ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 15ης Οκτωβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Σύνοψη της υπόθεσης
1.1. Γενικές παρατηρηθείς
Κατά το μέτρο που μπόρεσα να το εξακριβώσω η παρούσα διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή κατά της Γαλλίας, συνιστά την πρώτη υπόθεση στην οποία εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές τα οποία μπορούν να οφείλονται σε τεχνικές προδιαγραφές για τα μηχανήματα και άλλες συσκευές και προϊόντα με τεχνολογία, εμφανίζονται σε όλη τους την πολυπλοκότητα.
Κατά γενικό τρόπο, αυτό που συνήθως αποκαλείται τα τεχνικά εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές βιομηχανικών προϊόντων μπορούν να εκδηλωθούν υπό τρεις διαφορετικές μορφές, εμφανιζόμενες κατ' αύξουσα κλίμακα περιορισμών.
Πρώτον, μπορούν να είναι η πρακτική συνέπεια διαφορετικών τεχνικών προδιαγραφών που θεσπίζουν τα εθνικά ιδρύματα τυποποιήσεως του ιδιωτικού τομέα. Ένα αισθητό αποτέλεσμα του περιορισμού των εμπορικών συναλλαγών μπορεί προφανώς να προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι, στην πράξη, οι τεχνικές αυτές προδιαγραφές εφαρμόζονται συστηματικά από ιδιώτες εντολείς. Η Επιτροπή φαίνεται ότι έχει σκοπό να εξαλείψει το είδος αυτό των ειδικών εμποδίων στις συναλλαγές ορίζοντας την αντικατάσταση των οικείων εθνικών προδιαγραφών με ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Κατά το μέτρο που θα μπορούσε να διαπιστωθεί η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής των επαγγελματιών ιδιωτών εντολέων με σκοπό την αποκλειστική εφαρμογή εθνικών προδιαγραφών, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό των προϊόντων που ανταποκρίνονται αποκλειστικά στις προδιαγραφές άλλων κρατών μελών, θα μπορούσε προφανώς να ληφθεί επίσης υπόψη η εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το περιοριστικό αποτέλεσμα επί των συναλλαγών, το οποίο οφείλεται στις τεχνικές προδιαγραφές που θεσπίζουν τα ιδιωτικά εθνικά ιδρύματα, ενισχύεται πρώτα όταν οι δημόσιοι οργανισμοί, ως κύριοι του έργου, εξαρτούν την παράδοση από την τήρηση τέτοιων εθνικών τεχνικών προδιαγραφών ιδιωτικής προελεύσεως. Κατά το μέτρο που οι δημόσιες αρχές δεν μπορούν να επικαλεστούν σχετικά μια από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ ( σπάνια μπορούν να το πράξουν όταν οι προδιαγραφές έχουν καθαρά ιδιωτικό χαρακτήρα), θα είναι δυνατό να εξαλειφθούν τα εμπόδια στις συναλλαγές, που δημιουργούνται έτσι από την πάγια διοικητική πρακτική των δημόσιων αρχών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 ή (όταν νέα εμπόδια του είδους αυτού εμφανίζονται ή τα υφιστάμενα εμπόδια επιτείνονται) των άρθρων 31 ή 32 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Όμως, η σοβαρότερη μορφή τεχνικών εμποδίων στις συναλλαγές δημιουργείται από τις προδιαγραφές που θεσπίζουν οι δημόσιες αρχές και οι οποίες επιβάλλουν επιτακτικά την τήρηση ορισμένων εθνικών προδιαγραφών σε όλους τους ημεδαπούς και αλλοδαπούς προμηθευτές των οικείων προϊόντων (λίγο ενδιαφέρει αν παραπέμπουν ή όχι σε προδιαγραφές που θέσπισαν οι εθνικοί οργανισμοί τυποποιήσεως). Τα τεχνικά αυτά εμπόδια στις συναλλαγές δεν πρέπει κατ' ανάγκη να προκύπτουν από διαφορές μεταξύ των εθνικών προδιαγραφών. Μπορούν να επιτείνονται από ορισμένες διαδικασίες που επιβάλλονται στον τομέα του ελέγχου και από τις διοικητικές και οικονομικές επιβαρύνσεις οι οποίες προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα για τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς από τις διαδικασίες αυτές. Γενικότερα, το κράτος μέλος μπορεί να κρίνει ότι οι κανόνες αυτοί είναι αναγκαίοι για την προστασία της ασφάλειας, της υγείας ή της ζωής των καταναλωτών των προϊόντων αυτών. Σε παρόμοια περίπτωση, η Επιτροπή και επίσης, ενδεχομένως, το Δικαστήριο πρέπει να διερωτηθούν όχι μόνο αν το άρθρο 30 έχει εφαρμογή, αλλά αν το άρθρο 36 έχει επίσης εφαρμογή. Η εκτίμηση των οικείων εθνικών κανόνων ενόψει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ φαίνεται πράγματι να συνιστά το ουσιαστικό στοιχείο της παρούσας διαδικασίας.
1.2. Ιοτορικό της παρούσας διαδικασίας
Η παρούσα υπόθεση ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου από την Επιτροπή αφού περιήλθαν σ' αυτήν το 1982 και 1983 ορισμένες καταγγελίες προερχόμενες από τη μόνιμη αντιπροσωπεία κράτους μέλους και από επαγγελματική οργάνωση άλλου κράτους μέλους και που αναφέρονταν στα περιοριστικά αποτελέσματα επί των συναλλαγών λόγω μιας σειράς νέων προδιαγραφών που θέσπισαν κατά τα έτη 1979 μέχρι 1981 οι γαλλικές αρχές. Οι προδιαγραφές αυτές αφορούσαν τις τεχνικές και διοικητικές προϋποθέσεις διαθέσεως στη γαλλική αγορά μηχανημάτων κατεργασίας ξύλου. Τα κείμενα των προδιαγραφών αυτών επισυνάπτονται στα παραρτήματα Ι και II της προσφυγής της Επιτροπής. Το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής τους ρυθμίζεται από το διάταγμα αριθ. 80-542 της 15ης Ιουλίου 1980. Η σχετική βασική αρχή τίθεται κατά τρόπο χαρακτηριστικό με το άρθρο R 233-85 του διατάγματος 80-543 της 15ης Ιουλίου 1980, που ορίζει ότι τα εν λόγω μηχανήματα πρέπει, από την κατασκευή τους, να είναι κατάλληλα να εξασφαλίζουν τη λειτουργία τους, να ρυθμίζονται, να συντηρούνται, χωρίς οι εργαζόμενοι να εκτίθενται σε κίνδυνο όταν οι δραστηριότητες αυτές διενεργούνται υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας. Η βασική αυτή αρχή εφαρμόζεται εν συνεχεία βάσει ορισμένου αριθμού σαφών τεχνικών και διοικητικών προδιαγραφών του διατάγματος (άρθρα R 233-86 μέχρι R 233-107).
Οι τεχνικές προδιαγραφές ενισχύθηκαν ακόμη με το διάταγμα 80-544 της 15ης Ιουλίου 1980, εν συνεχεία δε προσαρμόστηκαν με τα διατάγματα 81-170, 81-171, 81-172 και 81-173 της 20ής Φεβρουαρίου 1981 και 81-408, 81-409, 81-410 και 81-411 της 15ης Απριλίου 1981, καθώς και με ορισμένες εκτελεστικές τεχνικές προδιαγραφές που θέσπισε το Υπουργείο Εργασίας και το Υπουργείο Γεωργίας και δημοσιεύτηκαν την 1η, 2α και 3η Απριλίου και 2α Ιουνίου 1981. Όλες αυτές οι προδιαγραφές επισυνάπτονται στην προσφυγή.
Οι διαδικασίες οιοικητικού ελέγχου ρυθμίζονται με το διάταγμα 79-229 της 20ής Μαρτίου 1979. Δυνάμει του διατάγματος αυτού, τα περισσότερο επικίνδυνα νέα μηχανήματα και τα συστήματα ασφαλείας τους υπόκεινται σε προηγούμενο τεχνικό έλεγχο του εθνικού οργανισμού έρευνας και ασφάλειας πάντως, ο Υπουργός Εργασίας είναι τελικά αρμόδιος για την έκδοση του πιστοποιητικού καταλληλότητας. Πάντως, ορισμένοι τύποι μηχανημάτων πρέπει να υποβάλλονται μόνο σε τεχνικό έλεγχο που διενεργεί ο παραπάνω οργανισμός και που καταλήγει στην έκδοση από τον οργανισμό αυτό θεωρήσεως η οποία παρέχει δικαίωμα πωλήσεως του οικείου τύπου του προϊόντος. Τα άρθρα R 233-68 επ. ρυθμίζουν τη διαδικασία ως προς τα μηχανήματα για τα οποία απαιτείται μόνο δήλωση καταλληλότητας του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα. Οι λεπτομέρειες των δηλώσεων αυτών καταλληλότητας θεσπίστηκαν στις 28 Νοεμβρίου 1980 και 15 Δεκεμβρίου 1981 από τα αρμόδια Υπουργεία. Τα άρθρα R 233-70 επ. του διατάγματος ρυθμίζουν τον έλεγχο μηχανημάτων που λειτουργούν ή είναι μεταχειρισμένα και δεν έχουν σημασία για την προκειμένη διαδικασία.
Όπως προκύπτει από τα παραρτήματα της προσφυγής, τα τέλη που ισχύουν για τον προηγούμενο τεχνικό έλεγχο ορισμένων τύπων μηχανημάτων κατεργασίας ξύλου, που ο οικείος οργανισμός έρευνας μπορεί να επιβάλει στους κατασκευαστές ή εισαγωγείς, καθορίζονται επίσης από το Υπουργείο Εργασίας και, σύμφωνα με τον προσκομισθέντα πίνακα (ο οποίος όμως μπορεί να προσαρμόζεται κατ' έτος ), μπορούσαν να διαφέρουν για κάθε τύπο μηχανήματος μεταξύ 1470 και 3890 FF. Όταν ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας επικαλείται το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο R 233-64 του διατάγματος 79-229 για τη διενέργεια του ελέγχου σε άλλο τόπο με την έγκριση του οργανισμού έρευνας, στα τέλη αυτά προστίθενται τα έξοδα μετακινήσεως των ελεγκτών.
Στις 29 Οκτωβρίου 1982 και 29 Σεπτεμβρίου 1983, οι ημερομηνίες που είχαν αρχικά προβλεφθεί για να επιβληθεί η υποχρέωση προηγούμενου ελέγχου μετατέθηκαν για ορισμένα μηχανήματα σε ημερομηνίες που περιλαμβάνονται μεταξύ 1ης Μάιου 1983 και 1ης Ιανουαρίου 1985. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1983, η ημερομηνία λήξεως των αδειών που χορηγήθηκαν χωρίς προηγούμενο έλεγχο στο πλαίσιο της παλαιάς κανονιστικής ρυθμίσεως παρατάθηκε, για τα μηχανήματα που υπόκεινται σε προηγούμενο έλεγχο στο πλαίσιο της νέας κανονιστικής ρυθμίσεως, από 1ης Οκτωβρίου 1983 στην 1η Ιανουαρίου 1985.
Κατά τις τέσσερις φάσεις της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 169, απαντώντας στην αίτηση παροχής πληροφοριών που ζήτησε η Επιτροπή στις 18 Ιουνίου 1982, η γαλλική κυβέρνηση έδωσε μόνο πληροφορίες ως προς τις προθεσμίες μεταγενέστερης θέσεως σε ισχύ της νέας κανονιστικής ρυθμίσεως και σχετικά με τις προθεσμίες προσαρμογής των ενδιαφερομένων στη νέα διαδικασία. Η γαλλική κυβέρνηση δεν απάντησε στην πρόσκληση της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 1983, να υποβάλει τις παρατηρήσεις επί της άποψης της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση ήταν αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επίσης δεν απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας 30ημερών στην αιτιολογημένη γνώμη που της απηύθυνε, εν συνεχεία, στις 29 Αυγούστου 1983. Κατά τη διάρκεια συσκέψεως που έγινε εν συνεχεία την 1η και 2α Φεβρουαρίου 1984 στο Παρίσι, οι γαλλικές αρχές υποσχέθηκαν να παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες, κυρίως όσον αφορά τις προθεσμίες εξετάσεως των αιτήσεων θεωρήσεως. Επειδή οι πληροφορίες αυτές δεν περιήλθαν στην Επιτροπή μέχρι την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 10 Ιουλίου 1984.
1.3. Ισχυρισμοί και αιτήματα της προσφυγής
Με την προσφυγή της, η Επιτροπή εμμένει στην άποψη της ότι η επίδικη γαλλική κανονιστική ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών. Σχετικά, παραπέμπει στη Νομολογία του Δικαστηρίου που κατέστη πάγια με την απόφαση στην υπόθεση 8/74, Dassonville (Jurispr. 1974, σ. 837).
Επομένως, τα επίδικα μέτρα πρέπει να θεωρηθούν ως ασυμβίβαστα με το άρθρο 30, εκτός αν δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της ζωής και της υγείας των προσώπων.
Όμως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύνολο της κανονιστικής ρυθμίσεως που θέσπισε η Γαλλία όσον αφορά τα μηχανήματα κατεργασίας ξύλου (την οποία συνόψισα παραπάνω) δεν είναι αναγκαία για την προστασία της ζωής και της υγείας των προσώπων και, επομένως, χωρίς να δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 36, το άρθρο 30 έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
Επ' αυτού, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τον καταρχήν αναγκαίο προηγούμενο έλεγχο των εν λόγω μηχανημάτων κατεργασίας ξύλου. Πάντως, θεωρεί ότι, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, τα περιοριστικά αποτελέσματα των μέτρων υπερβαίνουν αυτό που είναι αναγκαίο για να εξασφαλίζεται η προστασία αυτών που χρησιμοποιούν τα μηχανήματα, δηλαδή ότι τα μέτρα δεν είναι πρόσφορα για το αποτέλεσμα αυτό:
α)
Τα μηχανήματα που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις κατά νόμο προδιαγραφές άλλ(ον κρατών μελών προσφέρουν, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, τις ίδιες εγγυήσεις ασφαλείας, εντούτοις όμως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη Γαλλία. Έτσι για παράδειγμα, ο μηχανισμός ασφαλείας που προβλέπει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν γίνεται δεκτός διότι η επίδικη γαλλική κανονιστική ρύθμιση δέχεται ένα μόνο καθορισμένο τύπο μηχανισμού ασφαλείας.
β )
Ot προθεσμίες που τάσσονται είναι συχνά πολύ μικρές — ακόμη και αν παρατείνονται — και οι παρατηρούμενες καθυστερήσεις αποτελούν επίσης μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30, τα οποία, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 42/82 ( Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1983, σ. 1013), είναι αναγκαίο να αιτιολογούνται, χωρίς όμως η αιτιολογία αυτή να στηρίζεται στο φόρτο εργασίας των οικείων υπηρεσιών.
γ)
Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των γαλλικών απαιτήσεων είναι τέτοιο ώστε μόνο μηχανήματα υπερβολικά αυτοματοποιημένα και υποκείμενα σε προηγούμενο έλεγχο μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις αυτές. Όμως, κανονιστική ρύθμιση που εμποδίζει κατά το ελάχιστο μέτρο τις συναλλαγές μπορούσε επίσης να προσφέρει επαρκή προστασία και με το δικόγραφο της προσφυγής παρέχονται ορισμένα παραδείγματα.
δ )
Τα ισχύοντα τέλη σε περίπτωση προηγούμενου τεχνικού ελέγχου μπορούν να φτάσουν, σε περίπτωση επιτόπιου ελέγχου, σε 15000 FF ή περισσότερα και έτσι μπορούν να αποθαρρύνουν τις ενδεχόμενες εισαγωγές. Ειδικότερα, θα ήταν πολύ δύσκολο για έναν αλλοδαπό κατασκευαστή να κατασκευάσει ορισμένα μηχανήματα κατόπιν παραγγελίας και σύμφωνα με τις επιθυμίες που εξέφρασε ο πελάτης. Το τέλος ( που υπολογίζεται καταρχήν σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια για τους ημεδαπούς και αλλοδαπούς) καθιστά έτσι τις εισαγωγές « δυσκολότερες ή ακριβότερες από τη διάθεση της εθνικής παραγωγής » για τους αλλοδαπούς κατασκευαστές που είναι εγκατεστημένοι μακριά από το ίδρυμα έρευνας, και αυτό κατά παράβαση της οδηγίας 70/50/ΕΟΚ της 22ας Δεκεμβρίου 1969 ( JO 1970, L 13, σ. 29 ).
ε)
Οι προθεσμίες εγκρίσεως των μηχανημάτων που υπόκεινται σε προηγούμενο τεχνικό έλεγχο και ακόμη, κάποτε επίσης σε προηγούμενο πιστοποιητικό καταλληλότητας του Υπουργού Εργασίας, μπορούν να παραταθούν, όπως επίσης να αυξηθούν τα έξοδα που προκύπτουν, λόγω των ακολούθων παραγόντων:
1)
της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης να αποφασίζει όσον αφορά την πληρότητα του φακέλου·
2)
της διοικητικής πρακτικής που συνίσταται στην επιβολή νέας διαδικασίας προηγούμενου ελέγχου για άλλα μηχανήματα που ανήκουν στην ίδια οικογένεια τα οποία προσφέρουν τις ίδιες εγγυήσεις ασφάλειας και των οποίων ο τύπος ήταν ήδη αντικείμενο τεχνικής θεωρήσεως ή πιστοποιητικού καταλληλότητας·
3)
της απαίτησης ξεχωριστών διαδικασιών για κάθε μηχάνημα που αποτελεί μέρος σύνθετου μηχανήματος.
Ως συμπέρασμα, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι, θεσπίζοντας τα παραπάνω μέτρα ελέγχου σχετικά με τα μηχανήματα κατεργασίας ξύλου, στο βαθμό που τα μέτρα αυτά συνεπάγονται, για την εισαγωγή μηχανημάτων από άλλα κράτη μέλη, επιβαρύνσεις που δεν είναι αναγκαίες από τους όρους ασφαλείας, ή εν πάση περιπτώσει δυσανάλογες προς τους όρους αυτούς, η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ και κυρίως του άρθρου 30·
—
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Σε απάντηση ερωτήσεων του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ποια είναι τα άρθρα της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως και ποια είναι τα πρακτικά και διοικητικά μέτρα ελέγχου τα οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η προστασία της ζωής και της υγείας των προσώπων.
1.4. Το υπόμνημα αντικρούσεως νης γαλλικής κυβερνήσεως
Επικαλούμενη σχετικά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 788/79 ( Gilli και Andres, πέμπτη και έκτη σκέψη, Jurispr. 1980, σ. 2071 ) και ειδικότερα την υπόθεση 104/75 ( De Peijper, Jurispr. 1976, σ. 613 ), η γαλλική κυβέρνηση συνάγει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το άρθρο 36 ότι « μεταξύ των αγαθών ή των συμφερόντων που προστατεύει το άρθρο 36, η υγεία και η ζωή των προσώπων κατέχει την πρώτη θέση και εναπόκειται στα κράτη μέλη, εντός των ορίων που θέτει η Συνθήκη, να αποφασίσουν για το επίπεδο της προστασίας που θέλουν να εξασφαλίσουν, ειδικότερα για το βαθμό αυστηρότητας των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται » (υπόθεση De Peijper, σκέψη 15). Δεν υπάρχει ακόμη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ως προς την ασφάλεια των μηχανημάτων κατεργασίας ξύλου, ώστε εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν οιοδήποτε σχετικό μέτρο. Επιβάλλεται δε ακόμη περισσότερο καθόσον τα μηχανήματα κατεργασίας ξύλου περιλαμβάνονται μεταξύ των πλέον επικίνδυνων γι' αυτούς που τα χρησιμοποιούν ώστε να μην προκαλεί κατάπληξη ότι η Γαλλία, όπως τα περισσότερα από τα άλλα κράτη μέλη, έχουν ρυθμίσει το θέμα αυτό. Η πρώτη κανονιστική ρύθμιση είχε ήδη θεσπιστεί το 1893. Αρκετά γρήγορα επικράτησε τότε η αρχή — η οποία αποτελεί επίσης τη βάση της σημερινής κανονιστικής ρυθμίσεως — σύμφωνα με την οποία οι στόχοι ασφάλειας έπρεπε να περιλαμβάνονται στον ίδιο τον σχεδιασμό των μηχανημάτων. Ο προηγούμενος έλεγχος καταλληλότητας σε σχέση με τις επιβαλλόμενες τεχνικές απαιτήσεις είχε επίσης θεσπιστεί το 1946 για τις δεκατέσσερις κατηγορίες μηχανημάτων που θεωρήθηκαν περισσότερο επικίνδυνες. Ο νόμος της 6ης Δεκεμβρίου 1976 και οι εκτελεστικές πράξεις του προσάρμοσαν την προαναφερθείσα βασική αρχή με την τεχνική εξέλιξη και επέκτειναν τις απαιτήσεις ασφάλειας σε όλα τα στοιχεία των μηχανημάτων κατεργασίας ξύλου. Η κανονιστική ρύθμιση για την οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω δεν επέφερε καμιά σημαντική πρακτική μεταβολή στο σύστημα του 1976, αλλά περιορίστηκε να το προσαρμόσει στην τεχνική εξέλιξη. Το σύστημα προηγούμενου ελέγχου έχει διατηρηθεί, αλλά η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί έχει σήμερα χωριστεί για τα πιο επικίνδυνα μηχανήματα σε δύο συστήματα συνδεόμενα στενά: τη διαδικασία εγκρίσεως και τη διαδικασία « θεωρήσεως μετά από τεχνική εξέταση ». Η έγκριση ( δηλαδή το πιστοποιητικό καταλληλότητας ) εκδίδεται από τον Υπουργό Εργασίας βάσει φακέλου που περιέχει κυρίως έκθεση της προηγούμενης εξετάσεως του οργανισμού έρευνας, που είναι αρμόδιος προς το σκοπό αυτό. Οι θεωρήσεις τεχνικής καταλληλότητας εκδίδονται απευθείας από τον οργανισμό για τις εφτά κατηγορίες μηχανημάτων για τα οποία η θεώρηση αυτή αρκεί. Η ουσιαστική διαφορά με το προηγούμενο σύστημα βρίσκεται στην ανάγκη να προστίθεται, στον έλεγχο των εγγράφων του φακέλου, ο έλεγχος του μηχανήματος-προ-τύπου ή των επί μέρους μηχανημάτων. Ως εκ τούτου, τα έξοδα ελέγχου, τα οποία αυξήθηκαν σημαντικά λόγω του ελέγχου αυτού, επιβαρύνουν τους αιτούντες. Για τη διαδικασία των θεωρήσεων, οι τιμές αυτές δημοσιεύονται στη γαλλική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως' για τη διαδικασία εγκρίσεως, ανακοινώνονται στους ενδιαφερομένους κατόπιν αιτήσεως.
Η νέα διαδικασία προσφέρει επίσης στους κατασκευαστές μεγαλύτερη ασφάλεια από εκείνην που προσφερόταν όταν ο έλεγχος γινόταν μόνο βάσει φακέλου και συνιστά σημαντικό επιχείρημα έναντι των πελατών.
Στη συνέχεια, η γαλλική κυβέρνηση αντικρούει λεπτομερώς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, τους οποίους εξέθεσα συνοπτικά παραπάνω, στοιχεία α) μέχρι ε):
Όσον αφορά τον ισχυρισμό α) ( μη αναγνώριση των εγγυήσεων ασφαλείας που παρέχουν τα άλλα κράτη μέλη), η γαλλική κυβέρνηση επαναλαμβάνει, πρώτον, ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν για το επίπεδο ασφαλείας που κρίνουν αναγκαίο. Έτσι, οι γάλλοι ειδικοί κρίνουν ότι η κανονιστική ρύθμιση που εφαρμόζεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι ανεπαρκής διότι, μεταξύ άλλων, προϋποθέτει κατάλληλη εκπαίδευση αυτού που χρησιμοποιεί τα εν λόγω μηχανήματα, ενώ η γαλλική κανονιστική ρύθμιση λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο σφάλματος αυτού που τις χρησιμοποιεί. Εξάλλου, θα ήταν εσφαλμένο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει ένα μόνο τύπο συστήματος ασφαλείας. Το διάταγμα 81-171 της 20ής Φεβρουαρίου 1981 καθορίζει μόνο τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτυγχάνονται.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό β) ( προβλεπόμενες προθεσμίες πολύ σύντομες, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια καθυστερήσεις λόγω υπερβολικού φόρτου των αρμόδιων υπηρεσιών), η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί, πρώτον, ότι ο σκοπός της κανονιστικής ρυθμίσεως ( δηλαδή η ασφάλεια αυτών που χρησιμοποιούν τα μηχανήματα) επέβαλε οι προθεσμίες να είναι όσο το δυνατό μικρές ώστε η νέα κανονιστική ρύθμιση να παράγει όλα τα αποτελέσματά της. Όμως, κατόπιν αιτήσεως των κατασκευαστών, οι κυριότερες προθεσμίες είχαν παραταθεί, ενώ οι ενδιαφερόμενες υπηρεσίες κλήθηκαν να αποφύγουν κάθε καθυστέρηση με ειδικά διαδικαστικά μέτρα. Επομένως, οι παρατηρούμενες σήμερα καθυστερήσεις οφείλονται αποκλειστικά στην καθυστερημένη αποστολή των φακέλων από τους ενδιαφερόμενους κατασκευαστές. Η μέση προθεσμία κοινοποιήσεως της απόφασης στον αιτούντα είναι σήμερα δύο μήνες. Εξάλλου, η παράταση των προθεσμιών είναι υπέρ του αιτούντος, δεδομένου ότι έτσι είναι σε θέση να συμπληρώσει το φάκελο του και, ενδεχομένως, να προβεί σε μεταβολές στα οικεία μηχανήματα. Αυτό επιτρέπει να μην απορρίπτεται η αίτηση. Εξάλλου, η δυνατότητα προσφυγής που έχει ο αιτών δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα των προθεσμιών ανέκυψε μόνο προσωρινά σε δευτερεύουσες περιπτώσεις, όπου η παρατηρηθείσα καθυστέρηση οφειλόταν στον ίδιο τον αιτούντα. Η εξέταση των ετήσιων καταστάσεων εκδόσεως των θεωρήσεων δεν επέτρεψε να διαπιστωθεί καμιά δυσμενής διάκριση έναντι των αλλοδαπών κατασκευαστών.
Όσον αφορά τον ιοχυρισμό y) ( το γεγονός ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση έχει δήθεν ως αποτέλεσμα ότι μόνο τα υπεραυτόματα μηχανήματα εγκρίνονται), η γαλλική κυβέρνηση αρνείται ότι η κανονιστική της ρύθμιση έχει ως αποτέλεσμα να ευνοούνται τα αυτόματα μηχανήματα ή ότι απαιτήθηκε ποτέ η αυτοματοποίηση. Είναι αλήθεια ότι τα εντελώς αυτόματα μηχανήματα απαλλάσσονται από τον προηγούμενο έλεγχο.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό δ) ( υψηλό κόστος των διαδικασιών ελέγχου), η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι η τιμολόγηση του κόστους ελέγχου στους αιτούντες δικαιολογείται από τον εμπεριστατωμένο χαρακτήρα των εξετάσεων που διενεργούνται. Οι οριζόμενες τιμές δεν εισάγουν καμιά διάκριση μεταξύ των γάλλων και των αλλοδαπών κατασκευαστών, παρόλο που τα έξοδα μετακινήσεως είναι υπό ορισμένες περιστάσεις υψηλότερα για τους αλλοδαπούς κατασκευαστές ( με εξαίρεση πάντως τους γερμανούς κατασκευαστές ) παρά για τους γάλλους κατασκευαστές. Εξάλλου, το γερμανικό σύστημα συνεπάγεται στην πράξη παρόμοιο κόστος. Επιπλέον, το κόστος του προηγούμενου ελέγχου αντισταθμίζεται από το πλεονέκτημα της σχεδόν απόλυτής εγγυήσεως της καταλληλότητας των οικείων μηχανημάτων.
Όσον αφορά τον ισχνριαμύ ε) (παράγοντες που μπορούν να παρατείνουν τις προθεσμίες ελέγχου και να αυξήσουν το κόστος ), η γαλλική κυβέρνηση με το υπόμνημα αντικρούσεως παρατηρεί τα εξής.
Δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης να αποφασίζει ως προς την πληρότητα ή μη του φακέλου δεδομένου ότι τα στοιχεία που περιέχονται σ' αυτόν ρυθμίζεται με υπουργικό διάταγμα (της 30ής Οκτωβρίου 1981 για τις θεωρήσεις και της 12ης Μαρτίου 1982 για τις εγκρίσεις). Η άδεια διαθέσεως στην αγορά ( που εκδίδεται με έγκριση ή θεώρηση) ισχύει για έναν καθορισμένο τύπο μηχανήματος, δηλαδή για όλη τη σειρά που έχει το ίδιο πρότυπο.
Αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, οι αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου συγκεντρώνουν πράγματι ορισμένες κατηγορίες μηχανημάτων του ίδιου τύπου σε ορισμένες « οικογένειες ». Όμως, μια τέτοια συγκέντρωση είναι αδύνατη για τα μηχανήματα των οποίων οι διαστάσεις και τα συστήματα ασφαλείας είναι διαφορετικά.
Τέλος, τα σύνθετα μηχανήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απλή συναρμολόγηση επί μέρους μηχανημάτων. Εμφανίζουν ειδικούς κινδύνους και ορισμένα στοιχεία ασφαλείας πρέπει να εξετάζονται ως σύνολο. Στις περιπτώσεις αυτές, ο κατασκευαστής έχει συμφέρον να υποβάλει σε έλεγχο τον πληρέστερο συνδυασμό μηχανημάτων.
Εν συμπεράσματι, η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απαίτηση προηγούμενου ελέγχου των μηχανημάτων κατεργασίας ξύλου δικαιολογείται λόγω του επικίνδυνου χαρακτήρα των μηχανημάτων αυτών, ότι τα θεσπισθέντα μέτρα είναι πρόσφορα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα που προκύπτουν από αυτά δεν υπερβαίνουν ό,τι είναι αναγκαίο για να εξασφαλίζεται η ασφάλεια αυτών που χρησιμοποιούν τα μηχανήματα, τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο στα εθνικά όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα και ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει, επομένως, να απορριφθεί, η δε Επιτροπή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
1.5. Ε μεταγενέστερη ε§έλιξη της διαδικασίας
Για λόγους που δεν έχουν πλήρως διασαφηνιστεί κατά τη διαδικασία, το υπόμνημα αντικρούσεως της γαλλικής κυβερνήσεως περιήλθε πολύ αργά στον εκπρόσωπο της Επιτροπής ώστε να μπορεί ακόμη να καταθέσει την απάντηση. Επομένως, δεν υπήρξε ανταπάντηση. Αντίθετα οι γραπτές απαντήσεις των διαδίκων σε ορισμένες ερωτήσεις του Δικαστηρίου παρέχουν ακόμη ορισμένες χρήσιμες διευκρινίσεις ως προς το αποτέλεσμα των γαλλικών μέτρων και της κανονιστικής ρυθμίσεως που υπάρχει στα άλλα κράτη μέλη και το αποτέλεσμα των εξόδων ελέγχου στα διάφορα κράτη μέλη. Θα επανέλθω λεπτομερέστερα εφόσον χρειάζεται, επί των διαφόρων αυτών σημείων, κατά την εκτίμηση της υπόθεσης.
Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή δέχτηκε ότι το ουσιώδες στην παρούσα υπόθεση έγκειται στην προαναφερθείσα αρχή της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δηλαδή ότι οι στόχοι ασφαλείας πρέπει να ενσωματώνονται στο σχέδιο των οικείων μηχανημάτων. Αντίθετα από ορισμένα άλλα κράτη, ο γάλλος νομοθέτης εκκινεί από την ιδέα ότι ο εργαζόμενος πρέπει να προστατεύεται έναντι του ίδιου του εαυτού του και ότι η παρεχόμενη από το μηχάνημα ασφάλεια πρέπει επομένως να έχει, κατά το μέτρο του δυνατού, αυτόματο χαρακτήρα. 'Αλλα κράτη μέλη, κυρίως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκκινούν από την αρχή ότι πρέπει να παρέχεται στον εργαζόμενο πλήρης και συνεχής επαγγελματική κατάρτιση όσον αφορά τη χρήση των μηχανημάτων, ώστε να μπορεί επίσης να ενεργεί σωστά αν προκληθεί βλάβη, πάντοτε πιθανή, στην ορθή λειτουργία του μηχανήματος. Το νομικό ζήτημα που συνήγαγε η Επιτροπή από αυτή την κατάσταση πραγμάτων ήταν αν δεν έπρεπε να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη της Κοινότητας να μεταβάλουν την κανονιστική τους ρύθμιση ή την εφαρμογή της στα εισαγόμενα προϊόντα, ώστε οι αρχές που επικρατούν στα άλλα κράτη μέλη να λαμβάνονται υπόψη όταν αποδεικνύεται στατιστικά ότι η κανονιστική ρύθμιση, βασιζόμενη επί των διαφορετικών αρχών, δεν συνεπάγεται υψηλότερο αριθμό ατυχημάτων.
Εξάλλου, σημαντικό τμήμα των καταγγελιών που περιήλθαν στην Επιτροπή αφορούσαν ειδικότερα το υψηλό κόστος που προκύπτει από τη νέα διαδικασία ελέγχου των ίδιων των μηχανημάτων.
Από τις απαντήσεις της γαλλικής κυβερνήσεως στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι επί τριών τύπων συστημάτων προστασίας ορισμένων μηχανημάτων που επιτρέπονται στα άλλα κράτη μέλη, ένα μόνο γίνεται δεκτό στη Γαλλία. Εξάλλου, με το υπόμνημα της αντικρούσεως, η γαλλική κυβέρνηση παρέθεσε ελλιπώς την απόφαση στην υπόθεση De Peijper.
Η Επιτροπή δέχτηκε με ικανοποίηση το ότι, όπως προκύπτει από την απάντηση της γαλλικής κυβερνήσεως στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, οι γαλλικές υπηρεσίες πράγματι λαμβάνουν επίσης υπόψη τις θεωρήσεις ή εγκρίσεις που χορηγούν οι αρχές άλλων κρατών μελών. Δυνάμει των άρθρων R 233-54 και R 233-57 του code du travail, το γεγονός αυτό θα μπορούσε ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις να καταλήξει στο να γίνονται δεκτά στην γαλλική αγορά προϊόντα χωρίς να συγκεντρώνουν όλες τις επιβαλλόμενες τεχνικές προϋποθέσεις.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε, η γαλλική κυβέρνηση επιβεβαίωσε ρητά την προνομιούχο θέση των πλήρως αυτομάτων μηχανημάτων κατά το μέτρο που ισχυρίζεται ότι τα μηχανήματα αυτά δεν υπόκεινται σε προηγούμενο έλεγχο. Κατά την Επιτροπή, το κόστος ελέγχου είναι πάρα πολύ υψηλό ειδικότερα για τους αλλοδαπούς κατασκευαστές, όταν το μηχάνημα είναι δύσκολο να μεταφερθεί λόγω του βάρους του και του όγκου του, ώστε ο έλεγχος πρέπει απαραίτητα να γίνει επί τόπου, πράγμα που συνεπάγεται έξοδα μετακινήσεως για τον αρμόδιο για τον έλεγχο μηχανικό. Το κόστος αυτό επιβαρύνει περισσότερο τους αλλοδαπούς κατασκευαστές όχι μόνο επειδή υποβάλλονται σε υψηλότερα έξοδα μετακινήσεως λόγω μεγαλύτερων αποστάσεων, αλλά και επειδή οι γάλλοι κατασκευαστές υπόκεινται πάντοτε στον προηγούμενο έλεγχο, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία πωλήθηκε το μηχάνημα. Δεδομένου ότι οι αλλοδαποί κατασκευαστές δεν υπόκεινται στις διατάξεις περί ελέγχου παρά μόνο για τις σχετικά μικρές πωλήσεις στην γαλλική αγορά, το κόστος των ελέγχων αυτών επιβαρύνει σχετικά περισσότερο τις εν λόγω εξαγωγές. Ούτε με τη γραπτή της απάντηση σε ερώτηση του Δικαστηρίου, ούτε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή παρέσχε συγκριτικούς αριθμούς για το κόστος των ελέγχων στα άλλα τέσσερα κράτη μέλη τα οποία επιβάλλουν το κόστος αυτό στους αιτούντες. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ως προς τις καθυστερήσεις και τις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στοιχεία ικανά να ανασκευάσουν το υπόμνημα αντικρούσεως της γαλλικής κυβερνήσεως επί του ζητήματος αυτού, λόγω ελλείψεως συνεργασίας των καταγγελλόντων.
Για τους λόγους που θα διευκρινίσω κατά την εκτίμηση της παρούσας υπόθεσης, θα αποφύγω να συνοψίσω τις συζητήσεις που έγιναν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση όσον αφορά τις νέες τεχνικές επόψεις της υπόθεσης και οι οποίες συμπληρώθηκαν ακόμη μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση με τις σχετικές γραπτές παρατηρήσεις της γαλλικής κυβερνήσεως σε έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1985.
Όσον αφορά τη διακριτική ευχέρεια της γαλλικής διοικήσεως, για την οποία η Επιτροπή παρέσχε διευκρινίσεις, να εκτιμήσει την πληρότητα του φακέλου, η γαλλική κυβέρνηση παρατήρησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, από τις διατάξεις του επίδικου διατάγματος, προκύπτει ότι είναι κυρίως προς το συμφέρον του αιτούντος να καλείται να παράσχει περισσότερα από τα επιβαλλόμενα ελάχιστα στοιχεία. Πάντως, δέχτηκε ότι οι υπηρεσίες ελέγχου μπορούσαν επίσης να επωφεληθούν από τη δυνατότητα αυτή για να καλέσουν τον αιτούντα να παράσχει συμπληρωματικά στοιχεία.
2. Εκτίμηση της υπόθεσης
2.1. Παρατηρήσείς επί της διαδικασίας
Κατά την άποψη μου, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ικανοποιητικά την παρούσα υπόθεση, που είναι τεχνικά πολυπλοκότατη, βαρύνει ουσιαστικά τη γαλλική κυβέρνηση. Καίτοι η τελευταία δεν μπορούσε να αγνοεί και, εξάλλου, δέχτηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικατηρίου, ότι η νέα κανονιστική ρύθμιση επέβαλε διοικητικές και οικονομικές επιβαρύνσεις σαφώς υψηλότερες για τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς και, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της υπόθεσης, δεν συνεργάστηκε ικανοποιητικά κατά τις συνήθεις προ της ασκήσεως της προσφυγής φάσεις της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 169, για να δημιουργήσει, κατά τις φάσεις αυτές, τις προϋποθέσεις διαλόγου με την Επιτροπή και, αν ήταν δυνατό, εξωδίκου διακανονισμού της διαφοράς. Η έλλειψη αυτή συνεργασίας εκ μέρους κράτους μέλους μου φαίνεται αντίθετη προς την οικονομία του άρθρου 169. Εξάλλου, είναι προφανές ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή οφείλει, από το γεγονός αυτό, να περατώσει τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων στο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, δεσμεύει επίσης πολύ το Δικαστήριο. Κατά την άποψη μου η έλλειψη αυτή συνεργασίας πρέπει, επομένως, να ληφθεί υπόψη κατά τη ρύθμιση των δικαστικών εξόδων.
Είναι ακόμη πιθανόν ότι, αν το είχε ζητήσει η Επιτροπή, θα κατέληγα στο ότι, χωρίς διαβούλευση με την Επιτροπή πριν από τη θέσπιση της περισσότερο περιοριστικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η γαλλική κυβέρνηση παρέβη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, εξεταζόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 32 της εν λόγω Συνθήκης, τη σύσταση 65/428/ΕΟΚ της Επιτροπής της 20ής Σεπτεμβρίου 1965 (PB 160 της 20.9.1965, σ. 2611) και τη συμφωνία των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, που συνήλθαν στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969 ( PB 1969, C 76, σ. 9), με την οποία οι εκπρόσωποι ανέλαβαν ήδη σημαντικές υποχρεώσεις διαβουλεύσεως και διατηρήσεως του status quo, και αυτό όσον αφορά τις προδιαγραφές για τις οποίες μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 36. Η οδηγία της 28ης Μαρτίου 1983 ( ΕΕ 1983, L 108 ), η οποία έχει το ίδιο αντικείμενο, προφανώς δεν ενδιαφέρει ακόμη την παρούσα υπόθεση, μπορεί όμως να προλάβει στο μέλλον παρόμοιες διαδικασίες.
2.2. Εκτίμηση της προσφυγής επί της ουσίας
Η εφαρμογή του άρθρου 30 δεν αμφισβητείται εν προκειμένω. Η συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ορθώς περιορίστηκε επομένως στην εκτίμηση της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως ενόψει του άρθρου 36 της Συνθήκης. Σχετικά, η Επιτροπή ορθώς ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η απόφαση στην υπόθεση De Peijper, της οποίας η γαλλική κυβέρνηση επικαλείται τη δέκατη πέμπτη σκέψη προς στήριξη της άποψης της, αναφέρει επίσης με τη σκέψη 17 ότι «η εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική δεν εμπίπτει επομένως στην παρέκκλιση του άρθρου 36 όταν η υγεία και η ζωή των προσώπων μπορούν να προστατευτούν εξίσου αποτελεσματικά με μέτρα λιγότερο περιοριστικά των ενδοκοινοτικών ανταλλαγών ». Δεν νομίζω ότι θα ήταν αδύνατο για τις γαλλικές αρχές, κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή και τις αρχές άλλων κρατών μελών, και εμμένοντας ακόμη στις βασικές τους αντιλήψεις, να εξεύρουν λύσεις εν μέρει διαφορετικές, οι οποίες θα ελάμβαναν περισσότερο υπόψη τις ειδικές δυσκολίες των εισαγωγέων άλλων κρατών μελών. Τόσο το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και η προαναφερθείσα σύσταση της Επιτροπής του 1965, η προαναφερθείσα απόφαση των εκπροσώπων των κρατών μελών της 28ης Μαΐου 1969 και η προαναφερθείσα οδηγία του 1983 βασίζονται προφανώς στην αρχή ότι η ορθή διαδικασία διαβουλεύσεως έχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
Πάντως, θεωρώ ότι ο πρώτος ισχυρισμός της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορεί λογικά να αξιώνεται από κράτος μέλος το οποίο εκκινεί από την αρχή ότι οι εργαζόμενοι πρέπει επίσης να προστατεύονται έναντι της δικής τους αμέλειας, να δέχεται επίσης στην εθνική του αγορά επικίνδυνα μηχανήματα που κατασκευάζονται σύμφωνα με την κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, το οποίο εκκινεί από την αρχή ότι ο εργαζόμενος έχει επαρκή επαγγελματική κατάρτιση ώστε να είναι προσεκτικός στους κινδύνους τέτοιων μηχανημάτων. Δεν είναι επίσης δυνατό να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα από τις στατιστικές επί των ατυχημάτων από τις οποίες προκύπτει, για παράδειγμα, ότι τα ατυχήματα δεν είναι περισσότερα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία από ό,τι στη Γαλλία. Τέτοιες στατιστικές δεν μπορούν κυρίως να καταστήσουν αποδεκτή την ιδέα ότι η εφαρμογή της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως ( η οποία εκκινεί από την αρχή ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν σωστή κατάρτιση ) στη Γαλλία (η οποία ακριβώς εκκινεί από άλλη αρχή ) μπορούσε να έχει τα ίδια ευνοϊκά αποτελέσματα. Αν η εφαρμογή της βασικής αρχής κατέληγε σε ευνοϊκότερα αποτελέσματα, αυτό μπορούσε το πολύ να οδηγήσει τον κοινοτικό νομοθέτη να προβλέψει τη θέσπιση ( μετά από λογική μεταβατική περίοδο) της γερμανικής βασικής αρχής στο σύνολο της Κοινότητας.
Κατά την άποψη μου, ο δεύτερος ισχυρισμός της Επιτροπής πρέπει επίσης να απορριφθεί, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει με συγκεκριμένα παραδείγματα ότι οι αμφισβητούμενες προθεσμίες είχαν ως συνέπεια κάτι άλλο εκτός των προσωρινών προβλημάτων — τα οποία είναι αναπόφευκτα στην πράξη.
Θεωρώ ότι ο τρίτος ισχυρισμός της Επιτροπής, την ακρίβεια του οποίου αμφισβήτησε εξάλλου η γαλλική κυβέρνηση, βασίζεται τόσο πολύ στην αρχή στην οποία στηρίζεται ο πρώτος ισχυρισμός, τον οποίο θεώρησα ήδη ως μη αποφασιστικό, ώστε, βάσει των όσων έγιναν γνωστά για την τεχνική αξία της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Ο τέταρτος ισχυρισμός της Επιτροπής δεν θεμελιώθηκε σε αριθμητικά δεδομένα σχετικά με το κόστος ελέγχου σε παρόμοιες περιπτώσεις στα άλλα κράτη μέλη. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και εφόσον η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι τα έξοδα (τα οποία επιβάλλονται επίσης στους γάλλους κατασκευαστές) υπερβαίνουν ό,τι είναι αναγκαίο για την κάλυψη του κόστους, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί. Κατά την άποψη μου, μόνο ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να ρυθμίσει κατά τρόπο ικανοποιητικό το πρόβλημα των περιοριστικών αποτελεσμάτων επί των συναλλαγών, το οποίο αναμφισβήτητα συνδέεται με την επιβάρυνση αυτή του κόστους, για τους απομακρυσμένους κατασκευαστές μηχανημάτων τα οποία για πρακτικούς λόγους μπορούν να εξεταστούν μόνο στον τόπο κατασκευής. Σχετικά, θα μπορούσε επίσης να προβλεφθεί η επαναφορά της κανονιστικής ρύθμισης που εφαρμόζεται στα γεωργικά προϊόντα και που επιτρέπει διενέργεια του ελέγχου στη χώρα εξαγωγής βάσει κριτηρίων που εφαρμόζονται στη χώρα εισαγωγής. Δεν κατόρθωσα να ανεύρω κανένα έρεισμα στη Νομολογία του Δικαστηρίου για μια διαφορετική άποψη και, επ' αυτού, αναφέρομαι κυρίως στη δέκατη όγδοη σκέψη της προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση De Peijper. 'Οπως και η γαλλική επαγγελματική οργάνωση που ανέφερε η Επιτροπή, θεωρώ ότι είναι καθαυτό αντίθετο προς τους σκοπούς μιας κοινής αγοράς το να ρυθμίζεται το κόστος κατά τέτοιο τρόπο ώστε στην κοινή αγορά των δέκα και προσεχώς δώδεκα κρατών μελών, το κόστος αυτό μπορεί να πολλαπλασιαστεί επί δέκα ή δώδεκα από τους κατασκευαστές που επιθυμούν να πωλούν σε όλη την κοινή αγορά. Κατά τη γνώμη μου όμως, και όπως έχω ήδη παρατηρήσει, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει μόνο μερική λύση στο πρόβλημα αυτό, και τούτο βάσει συγκριτικών στοιχείων που προέρχονται από όλα τα κράτη μέλη, τα οποία στοιχεία δεν έχουν προσκομιστεί εν προκειμένω.
Θεωρώ ότι ο πέμπτος ισχυρισμός της Επιτροπής συνδέεται και πάλι τόσο πολύ με την αρχή στην οποία στηρίζεται ο πρώτος της ισχυρισμός, τον οποίο θεώρησα ως μη αποφασιστικό, ώστε και αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Οι διαπιστώσεις αυτές δεν αποκλείουν προφανώς ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις το Δικαστήριο θα μπορούσε σε διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως να διαπιστώσει παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
2.3. Η ρνθμιοη των δικαστικών εξόδων
Καίτοι, βάσει της εκτίμησης των ισχυρισμών που επικαλέστηκε η Επιτροπή, οφείλω να καταλήξω στην απόρριψη της προσφυγής, θεωρώ ότι η Γαλλία θα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας. Με την έλλειψη συνεργασίας της κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση της διαδικασίας, η γαλλική κυβέρνηση εμπόδισε ασφαλώς τον εξώδικο διακανονισμό της διαφοράς και, ως εκ τούτου, εξέθεσε την Επιτροπή σε περιττά έξοδα. Η αμέλεια αυτή της γαλλικής κυβερνήσεως μου φαίνεται ακόμη περισσότερο σοβαρή διότι, λόγω της τεχνικής πολυπλοκότητας της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως, ήταν ευκολότερο για τους εμπειρογνώμονες, παρά για το Δικαστήριο, να εξετάσουν από κοινού σε πρώτη φάση την αισθητή ενίσχυση των περιορισμών στις εμπορικές συναλλαγές, που προέκυπταν αναμφισβήτητα από την εν λόγω νέα κανονιστική ρύθμιση και αν ήταν δυνατό να τη μειώσουν.
3. Συμπέρασμα
Συμπεραίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο:
3.1.
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
3.2.
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy