ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 13ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι προσφεύγοντες, υπάλληλοι όλοι της Επιτροπής, φρονούν ότι η κατάταξη της θέσης τους στην κατηγορία D δεν αντιστοιχεί στα έργα που πράγματι επιτελούν, τα οποία εμπίπτουν στην κατηγορία C, σύμφωνα με τον « πίνακα περιγραφής των πρότυπων θέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως », πίνακα ο οποίος δημοσιεύτηκε στο δελτίο αριθ. 373 των « Διοικητικών Πληροφοριών » της Επιτροπής της 9ης Ιουλίου 1982.
Απευθύνθηκαν, κατά συνέπεια, στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, για να της ζητήσουν
« να προβεί, ως προς αυτούς, στην ανακατάταξη (... ) της θέσης την οποία κατέχουν στην Επιτροπή »,
προσθέτοντας ότι
«η πράξη διορισμού, με την οποία κατατάχτηκαν στην κατηγορία D, αντιβαίνει στον πίνακα περιγραφής των πρότυπων θέσεων της Επιτροπής »
της 9ης Ιουλίου 1982, που ήταν δεσμευτικός γι' αυτή.
Ενώ οι θέσεις της κατηγορίας D περιλαμβάνουν, κατά τον πίνακα αυτό,
« χειρωνακτικές εργασίες ή υπηρεσίες που απαιτούν γνώσεις στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, που συμπληρώνονται ενδεχομένως από τεχνικές γνώσεις »,
αυτοί στην πραγματικότητα ασκούν έργα
« τεχνικού χαρακτήρα ( που απαιτούν ) επαγγελματική κατάρτιση και επαγγελματικά προσόντα που πιστοποιούνται καταρχήν από πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας ή που έχουν κτηθεί με την πρακτική άσκηση της τέχνης ».
Σύμφωνα με αυτή την περιγραφή, τα καθήκοντα αυτά εμπίπτουν, κατά τον προαναφερθέντα πίνακα, στην κατηγορία C
Μετά την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, με την οποία απορρίφθηκε ρητά η αξίωση αυτή, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν « διοικητική ένσταση », με την οποία εκθέτουν τόσο το αίτημά τους — για την ανακατάταξη τους στην κατηγορία C — όσο και τη βάση του, δηλαδή τη διάσταση μεταξύ της πράξης διορισμού, με την οποία κατατάχτηκαν ως D, και του πίνακα της 9ης Ιουλίου 1982, για να καταλήξουν ότι
« πρέπει, κατά συνέπεια, να καταταγούν στην κατηγορία C και όχι στην κατηγορία D ».
Η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια σ' αυτή τη « διοικητική ένσταση ». Επικαλούμενοι τις διατάξεις του άρθρου 91, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, οι προσφεύγοντες άσκησαν, κατά συνέπεια, ενώπιόν σας, την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο
—
να ακυρώσει τη ρητή απορριπτική απόφαση επί της « αιτήσεως » τους, καθώς και τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση της « διοικητικής τους ένστασης »
—
«να αποφανθεί» ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, « να τοποθετεί έναν υπάλληλο σε θέση που πράγματι αντιστοιχεί, στο σύνολό της, σε θέση της κατηγορίας του (ή του κλάδου του) που αντιστοιχεί στο βαθμό του, όπως ορίζεται στις « Διοικητικές Πληροφορίες» αριθ. 373 της 9ης Ιουλίου 1982»
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2.
Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση της ένστασης απαραδέκτου, την οποία υπέβαλε ως μέσο άμυνας η Επιτροπή, πρέπει να οριστεί επακριβώς το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής. Η ανάγκη της προκαταρκτικής αυτής εξέτασης υπαγορεύεται από το υπόμνημα απαντήσεως, με το οποίο οι προσφεύγοντες διευκρίνισαν ότι πραγματικός σκοπός της προσφυγής τους ήταν να « αναγνωρίσει » το Δικαστήριο « το δικαίωμα τους να αρνούνται την άσκηση καθηκόντων που δεν αντιστοιχούν στο βαθμό τους, χωρίς να μπορεί να τους επιβληθεί πειθαρχική κύρωση ».
Με άλλα λόγια, το ζήτημα για τους προσφεύγοντες δεν είναι πλέον να αμφισβητήσουν την κατάταξη της θέσης τους στην κατηγορία D, αλλά να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα να αρνούνται την άσκηση καθηκόντων που, κατ' αυτούς, εμπίπτουν στην κατηγορία C.
Χωρίς να εισέλθουμε στην ουσία του ισχυρισμού αυτού, τον οποίο η Επιτροπή σας ζητεί να απορρίψετε, αρκεί να σημειωθεί ότι μεταβάλλει το αρχικό αντικείμενο του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ή, τουλάχιστον, προστίθεται σ' αυτό, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κανένα νέο πραγματικό ή νομικό στοιχείο που να δικαιολογεί μια τέτοια τροποποίηση, η οποία δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις τόσο του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του κανονισμού διαδικασίας, όσο και του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Σχετικώς, όπως άλλωστε τόνισε προσφάτως το Δικαστήριο, το άρθρο 91, που έχει ως σκοπό να ευνοεί τη φιλική διευθέτηση των διαφορών, επιβάλλει, για το λόγο αυτό, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή «να είναι σε θέση να γνωρίζει τα παράπονα ή τα αιτήματα του ενδιαφερομένου ». Επομένως, συνήγαγε το Δικαστήριο, το άρθρο αυτό
« δεν έχει ως σκοπό να δεσμεύει, αυστηρά και οριστικά, το στάδιο της ενδεχόμενης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον τα αιτήματα που προβάλλονται κατά το οτάδιο αυτό δεν μεταβάλλουν ούτε την υπόθεση ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ένστασης» (υπόθεση 173/84, Rasmussen, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 197, σκέψη 12· η υπογράμμιση δική μου).
Το νέο αίτημα που υποβλήθηκε με την απάντηση πρέπει, επομένως, να κριθεί απαράδεκτο, εφόσον αντικείμενο της διαφοράς ήταν από την αρχή, όπως μαρτυρεί η διατύπωση της « αίτησης » και της « διοικητικής ένστασης », η ανακατάταξη στην ανώτερη κατηγορία των θέσεων που κατέχουν οι προσφεύγοντες.
3.
Η Επιτροπή, προβάλλοντας ένσταση παραγραφής, αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής υπό τη νέα της διατύπωση.
Προς στήριξη της ένστασης αυτής, παρατηρεί ότι, αφού έχει ως αντικείμενο την ανακατάταξη τους, η προσφυγή των προσφευγόντων στρέφεται κατ' ανάγκη κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως, εκείνης συγκεκριμένα που προκύπτει από το διορισμό τους. Εφόσον κάθε άλλο παρά αποσκοπούσε — σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — στο να προκαλέσει την έκδοση αποφάσεως εκ μέρους της, πραγματικός σκοπός της « αίτησής » τους ήταν η αμφισβήτηση προηγούμενης αποφάσεως' πρέπει επομένως η « αίτηση » να θεωρηθεί ως διοικητική ένσταση. Καμία όμως από τις διοικητικές αυτές ενστάσεις που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν υποβλήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας, που προβλέπεται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, από το χρόνο του διορισμού τους ως δοκίμων υπαλλήλων.
Εξάλλου, ούτε η δημοσίευση στις 9 Ιουλίου 1982 του προαναφερθέντος πίνακα των προτύπων θέσεων ούτε η προαγωγή ορισμένων από τους προσφεύγοντες στον ανώτερο βαθμό, η οποία μεσολάβησε αργότερα, συνιστούν στοιχεία ικανά να προκαλέσουν νέα έναρξη των προθεσμιών που ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την άσκηση προσφυγής, εφόσον η μεν προαγωγή επιβεβαίωσε απλώς την κατάταξη των ενδιαφερομένων προσφευγόντων στην κατηγορία D, η δε δημοσίευση του πίνακα αποσαφήνισε απλώς τη φύση των καθηκόντων που ανέκαθεν εκτελούσαν. Εν πάση περιπτώσει, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη.
Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η προσφυγή τους είναι παραδεκτή ως προς δέκα απ' αυτούς, εφόσον υπέβαλαν την « αίτηση » τους εντός των τριών μηνών που ακολουθούν τη μονιμοποίηση τους. Όσο για τους λοιπούς, ενήργησαν εντός ευλόγου προθεσμίας, αν ληφθεί υπόψη η περίοδος ενημερώσεως που τους ήταν αναγκαία για να τους δοθεί η δυνατότητα να διαπιστώσουν τη φερόμενη έλλειψη αντιστοιχίας. Η στοιχειώδης εκπαίδευση, άλλωστε, των προσφευγόντων εξηγεί την πολύμηνη καθυστέρηση που μεσολάβησε για μερικούς μέχρι να ασκήσουν την προσφυγή τους.
4.
Η ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε η Επιτροπή πρέπει, κατά την άποψη μου, να γίνει δεκτή.
Όπως σημείωσα ήδη, οι « αιτήσεις » που απηύθυναν οι προσφεύγοντες έχουν ρητώς ως αντικείμενό τους την ανακατάταξη της θέσης τους στην κατηγορία C Αμφισβητούν σαφώς την αρχική τους κατάταξη στην κατηγορία D, όπως αυτή προκύπτει από την πράξη διορισμού. Αυτή η τελευταία πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως η βλαπτική για τους προσφεύγοντες πράξη, που αποτελεί χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, υπό τις ακόλουθες επιφυλάξεις, που κατά την άποψη μου δεν επηρεάζουν την υπό κρίση διαφορά.
Πράγματι, η προύπαρξη βλαπτικής πράξεως δεν αρκεί, από μόνη της, για να μπορέσει να χαρακτηρίσει το διοικητικό μέσο προστασίας ως διοικητική ένσταση μάλλον και όχι ως αίτηση. Η αντίληψη, όμως, του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό είναι αυστηρή. Κατά πάγια νομολογία, βέβαια, το Δικαστήριο ναι μεν δέχεται ότι ο υπάλληλος έχει την ευχέρεια να ζητήσει από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λάβει απόφαση περί αυτού, όχι όμως και ότι του επιτρέπεται
« να αγνοήσει τις προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής, αμφισβητώντας εμμέσως με αίτηση του προγενέστερη απόφαση, η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί εμπροθέσμως ».
Πράγματι,
« μόνο η ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών ( θα μπορούσε ) να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως που αποσκοπεί στην επανεξέταση μιας τέτοιας αποφάσεως» (υπόθεση 231/84, Valentini, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 3027, σκέψη 14).
Όταν, όμως, ένας υπάλληλος των Κοινοτήτων θέτει ζήτημα της αρχής της αντιστοιχίας, η οποία τίθεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μεταξύ της εργασίας την οποία παρέχει και του βαθμού που του δόθηκε, μπορεί λυσιτελώς να ισχυριστεί ότι διάσταση ανέκυψε μετά την έκδοση της απόφασης που τον αφορά.'Ετσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι « θεμιτό » ένας υπάλληλος, λόγω, παραδείγματος χάρη, εξελίξεως των καθηκόντων του που είναι αποτέλεσμα υπηρεσιακής αναδιαρθρώσεως, να ζητήσει από το όργανο
« νέα εξέταση της διοικητικής του θέσης συναρτήσει των μεταβολών που επήλθαν στη διάρθρωση της υπηρεσίας στην οποία ανήκε » (υπόθεση 28/72, Tontodonati, Rec. 1973, σ. 779, σκέψη 4 ).
Ομοίως, η εμφάνιση, μετά την έκδοση της αρχικής απόφασης, νέων κριτηρίων κατατάξεως, τα οποία διατυπώνει το όργανο, μπορεί να συνιστά νέο πραγματικό περιστατικό που να δικαιολογεί μια τέτοια επανεξέταση. Σχετικώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι μεν καταρχήν
« απαράδεκτο ένας υπάλληλος να επανέρχεται στους όρους της αρχικής του πρόσληψης μετά την οριστικοποίηση της »,
μπορεί όμως ο υπάλληλος να επικαλεστεί την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, με την οποία μεταβάλλονται τα κριτήρια κατατάξεως που ίσχυαν κατά το χρόνο της πρόσληψης και της οποίας έλαβε γνώση αρκετό χρόνο μετά το διορισμό του, για να υποβάλει αίτηση περί αναθεωρήσεως της κατάταξης του (υπόθεση 190/82, Blomefield, Συλλογή 1983, σ. 3981, σκέψη 10).
Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η ύπαρξη νέον πραγμανικού περιστατικού είναι εκείνη που επιτρέπει την υποβολή αιτήσεως περί επανεξετάσεως προγενέστερης αποφάσεως.
Η αναζήτηση ενός τέτοιου περιστατικού στην υπό κρίση υπόθεση θα ήταν μάταιη. Το Δικαστήριο φρόντισε να βεβαιωθεί περί τούτου, οι δε προσφεύγοντες, απαντώντας σε μία από τις ερωτήσεις που τους έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αναγνώρισαν ότι τα καθήκοντά τους είχαν παραμείνει τα ίδια από το χρόνο της πρόσληψης τους. Όσο για τον πίνακα της 9ης Ιουλίου 1982 που περιέγραφε τις πρότυπες θέσεις, δεν μπορεί να αποτελέσει νέο πραγματικό περιστατικό, τέτοιο που να δικαιολογεί την υποβολή αιτήσεως. Οι προσφεύγοντες, βεβαίως, επικαλέστηκαν το έγγραφο αυτό για να τονίσουν τη διάσταση που υφίσταται μεταξύ της κατατάξεώς τους σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και των πραγματικών τους καθηκόντων. Αυτός ο πίνακας, ωστόσο, που αποτελεί ενημέρωση του πίνακα, τον οποίο είχε καταρτίσει προηγουμένως η Επιτροπή, ενσωματώνει τις τροποποιήσεις που μεσολάβησαν κατά τη διάρκεια του έτους 1981 για τις κατηγορίες Α και Β, καθώς και για ορισμένες θέσεις « που σχετίζονται με τον τομέα της πληροφορικής » της κατηγορίας C Πρέπει να διαπιστωθεί ότι καμιά από τις τροποποιήσεις αυτές δεν αφορά την περιγραφή των θέσεων των προσφευγόντων, όπως αυτή προκύπτει, χωρίς καμιά διαφορά, από τον πίνακα που δημοσιεύτηκε στο δελτίο αριθ. 272 των «Διοικητικών Πληροφοριών» της 4ης Σεπτεμβρίου 1973.
Επομένως, νομίζω ότι οι αιτήσεις τις οποίες υπέβαλαν οι προσφεύγοντες πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 90, να χαρακτηριστούν ως διοικητικές ενστάσεις. Η δε διοικητική ένσταση πρέπει, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, να απευθύνεται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εντός τριών μηνών από το χρόνο της κοινοποίησης της βλαπτικής πράξης στον αποδέκτη της. Για το σκοπό αυτό δεν μπορεί κανείς, όπως έπραξαν οι προσφεύγοντες, να επιλέξει ως χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας υποβολής την απόφαση, με την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μονιμοποίησε τον καθένα απ' αυτούς. Όπως ήδη τόνισα, από την ίδια τη διατύπωση των αιτήσεων προκύπτει ότι αμφισβητείται η κατάταξη, η οποία προκύπτει από την πράξη διορισμού. Εξάλλου, η απόφαση περί μονιμοποιήσεως επιβεβαιώνει απλώς την αρχική κατάταξη των προσφευγόντων στην κατηγορία D, το δε Δικαστήριο κατά πάγια νομολογία θεωρεί ότι μια επιβεβαιωτική πράξη δεν μπορεί να είναι βλαπτική ούτε, κατά συνέπεια, να γεννά εκ νέου δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, αν αυτό έχει αποσβεσθεί.
Εφόσον βλαπτική πράξη είναι η πράξη διορισμού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κανείς από τους είκοσι οκτώ προσφεύγοντες δεν υπέβαλε τη διοικητική του ένσταση εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Πράγματι, στην καλύτερη περίπτωση, από την εξέταση της δικογραφίας προκύπτει ότι ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της ημερομηνίας εκδόσεως της απόφασης διορισμού και της ημερομηνίας υποβολής της διοικητικής ενστάσεως υπερβαίνει τους επτά μήνες.
Και αν ακόμη υποτεθεί ότι η αξίωση ασκήσεως των διοικητικών αυτών ενστάσεων δεν είχε παραγραφεί, και πάλι η προσφυγή θα έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη ως ασκηθείσα εκπροθέσμως. Πράγματι, η προσφυγή, που φέρει ημερομηνία 18 Ιουλίου 1984, ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας από τη ρητή απάντηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, η οποία στην καλύτερη περίπτωση είχε δοθεί στις 11 Ιανουαρίου 1984. Οι « διοικητικές ενστάσεις » που έφεραν, κατά περίπτωση, ημερομηνίες μεταξύ 19 Δεκεμβρίου 1983 και 18 Ιανουαρίου 1984, όπως άλλωστε και οι σιωπηρές απορριπτικές αποφάσεις, που, κατά τους προσφεύγοντες, εκδόθηκαν επ' αυτών, δεν μπορούν να προκαλέσουν νέα έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, όταν στηρίζονται στο σφάλμα νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο αρχικά διέπραξαν οι προσφεύγοντες και του οποίου η ευθύνη δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή.
Πρέπει δηλαδή τελικά να γίνει δεκτό ότι, με τις διοικητικές ενστάσεις που απηύθυναν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, οι προσφεύγοντες αμφισβητούν απλώς εκ των υστέρων μια διοικητική απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη. Οι προθεσμίες όμως που προβλέπονται από τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
« είναι δημοσίας τάξεως και δεν τελούν στη διάθεση των διαδίκων και του δικαστή, δεδομένου ότι έχουν θεσπιστεί για να εξασφαλίσουν τη σαφήνεια και την ασφάλεια των εννόμων καταστάσεων » ( υπόθεση 227/84, Μούση, Συλλογή 1984, σ. 3133, σκέψη 12).
Για τους λόγους αυτούς, πρέπει η υπό κρίση προσφυγή να κριθεί απαράδεκτη.
5.
Όλως επικουρικώς, επομένως, θα εξετάσω την προσφυγή επί της ουσίας.
Υπενθυμίζω ότι οι υπό κρίση προσφυγές δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο την τοποθέτηση των ενδιαφερομένων σε νέα καθήκοντα που να αντιστοιχούν, κατά την άποψη τους, ακριβέστερα προς την παρούσα κατάταξη τους σε κατηγορία. Με τις προσφυγές ζητείται η ανακατάταξη τους σε ανώτερη κατηγορία, για το λόγο ότι αυτή αντιστοιχεί στα καθήκοντα που πράγματι ασκούν.
Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Mayras στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Van Reenen,
«η περίσταση ότι ένας υπάλληλος βρίσκεται στην περίπτωση να αναλάβει, έστω και για παρατεταμένη χρονική διάρκεια, καθήκοντα που εμπίπτουν σε θέση ανώτερης κατηγορίας δεν του επάγει, δίχως όρους, κανένα δικαίωμα να αξιώσει το διορισμό του στην κατηγορία αυτή »,
εφόσον το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
« εξαρτά (... ) ρητά την πρόσβαση σε ανώτερη κατηγορία από διαγωνισμό » ( υπόθεση 189/73, Van Reenen, Συλλογή 1975, σ. 445, προτάσεις, σ. 459 ).
Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει παγίως κρίνει ότι
« μολονότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεν μπορεί να κληθεί ένας υπάλληλος να εκπληρώσει καθήκοντα επιπέδου ανώτερου από το βαθμό του, πλην της περιπτώσεως της προσωρινής ασκήσεως καθηκόντων, το γεγονός ότι αυτός αποδέχεται να ασκεί τέτοια καθήκοντα συνιστά μεν ένα στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη ενόψει προαγωγής, δεν επάγει όμως στον ενδιαφερόμενο κανένα δικαίωμα ανακατατάξεως» (προαναφερθείσα υπόθεση 189/73, σκέψη 6).
Κατά μείζονα λόγο, η ίδια αρχή πρέπει να ισχύσει σε περίπτωση μεταβολής κατηγορίας. Εξάλλου, ο κανόνας αυτός εκφράζει τη θεμελιώδη ανάγκη διαχωρισμού της δράσης της διοικήσεως από τη δικαιοδοτική λειτουργία. Η ανάγκη αυτή εξαίρεται ήδη στην απόφαση του Δικαστηρίου Morina, με την οποία έγινε δεκτό ότι
«η κρίση περί της σκοπιμότητας ή της αναγκαιότητας διοργανώσεως διαγωνισμού ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής »
και ότι, κατά συνέπεια,
«το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει την προκήρυξη ή την εκ νέου προκήρυξη διαγωνισμού χωρίς να σφετεριστεί τις εξουσίες της διοικήσεως» (υπόθεση 11/65, Morina, Rec. 1965, σ. 1259).
6.
Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη,
—
επικουρικώς, να την κρίνει αβάσιμη,
—
ως προς τα δικαστικά έξοδα, να εφαρμόσει το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy