ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 23ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η θέσπιση με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1079/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, « εισφοράς συνυπευθυνότητας », η οποία αποτελεί αντικείμενο της προκειμένης αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αποτέλεσμα μιας διαπίστωσης:
« Η κατάσταση της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κοινότητα χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικά πλεονάσματα, τα οποία προκύπτουν από την έλλειψη ισορροπίας μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς των προϊόντων» (πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 79 ).
Πράγματι, σύμφωνα με την παρακάτω γραμμική παράσταση, ενώ το δυναμικό παραγωγής του γαλακτοπαραγωγικού ζωικού κεφαλαίου σημείωσε ετήσια αύξηση 2,5 % περίπου κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η εσωτερική κατανάλωση στην Κοινότητα γνώρισε μόλις ετήσια αύξηση περίπου 0,5 ο/ο, επί του παρόντος δε εμφανίζει τάσεις στασιμότητας, θα έλεγα μάλιστα τάσεις μειώσεως.
Η εν λόγω κατάσταση πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 804/68 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ), σύμφωνα με τον οποίο εξασφαλίζεται στους παραγωγούς κάποια σταθερότητα του εισοδήματός τους, χάρη στην προβλεπόμενη αγορά από τους προορισμένους για το σκοπό αυτό εθνικούς οργανισμούς προϊόντων μεταποιήσεως του γάλακτος, ιδίως βουτύρου και αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη σε μια κατώτατη τιμή: την τιμή παρεμβάσεως (άρθρα 5 και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 ).
Η διαρθρωτική φύση της έλλειψης ισορροπίας, η οποία πλήττει την εν λόγω αγορά, σε συνδυασμό με το καθεστώς υποστηρίξεως, είχε ως συνέπεια την αύξηση της παραδόσεως γάλακτος στα γαλακτοκομεία για τη μεταποίηση του σε προϊόντα που υπόκεινται στο καθεστώς της παρέμβασης: σήμερα, οι παραδόσεις αυτές υπερβαίνουν το 90 ο/ο της παραγωγής αγελαδινού γάλακτος στην Κοινότητα. Συγκεκριμένα, την κατάσταση χαρακτηρίζει ο προοδευτικός σχηματισμός σημαντικών αποθεμάτων, « βουνών » βουτύρου ή γάλακτος σε σκόνη, η οικονομική διαχείριση των οποίων είναι ιδιαίτερα δαπανηρή. 'Ετσι, σύμφωνα με τις ενδείξεις που παρέσχε η Επιτροπή ύστερα από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, τα αποθέματα βουτύρου υπερέβαιναν το 1977 τους 155000 τόνους για να φθάσουν το 1984 και να υπερβούν τους 850000 τόνους. Όσον αφορά το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, οι ποσότητες του υπερέβαιναν κατά το 1976 και 1977 το ένα εκατομμύριο τόνους και, μετά από μείωση που σημειώθηκε μεταξύ του 1978 και 1982, ανερχόταν και πάλι το 1984 σε 980000 τόνους περίπου.
Ενώπιον της καταστάσεως αυτής, η Κοινότητα ανέλαβε τη δέσμευση να ασκήσει πολιτική ρυθμίσεως της αγοράς, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, επηρεάζοντας συγχρόνως την κατανάλωση και την παραγωγή. Τη δράση που ανέλαβε για την τόνωση της κατανάλωσης απηχούν ιδίως οι προσπάθειες πωλήσεως βουτύρου με μειωμένη τιμή ( κανονισμός 880/77 του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1977, JO L 106, σ. 31 ), οι ενισχύσεις για την κατανάλωση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή ζώων (κανονισμός 1844/77 της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 1977, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 53 ), καθώς και οι ενέργειες προωθήσεως, διαφημίσεως και έρευνας αγορών στο εσωτερικό της Κοινότητας (κανονισμός 723/78 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1978, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/020, σ. 201 ). Ειδικότερα, για τη συμπίεση της παραγωγής προβλέφθηκαν η πριμοδότηση για μη διάθεση στην αγορά και μετατροπή (κανονισμός 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, JO L 131, σ. 1 ), η κατάργηση των ενισχύσεων κατά την αγορά γαλακτοπαραγωγών αγελάδων (κανονισμός 1081/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, JO L 131, σ. 10), καθώς και περιορισμοί των ενισχύσεων για επενδύσεις (κανονισμός 1946/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, ΕΕ L 197, σ. 32). Η θεσπισθείσα το 1977 εισφορά εμπίπτει στη δεύτερη αυτή κατηγορία μέτρων.
2.
Μεταξύ των μέτρων που κατ' αυτόν τον τρόπο θέσπισε η Επιτροπή, η εισφορά συνυπευθυνότητας κατέχει ειδική θέση, εφόσον, σύμφωνα με το πνεύμα του νομοθέτη, θεωρείται ότι δρα απευθείας επί της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως για τη δημιουργία « αμεσότερης σχέσης μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως των γαλακτοκομικών προϊόντων» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77 που προαναφέρθηκε ).
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Όπως τόνισε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Stölting ( 138/78, Rec. 1979, σ. 713) ο γενικός εισαγγελέας Mayras, η εισφορά έχει γενική εφαρμογή.· πράγματι, καταβάλλεται
« από κάθε γαλακτοπαραγωγό βάσει των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδει σε εταιρία επεξεργασίας ή μεταποιήσεως του γάλακτος, καθώς και... βάσει των ποσοτήτων γάλακτος που πωλεί υπό μορφή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων »,
αλλ' όχι για το γάλα που παράγεται στις ορεινές περιοχές (άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77). Το ύψος της εισφοράς αποτελεί συνάρτηση τριών μεταβλητών — κατάσταση της αγοράς, προβλέψεις προσφοράς και ζητήσεως, εξέλιξη των αποθεμάτων — δεν πρέπει πάντως να είναι κατώτερη του 1,5 και ανώτερη του 4 ο/ο της ενδεικτικής τιμής (άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3 ).
Άρα, η ενδεικτική τιμή συνιστά τη βάση της εισφοράς, ισχύει δε για τη σχετική περίοδο ( άρθρο 2, παράγραφος 3 ). Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για την τιμή
«που επιδιώκεται να εξασφαλισθεί για το σύνολο του γάλακτος που πωλείται από τους παραγωγούς κατά τη διάρκεια της γαλακτοκομικής περιόδου, εφόσον προσφέρονται δυνατότητες καταναλώσεως στην αγορά της Κοινότητος και στις εξωτερικές αγορές ».
Επιπλέον, και αυτό αποκτά όλως ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω τιμή καθορίζεται «για το γάλα που περιέχει 3,7 ο/ο λιπαρές ουσίες, παραδοτέο στο γαλακτοπωλείο» (άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 804/68 που προαναφέρθηκε ).
Το ποσό της εισφοράς παρακρατείται από το γαλακτοκομείο επί της τιμής που καταβάλλεται στους παραγωγούς (άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77). Τα ποσά που εισπράττονται κατ' αυτόν τον τρόπο επ' ονόματι της Επιτροπής μεταβιβάζονται στους οριζόμενους για το σκοπό αυτό εθνικούς οργανισμούς, στη συνέχεια δε διατίθενται, όπως διευκρίνισαν τα θεσμικά όργανα απαντώντας σε ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο, στη χρηματοδότηση, μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού, των δαπανών στον τομέα του γάλακτος και ειδικότερα των μέτρων που αφορά το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1079/77 υπέρ της διευρύνσεως των αγορών των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Η εισφορά συνυπευθυνότητας, η οποία αρχικά είχε προβλεφθεί να ισχύσει μέχρι το τέλος της γαλακτοκομικής περιόδου 1979/1980 (άρθρο 1, παράγραφος 1 ), παρατάθηκε χωρίς διακοπή και για τις επόμενες περιόδους: η έλλειψη ισορροπίας που εξακολουθεί να ισχύει μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως εξηγεί τη διατήρηση της, αλλά και την εξέλιξη του ποσοστού της, το οποίο από 0,5 ο/ο αρχικά, κατά παρέκκλιση του αρχικά προβλεφθέντος κατώτατου ορίου ( άρθρο 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1001/78 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1978, JO L 130, σ. 11), ανήλθε στο 3 % κατά τη γαλακτοκομική περίοδο 1984/1985 (κανονισμός (ΕΟΚ) 861/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, ΕΕ L 90, σ. 21 ). Το 1984 μάλιστα ήλθε να προστεθεί και « συμπληρωματική εισφορά », η οποία βαρύνει με συντελεστή ανασχέσεως — μέχρι 100 ο/ο της ενδεικτικής τιμής — τις ποσότητες γάλακτος που υπερβαίνουν μια ποσόστωση αναφοράς ( κανονισμοί 856 και 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, ΕΕ L 90, σσ. 10 και 13 ).
3.
Στην παρούσα υπόθεση εκείνες που αμφισβητούνται από τον ενάγοντα στην κύρια δίκη με την ενώπιον της Pretura unificata της Cremona άσκηση αγωγής του, είναι οι λεπτομέρειες υπολογισμού της εισφοράς συνυπευθυνότητας.
Ο Ρ. Bozzetti, ιταλός κτηνοτρόφος που παραδίδει το παραγόμενο στο κτήμα του γάλα σε μια από τις εγκαταστάσεις της γαλακτοκομικής επιχείρησης Invernizzi SpA, άσκησε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου αγωγή κατά της επιχειρήσεως αυτής και του Ministero del Tesoro, για λογαριασμό του οποίου αυτή ενεργούσε, αγωγή, ζητώντας την επιστροφή του ποσού που του παρακρατήθηκε ως εισφορά συνυπευθυνότητας επί της τιμής πωλήσεως του γάλακτος, το οποίο είχε παραδώσει τον Απρίλιο και Μάιο του 1983.
Προς στήριξη της αγωγής του, ο Ρ. Bozzetti επικαλέστηκε την έλλειψη νομιμότητας της κοινοτικής ρύθμισης με την οποία θεσπίστηκε η εισφορά συνυπευθυνότητας, λόγω του ότι εισήγαγε σοβαρές διακρίσεις μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας. Η Pretura της Cremona, η οποία διατηρεί τις ίδιες επιφυλάξεις και διερωτάται ως προς τη φύση — φορολογική ή όχι — της εισφοράς, η οποία είναι ουσιώδης για τον καθορισμό της αρμοδιότητάς της, σας υπέβαλε τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Οι κανονισμοί ( ΕΟΚ ) 1079/77 του Συμβουλίου και 1822/77 της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων και των επελθουσών τροποποιήσεων και συμπληρώσεων τους, με τους οποίους θεσπίστηκε και ρυθμίζεται η εισφορά συνυπευθυνότητας για το γάλα — που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λεγομένων “ ιδίων πόρων ” κατά την απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 — πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι η εν λόγω εισφορά δεν έχει φορολογικό χαρακτήρα;
2)
Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 1079/77 και 1822/77 και ειδικότερα τα άρθρα 2 αμφοτέρων που θεσπίζουν εισφορά συνυπευθυνότητας η οποία πλήττει κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο προϊόντα με διαφορετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα στη σύνθεση και συνεπώς με διαφορετικό βαθμό επίδρασης στη δημιουργία πλεονασμάτων βουτύρου και γάλακτος σε σκόνη, πρέπει να κηρυχτούν παράνομοι λόγω παραβιάσεως της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και λόγω υπερβάσεως εξουσίας, συνεπεία προφανώς εσφαλμένου συλλογισμού, και κατά συνέπεια να μην εφαρμόζονται; »
4.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της Διάταξης περί παραπομπής, ο νομικός χαρακτηρισμός — φορολογική ή όχι φύση — της εισφοράς συνυπευθυνότητας θέτει ένα ειδικό πρόβλημα για την Pretura της Cremona. Πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου, αν αποδεικνυόταν ότι η εν λόγω εισφορά έχει φορολογικό χαρακτήρα, το δικαστήριο παραπομπής θα ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί επί της διαφοράς που επελήφθη. Εξ όσων γνωρίζω μέχρι σήμερα, δεν είχατε την ευκαιρία να αποφανθείτε επί της ενδεχόμενης αλληλεπιδράσεως μεταξύ της φύσης μιας κοινοτικής εισφοράς και του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους.
Αν και αληθεύει ότι το ζήτημα αφορά τυπικά την ερμηνεία κοινοτικών κανονισμών, ενδέχεται πάντως να οδηγήσει το Δικαστήριο σε καθοριστικής φύσεως εκτίμηση επί των δικονομικών κανόνων εθνικού δικαίου.
Υπενθυμίζω επ' αυτού ότι στην παρούσα φάση του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο θεωρεί, σύμφωνα με πάγια νομολογία ότι
« οι διαφορές σχετικά με την επιστροφή ποσών που εισπράχθηκαν για λογιαριασμό της Κοινότητας, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων και πρέπει να επιλύονται από αυτά, κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου στο μέτρο που το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει σχετική διάταξη ».
Κατά συνέπεια, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται
«να ορίσει ποια είναι τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα και να ρυθμίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες της παροχής δικαστικής προστασίας, λεπτομέρειες που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες έλκουν από την άμεση εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου... » ( υπόθεση 265/78, Ferwerda, Rec. 1980, σ. 617, σκέψη 10).
Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις όλων των διαδίκων, ο εθνικός δικαστής είναι αποκλειστικά και μόνο αρμόδιος να χαρακτηρίσει την θεσπισθείσα από τον κοινοτικό νομοθέτη εισφορά συνυπευθυνότητας υπό το φως των κριτηρίων του εσωτερικού δικαίου.
Πάντως, δεν μπορεί να περιοριστεί κανείς στην απάντηση αυτή. Όπως προκύπτει από το ερώτημα που υπέβαλε το ιταλικό δικαστήριο και από το σκεπτικό της Διάταξης περί παραπομπής, μέλημα του δικαστή είναι ο όσο το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός των χαρακτηριστικών της συνεισφοράς συνυπευθυνότητας, ώστε να καταστεί ευχερέστερος ο νομικός χαρακτηρισμός της ενόψει των κατηγοριών του εθνικού δικαίου. Υπό την έννοια αυτή, είναι χρήσιμο, πέραν των υποδείξεων που συνδέονται με το θεσπισθέντα από τους κανονισμούς 1079 και 1822/77 μηχανισμό, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, να διευκρινιστούν ορισμένες ιδιομορφίες της εισφοράς συνυπευθυνότητας που θεσπίστηκε κατά τον τρόπο αυτό.
Η εισφορά αυτή είναι φορολογική επιβάρυνση γενικής φύσεως — δεδομένου ότι βαρύνει όλους τους γαλακτοπαραγωγούς της Κοινότητας — υπολογιζόμενη με βάση ενιαίο συντελεστή, ο οποίος επιβάλλεται στη σταθερή τιμή του γάλακτος, και συγκεκριμένα στην ενδεικτική τιμή για την οικεία γαλακτοκομική περίοδο. Έχοντας έρεισμα το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, και όχι το άρθρο 201 σχετικά με τους ιδίους πόρους, παρεκκλίνει, λόγω του ειδικού προορισμού της, από την αρχή της ενότητας του προϋπολογισμού, που ορίζει το άρθρο 5 της απόφασης της 21ης Απριλίου 1970, σύμφωνα με το οποίο οι ίδιοι οι πόροι «χρησιμεύουν για τη χρηματοδότηση όλων αδιακρίτως των δαπανών των εγγεγραμμένων στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων... » ( JO L 94, σ. 19 και ελληνική μετάφραση στον τόμο « Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συνθήκες περί αναθεωρήσεως των συνθηκών αυτών, Πράξεις Προσχωρήσεως », Λουξεμβούργο, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1982, σ. 843 ). Όπως όμως έχω ήδη τονίσει, το προϊόν της εισφοράς εγγράφεται με έκπτωση των πιστώσεων που προορίζονται να καλύψουν τις δαπάνες λόγω παρεμβάσεως στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και διατίθεται, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή απαντώντας σε μια από τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, για τη χρηματοδότηση των μέτρων που αποσκοπούν στη διεύρυνση των αγορών των γαλακτοκομικών προϊόντων, κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77. Σε τελευταία ανάλυση, η εισφορά αποτελεί χρηματοδοτικό μέσο ρυθμίσεως της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων (τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77 ).
Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν, εναπόκειται στον παραπέμποντα δικαστή να χαρακτηρίσει την κοινοτική εισφορά συνυπευθυνότητας υπό το φως των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, προκειμένου να καθορίσει την αρμοδιότητα του.
5.
Το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το ιταλικό δικαστήριο αφορά τη νομιμότητα των κανονισμών που θέσπισαν την εισφορά συνυπευθυνότητας υπό το φως της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων που ορίζει το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο η κοινή οργάνωση των αγορών « πρέπει... να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητος ».
Πράγματι, ο παραπέμπων δικαστής ζητεί να πληροφορηθεί αν, καθορίζοντας την εισφορά σύμφωνα με ομοιόμορφη βάση για όλους τους γαλακτοπαραγωγούς, το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77 θίγει με τον τρόπο αυτό την ίση μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών, εφόσον δεν λαμβάνει υπόψη ανάλογα σε συνάρτηση με την περιεκτικότητα του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες την πραγματική συμμετοχή των παραγωγών αυτών στο σχηματισμό των πλεονασμάτων βουτύρου και γάλακτος σε σκόνη.
Το αντικείμενο του ερωτήματος υπαγορεύει μια προκαταρκτική παρατήρηση. Με την απόφαση στην υπόθεση Stolting που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας « συμβάλλει στην υλοποίηση του στόχου που συνίσταται στη σταθεροποίηση των αγορών » και ότι το ύψος του συντελεστού της δεν φαίνεται να είναι δυσανάλογο (προαναφερθείσα υπόθεση 138/79, σκέψη 7 ). Έτσι, σύμφωνα και με τις παρατηρήσεις τόσο του ενάγοντος στην κύρια δίκη όσο και της ιταλικής κυβέρνησης, δεν είναι η επιλογή της εισφοράς συνυπευθυνότητας, ως μέσου που επηρεάζει την έλλειψη ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, που αμφισβητείται, αλλά οι λεπτομέρειες υπολογισμού της και ειδικότερα η ομοιόμορφηβάοη της, με άλλα λόγια, η ενδεικτική τιμη τον γάλακτος πον περιλαμβάνει 3,7% λιπαρές ουσίες.
Παρόλον ότι η εν λόγω διάκριση παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι αποσαφηνίζει το αντικείμενο της διαφοράς, πάντως, δεν αλλάζει τη φύση του δικαστικού ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο. Πράγματι, πρέπει, όπως το Δικαστήριο διευκρίνισε με την απόφαση στην υπόθεση Stölting,
« να αναγνωριστεί στο Συμβούλιο η διακριτική εξουσία στο θέμα αυτό που αντιστοιχεί στις πολιτικής φύσεως εξουσίες του που έχει δυνάμει των άρθρων 40 και 43 (της Συνθήκης ) ».
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ασκεί περιορισμένης φύσεως έλεγχο της νομιμότητας, περιοριζόμενο δηλαδή στην ύπαρξη προφανούς πλάνης ως προς την εκτίμηση και την κατάχρηση εξουσίας. Αυτές, άλλωστε, είναι οι δύο αιτιάσεις κατά της ομοιόμορφης εφαρμογής της εισφοράς.
6.
Ο ενάγων στην κυρία δίκη και η ιταλική κυβέρνηση προσάπτουν στα θεσμικά όργανα ότι δεν έλαβαν υπόψη κατά την επιλογή τους την αντίστοιχη ευθύνη των παραγωγών για το σχηματισμό των πλεονασμάτων, που συνδέεται στενά με την περιεκτικότητα του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες. Επιπλέον, η ομοιόμορφη αυτή εφαρμογή αντίκειται στον επιδιωκόμενο εκ μέρους της κοινοτικής ρύθμισης σκοπό, επειδή, όπως υπογραμμίζει ο παραπέμπων δικαστής, ενδέχεται να έχει ως αφετηρία εσφαλμένο συλλογισμό, συνιστώντα κατάχρηση εξουσίας.
Για να καταδείξουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες και του σχηματισμού των πλεονασμάτων, ο Ρ. Bozzetti και το παρεμβαίνον κράτος υποστηρίζουν, στηριζόμενοι σε παραδείγματα με αριθμούς, ότι, όσον αφορά μια συγκεκριμένη ποσότητα γάλακτος, όσο περισσότερο αυξημένη είναι η περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες, τόσο περισσότερο βούτυρο λαμβάνεται με τη μεταποίηση του. Κατά συνέπεια, η έλλειψη ισορροπίας της αγοράς έχει ακριβώς ως κύρια αιτία τα πλεονάσματα βουτύρου τα οποία προέρχονται κατ' αυτόν τον τρόπο από γάλα που περιέχει λιπαρές ουσίες.
Σύμφωνα με τον ενάγοντα στην κύρια δίκη, επειδή η τιμή του γάλακτος συνδέεται με την περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες, προκύπτει ότι η επιβολή ομοιόμορφης εισφοράς επί συγκεκριμένης ποσότητας γάλακτος, έχει τόσο λιγότερη επίπτωση στην τιμή που καταβάλλεται στον παραγωγό, όσο το παραδιδόμενο γάλα έχει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες. Πράγματι, το σταθερό ποσοστό της εισφοράς εκφράζει σε παρόμοια περίπτωση μικρότερη αντιστοιχία σε σχέση με την καλύτερη τιμή που επιτυγχάνεται.
Με τον τρόπο αυτό, πλήττονται διττά οι παραγωγοί γάλακτος με μικρή περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες: υποκείμενοι σε εισφορά, προορισμός της οποίας είναι η απορρόφηση των πλεονασμάτων για τα οποία ευθύνονται σε μικρότερο βαθμό, οφείλουν περαιτέρω να υποστούν, επιτυγχάνοντας χαμηλότερη τιμή, επιβάρυνση αναλογικά μεγαλύτερη από εκείνη που επιβάλλεται στους παραγωγούς γάλακτος με μεγάλη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες. Αντιμετωπίζοντας με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, η μέθοδος καθορισμού της εισφοράς εισάγει διάκριση εις βάρος των γαλακτοπαραγωγών γάλακτος με μικρή περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες.
Συγκεκριμένα η Ιταλία μαζί με την Ιρλανδία, είναι το μόνο κράτος της Κοινότητας που παράγει γάλα με μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 3,5 ο/ο περίπου, ενώ η εισφορά θεσπίζεται για γάλα που περιέχει 3,7 ο/ο. Επιπλέον, ο Bozzetti υποστηρίζει ότι στη ζώνη παραγωγής στην οποία βρίσκεται η γεωργική εκμετάλλευση του, το γάλα προορίζεται κυρίως για την παραγωγή ειδικού τόπου τυρού — του grana padano — που απαιτεί γάλα πλούσιο σε πρωτεΐνες, ενώ η περιεκτικότητα του σε λιπαρές ουσίες δεν ενδιαφέρει σχετικά.
Σύμφωνα με τον ενάγοντα στην κύρια δίκη και την ιταλική κυβέρνηση, οι διαπιστώσεις αυτές θα έπρεπε να οδηγήσουν τα θεσμικά όργανα στην επιβολή της εισφοράς με βάση όχι την ενδεικτική τιμή, η οποία είναι θεωρητική, αλλά την πραγματική αξία του γάλακτος, η οποία εξαρτάται από την περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες. Το εν λόγω σύστημα θα μπορούσε να συνοδεύεται είτε από κάποια εξαίρεση υπέρ των ζωνών παραγωγής γάλακτος με μικρή περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, είτε από τον καθορισμό προοδευτικού συντελεστή, που θα επιβάρυνε το γάλα σε συνάρτηση με την περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες. Προς στήριξη της τελευταίας αυτής παρατήρησης, γίνεται επίκληση του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής ( ΕΕ L 132, σ. 11 ), για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που θέσπισαν οι κανονισμοί 856/84 και 857/84 του Συμβουλίου. Η διάταξη αυτή προβλέπει πρόσθετη αύξηση της εισφοράς ανάλογα με την αύξηση της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες. Περαιτέρω, η θέσπιση της νέας αυτής εισφοράς αποδεικνύει ότι η κατά περίπτωση εφαρμογή δεν προσκρούει από τεχνική ή διοικητική άποψη σε κανένα ειδικό εμπόδιο όσον αφορά την εφαρμογή της.
7.
Με τις παρατηρήσεις τους, τα θεσμικά όργανα αποπειρώνται να αποκρούσουν ως προς την ουσία της τη βάση του επιχειρήματος αυτού, με άλλα λόγια την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης ισορροπίας της αγοράς και της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες.
Πράγματι, το σύστημα παρεμβάσεως που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, αποσκοπεί στην αξιοποίηση τόσο των λιπαρών ουσιών, μέσω της παρέμβασης κατά την αγορά του βουτύρου, όσο και τα περιέχοντα πρωτεΐνες συστατικά του γάλακτος, μέσω της παρέμβασης κατά την αγορά του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη. Τα δύο όμως αυτά συστατικά του γάλακτος συμβάλλουν και το ένα και το άλλο στο σχηματισμό των πλεονασμάτων.
Ουσιαστικά, η έλλειψη ισορροπίας της αγοράς είναι αποτέλεσμα της υπερπαραγωγής γάλακτος. Πράγματι, όπως υπογραμμίζει το Συμβούλιο, το σύνολο σχεδόν του παραγόμενου στην Κοινότητα γάλακτος διατίθεται από τους παραγωγούς στα γαλακτοκομεία, τα οποία εξασφαλίζουν τη μεταποίηση των πλεονασμάτων σε προϊόντα που εμπίπτουν στο σύστημα παρεμβάσεως, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό την εγγυημένη κατώτατη τιμή που προσφέρει η κοινή οργάνωση των αγορών. Τα πλεονάσματα βουτύρου και γάλακτος σε σκόνη οδηγούν σε διαθέσιμες ποσότητες, στις οποίες οφείλεται η πλεονασματική παραγωγή μέσω του μηχανισμού παρεμβάσεως.
Όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην τιμή του γάλακτος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η τελευταία δεν υπολογίζεται αποκλειστικά με γνώμονα την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, αλλά σύμφωνα με όλα τα θρεπτικά συστατικά του, συμπεριλαμβανομένων και των πρωτεϊνών. Εξάλλου, και άλλοι παράγοντες εκτιμήσεως λαμβάνονται υπόψη, όπως η ποιότητα, από υγιεινή άποψη του γάλακτος. Τέλος, το υψηλό επίπεδο των τιμών κατά την παραγωγή του νωπού αγελαδινού γάλακτος στην Ιταλία, που έχει πάντως μικρότερη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες από ό,τι στην πλειονότητα των λοιπών κρατών της Κοινότητας, αποδεικνύει ότι η προβαλλόμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της τιμής του γάλακτος και της περιεκτικότητάς του σε λιπαρές ουσίες είναι τυχαίο γεγονός.
Τελικά, την επιβολή της εισφοράς συνυπευθυνότητας κατέστησε αναγκαία η παραγωγή πλεονασμάτων γάλακτος, γενεσιουργός αιτία διαφόρων πλεονασμάτων. Η ομοιόμορφη επιβολή της στο σύνολο των γαλακτοπαραγωγών δικαιολογείται από τη συνολική έλλειψη ισορροπίας που συνεπάγεται.
8.
Η επιχειρηματολογία των θεσμικών οργάνων δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά. 'Αλλωστε, επιβεβαιώνεται από τον ακόλουθο στατιστικό πίνακα, που προσκόμισε μετά από αίτημα του Δικαστηρίου η Επιτροπή, σχετικά με το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως στην ΕΟΚ.
Βούτυρο και αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παοειιβάσεως στην ΕΟΚ Ι σε τόνους )
Βούτυρο
Αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη
1η Ιανουαρίου 1974
201 156
165 579
1η Ιανουαρίου 1975
147 624
365 180
1η Ιανουαρίου 1976
163 833
1 112 485
1η Ιανουαρίου 1977
155 367
1 135 484
1η Ιανουαρίου 1978
194 292
964 727
1η Ιανουαρίου 1979
417 975
673 906
1η Ιανουαρίου 1980
371 652
227 223
1η Ιανουαρίου 1981
239 359
229 732
1η Ιανουαρίου 1982
147 202
278 929
1η Ιανουαρίου 1983
305 742
576 294
1η Ιανουαρίου 1984
853 393
982 885
Από τον εν λόγω πίνακα εμφαίνεται ότι τα πλεονάσματα γαλακτοκομικών προϊόντων δεν συνίστανται μόνο ούτε κυρίως στο παραγόμενο από τις λιπαρές ουσίες του γάλακτος βούτυρο, αλλά και στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, το οποίο έχει μικρή περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες και μεγάλη σε ουσίες με βάση τις πρωτεΐνες. 'Αρα, δεν συντρέχει αποκλειστική ούτε καν κατά κύριο λόγο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες και της δημιουργίας πλεονασμάτων. Έτσι, ανεξάρτητα από τη σύνθεση του, ειδικότερα από την περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες και σε ουσίες με βάση τις πρωτεΐνες, το γάλα από τη φύση του συμβάλλει στη δημιουργία πλεονασμάτων: αυτό άλλωστε εξηγείται από το ότι περισσότερο του 90o/ο του παραγόμενου στην Κοινότητα γάλακτος παραδίδεται στα γαλακτοκομεία. Στην πραγματικότητα η δημιουργία των πλεονασμάτων, που διαμορφώνεται μέσα από το σύστημα των παρεμβάσεων, απηχεί απλώς τη μέχρι σήμερα αυξανόμενη διαφορά μεταξύ της κανονικής αύξησης του δυναμικού της παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων και της οιονεί στασιμότητας της κατανάλωσης. Οι προβλεπόμενες για τον υπολογισμό του ποσού της εισφοράς λεπτομέρειες ανταποκρίνονται στην κατάσταση αυτή.
Πράγματι, ενώπιον της γενικής έλλειψης ισορροπίας της αγοράς, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε προφανώς να πλήξει « κατά ενιαίο τρόπο το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδονται στα γαλακτοκομεία... » ( δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 1079/77). Η εφαρμογή ομοιόμορφου συντελεστή αποδεικνύει την εν λόγω βούληση που απηχεί και το σκοπό της εισφοράς: χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την πολιτική υποστηρίξεως μέσω της παρέμβασης, η εισφορά αυτή τείνει στην επανόρθωση των δυσλειτουργικών αποτελεσμάτων της με την επανεισαγωγή της αναγκαίας σχέσης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Υπό την έννοια αυτή, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1079/77 έχει σημασία. Αξίζει να αναφερθεί. Η εισφορά αποσκοπεί στη δημιουργία « αμεσότερης σχέσης μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως των γαλακτοκομικών προϊόντων », ώστε:
—
« να αποκατασταθεί βαθμιαίως μια καλύτερη σχέση μεταξύ της παραγωγής και των αναγκών της αγοράς » και
—
« να ελαττωθούν οι υψηλές δαπάνες που προκύπτουν για την Κοινότητα από την παρούσα κατάσταση και κυρίως από τα μεγάλα πλεονάσματα... ».
Ο υπολογισμός του ύψους της εισφοράς, σύμφωνα με την ενδεικτική τιμή του γάλακτος, αποδεικνύει τη μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη για συνοχή. Πράγματι, ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η κατά κάποιο τρόπο επαναφορά του πνεύματος της αγοράς. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενδεικτική τιμή εμφαίνεται ως η καταλληλότερη για να ευαισθητοποιήσει τους παραγωγούς, δεδομένου ότι αποτελεί την τιμή που η Κοινότητα επιδιώκει να εξασφαλίσει στην αγορά για τα εν λόγω προϊόντα. Η ενδεικτική τιμή είναι η κατά κάποιο τρόπο οννήθης τιμή της αγοράς για την επερχόμενη περίοδο: η επιλογή της ως βάση της εισφοράς ανταποκρίνεται στη μέριμνα επανακεντρώσεως των παραγωγών στην πραγματικότητα της αγοράς.
Τελικά, η εν λόγω εισφορά αποσκοπεί, όπως προκύπτει απερίφραστα από τον τίτλο της, στο να καταστήσει υπεύθυνο το σύνολο των γαλακτοπαραγωγών, ευαισθητοποιώντας τους στο θέμα της απαιτούμενης προσαρμογής της προσφοράς στη ζήτηση, την οποία εξασθένισε το σύστημα της κοινής οργάνωσης των αγορών, εξασφαλίζοντας στον παραγωγό, ανεξάρτητα από τις προσφερόμενες ποσότητες, τη διάθεση του προϊόντος του στην τιμή παρεμβάσεως.
Θεωρώ λοιπόν ότι η ομοιόμορφη εφαρμογή της εισφοράς έναντι όλων των παραγωγών δικαιολογείται αντικειμενικά από την κατάσταση της αγοράς και είναι σε τέτοιο βαθμό προσαρμοσμένη στον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε να είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με αυτόν: η εισφορά συνυπευθυνότητας δεν ανταποκρίνεται μόνο στην επιλογή μιας στρατηγικής — η οποία συνίσταται στην αποκατάσταση των χαρακτηριστικών σχέσεων της αγοράς — αλλ' επίσης και σε μια τακτική, προς την οποία συνδέεται στενά: κάθε παραγωγός να καταστεί υπεύθυνος με την προσωπική συμβολή του στις οικονομικές δαπάνες διαχειρίσεως των διαφόρων πλεονασμάτων των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Στην παρούσα λοιπόν φάση, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι υπέπεσε σε προφανή πλάνη κατά την εκτίμηση της κατάστασης της αγοράς, ούτε κατά συνέπεια, ότι αντιμετώπισε τους γαλακτοπαραγωγούς κάνοντας δυσμενείς εις βάρος τους διακρίσεις. Ως εκ τούτου, η αιτίαση περί καταχρήσεως εξουσίας στερείται οιασδήποτε βάσεως.
9.
Απομένει η εξέταση του θέματος αν την κατάσταση αυτή θέτουν σε κίνδυνο τα μέσα που θεσπίστηκαν επ' ευκαιρία της καθιέρωσης το 1984 της συμπληρωματικής εισφοράς.
Και η συμπληρωματική αυτή εισφορά επίσης ανταποκρίνεται στην έλλειψη ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και ζητήσεως, η συνέχιση της οποίας θέτει σε κίνδυνο τους ίδιους τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής. Υπακούει εντούτοις σε αρκετά διαφορετική λογική. Ενώ η εισφορά συνυπευθυνότητας χαρακτηρίζεται ως οικονομικής φύσεως κίνητρο για την αλληλεγγύη όλων των παραγωγών, με στόχο την επανόρθωση των δυσλειτουργικών αποτελεσμάτων που προαναφέρθηκαν από τις δραστηριότητες στηρίξεως που είχαν ασκηθεί μέχρι τότε στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης, η συμπληρωματική εισφορά έχει καθαρά ανασχετικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι πλήττει δραστικά, για προσωρινό χρονικό διάστημα πέντε ετών με συντελεστή που μπορεί να φτάσει μέχρι το 100 ο/ο της ενδεικτικής τιμής, τις ποσότητες γάλακτος που παράγονται καθ' νπέρβαοη μιας ποσόστωσης αναφοράς.
Έτσι, η οικεία κοινοτική πολιτική μπορεί να περιγραφεί ως εξής: διατήρηση των μέτρων στηρίξεως, οικονομική αλληλεγγύη των παραγωγών ενόψει της γενικής έλλειψης ισορροπίας της αγοράς, επιβολή κυρώσεων στους παραγωγούς που δεν συμμετέχουν στο μηχανισμό της εν λόγω αγοράς.
Άρα, η συμπληρωματική εισφορά ενέχει επιλεκτικό χαρακτήρα. Με αφετηρία τη διαπίστωση αυτή, ο ενάγων στην κύρια δίκη και η ιταλική κυβέρνηση προέβαλαν δύο ειδών επιχειρήματα.
Πρώτον, ισχυρίζονται ότι η συμπληρωματική εισφορά αφορά ειδικότερα τους παραγωγούς γάλακτος με μεγάλη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, εφόσον το άρθρο 9 του κανονισμού εφαρμογής (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής που προαναφέρθηκε αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεων σε εκείνους οι οποίοι υπερβαίνουν από έτος σε έτος τη μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες που είχε διαπιστωθεί μέχρι τότε. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι « αν η περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία του γάλακτος το οποίο παραδίδεται ή αγοράζεται » κατά την περίοδο των τελευταίων δώδεκα μηνών « παρουσιάζει κατά μέσο όρο μια θετική διαφορά ανώτερη του ενός γραμμαρίου ανά χιλιόγραμμο γάλακτος σε σχέση με τη μέση περιεκτικότητα που διαπιστώθηκε κατά την προηγούμενη περίοδο των δώδεκα μηνών, η ποσότητα γάλακτος που χρησιμεύει σαν βάση για τον υπολογισμό της εισφοράς προσαυξάνεται κατά 2,6 ο/ο ανά γραμμάριο συμπληρωματικής λιπαρής ουσίας σε 1 χιλιόγραμμο γάλακτος ».
Η ερμηνεία αυτή είναι απορριπτέα. Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η σχετική διάταξη αποσκοπεί στο να προλάβει οιαδήποτε απάτη στηριζόμενη στη σύνθεση του γάλακτος και συνιστάμενη στην τροποποίηση της, ιδίως συμπυκνώνοντας την περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες, ώστε να διατηρείται τεχνητά εντός του ορίου της επιτρεπόμενης ανώτατης ποσόστωσης. Με τον τρόπο αυτό, η περιεκτικότητα του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως γενεσιουργός, ενδεχομένως, πλεονασμάτων, αλλ' ως αντιπροσωπευτικός δείκτης των ποσοτήτων γάλακτος που παράγονται συνήθως σε μια συγκεκριμένη γεωργική εκμετάλλευση (άρθρο 11, στοιχείο γ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 ).
Επομένως, το εν λόγω μέτρο αποσκοπεί στο να διευκολύνει την εφαρμογή των άρθρων 9 και 10 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 857/84 — τα οποία αφορούν τις λεπτομέρειες εισπράξεως της εισφοράς — εξασφαλίζοντας ομοιόμορφες προϋποθέσεις υπολογισμού της εισφοράς μεταξύ των διαφόρων παραγωγών. Η τελευταία παράγραφος του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/81 που προαναφέρθηκε, επικυρώνει την ερμηνεία αυτή: πράγματι, αν ο υπόχρεως για την καταβολή της εισφοράς « μπορεί να αποδείξει στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους ότι η διαφορά αυτή αποτελεί φυσική συνέπεια των συνθηκών παραγωγής », η υπό μορφή κυρώσεως προβλεπόμενη πρόσθετη αύξηση δεν επιβάλλεται. Με άλλα λόγια, η εν λόγω διάταξη προβλέπει μαχητό τεκμήριο περί υπάρξεως απάτης.
Δεύτερον, ο Ρ. Bozzetti και το ιταλικό κράτος συνάγουν ένα άλλο επιχείρημα από τον επιλεκτικό χαρακτήρα της συμπληρωματικής εισφοράς: ο τελευταίος αποδεικνύει ότι καμία τεχνικής ή διοικητικής φύσεως δυσχέρεια δεν αντίκειται στη θέσπιση « εξατομικευμένης » εισφοράς συνυπευθυνότητας.
Η εξήγηση αυτή είναι απορριπτέα. Η συμπληρωματική εισφορά πλήττει απλώς το υπερβάλλον τμήμα της παραγωγής γάλακτος μιας ποσότητας αναφοράς και όχι το σύνολο της παραγωγής αυτής. Κατά συνέπεια, ο περίπλοκος τρόπος θεσπίσεως της συμπληρωματικής εισφοράς, η οποία δεν πλήττει παρά ένα περιορισμένο ποσοστό της παραγωγής, δεν είναι δυνατό να συγκρίνεται αποτελεσματικά με τον τρόπο της γενικευμένης εφαρμογής της εισφοράς συνυπευθυνότητας.
Το σύνολο των σκέψεων που προηγήθηκαν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, από την εξέταση των κανονισμών 1079/77 του Συμβουλίου και 1822/77 της Επιτροπής, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος τους, ιδίως όσον αφορά τη μέθοδο καθορισμού των ποσών που παρακρατούνται ως εισφορά συνυπευθυνότητας.
10.
Προτείνω λοιπόν, στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε η Pretura της Cremona, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
1)
Στην παρούσα φάση του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να επιλύουν, εφαρμόζοντας τους δικονομικούς και ουσιαστικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, τις διαφορές σχετικά με την επιστροφή ποσών που εισπράχθηκαν για λογαριασμό των Κοινοτήτων.
2)
Η εισφορά συνυπευθυνότητας που θέσπισε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1079/77 του Συμβουλίου συνιστά φορολογική επιβάρυνση γενικής φύσεως και ομοιόμορφης εφαρμογής, η οποία προορίζεται να διευκολύνει τη ρύθμιση της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων και το προϊόν της οποίας διατίθεται για τις δαπάνες που αφορούν τη διεύρυνση της εν λόγω αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού.
3)
Από την εξέταση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1079/77 του Συμβουλίου και 1822/77 της Επιτροπής, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος τους, ιδίως όσον αφορά τη μέθοδο καθορισμού των ποσών που παρακρατούνται ως εισφορά συνυπευθυνότητας.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy