ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 26ης Σεπτεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Σύμφωνα με την υποχρέωση που ανέλαβε το 1962 στα πλαίσια της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( GATT ), η Κοινότητα ανοίγει ετησίως κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για κατεψυγμένο βόειο κρέας προελεύσεως τρίτων χωρών, η οποία από το 1980 καθορίζεται σε 50000 τόνους. Για το 1983, η ποσόστωση αυτή ανοίχθηκε και κατανεμήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3225/82 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1982 ( ΕΕ L 340, σ. 4 ). Οι εισαγωγές υπόκεινται σε ενιαίο δασμό του κοινού δασμολογίου ύψους 20 ο/ο, αλλά απαλλάοοονναι από την εισφορά που προβλέπεται από την κοινή οργάνωση αγοράς.
Η ανωτέρω δασμολογική ποσόστωση κατανεμήθηκε μεταξύ των κρατών μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού, το τμήμα της ποσοστώσεως που χορηγήθηκε στην Ιταλία για το 1983 υποδιαιρούνταν σε δύο μέρη, το ένα 9658 τόνων και το άλλο 4757 τόνων.
Στα πλαίσια του εν λόγω τμήματος της ποσοστώσεως και βάσει των κριτηρίων που καθόρισε η ιταλική υπουργική απόφαση της 22ας Απριλίου 1983 περί κατανομής της ποσοστώσεως της GATT για το 1983 ( GU αριθ. 111 της 23.4.1983, σ. 3115), δύο ιταλικές επιχειρήσεις εισήγαγαν από την Τσεχοσλοβακία συνολικά 41280 χγρ. αποστεωμένου βοείου κρέατος.
Διαπιστώνοντας ότι το κρέας αυτό προοριζόταν όχι για την κάλυψη των αναγκών της ιταλικής αγοράς αλλά για άμεση εξαγωγή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι ιταλικές τελωνειακές αρχές διέταξαν την κατάσχεση του. Το μέτρο αυτό επικυρώθηκε μεταγενέστερα από τον Procuratore della Repubblica της Βερόνα, ο οποίος έκρινε ότι η μεταβολή του προορισμού στοιχειοθετούσε το αδίκημα της λαθρεμπορίας ( άρθρα 287 και 293 του κωδικοποιημένου κειμένου των τελωνειακών νομοθετικών διατάξεων του διατάγματος αριθ. 43 του Προέδρου της Δημοκρατίας της 23ης Ιανουαρίου 1973). Οι Migliorini και Fischi, εκπρόσωποι της μιας από τις δύο επιχειρήσεις, υπέβαλαν κατά της αποφάσεως αυτής αίτηση αναθεωρήσεως ενώπιον του Tribunale της Βερόνα, το οποίο διέταξε την άρση της κατασχέσεως. Ο Procuratore della Repubblica άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής και διέταξε εκ νέου την κατάσχεση του εμπορεύματος, τη φορά αυτή λόγω απόπειρας διακεκριμένης απάτης εις βάρος της Ιταλίας και της Κοινότητας (άρθρο 640, περίπτωση 1, του ιταλικού ποινικού κώδικα). Επειδή η τελευταία αυτή κατάσχεση δεν ήρθη από το Tribunale της Βερόνα, οι δύο επιχειρήσεις άσκησαν με τη σειρά τους αναίρεση κατά της δεύτερης αποφάσεως.
Το Corte di cassazione διευκρινίζει στη Διάταξη περί παραπομπής ότι η εφαρμογή των ανωτέρω ποινικών διατάξεων, καθώς και η νομιμότητα της υπουργικής αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1983 εξαρτώνται από την ερμηνεία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3225/82.
Πρέπει δηλαδή να καθοριστεί:
—
αν το κριτήριο των « αναγκών των κρατών μελών » ( δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3225/82) αφορά αποκλειστικά τις ανάγκες εσωτερικής καταναλώσεως ή, ευρύτερα, κάθε οικονομική χρήση, ιδίως με σκοπό την εξαγωγή,
—
ή, ελλείψει κάθε ρητής απαγορεύσεως επανεξαγωγής, μήπως η απαγόρευση αυτή προκύπτει από την αρχή της « δίκαιης κατανομής » της ποσοστώσεως μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών (ίδια αιτιολογική σκέψη), η οποία θα είχε ως σκοπό να εμποδίσει κάθε οικονομικό προνόμιο και κάθε ανισότητα κατά την πρόσβαση στην εθνική ποσόστωση εισαγωγής.
Κατά συνέπεια, το ανώτατο ιταλικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Ο κανονισμός 3225 του 1982, προβαίνοντας στην κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως μεταξύ των κρατών μελών αναλόγως των αναγκών που προσδιορίζονται βάσει των κριτηρίων που αυτός καθορίζει, εννοεί ότι το κρέας που εισάγεται από τρίτη χώρα προορίζεται για την κατανάλωση και το εμπόριο μόνον εντός του εδάφους της χώρας εισαγωγής, χωρίς τη δυνατότητα επανεξαγωγής του σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας; »
3.
Κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, η απαίτηση δίκαιης κατανομής συνεπάγεται την ανάγκη να διασφαλισθεί η αντιστοιχία μεταξύ των αναγκών κάθε κράτους μέλους και της χορηγήσεως εκ μέρους της Επιτροπής μιας ποσοστώσεως που προορίζεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες αυτές. Κάθε αλλοίωση της σχέσεως αυτής θα μπορούσε να οδηγήσει σε διακρίσεις. Προς υποστήριξη της απόψεως της, η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει τρία επιχειρήματα.
Το πρώτο αντλείται από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των αναγκών κάθε κράτους μέλους. Το εισαγόμενο κρέας εξυπηρετεί πράγματι την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών, ανταποκρίνεται δηλαδή σε ένα είδος ζητήσεως που είναι χαρακτηριστικό στα κυκλώματα παραγωγής και διανομής του οικείου κράτους μέλους.
Το δεύτερο επιχείρημα αντλείται από τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 3225/82. Σύμφωνα με την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο αυτό, όλοι οι επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους πρέπει να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο εθνικό μερίδιο και, συνεπώς, αποκλείεται η πρόσβαση στο μερίδιο αυτό, μέσω επανεξαγωγής, των επιχειρηματιών των άλλων κρατών μελών.
Το τελευταίο επιχείρημα αντλείται τέλος από τον κανονισμό 3183/80 της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66), του οποίου το άρθρο 44, παράγραφος 1, περίπτωση α ), προβλέπει ότι το πιστοποιητικό εισαγωγής που αφορά προϊόν το οποίο εισάγεται βάσει κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως « δεν ισχύει παρά στο κράτος μέλος της εκδόσεως ». Με άλλους λόγους, ο εισαγωγέας, για να επωφεληθεί των πλεονεκτημάτων της δασμολογικής ποσοστώσεως, πρέπει κατ' ανάγκη να καταφύγει στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως του πιστοποιητικού εισαγωγής όπου είναι εγκατεστημένος. Συγκεκριμένα, αν γινόταν δεκτή η δυνατότητα επανεξαγωγής, αυτό θα οδηγούσε στη δημιουργία οικονομικού κυκλώματος μη ορθολογικού και συγχρόνως δαπανηρού: Παραδείγματος χάριν, ένας εισαγωγέας εγκατεστημένος στην Ελλάδα θα πρέπει να ζητήσει εκεί την έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής για κρέατα προελεύσεως Νότιας Αμερικής, πριν μπορέσει να τα επανε-ξαγάγει σε άλλο κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση του κύρους που τίθεται στο άρθρο 44, παράγραφος 1, περίπτωση α), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την πρακτική που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση.
Από γενικότερη άποψη, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ερμηνεία της δεν είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Διότι εφόσον τελεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, το κρέας μπορεί πάντοτε να εξαχθεί. Εντούτοις, το πλεονέκτημα της δασμολογικής απαλλαγής χάνεται αν το εμπόρευμα δεν προορίζεται πλέον να καλύψει τις εσωτερικές ανάγκες.
4.
Αντίθετα προς την ιταλική κυβέρνηση, οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη, η βελγική κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός 3225/82 δεν απαγορεύει τις επανεξαγωγές, προβάλλουν δε κατ' ουσία τα ακόλουθα επιχειρήματα:
Παρατηρείται καταρχάς, βάσει ιδίως δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου ( Grosoli, υποθέσεις 131/73, Rec. σ. 1555, και 35/79, Rec. 1980, σ. 177), ότι ελλείψει ρητής απαγορεύσεως, που προκύπτει από τις ίδιες τις διατάξεις του κανονισμού, όσον αφορά τον προορισμό του εμπορεύματος, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν μόνα τους την επανεξαγωγή του εισαχθέντος βοείου κρέατος. Σύμφωνα με την ίδια αυτή νομολογία, η έννοια « ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες » έχει ευρύ περιεχόμενο, που επιτρέπει τη συμπερίληψη και των εξαγωγέων.
Δεύτερον, η έννοια « ανάγκες των κρατών μελών », που καθορίζει το αντίστοιχο μερίδιο τους, αποτελεί κριτήριο τεχνικού χαρακτήρα που επιτρέπει, βάσει των συναλλακτικών ρευμάτων που διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς, να διενεργηθεί κατά τρόπο ρεαλιστικό η χορήγηση του αντίστοιχου μεριδίου σε κάθε κράτος μέλος. Δεν μπορεί επομένως να συναχθεί από τον εν λόγω κανονισμό η ύπαρξη αυστηρού συσχετισμού μεταξύ του μεριδίου που έχει χορηγηθεί στο κράτος μέλος και των αναγκών της εσωτερικής του αγοράς.
Τέλος η Επιτροπή, στηριζόμενη ιδίως στις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις συνεκ-δικασθείσες υποθέσεις 80 και 81/77, Ramel ( Rec. 1978, σ. 927 ) και στην υπόθεση 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 4063 ), παρατηρεί ότι ένας κοινοτικός κανονισμός δεν μπορεί να απαγορεύσει ρητά την επανεξαγωγή του κρέατος χωρίς να αντιβαίνει προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία ισχύει όχι μόνο για τα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής αλλά επίσης για τα εμπορεύματα που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία.
5.
Με το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το ιταλικό Corte di cassazione, όπως αποσαφηνίζεται στο σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, ζητείται να καθοριστεί αν το μερίδιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως που χορηγείται σε κάθε κράτος μέλος προορίζεται, στο μέτρο που υπολογίζεται « ανάλογα με τις ανάγκες των κρατών μελών » (δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3225/82 ), να καλύψει τις ανάγκες τις εσωτερικής αγοράς, πράγμα που θα απέκλειε την επανεξαγωγή του εισαχθέντος κρέατος σε άλλο κράτος μέλος. Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν ο ίδιος ο κανονισμός 3225/82 απαγορεύει ρητά ή σιωπηρά την επανεξαγωγή.
Το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με τη ρύθμιση περί κοινοτικής ποσοστώσεως που ανοίγεται για το κατεψυγμένο βόειο κρέας. Στις προηγούμενες υποθέσεις, ο έλεγχος του Δικαστηρίου είχε κυρίως ως αντικείμενο την έκταση των αρμοδιοτήτων διαχειρίσεως που έχουν μεταβιβαστεί στα κράτη μέλη με τους διαδοχικούς κανονισμούς. Η νομολογία αυτή περιλαμβάνει εντούτοις χρήσιμα διδάγματα και για την ερμηνεία του εν λόγω κανονισμού.
Από την ανωτέρω νομολογία προκύπτει ιδίως ότι ο προορισμός του εμπορεύματος που εισάγεται με απαλλαγή από την εισφορά δεν μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση της προσβάσεως των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών στο μερίδιο που χορηγείται στο κράτος μέλος. Διότι με τη χρήση της δασμολογικής ποσοστώσεως πρέπει « να εξασφαλισθεί... η ίση και συνεχής πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων εισαγωγέων της Κοινότητας στην λόγω ποσόστωση » μέχρι εξαντλήσεως της (δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3225/82). Κατά συνέπεια, κατά την άσκηση των εξουσιών που τους έχουν μεταβιβασθεί, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν « σε όλους τους ενδιαφερόμενους εισαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια τους την ελεύθερη πρόσβαση » στα μερίδια που τους έχουν χορηγηθεί (άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 3225/82).
Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο προσδίδει ευρύ περιεχόμενο στην έννοια « ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας », συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτή τόσο τις επιχειρήσεις της μεταποιητικής βιομηχανίας (ανωτέρω υπόθεση 131/73, Grosoli, και υπόθεση 124/79, Van Walsum, Rec. 1980, σ. 813 ), όσο και τις επιχειρήσεις εξαγωγής κρέατος ( υποθέσεις 213 μέχρι 215/81, Norddeutsches Vieh- und Fleischkontor, Συλλογή 1982, σ. 3583 ). Επομένως, αν και απόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει τα κριτήρια προσβάσεως των επιχειρηματιών στο μερίδιο του ( ανωτέρω απόφαση στην υπόθεση 35/79, Grosoli, σκέψη 9), το κράτος θα υπερέβαινε τα πλαίσια της εξουσίας διαχειρίσεως που του έχει μεταβιβασθεί αν επεφύλασσε το ευεργέτημα της απαλλαγής από την εισφορά μόνο στους επιχειρηματίες που προορίζουν το εμπόρευμα για την κάλυψη αποκλειστικά των αναγκών της εσωτερικής του αγοράς, απαγορεύοντας κατά τον τρόπο αυτό την επανεξαγωγή του.
Προκειμένου πράγματι για κοινοτική δασμολογική ποσόστωση, ο καθορισμός των προϋποθέσεων της διαθέσεως της « εξαρτάται συγχρόνως από τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα και από τους στόχους οικονομικής πολιτικής... που επιδιώκουν τα κοινοτικά όργανα » κατά συνέπεια, « στο πλαίσιο αυτό, μόνο τα κοινοτικά όργανα έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν όσον αφορά τη διάθεση της ποσοστώσεως » ( ανωτέρω απόφαση στην υπόθεση 131/73, Grosoli, σκέψη 6, η υπογράμμιση είναι δική μου ). Επομένως, η δυνατότητα των κρατών μελών να καθορίσουν τον οικονομικό προορισμό της ποσοστώσεως « εξαρτάται από την έκφραση της βουλήσεως των κοινοτικών οργάνων ». Συνεπώς, « το γεγονός ότι δεν καθορίζεται ο προορισμός μιας ποσοστώσεως (πρέπει)... να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αυτή είναι ελεύθερα προσιτή σε όλους τους ενδιαφερόμενους » ( ανωτέρω απόφαση στην υπόθεση 131/73, Grosoli, σκέψη 7 ). Η σιωπή των διαδοχικών κανονισμών περί ετησίου ανοίγματος δασμολογικής ποσοστώσεως σημαίνει απαγόρευση για τα κράτη μέλη να επιβάλλουν οποιαδήποτε προϋπόθεση όσον αφορά τον τελικό προορισμό του εισαγόμενου κρέατος. Όπως και οι προηγούμενοι κανονισμοί, ο κανονισμός 3225/82 δεν επιβάλλει ρητά τη διάθεση των εισαγομένων εμπορευμάτων για ιδιαίτερο οικονομικό σκοπό.
6.
Η διαπίστωση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση προς την αναφορά στις « ανάγκες των κρατών μελών », βάσει των οποίων καθορίζεται το μερίδιο τους. Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού διευκρινίζεται πράγματι ότι:
« για να επιτευχθεί δίκαιη κατανομή μεταξύ των κρατών μελών και για να αντανακλάται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο η πραγματική εξέλιξη της αγοράς του εν λόγω προϊόντος, η κατανομή αυτή θα πρέπει να γίνεται ανάλογα με τις ανάγκες των κρατών μελών, υπολογιζόμενες με βάση, αφενός μεν, τα στατιστικά στοιχεία για τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια μιας αντιπροσωπευτικής περιόδου αναφοράς και, αφετέρου, τις οικονομικές προοπτικές για τη συγκεκριμένη περίοδο ποσοστώσεως. »
Η κλίμακα κατανομής της κοινοτικής ποσοστώσεως συνιστάται κατά συνέπεια από δύο οικονομικές παραμέτρους, οι οποίες αντικατοπτρίζουν την εξέλιξη των εισαγωγών κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου και τις προβλέψεις για το ερχόμενο έτος. Η εφαρμογή των παραμέτρων αυτών επιτρέπει να καθοριστούν κατά τρόπο αντικειμενικό οι αντίστοιχες « ανάγκες » κάθε κράτους μέλους, δηλαδή ο όγκος των εισαγωγών από τις τρίτες χώρες που πρέπει να διενεργηθούν σε κάθε κράτος μέλος κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ποσοστώσεως. Επομένως, στον όρο «ανάγκες » πρέπει να αποδοθεί γενική έννοια που περιλαμβάνει κάθε ενέργεια εισαγωγής ανεξάρτητα από τον προορισμό του εισαγόμενου, εμπορεύματος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η φύση των « αναγκών » αυτών — κατανάλωση, μεταποίηση ή εξαγωγή. Με άλλους λόγους, δεδομένου ότι οι ανάγκες υπολογίζονται βάσει στατιστικής εκτιμήσεως του μέσου όγκου των ετήσιων εισαγωγών και όχι βάσει της χρήσεως των εμπορευμάτων, ο τελικός προορισμός του βοείου κρέατος — ικανοποίηση αναγκών διατροφής ή βιομηχανικών αναγκών, επανεξαγωγή κατόπιν μεταποιήσεως ή όχι — δεν έχει σημασία για την πρόσβαση στο εθνικό μερίδιο. Στην πραγματικότητα, λόγω του κατ' ανάγκη περιορισμένου χαρακτήρα των ποσοτήτων που χορηγούνται σε κάθε κράτος μέλος, η μόνη προϋπόθεση για την πρόσβαση των επιχειρηματιών στην ποσόστωση είναι η απόδειξη ότι έχουν « ενεστώς συμφέρον » να συμμετάσχουν στην κατανομή της ποσοστώσεως ( σκέψη 27 της ανωτέρω αποφάσεως στις υποθέσεις 213-215/81 ).
Κατά συνέπεια, το κείμενο του κανονισμού 3225/82 δεν απαγορεύει ούτε ρητά ούτε σιωπηρά στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες να επανεξαγάγουν το κατεψυγμένο βόειο κρέας που εισήχθη στα πλαίσια της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως και εντάσσεται στο μερίδιο του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι. Επιπλέον, όπως επεσήμανε η Επιτροπή και όπως αναγνώρισε η ιταλική κυβέρνηση, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων θα απαγόρευε κάθε λύση αυτού του είδους. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε με την ανωτέρω απόφαση στην υπόθεση 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, ότι
« μολονότι υπό ορισμένες περιστάσεις η κατανομή μιας συνολικής δασμολογικής ποσόστωσης σε εθνικές ποσοστώσεις μπορεί να συμβιβάζεται με τη Συνθήκη... αυτό εξαρτάται από τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν θίγεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που αποτελούν τμήμα της ποσόστωσης από τότε που επετράπη η ελεύθερη κυκλοφορία τους στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη » ( απόφαση στην υπόθεση 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 4063, σκέψη 13).
Τελικά, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εγγυάται στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος κράτους μέλους την πρόσβαση στο μερίδιο που έχει χορηγηθεί στο κράτος αυτό, χωρίς να μπορεί να εξαρτηθεί το ευεργέτημα της απαλλαγής από την εισφορά από εκτιμήσεις συνδεόμενες με τον μετέπειτα προορισμό του εμπορεύματος, η δε αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας παρέχει στους εν λόγω επιχειρηματίες το δικαίωμα να εξάγουν το κρέας που έχει εισαχθεί κατά τον τρόπο αυτό τόσο προς τα κράτη μέλη όσο και προς τρίτες χώρες (ανωτέρω απόφαση στις υποθέσεις 213-215/81, σκέψη 29).
7.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ιταλική κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε πλέον το δικαίωμα αυτό.
Υποστήριξε εντούτοις ότι ο επιχειρηματίας που εισάγει κρέας με την πρόθεση εξαρχής να το επανεξαγάγει, θα πρέπει να χάσει το ευεργέτημα της απαλλαγής από τη γεωργική εισφορά δεδομένου ότι η εισαγωγή δεν προορίζεται σε τέτοια περίπτωση να καλύψει τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς. Διότι η απλή αυτή διέλευση του εμπορεύματος από το κράτος μέλος της πρώτης εισαγωγής έχει ως μόνο στόχο την πλήρωση της τυπικής προϋποθέσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 44, παράγραφος 1, περίπτωση α). Κατά συνέπεια, η εισαγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « πραγματική », όπως απαιτείται από τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 4 του κανονισμού 3225/82.
Η επιχειρηματολογία αυτή είναι απορριπτέα διότι καταλήγει στην εισαγωγή προϋποθέσεως για τη χορήγηση του ευεργετήματος της απαλλαγής από την εισφορά η οποία δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις που επικαλείται η ιταλική κυβέρνηση. Οι διατάξεις αυτές έχουν ως αντικείμενο να επιτρέψουν την εφαρμογή των οικονομικών παραμέτρων που καθορίζουν την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως, μέσω της κατά το δυνατό ακριβέστερης γνώσεως των εισαγωγικών ρευμάτων σε κάθε κράτος μέλος. Αλλά και επιπλέον, η ερμηνεία που προτείνει η ιταλική κυβέρνηση θέτει εκ νέου υπό αμφισβήτηση την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Προκειμένου πράγματι για την εισαγωγή, βάσει κοινοτικής ποσοστώσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο διαπραγματεύσεων στα πλαίσια της GATT, ορισμένης ποσότητας αποστεωμένου βοείου κρέατος που περιλαμβάνεται στο μερίδιο το οποίο έχει χορηγηθεί στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο επιχειρηματίας, οι μόνες προϋποθέσεις είναι εκείνες που προκύπτουν από το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο
« θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος... ».
Με άλλους λόγους, εφόσον εκδοθεί το πιστοποιητικό εισαγωγής από τις αρχές των κρατών μελών και καταβληθούν οι εισαγωγικοί δασμοί που προβλέπονται από τη σχετική ρύθμιση, το εισαχθέν βόειο κρέας τελεί σε ελεύθερη κυκλοφορία. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, για το εμπόρευμα αυτό ισχύει, όπως και για τα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής, η απαγόρευση μεταξύ των κρατών μελών κάθε ποσοτικού περιορισμού επί των εξαγωγών καθώς και όλων των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος ( άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ ).
Συνεπώς, χωρίς να απαγορεύει την επανεξαγωγή, η προϋπόθεση του « πραγματικού » χαρακτήρα της εισαγωγής, που κρίνεται βάσει εκτιμήσεως των προθέσεων του επιχειρηματία, έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα που θα περιόριζε τη διενέργεια εισαγωγών και θα τιμωρούσε έτσι εκείνους τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες που θα επεδίωκαν νόμιμα να αντλήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια από τις κοινοτικές ελευθερίες και πλεονεκτήματα.
Το σύνολο των σκέψεων αυτών καθιστά προφανή το στόχο που επιδιώκει ο κανονισμός 3225/82: να εξασφαλίσει την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας, εν προκειμένω την εισαγωγή με απαλλαγή από τη γεωργική εισφορά μιας προσυμφωνημένης ποσότητας βοείου κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών. Όπως αναφέρεται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η ποσόστωση που ανοίγεται κατά τον τρόπο αυτό έχει « κοινοτικό χαρακτήρα ». Ο τρόπος της κατανομής της μεταξύ των κρατών μελών μέσω εθνικών μεριδίων δεν επιτρέπεται συνεπώς να οδηγήσει στην αναβίωση των ενδοκοινοτικών στεγανών ούτε επομένως να έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή των οικείων προϊόντων σε καθεστώς παρεκκλίσεως από το κοινό δίκαιο.
8.
Επιτρέψτε μου πάντως μία τελευταία παρατήρηση. Η ελεύθερη πρόσβαση στο μερίδιο κάθε κράτους μέλους επιτρέπεται σε όλους τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι
« η ύπαρξη προγενεστέρων εμπορικών σχέσεων αποτελεί αξιόπιστη ένδειξη ότι υφίσταται πράγματι συμφέρον του ενδιαφερομένου επιχειρηματία και πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο για τη διατήρηση των υπαρχουσών εμπορικών σχέσεων όσο και για την αποτροπή της απολήξεως της συμμετοχής στην ποσόστωση σε απλή κερδοσκοπία... » ( ανωτέρω απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 213-215/81, σκέψη 28).
Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι βέβαια αποκλειστικό αλλά, σε συνδυασμό με τα κριτήρια που το συμπληρώνουν, επιτρέπει στα κράτη μέλη και στα δικαστήρια τους να προλαμβάνουν και να τιμωρούν την καταστρατήγηση του νόμου.
9.
Προτείνω κατά συνέπεια στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα του ιταλικού Corte di cassazione:
Η κατανομή, ανάλογα με τις ανάγκες των κρατών μελών, της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος που ανοίχθηκε με τον κανονισμό 3225/82 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1982, δεν επιβάλλει στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες καμία υποχρέωση συγκεκριμένης διαθέσεως του κρέατος που εισήχθη κατά τον τρόπο αυτό και, συνεπώς, δεν τους απαγορεύει να το επανεξαγά-γουν σε άλλο κράτος μέλος εφόσον το εμπόρευμα έχει κανονικά τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy