ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 20ής Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Με Διάταξη της 9ης Οκτωβρίου 1984, ο Pretore του Τουρίνου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το
« αν η οδηγία 67/548/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 79/831/ΕΟΚ, επιβάλλει την υποχρέωση επισημάνσεως — σύμφωνα με τα άρθρα 15 μέχρι 18 και τα κριτήρια του παραρτήματος VI και αναλόγως των αποτελεσμάτων των δοκιμών που προβλέπονται στο άρθρο 6 και υπό την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων σχετικά με τα επικίνδυνα παρασκευάσματα οι οποίες ενδεχομένως προβλέπονται από ειδικές οδηγίες — όχι μόνον των ουσιών όπως έχουν, αλλά και των ουσιών υπό μορφή παρασκευασμάτων ».
Η οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967 (JO L 196 της 16.8.1967, σ. 1 ), που τροποποιήθηκε ήδη έξι φορές, αφορά την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών.
Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν, ενόψει των ισχυουσών κοινοτικών διατάξεων, υφίσταται υποχρέωση επισημάνσεως όχι μόνο των επικίνδυνων ουσιών, αλλά και των παρασκευασμάτων που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της οποίας επελήφθη ο παραπέμπτων δικαστής είναι αρκετά απλά. Η εταιρία Fina italiana SpA, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο Caldana, παράγει και πωλεί καύσιμα και λιπαντικά. Όργανα της ιταλικής υπηρεσίας προστασίας του περιβάλλοντος προέβησαν σε δειγματοληπτικό έλεγχο δοχείων ορυκτελαίου οχημάτων που διέθετε στο εμπόριο η εταιρία Fina italiana. Από ανάλυση του ορυκτελαίου αποδείχτηκε ότι το ορυκτέλαιο περιείχε πολυ-χλωριωμένα διφαινύλια ( εφεξής PCB ) σε διάφορα ποσοστά που δεν υπερέβαιναν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για τη διάθεση τους στην αγορά.
Πάντως, ο Caldana κατηγορήθηκε ότι στην εξωτερική επιφάνεια των δοχείων δεν υπήρχε η ένδειξη ότι το ορυκτέλαιο περιέχει PCB, όπως προέβλεπε σχετική απόφαση της 21ης Μαΐου 1981 του ιταλού Υπουργού Υγείας. Κατά του Caldana ασκήθηκε ποινική δίωξη δυνάμει του άρθρου 10 του ιταλικού νόμου 256 της 29ης Μαΐου 1974, σύμφωνα με το οποίο:
« Ο παραγωγός, εισαγωγέας ή διανομέας που διαθέτει στην αγορά επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου τιμωρείται... με πρόστιμο ...
Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, είναι δυνατό να επιβληθεί ποινή φυλακίσεως μέχρι έξι μηνών. »
3.
Ο παραπέμπων δικαστής αναγνωρίζει ότι η επί του θέματος διοικητική και δικαστηριακή πρακτική διίστανται.
Με τις εγκυκλίους αριθ. 77, της 18ης Αυγούστου 1978, και 23, της 19ης Απριλίου 1982, ο ιταλός Υπουργός Υγείας διευκρίνιζε ότι η επιβάλλουσα την επισήμανση ρύθμιση
« εφαρμόζεται μόνο στις ουσίες και στα ειδικά παρασκευάσματα που αναφέρονται ρητά στο παράρτημα Ι της υπουργικής απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 1977 (η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την υπουργική απόφαση της 25ης Μαίου 1981 ) ».
Οι εν λόγω αποφάσεις θεσπίστηκαν σε εκτέλεση του νόμου πλαισίου 256, της 29ης Μαΐου 1974, ο οποίος με τη σειρά του είχε θεσπιστεί κατ' εφαρμογή της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ.
Σε αντίθεση με τη συσταλτική ερμηνεία της διοίκησης, τα ποινικά δικαστήρια κατά κανόνα αποφαίνονται ότι η προαναφερθείσα ρύθμιση ισχύει όχι μόνο για τις ουσίες και τα παρασκευάσματα που προβλέπονται ρητά από τις σχετικές διατάξεις ( παράρτημα Ι της απόφασης της 21ης Μαΐου 1981 ), αλλά και για τα παρασκευάσματα που περιέχουν παρόμοιες ουσίες.
Κατά την Επιτροπή, οι ιταλικοί νόμοι και οι σχετικές εκτελεστικές αποφάσεις συνιστούν ορθή εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων. 'Ετσι, από την απάντηση που θα δώσετε θα εξαρτηθεί η έκβαση της ποινικής δίκης που εκκρεμεί στην Ιταλία.
4.
Ο Caldana, η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση κατέθεσαν παρατηρήσεις που συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα.
Η οδηγία 67/548/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, ρυθμίζει την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση μόνο των επικίνδυνων ουσιών που διατίθενται στο εμπόριο όπως έχουν. Δεν αφορά τα παρασκευάσματα παρά μόνο κατ' εξαίρεση και μόνο εφόσον κάποια οδηγία που αφορά ειδική κατηγορία παρασκευασμάτων — προς το παρόν υφίστανται τρεις — παραπέμπει ρητά σ' αυτή. Στο παρόν στάδιο της εξέλιξης της, η κοινοτική νομοθεσία δεν επιβάλλει την επισήμανση των συσκευασιών για τα άλλα παρασκευάσματα εκτός από εκείνα που αφορούν οι ειδικές οδηγίες.
Ο Caldana και η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας θεωρούν ότι στο θέμα της επισήμανσης των επικίνδυνων παρασκευασμάτων η ρύθμιση έχει καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα. Η Επιτροπή άλλωστε χαρακτηρίζει την εν λόγω ρύθμιση ως εξαιρετικής φύσεως. Θεωρεί ότι, ελλείψει οδηγίας στην οποία να απαριθμούνται εξαντλητικά τα επικίνδυνα παρασκευάσματα, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιορισμένη ελευθερία ως προς τις υποχρεώσεις επισημάνσεως. Οιαδήποτε άλλη αντιμετώπιση θα περιέκλειε τον κίνδυνο να προκαλέσει διάσταση των εθνικών νομοθεσιών, σε αντίθεση προς την επιδιωκόμενη από τη Συνθήκη εναρμόνιση, μάλιστα δε και ανακολουθίες λόγω ανεπαρκούς επισημάνσεως ή αντίστροφα λόγω επισημάνσεως που αναφέρεται σε ανύπαρκτους κινδύνους.
5.
Η Επιτροπή προέβη σε πλήρη ανάλυση της κοινοτικής ρύθμισης. Παραπέμποντας στις παρατηρήσεις της, υπενθυμίζω σχηματικά τις κατευθυντήριες γραμμές της.
1)
Την κυκλοφορία οτην αγορά και τη χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων ρυθμίζει η οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων. Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε τρεις φορές, για τελευταία φορά δε με την οδηγία 82/828/ΕΟΚ, της 3ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ L 350 της10.12.1982, σ. 34). Το παράρτημα της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνει κατάλογο επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να διατίθενται προς πώληση και να χρησιμοποιούνται. Σύμφωνα με το παράρτημα αυτό (πρώτη στήλη, σημείο 1, τρίτη περίπτωση ), τα περιέχοντα PCB παρασκευάσματα δεν μπορούν να κυκλοφορούν στην αγορά παρά μόνο αν η περιεκτικότητα τους σε αυτές τις ουσίες δεν υπερβαίνει το 0,1 % κατά βάρος ή, σε περίπτωση υπερβάσεως του ποσοστού αυτού, υπό τις εξαιρετικές και περιοριστικές προϋποθέσεις που προβλέπει η στήλη « όροι περιορισμού » του παραρτήματος.
2)
Οι όροι ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως διέπονται από ένα άλλο σύνολο οδηγιών, οι οποίες αφορούν τον τρόπο και όχι τους όρους υπό τους οποίους οι ουσίες κυκλοφορούν στην αγορά.
Την οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου που προαναφέρθηκε αναμόρφωσε σχεδόν εξ ολοκλήρου η οδηγία 79/831/ΕΟ Κ, της 18ης Σεπτεμβρίου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 13/009, σ. 13 ). Πιο κάτω θα αναφερθώ στα άρθρα του κειμένου αυτού που έχουν σημασία για την επίλυση της υπό εξέταση διαφοράς. Σύμφωνα με τον τίτλο της, δεν αφορά παρά την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών.
Επιπλέον, η οδηγία 79/831/ΕΟΚ περιλαμβάνει εννέα παραρτήματα, το πρώτο από τα οποία παραθέτει πίνακα των επικίνδυνων ουσιών, ενώ το έκτο τα γενικά κριτήρια για την ταξινόμηση και επισήμανση των εν λόγω ουσιών. Τα λοιπά παραρτήματα περιέχουν διευκρινίσεις τεχνικής και μεθοδολογικής φύσεως.
Με τα άρθρα 20 και 21 της οδηγίας 79/831/ΕΟΚ συνιστάται επιτροπή για την προσαρμογή των οδηγιών στην τεχνική πρόοδο, με αποστολή την εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στις συναλλαγές στον τομέα των επικίνδυνων ουσιών και παραοκενα-σμάτων, και καθιερώνεται μια ειδική διαδικασία που παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει τα μέτρα προσαρμογής.
Όσον αφορά τα παρασκευάσματα, η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 73/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1973, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αναφέρονται στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση επικίνδυνων παρασκευασμάτων ( διαλυτών ), ορίζει σαφέστατα ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να ρυθμιστεί παρά προοδευτικά, για κάθε κατηγορία παρασκευασμάτων, « ενόψει της εκτάσεως του πεδίου αυτού και των πολύ λεπτομερών μέτρων που απαιτούνται για την προσέγγιση όλων των διατάξεων που αφορούν τα επικίνδυνα παρασκευάσματα... ».
Σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα στοιχεία της Επιτροπής, σήμερα υφίστανται τρεις ειδικές οδηγίες σχετικά με ορισμένα παρασκευάσματα που θεωρούνται ως επικίνδυνα: τους διαλύτες (προαναφερθείσα οδηγία 73/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 3 ), τα χρώματα, βερνίκια, τυπογραφικές μελάνες, κόλλες και συναφή προϊόντα ( οδηγία 77/728/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1977, ΕΕ ειδ. έκδ. 13/007, σ. 25) και τα γεωργικά φάρμακα ( οδηγία 78/631/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1978, ΕΕ ειδ. έκδ. 13/007, σ. 142).
3)
Η Επιτροπή διευκρινίζει περαιτέρω ότι στο στάδιο επεξεργασίας βρίσκεται επί του παρόντος και μια οδηγία σχετική με τα επικίνδυνα παρασκευάσματα. Πρόκειται για οδηγία πλαίσιο με το ίδιο περιεχόμενο όπως εκείνη που αφορά τις επικίνδυνες ουσίες, η οποία προορίζεται να αντικαταστήσει τις προαναφερθείσες τρεις οδηγίες που αφορούν ορισμένα παρασκευάσματα και θα περιλαμβάνει και άλλα παρασκευάσματα που δεν έχουν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο ρυθμίσεως.
6.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα ορυκτέλαια συνιστούν παρασκευάσματα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, περίπτωση β), της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 79/831/ΕΟΚ (άρθρο 1 ), υπό την έννοια ότι πρόκειται για « μίγματα ή διαλύματα που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες ουσίες ». Δεν χωρεί επίσης αμφιβολία ότι η περιεκτικότητα τους σε PCB δεν υπερβαίνει το 0,1 % και ότι κατά συνέπεια μπορούν, σύμφωνα με το παράρτημα της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, να κυκλοφορούν στην αγορά. Απομένει να διευκρινιστεί με ποιο τρόπο μπορούν να διατίθενται, με άλλα λόγια αν στην εξωτερική επιφάνεια των δοχείων που διατίθενται στο εμπόριο πρέπει να γίνεται μνεία της περιεκτικότητας σε PCB.
Αλλά ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα ορυκτέλαια μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επικίνδυνα παρασκευάσματα, αυτό δεν συνεπάγεται ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της τροποποιημένης οδηγίας 67/548/ΕΟΚ.
Πράγματι,
a )
ο τίτλος της δεν αφορά παρά μόνο την « ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ονοιών ». Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη των διατάξεων του 1967,
« Λόγω των προπαρασκευαστικών εργασιών που πρέπει ακόμη να γίνουν, είναι αναγκαίο η προσέγγιση των σχετικών με τα επικίνδυνα παρασκευάσματα διατάξεων να πραγματοποιηθεί με μεταγενέστερες οδηγίες και επομένως η παρούσα οδηγία να περιοριστεί στην προσέγγιση των σχετικών με τις επικίνδυνες ουσίες διατάξεων ».
Μόνο στην τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 79/831/ΕΟ Κ γίνεται λόγος για τα τοξικά, επιβλαβή, διαβρωτικά και προκαλούντα ερεθισμούς ουσίες και παρασκευάσματα, αλλά η αιτιολογική αυτή σκέψη δεν αφορά παρά την κατάταξη τους βάσει γενικών ορισμών.
β )
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της τροποποιημένης οδηγίας 67/548/ΕΟΚ προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής της. Αφορά μόνο τις ουσίες. Η παράγραφος 1 είναι διατυπωμένη ως εξής:
« 1.
Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν:
α )
την κοινοποίηση σχετικά με τις ουσίες
β)
την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων για τον άνθρωπο και το περιβάλλον ουσιών,
όταν αυτές διατίθενται στην αγορά στα κράτη μέλη.»
Οι άλλες τρεις παράγραφοι του άρθρου 1 μνημονεύουν μόνο τις ουσίες. Φαίνεται λοιπόν ότι το πεδίο εφαρμογής της τροποποιημένης οδηγίας 67/548/ΕΟΚ περιορίζεται μόνο σ' αυτές.
γ)
Σύμφωνα, με το άρθρο 4, παράγραφος 2,
« οι επικίνδυνες ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι χαρακτηρίζονται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, δι' ενός δείκτου που επιτρέπει την αξιολόγηση του κινδύνου των παρασκευασμάτων για την υγεία. Ο δείκτης αυτός θα καθιερωθεί σύμφωνα με τα κριτήρια που θα ορίζονται σε μεταγενέστερη οδηγία του Συμβουλίου ».
Η διάταξη αυτή αναφέρει την ύπαρξη παρασκευασμάτων που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες, αλλά παραπέμπει ρητά σε μεταγενέστερη οδηγία προκειμένου να καθοριστούν τα κριτήρια για την αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να παρουσιάζουν για την υγεία. Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη εξαιρεί καταρχήν τα επικίνδυνα παρασκευάσματα από το πεδίο εφαρμογής της προς ερμηνεία οδηγίας.
7.
Πάντως, όπως τόνισε ο παραπέμπων δικαστής, ορισμένα άρθρα της οδηγίας αναφέρονται σε ουσίες και παρασκευάσματα.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, περίπτωση β ), δίδει ορισμό των παρασκευασμάτων. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου δίδει ορισμό των κριτηρίων για τον κίνδυνο που παρουσιάζουν οι ουσίες και τα παρασκευάσματα.
Το άρθρο 3 ορίζει ότι:
« Οι γενικές αρχές ταξινομήσεως και επισημάνσεως των ουσιών και παρασκευασμάτων εφαρμόζονται σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στο παράρτημα VI, πλην αντιθέτων διατάξεων σχετικώς με τα επικίνδυνα παρασκευάσματα, που προβλέπονται σε ειδικές οδηγίες. » ( Η υπογράμμιση δική μου. )
Τέλος, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της τροποποιημένης οδηγίας 67/548/ΕΟΚ ορίζει ότι:
« 1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ουσίες όπως έχουν ή υπό μορφή παρασκευασμάτων και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 να μην μπορούν να διατίθενται στην αγορά παρά μόνο εάν οι ουσίες αυτές:
—
έχουν κοινοποιηθεί στην αρμόδια αρχή ενός εκ των κρατών μελών σύμφωνα με την παρούσα οδηγία
—
έχουν συσκευασθεί και επισημανθεί σύμφωνα με τα άρθρα 15 έως 18 και τα κριτήρια του παραρτήματος VI και αναλόγως των αποτελεσμάτων των δοκιμών που προβλέπονται στο άρθρο 6. » ( Η υπογράμμιση δική μου. )
Για τους λόγους που θα αναφέρω παρακάτω, είναι εμφανές ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν επεκτείνουν γενικά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και στα παρασκευάσματα.
α)
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στο οποίο αναφέρεται ειδικά ο παραπέμπων δικαστής, αφορά μόνο τις νέες ουσίες, που δεν έχουν ακόμα κυκλοφορήσει στην αγορά κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας.
Εκτός από τη σχετική μνεία στην ίδια τη διάταξη περί της κυκλοφορίας στην αγορά, ενδείκνυται επίσης να ανατρέξουμε στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία αφορά ρητά τις « νέες ουσίες » και την κοινοποίηση που πρέπει να γίνεται προς τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τη διάθεση τους στην αγορά.
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, περίπτωση α ), τα άρθρα 5, 6 και 7 της οδηγίας δεν εφαρμόζονται επί των ουσιών τις οποίες περιλαμβάνει το ευρετήριο των υπαρχουσών στην κοινοτική αγορά ουσιών που συνέταξε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 13. Το ευρετήριο συντάχθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1981. Τα PCB, που αναφέρονταν ήδη στην οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου που προαναφέρθηκε ( βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 6, 7 και 8 ), δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέες ουσίες. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου 5, αράγραφος 1, δεν ισχύουν γι' αυτά.
β)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, επιτρέπει μόνο τη διάκριση μεταξύ ουσιών και παρασκευασμάτων. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, αναφέρεται στα κριτήρια εκτιμήσεως του κινδύνου που παρουσιάζουν τα παρασκευάσματα τα οποία περιέχουν επικίνδυνες ουσίες, ενώ κατά τα λοιπά έχει « προγραμματικό » απλώς χαρακτήρα.
γ)
Απομένει το άρθρο 3, παράγραφος 3. Η διάταξη αυτή θεσπίζει γενικά κριτήρια για την ταξινόμηση και επισήμανση των ουσιών και παρασκευασμάτων παραπέμποντας στα κριτήρια τα προβλεπόμενα στο παράρτημα VI της οδηγίας, « πλην αντιθέτων διατάξεων σχετικώς με τα επικίνδυνα παρασκευάσματα, που προβλέπονται σε ειδικές οδηγίες ».
Το παράρτημα VI, στον τίτλο του οποίου μνημονεύονται μόνο οι ουσίες, αναμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την οδηγία 83/467/ΕΟΚ της Επιτροπής ( ΕΕ L 257, της 15.9.1983 ) όσον αφορά το μέρος του II, Β, που καθορίζει τα κριτήρια διαβρώσεως και προκλήσεως ερεθισμών, και το μέρος II, Δ, που περιέχει « οδηγό επισημάνσεως των επικίνδυνων ουσιών» (η υπογράμμιση δική μου).
Πάντως, όπως επισήμανε ο παραπέμπων δικαστής, τα μέρη II, Β και Π, Δ παρέχουν γενικά κριτήρια για την ταξινόμηση και την επισήμανση τόσο των ουσιών, όσο και των παρασκευασμάτων.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι περιπτώσεις 5.2, στοιχείο α), και 5.2, στοιχείο γ), του μέρους II, Δ (παράρτημα III της οδηγίας 83/467/ΕΟΚ ) παραπέμπουν ρητά στις ειδικές οδηγίες περί παρασκευασμάτων.
Όπως όμως πολύ ορθά απέδειξε η Επιτροπή, υφίσταται αλληλεπίδραση μεταξύ της τροποποιημένης οδηγίας 67/548/ΕΟΚ και των τριών ειδικών οδηγιών που επαναλαμβάνουν διάφορες διατάξεις της πρώτης.
Από τα παραπάνω και ενόψει του ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ περιορίζεται όσον αφορά την επισήμανση μόνο στις επικίνδυνες ουσίες, συνάγεται ότι οι οδηγίες που δίδονται με το παράρτημα VI ως προς την επισήμανση των επικίνδυνων παρασκευασμάτων δεν καθίστανται δεσμευτικές παρά μόνο εφόσον τεθεί σε ισχύ ειδική οδηγία για την εφαρμογή των γενικών αρχών που εξαγγέλλει η οδηγία πλαίσιο σχετικά με τις « ουσίες ».
Αν υπάρχουν ακόμη αμφιβολίες επί του θέματος, αρκεί να υπομνηστεί ότι επί του παρόντος τελεί υπό επεξεργασία μια οδηγία σχετικά με την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των « παρασκευασμάτων », η έκδοση της οποίας όμως δεν δικαιολογείται παρά μόνο αν ο οικείος τομέας δεν έχει αποτελέσει ακόμη αντικείμενο ρυθμίσεως.
δ )
Τέλος, πέραν των νομικών αυτών επιχειρημάτων, η Επιτροπή πρόβαλε ορισμένα επιχειρήματα τεχνικής φύσεως. Το σημαντικότερο φαίνεται να είναι ότι οι φυσικοχημικές ιδιότητες μιας επικίνδυνης ουσίας δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με τις ιδιότητες των παρασκευασμάτων που την περιέχουν, δεδομένου ότι είναι δυνατό η ουσία αυτή, ενσωματωμένη σ' ένα παρασκεύασμα, να μην είναι πλέον επικίνδυνη. Αν τα μέτρα επισημάνσεως που προβλέπονται με τα άρθρα 15 μέχρι 18 της τροποποιημένης οδηγίας 67/548/ΕΟΚ ίσχυαν και για όλα τα περιέχοντα επικίνδυνες ουσίες παρασκευάσματα, μολονότι στο παρόν στάδιο δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί τα κριτήρια στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 2, θα έπρεπε να απαριθμούνται ακόμα και οι απειροελάχιστες προσμίξεις ρύπων, γεγονός που θα κατέληγε σε άτοπα αποτελέσματα, αντίθετα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
8.
Περαιτέρω, η Επιτροπή διερωτάται κατά πόσον τα κράτη μέλη, οι κατασκευαστές ή οι εισαγωγείς είναι ελεύθεροι να προβαίνουν με δική τους πρωτοβουλία στην επισήμανση των συσκευασιών που περιέχουν επικίνδυνες ενδεχομένως ουσίες. Δεν θα ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, αφενός μεν, η ιταλική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει διάταξη αυτού του είδους, αφετέρου δε, ο εθνικός δικαστής δεν υπέβαλε σχετικό ερώτημα.
9.
Προτείνω, επομένως, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στον Pretore του Τουρίνου:
Η οδηγία 67/548/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 79/831/ΕΟΚ, δεν επιβάλλει την υποχρέωση τα παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες επικίνδυνες ουσίες να υπόκεινται αναγκαστικά σε επισήμανση, εκτός αν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 73/173/ΕΟΚ, 77/728/ΕΟΚ και 78/631/ΕΟΚ που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση ορισμένων κατηγοριών παρασκευασμάτων.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy