύλης, της βύνης κριθής, και όχι επί του τελικού προϊόντος.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η υπουργική εγκύκλιος δεν ήταν νομικώς δεσμευτική. Κατά τη γνώμη μου, δεν ασκεί επιρροή, όσον αφορά την υπό κρίση προσφυγή, το αν η εγκύκλιος ήταν ή όχι νομικώς δεσμευτική. Αν η εγκύκλιος δεσμεύει νομικώς, τότε σαφώς περιέχει απαγόρευση εισαγωγής ζύθου ο οποίος δεν έχει παρασκευαστεί σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία. Αν δεν είναι νομικώς δεσμευτική, τότε μπορεί να υποστηριχτεί ότι αντικατοπτρίζει την ελληνική νομοθεσία όπως θεωρείται ότι έχει θεσπιστεί με τον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών και το νόμο 2963/1922 και όπως εφαρμόζεται στην πράξη. Οποιαδήποτε ερμηνεία και αν γίνει δεκτή, η ελληνική νομοθεσία, όπως εφαρμόζεται, συνιστά εμπόδιο στην εισαγωγή ζύθου από άλλα κράτη μέλη, στα οποία ο σχετικός ζύθος δεν παρασκευάζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ελληνικού εσωτερικού δικαίου.
Είναι σαφές ότι το γεγονός ότι οι επίδικοι εθνικοί κανόνες εφαρμόζονται τόσο επί των εγχώριων όσο και επί των εισαγόμενων ζύθων δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 30 (υπόθεση 193/80, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1981, σ. 3019, σκέψεις 19 και 20). Αντίστροφα, είναι επίσης σαφές ότι οι περιορισμοί, όσον αφορά την παραγωγή και την εμπορία αλκοολούχων ποτών, μπορεί να θεωρηθούν ως αναγκαίοι για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών σαν αυτές που έχουν αναγνωριστεί στην υπόθεση Cassis de Dijon, σκέψη 8.
Το επιχείρημα που προβλήθηκε ως προς τη φερόμενη καλύτερη ή περισσότερο προτιμώμενη στην Ελλάδα γεύση του ζύθου από βύνη κριθής δεν αποτελεί δικαιολογία για τέτοιους περιορισμούς.
Στόχος της κοινής αγοράς είναι να κυκλοφορούν ελεύθερα τα αγαθά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, ώστε να μπορούν, έτσι, οι καταναλωτές σε κάθε κράτος μέλος να επιλέγουν μεταξύ προϊόντων από όλα τα κράτη μέλη. Στον καταναλωτή εναπόκειται να επιλέξει αν θα προτιμήσει ζύθο εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη είτε λόγω της ποιότητας του είτε λόγω της τιμής του. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δεν μπορούν να τον εμποδίσουν από μια τέτοια επιλογή.
Όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή, δεν νομίζω ότι η ελληνική κυβέρνηση απέδειξε ότι είναι πράγματι πιθανό ο έλληνας καταναλωτής να παρασυρθεί ή να παραπλανηθεί από ζύθο που πωλείται στη χώρα του αλλά παρασκευάστηκε σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με διαφορετικές μεθόδους από αυτές που έχει καθορίσει ο νόμος του 1922. Έστω και αν κάτι τέτοιο είναι δυνατό, ο έλληνας καταναλωτής ζύθου μπορεί επαρκώς να προστατευθεί με κατάλληλη επισήμανση του προϊόντος: υπόθεση 27/80, Retje, ECR 1980, σ. 3839, και υπόθεση 182/84, Miro, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985 (Συλλογή 1985, σ. 3731). Είναι δυνατό να παρασχεθούν στον καταναλωτή ζύθου επαρκή στοιχεία ώστε να είναι σε θέση να διακρίνει μεταξύ εισαγόμενου ζύθου που δεν έχει παρασκευαστεί σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία από το εγχώριο προϊόν. Όταν ο ζύθος συσκευάζεται για λιανική πώληση, ο καταναλωτής μπορεί να πληροφορηθεί κατάλληλα για το τι αγοράζει από την ετικέτα της φιάλης ή της συσκευασίας. Οσάκις ο ζύθος πωλείται με το ποτήρι, ο καταναλωτής μπορεί, επίσης, να πληροφορηθεί κατάλληλα από επιγραφές στους τόπους καταναλώσεως, αφού μάλιστα ο ζύθος προσφέρεται συνήθως προς πώληση και παραγγέλλεται με κατονομασία συγκεκριμένης μάρκας ή τύπου. Επομένως, δεν νομίζω ότι η ελληνική κυβέρνηση μπόρεσε να δικαιολογήσει ότι ο περιορισμός που έχει θεσπίσει με τη νομοθεσία της οφείλεται σε λόγους προστασίας του καταναλωτή.
Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο ελληνικός φόρος επί του ζύθου στηρίζεται επί της περιεχόμενης βύνης, δηλαδή επί ενός συστατικού του ζύθου, παρά επί του όγκου του ή της περιεχόμενης αλκοόλης και υποστηρίζεται ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει όσον αφορά τους εισαγόμενους ζύθους. Για ιστορικούς λόγους, η μέθοδος αυτή μπορεί να υπήρξε και μπορεί, πράγματι, να εξακολουθεί να είναι πρόσφορη για τη φορολόγηση των παρασκευαζομένων στην Ελλάδα ζύθων, αλλά το πρόσφορο μιας μεθόδου δεν δικαιολογεί, αυτό καθαυτό, και παραβίαση της Συνθήκης ΕΟΚ. Αν είναι δυνατές άλλες μέθοδοι φορολογικού ελέγχου μη οδηγούσες σε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, θα έπρεπε να υιοθετηθεί μια από τις μεθόδους αυτές, εφόσον δεν είναι δυσανάλογα επαχθής ή ανεπαρκής. Είναι παγκοίνως γνωστό ότι έχουν θεσπιστεί ειδικοί φόροι καταναλώσεως υπολογιζόμενοι βάσει του όγκου του προϊόντος ή της περιεχόμενης αλκοόλης και φαίνεται ότι λειτουργούν ικανοποιητικά σε διάφορα άλλα κράτη μέλη. Στην υπό κρίση υπόθεση η ελληνική κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να δικαιολογήσει ότι ο περιορισμός επί των εισαγωγών οφείλεται σε λόγους αποτελεσματικού φορολογικού ελέγχου. Αυτό δεν σημαίνει ότι, τελικά, οι εισαγόμενοι ζύθοι θα πλεονεκτούν από φορολογική άποψη των εγχώριων ζύθων, όπως φαίνεται να υπονοεί η καθής. Είναι απολύτως δυνατή η καθιέρωση ενός φορολογικού συστήματος στο πλαίσιο του οποίου εγχώριοι και εισαγόμενοι ζύθοι να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης.
Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας βάσει του άρθρου 36 ή σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Cassis de Dijon. Πραγματεύτηκα τα αναφερόμενα στο κεφάλαιο αυτό επιχειρήματα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, και, επομένως, μπορώ, εδώ να αναπτύξω τις απόψεις μου με περισσότερη συντομία.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται αβεβαιότητες στο παρόν στάδιο εξελίξεως της επιστημονικής έρευνας, στα κράτη μέλη εναπόκειται, ελλείψει εναρμονίσεως επί κοινοτικού επιπέδου, να αποφασίζουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, έχοντας, όμως, υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας: βλέπε για παράδειγμα την υπόθεση 272/80, Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Producten (Συλλογή 1981, σ. 3277, ιδίως σ. 3290, σκέψη 12), υπόθεση 174/82, Sandoz ( Συλλογή 1983, σ. 2445, ιδίως σ. 2463, σκέψη 16), και υπόθεση 227/82, Van Bennekom (Συλλογή 1983, σ. 3883, ιδίως σ. 3905, σκέψη 37 ). Πάντως, τέτοιες απαγορεύσεις ή περιορισμοί επί των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη για λόγους δημόσιας υγείας δεν πρέπει να συνιστούν μέσο αυθαίρετης διάκρισης ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Σε σειρά υποθέσεων, το Δικαστήριο διασαφήνισε ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της τελευταίας φράσης του άρθρου 36, απαιτεί όπως η εξουσία των κρατών μελών να απαγορεύουν εισαγωγές των οικείων προϊόντων από άλλα κράτη μέλη πρέπει να περιορίζεται στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού της προστασίας της υγείας: υπόθεση 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ. 203, ιδίως σ. 240, σκέψη 33), υπόθεση 174/82, Sandoz, σκέψη 18, υπόθεση 227/82, Van Bennekom, σκέψη 39, υπόθεση 247/84, Motte, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 3898, σκέψη 23, και υπόθεση 304/84, Muller, απόφαση της 6ης Μαΐου 1986, Συλλογή 1986, σ. 1511, σκέψη 23. Τα εθνικά μέτρα δικαιολογούνται μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας και ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου μέσα: υπόθεση 155/82, Επιτροπή κατά Βελγίου ( Συλλογή 1983, σ. 531, ιδίως σ. 543, σκέψη 12), και υπόθεση 247/81, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1984, σ. 1111, ιδίως σ. 1120, σκέψη 7).
Οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να αποδεικνύουν σε κάθε περίπτωση ότι οι κανόνες που έχουν θεσπίσει είναι αναγκαίοι για την παροχή αποτελεσματικής προστασίας και ειδικότερα ότι η διάθεση στο εμπόριο του εν λόγω προϊόντος δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ότι η προσθήκη των εν λόγω στοιχείων δεν ικανοποιεί πραγματική ανάγκη: υπόθεση 227/82, Van Bennekom, σκέψη 40, και υπόθεση 304/84, Muller, σκέψη 25. 'Ετσι, στην υπό κρίση υπόθεση, η ελληνική κυβέρνηση φέρει το βάρος όχι απλώς να αποδείξει ότι ο περιορισμός επί των εισαγωγών δικαιολογείται καταρχήν από λόγους προστασίας της υγείας, αλλά και ότι οι εθνικές διατάξεις δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της προστασίας της υγείας. Δεν φέρει η Επιτροπή, όπως ισχυρίζεται η ελληνική κυβέρνηση, το βάρος αποδείξεως, ότι οι ζύθοι που παρασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη είναι απολύτως αβλαβείς ή ακόμα ότι οι πρόσθετες ουσίες που μπορεί να περιέχουν είναι απαραίτητεο νια τεγνολογικούς λόγους.
Όσον αφορά τις βασικές πρώτες ύλες, βύνη και λυκίσκο, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι οι άλλες πρώτες ύλες είναι, αυτές καθαυτές, επικίνδυνες. Ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση που ο ζύθος παρασκευάζεται από σιτηρά εκτός των βυνοποιημένων, τότε είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση ενζύμων. Δέχεται, όμως, ότι επιτρέπεται η χρησιμοποίηση των ενζύμων εφόσον προέρχονται από πρώτη ύλη σε καλή κατάσταση και παρασκευάζονται σύμφωνα με τους κανόνες της ορθής βιομηχανικής πρακτικής. 'Ετσι η ελληνική κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε ότι πρέπει να απαγορευτεί πλήρως η χρησιμοποίηση ενζύμων στην παρασκευή του ζύθου, αλλ' απλώς υποστήριξε ότι η χρησιμοποίηση τους πρέπει να υπόκειται σε ορισμένες βασικές προδιαγραφές. Επιβεβαίωσε την άποψη αυτή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όταν ο εκπρόσωπος της δήλωσε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν διατείνεται ότι τα ένζυμα είναι γενικώς επιβλαβή. Συνεπώς, η πλήρης απαγόρευση χρησιμοποιήσεως ενζύμων στην παρασκευή ζύθου (που έγινε δεκτό ότι έχει επιβληθεί από την ελληνική νομοθεσία) δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Πράγματι, δεν υπάρχουν πραγματικά στοιχεία αποδεικνύοντα ότι τα χρησιμοποιούμενα συγκεκριμένα ένζυμα μπορεί να είναι επιβλαβή.
Ούτε νομίζω ότι αποδείχτηκε πώς μπορεί να διαπιστωθεί ότι το εκχύλισμα βύνης, η δεξτρόζη ή το σάκχαρο, η δεξτρίνη ή τα άλλα αμυλούχα, υποκατάστατα της βύνης κριθής η της αλκοόλης, είναι τόσο τοξικά ώστε να δικαιολογείται, από λόγους δημόσιας υγείας, απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 4, του νόμου 2963/1922. Ούτε πάλι υφίστανται αποδεικτικά στοιχεία ή, όντως, οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι οι πιο πάνω ουσίες είναι ή μπορεί να είναι επιβλαβείς.
Όσον αφορά τη γλυκερίνη και τη γλυκύρριζα που αποτελούν τα άλλα προϊόντα των οποίων έχει απαγορευτεί με το άρθρο 3, παράγραφος 4, η προσθήκη στο ζύθο, η ελληνική κυβέρνηση ούτε προέβαλε συγκεκριμένο ισχυρισμό ούτε προσκόμισε συγκεκριμένες αποδείξεις για την τοξικότητα τους. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συντάχτηκε για την Επιτροπή από τους C Ε. Dalgliesh και J. Gry, και είναι συνημμένη στην υπό κρίση προσφυγή, δεν εξετάζει και τη γλυκερίνη. Στην έκθεση αναφέρεται ότι η γλυκύρριζα είναι ένας σπάνια χρησιμοποιούμενος γλυκαντικός παράγων, ο οποίος στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, απαγορεύεται, διότι δίδει μια ψευδή εντύπωση «σώματος» και «δύναμης» στο ζύθο (ζήτημα το οποίο, κατά τη γνώμη μου, ανάγεται μάλλον στο πεδίο της ευθύτητας των συναλλαγών παρά στην προστασία της υγείας ). Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι η γλυκύρριζα χρησιμοποιείται μόνο για μερικούς πολύ ειδικούς τύπους ζύθου και μόνο στις χώρες της Benelux, ότι δεν έχει γίνει αποδεκτή ως πρόσθετη ουσία στα τρόφιμα από όλες τις χώρες της ΕΟΚ και ότι, επί του παρόντος, εξετάζεται από την επιστημονική επιτροπή τροφίμων της ΕΟΚ. Αυτό δεν αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης, έστω και αν υφίσταται ένα ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί. Σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία της υπό κρίση υποθέσεως, δεν νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε δικαιολογημένος ο περιορισμός όσον αφορά είτε τη χρησιμοποίηση γλυκερίνης είτε γλυκύρριζας. Επομένως, νομίζω ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει την απαγόρευση οποιουδήποτε από τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του νόμου του 1922.
Όσον αφορά τη γενική απαγόρευση χρήσεως πρόσθετων ουσιών που έγινε δεκτό ότι περιέχει το άρθρο 29, παράγραφος 4, του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, παρά τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν ως προς την ερμηνεία του, η ελληνική κυβέρνηση προέβαλε μια σειρά επιχειρημάτων τα οποία αφορούν κυρίως υφιστάμενες αβεβαιότητες ως προς τα συνολικά περιθώρια ασφάλειας σχετικά με την απορρόφηση των πρόσθετων ουσιών από τον οργανισμό και την πιθανή επίδραση τους σε συνδυασμό με άλλες ουσίες. Σε κανένα από τα σχετικά επιχειρήματα δεν περιορίζεται κάποιο συγκεκριμένο προϊόν θεωρούμενο ως τοξικό ή επικίνδυνο για την υγεία. Εντούτοις, νομίζω ότι έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αποδεικνύουν ότι ένα συγκεκριμένο προϊόν συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια υγεία στη χώρα τους ακολουθώντας την περιπτωσιολογική μέθοδο, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνήθειες διατροφής και εκτιμώντας δεόντως τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας. Έτσι, η κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά τα παρασιτοκτόνα στην υπόθεση 94/83, Heijn (Συλλογή 1984, σ. 3263), δεν ισχύει, κατ' ανάγκη, και για τα ένζυμα ή τις πρόσθετες ουσίες στα τρόφιμα. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχουν στοιχεία αποδεικνύοντα ότι η ελληνική κυβέρνηση διεξήγαγε τέτοια έρευνα. Οι επικληθέντες κίνδυνοι είναι γενικής φύσεως και, όντως, τόσο ασήμαντοι, ώστε η πλήρης απαγόρευση όλων των πρόσθετων ουσιών, όπως ορίζεται σχετικά στο άρθρο 29, παράγραφος 4, του Κώδικα, να είναι δυσανάλογη προς ό,τι είναι αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας. Νομίζω ότι δεν αποδείχτηκε, εκ πρώτης όψεως, ότι τέτοια μέτρα δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας' σε περίπτωση που υιοθετηθεί η αντίθετη άποψη, τα σχετικά μέτρα εμπίπτουν στη δεύτερη φράση του άρθρου 36, ότι δηλαδή « οι περιορισμοί αυτοί δεν δύναται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ».
Επομένως, έχω τη γνώμη ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η γενική απαγόρευση χρησιμοποιήσεως πρόσθετων ουσιών που περιέχει το άρθρο 29, παράγραφος 4, του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, κατά το μέτρο που μπορεί να γίνει επίκληση της εν λόγω διατάξεως για να εμποδιστεί η εισαγωγή στην Ελλάδα ζύθου που έχει νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ότι η Ελληνική Δημοκρατία απαγορεύοντας την εισαγωγή ζύθου που έχει νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο' εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, αλλά που δεν είναι σύμφωνος προς τις προδιαγραφές της εονικης της νομοθεσίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης fcOK. Φρονώ ότι η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy