ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 20ής Μαρτίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Η υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αφορά ορισμένους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί από το κράτος αυτό στην παροχή υπηρεσιών ασφαλίσεως.
Η Επιτροπή ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
1)
εφαρμόζοντας το νόμο περί ελέγχου των ασφαλίσεων, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο της 29ης Μαρτίου 1983, ο οποίος ορίζει ότι όταν κοινοτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις θέλουν να παρέχουν εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπηρεσίες σχετικά με την πρωτασφά-λιση, εκτός της ασφάλισης μεταφορών, μέσω πωλητών, αντιπρόσωπων, πρακτόρων ή άλλων μεσαζόντων, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να είναι εγκατεστημένες και να έχουν λάβει σχετική άδεια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι δε μεσίτες ασφαλίσεων που είναι εγκατεστημένοι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούν να μεσολαβούν για τη σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως μεταξύ προσώπων που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ασφαλιστών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, παρέβη υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ
2)
θέτοντας σε ισχύ και εφαρμόζοντας το νόμο της 29ης Μαρτίου 1983, με τον οποίο επιδιώχτηκε η εφαρμογή της οδηγίας του Συμβουλίου 78/473/ΕΟΚ της 30ής Μαΐου 1978, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ και την προαναφερθείσα οδηγία, κατά το μέτρο που ο νόμος αυτός ορίζει, όσον αφορά πράξεις κοινοτικής συνασφαλίσεως, ότι ο κύριος ασφαλιστής πρέπει να είναι εγκατεστημένος στο κράτος αυτό και να έχει λάβει εκεί άδεια για να καλύπτει, επίσης, μόνος του τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο·
3)
καθορίζοντας, μέσω του Bundesaufsichtsamt (Ομοσπονδιακό Γραφείο Ελέγχου), κατά την εφαρμογή της οδηγίας 78/473/ΕΟΚ, εξαιρετικά υψηλά κατώτατα όρια τιμών όσον αφορά τους κινδύνους των κλάδων ασφαλίσεως έναντι πυρκαγιάς, της αστικής ευθύνης, της ασφαλίσεως ευθύνης από αεροσκάφη και της γενικής αστικής ευθύνης, οι οποίοι μπορεί να αποτελούν και το αντικείμενο κοινοτικής συνασφαλίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8 της προαναφερθείσας οδηγίας 78/473 και τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το μέτρο που η συνασφάλιση ως υπηρεσία αποκλείεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τους κάτω των κατώτατων αυτών ορίων κινδύνους.
Το άρθρο 105, παράγραφος 1, του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων, όπως τροποποιήθηκε, επιβάλλει στις αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που διενεργούν πράξεις πρωτα-σφαλίσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μέσω μεσιτών, αντιπροσώπων, πρακτόρων ή άλλων μεσαζόντων, την υποχρέωση λήψεως σχετικής άδειας. Το άρθρο 106, παράγραφος 2, ορίζει ότι, για να λάβει μια επιχείρηση τέτοια άδεια, πρέπει να είναι εγκατεστημένη στη Γερμανία και να διατηρεί εκεί όλα τα εμπορικά έγγραφα που αφορούν την εγκατάσταση και για τα οποία πρέπει να τηρούνται χωριστά λογιστικά βιβλία.
Δεν υπάρχει αντίστοιχος περιορισμός όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ασφαλίσεως από εταιρίες που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη αλλά δεν διαθέτουν μεσίτες ή άλλους μεσάζοντες στη Γερμανία. Έτσι, είναι απολύτως νόμιμο ένας εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος ασφαλιστής να καλύπτει κίνδυνο που βρίσκεται στη Γερμανία, αν ο ασφαλισμένος απευθύνθηκε σ' αυτόν κατευθείαν χωρίς τη βοήθεια μεσάζοντος στη Γερμανία.
Το άρθρο 111, παράγραφος 1, εξαιρεί τις αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρίες, οι δραστηριότητες των οποίων συνίστανται αποκλειστικά στην ασφάλιση κινδύνων των κλάδων 4 ( σιδηροδρομικά οχήματα), 5 (αεροσκάφη), 7 ( μεταφερόμενα εμπορεύματα ) και 12 ( αστική ευθύνη από σκάφη )« κατά το μέτρο που διενεργούν πράξεις πρωτασφαλίσεως στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ».
Το άρθρο 111, παράγραφος 2, αφορά τη συνασφάλιση. Εξαιρεί από τις υποχρεώσεις λήψεως αδείας και εγκαταστάσεως όλους τους συμμετέχοντες, στη σύμβαση συνασφαλίσεως, εκτός του κύριου ασφαλιστή. Ο τελευταίος πρέπει να έχει λάβει την άδεια να ασφαλίζει μόνος του τους κινδύνους της εν λόγω κατηγορίας, τα δε τιμολόγιά του πρέπει να εφαρμόζονται επί της συμβάσεως. Στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου αυτής εμπίπτουν μόνο κίνδυνοι των κλάδων που καλύπτει η οδηγία 78/473.
Το άρθρο 111, παράγραφος 3, σημείο 2, εξουσιοδοτεί τον ομοσπονδιακό Υπουργό Οικονομικών να εκδίδει κανόνες καθορίζοντες κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού, κάτω των οποίων η κοινοτική συνασφάλιση απαγορεύεται. Πράγματι, δεν εκδόθηκαν τέτοιες ρυθμίσεις. Αντιθέτως, καθορίστηκαν κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού με εγκύκλιο του Bundesaufsichtsamt της 31ης Μαΐου 1981. Για κινδύνους των κλάδων 8 (πυρκαγιά και φυσικές καταστροφές), 9 (λοιπές υλικές ζημίες) και 16 (διάφορες χρηματικές απώλειες), το ασφαλιζόμενο βάσει οποιουδήποτε συμβολαίου ποσό δεν πρέπει να είναι κατώτερο των 125 εκατομμυρίων DM. Για τους κινδύνους του κλάδου 11 (ευθύνη από αεροσκάφη ) το ασφαλιζόμενο βάσει οποιουδήποτε συμβολαίου ποσό δεν πρέπει να είναι κατώτερο των 75 εκατομμυρίων DM. Στην περίπτωση κινδύνου του κλάδου 13 (γενική αστική ευθύνη) ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει κύκλο εργασιών ύψους 500 τουλάχιστον εκατομμυρίων μάρκων, αν και ούτε η οδηγία του 1978 ούτε το άρθρο 111, παράγραφος 2, καλύπτουν ζημίες που προέρχονται από πηγές πυρηνικής ενέργειας ή φαρμακευτικά προϊόντα. Η εγκύκλιος δεν καθορίζει κανένα κατώτατο όριο ασφαλιστικού ποσού για τους κινδύνους των κλάδων 4 μέχρι 7 ή του κλάδου 12. Αυτό προκύπτει από την εξαίρεση του άρθρου 111, παράγραφος 1, του νόμου.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 144, στοιχείο α ), παράγραφος 1, θεωρείται ποινικώς κολάσιμη η άνευ αδείας παροχή υπηρεσιών ασφαλίσεως. Τέτοια ήταν και η διάταξη που αμφισβητήθηκε στην υπόθεση Schleicher, η οποία εκδικάστηκε από το Kammergericht του Βερολίνου. Στην υπόθεση αυτή το δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη ενός γερμανού μεσίτη ο οποίος είχε προσφέρει σε άτομα που κατοικούσαν στη Γερμανία ασφαλιστική κάλυψη βρετανικών εταιριών μη εγκεκριμένων από τις γερμανικές αρχές. Το δικαστήριο, οι αποφάσεις του οποίου είναι ανέκκλητες, έκρινε ότι οι γερμανικές διατάξεις ήταν σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο και αρνήθηκε να υποβάλει στο Δικαστήριο σχετικό προδικαστικό ερώτημα.
Επί του παραδεκτού
Όπως εξέθεσα και με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 220/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας, θεωρώ ότι, για τους γενικούς λόγους που συζητήθηκαν στην υπόθεση αυτή, η υπό κρίση προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη.
Επί του δευτέρου ζητήματος
Το δεύτερο ζήτημα περιορίζεται στη συνασφάλιση και είναι παράλληλο προς το κύριο ζήτημα περί του οποίου κλήθηκε να αποφανθεί το Δικαστήριο στην υπόθεση κατά της Γαλλίας και στις υποθέσεις 252/83 κατά της Δανίας και 206/84 κατά της Ιρλανδίας. Νομίζω ότι ενδείκνυται να ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό πρώτα.
Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι η υποχρέωση εγκαταστάσεως είναι ακόμα πιο επαχθής απ' ό,τι στις τρεις άλλες υποθέσεις, εφόσον το παράρτημα ασφαλιστικής εταιρίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να είναι μια ανεξαρτήτως δρούσα μονάδα, με χωριστά λογιστικά βιβλία, και όχι απλώς ένα υποκατάστημα ή πρακτορείο της έδρας του ασφαλιστή. Ασχέτως της ορθότητας της εκτίμησης της Επιτροπής περί προσωπικού 30 τουλάχιστον ατόμων και ετήσιων εξόδων λειτουργίας 18 τουλάχιστον εκατομμυρίων DM, είναι προφανές ότι ο αριθμός του απαιτούμενου για τη στελέχωση προσωπικού και τα έξοδα λειτουργίας ενός τέτοιου ανεξάρτητου παραρτήματος είναι σημαντικά. Πράγματι, αυτό φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα συμμετοχής ενός ασφαλιστή από άλλο κράτος μέλος σε μια περιστασιακή σύμβαση συνασφαλίσεως (στην οποία μπορεί να αναλαμβάνει ένα μικρό μόνο ποσοστό κινδύνου). Για τους λόγους που εξέθεσα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση κατά της Γαλλίας δεν θεωρώ, όσον αφορά τον κύριο ασφαλιστή, την υποχρέωση αυτή δικαιολογημένη.
Η υποχρέωση λήψεως αδείας στην ισχύουσα γερμανική νομοθεσία συνδέεται κυρίως με την υποχρέωση εγκαταστάσεως, υπό την επιφύλαξη όμως και πάλι μιας εξαίρεσης για όσους ασχολούνται αποκλειστικά με την ασφάλιση μεταφορών των αναφερθεισών κατηγοριών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, πριν χορηγηθεί άδεια, γίνεται λεπτομερής εξέταση πολλών θεμάτων. Λέγεται ότι η εξέταση αυτή στοχεύει στην επίτευξη « διαφάνειας », η δε μέθοδος συνίσταται στο να απαιτείται, στο μέτρο του δυνατού, να είναι γενικά ομοιόμορφοι οι προτεινόμενοι από τους διάφορους ασφαλιστές όροι. Τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση 251/83, Haug Adrion κατά Frankfurter Versicherungs-AG (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 4277) παρέχουν ακριβή εικόνα της περίπτωσης αυτής.
Όσον αφορά την περίπτωση της συνασφάλισης, όπου υφίσταται πιθανότητα οι ασφαλισμένοι να είναι μεγάλες εμπορικές ή βιομηχανικές επιχειρήσεις και τα ασφαλιστήρια να καταρτίζονται « κατά περίπτωση » για το συγκεκριμένο και συχνά ασυνήθη κίνδυνο, δεν δέχομαι ότι η απαίτηση της προηγουμένης λήψεως αδείας από τον ασφαλιστή για τη διενέργεια ασφαλιστικών πράξεων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αποδείχτηκε δικαιολογημένη. Νομίζω ότι ot λόγοι που εξέθεσα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση κατά της Γαλλίας ισχύουν εξίσου τουλάχιστον και εν προκειμένω. Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι ορθώς η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι περιορισμοί αυτοί εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης.
Το άρθρο 3 της οδηγίας του Συμβουλίου 78/473 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 14 ) περί συνασφαλίσεως ορίζει ότι « η ευχέρεια συμμετοχής σε κοινοτική συνασφάλιση για τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε ένα κράτος μέλος και που υπόκεινται και ανταποκρίνονται στις διατάξεις της πρώτης οδηγίας συντονισμού, δεν δύναται να υπόκειται σε διατάξεις άλλες από εκείνες της παρούσης οδηγίας ». Η Επιτροπή στηρίζεται στο άρθρο αυτό όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση καθώς και την υπόθεση κατά της Ιρλανδίας, όχι όμως και στις υποθέσεις κατά της Γαλλίας και της Δανίας. Αμφιβάλλω αν το άρθρο αυτό, κατά το μέτρο που αφορά τις απαιτήσεις εγκαταστάσεως και λήψεως προηγουμένης αδείας, προσθέτει τίποτα στην υποχρέωση που επιβάλλουν τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης. Πάντως, δεν θεωρώ ότι το άρθρο αυτό απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν κατά την κατάρτιση συμβάσεων ασφαλίσεως υποχρεωτικής φύσεως νομικούς κανόνες δικαιολογούμενους από το γενικό συμφέρον.
Επί του πρώτου ζητήματος
Το πρώτο ζήτημα έχει πολύ μεγαλύτερη σπουδαιότητα, εφόσον ο νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας απαγορεύει σ' όλους τους ασφαλιστές από άλλα κράτη μέλη, εκτός των περιπτώσεων όπου ο ασφαλιστής ασχολείται αποκλειστικά με ασφαλίσεις μεταφορών ή είναι ένας από τους συνασφαλιστές, εκτός του κύριου ασφαλιστή, να παρέχουν υπηρεσίες ασφαλίσεως εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εφόσον δεν είναι εγκατεστημένοι ή δεν έχουν λάβει στη χώρα αυτή άδεια για όλους τους τύπους ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους ή της οικονομικής ή άλλης κατάστασης του ασφαλισμένου.
Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι αν η παρούσα δίκη καλύπτει την ασφάλιση ζωής. Η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή έχουν διατυπωθεί κατά γενικό τρόπο και δεν αποκλείουν ρητώς την ασφάλιση ζωής· εντούτοις, η ασφάλιση ζωής δεν αναφέρεται ούτε γίνεται οποιαδήποτε συζήτηση ως προς την οδηγία του Συμβουλίου 79/267 περί αναλήψεως δραστηριότητας της πρωτασφαλίσεως ζωής και ασκήσεως αυτής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 57 ). Είναι αλήθεια ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής ακολουθούν πιστά τις διατάξεις της οδηγίας του 1973 περί ασφαλίσεως εξαιρουμένης της ασφαλίσεως ζωής, αλλά στις υποθέσεις κατά της Γαλλίας και της Δανίας δεν έγινε συζήτηση ως προς την ασφάλιση ζωής και μόνο ως απάντηση σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι η αιτίαση στην εν λόγω υπόθεση αφορούσε και την ασφάλιση ζωής. Μόνο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή αναφέρθηκε πράγματι στο ειδικό ζήτημα της ασφάλισης ζωής.
Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν προέβαλε κανένα πειστικό επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι, έστω και αν οι διατάξεις της δεν ήταν δικαιολογημένες σε σχέση με ασφαλίσεις εξαιρουμένης της ασφαλίσεως ζωής, υπήρχαν ειδικοί παράγοντες που δικαιολογούσαν, όσον αφορά τους ασφαλιστές που παρέχουν ασφάλιση ζωής, την υποχρέωση της εγκαταστάσεως και της προηγουμένης λήψεως αδείας. Επιπλέον, δεν στερείται πειστικότητας το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τέτοιου είδους περιορισμός μπορεί να επενεργεί ανασταλτικώς επί των προσώπων που επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα τους να εγκατασταθούν στη Γερμανία σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης. Έστω και με ορισμένες αμφιβολίες, θεωρώ ότι η προσφυγή καλύπτει, γενικώς, και την ασφάλιση ζωής και τα άλλα είδη ασφαλίσεως, εφόσον οι αμφισβητούμενοι κανόνες καλύπτουν αμφότερους τους τόπους ασφαλίσεως.
Υπάρχουν διαφορές μεταξύ της συνασφάλισης και της πρωτασφάλισης από έναν ασφαλιστή, έστω και αν ο τελευταίος μπορεί να αντασφαλίσει μέρος του κινδύνου. Είναι δυνατό να καλύπτεται μεγαλύτερο φάσμα κινδύνων ο απλός πολίτης, όπως και η μεγάλη εταιρία που διαθέτει νομικό ή, ακόμα, και εξειδικευμένο ασφαλιστικό τμήμα, μπορεί πράγματι να θέλει ή ακόμα, όπως στην περίπτωση των αυτοκινήτων, να υποχρεούται να συνάψει ασφάλιση. Η ασφάλιση ασθενείας ή ατυχήματος μπορεί να περιλαμβάνει νομικά και κοινωνικά στοιχεία διαφορετικά από τα της ασφάλισης οικίας και του περιεχομένου της ή των υπαλλήλων ή της ακίνητης περιουσίας έναντι του κινδύνου διαφυγής αερίου ή άλλων ουσιών, ή πραγμάτων όπως είναι τα πολύτιμα κοσμήματα, μια πολυτελής θαλαμηγός ή παλαιά αντικείμενα αξίας.
Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι, εν αναμονή της εναρμόνισης επί κοινοτικού επιπέδου, η εθνική νομοθεσία μπορεί να επιβάλλει ειδικούς κανόνες ως προς την ασφάλιση, γενικά, ή ως προς ειδικούς κλάδους της. Το ίδιο το άρθρο 10, παράγραφος 3, της οδηγίας του 1973 αναγνωρίζει το γεγονός αυτό: «ο
παρών συντονισμός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις διατάξεις, που προβλέπουν για όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, την έγκριση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και παντός άλλου εγγράφου αναγκαίου για την κανονική άσκηση του ελέγχου ».
Νομίζω ότι πολλά από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν, προσεκτικά και εμπεριστατωμένα, από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνηγορούν πειστικά υπέρ της, εν πάση περιπτώσει, διατηρήσεως ορισμένων εθνικών κανόνων χάριν του γενικού συμφέροντος και, ειδικότερα, χάριν της προστασίας του ασφαλισμένου και των τρίτων που μπορεί να θίγονται σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου.
Εντούτοις, το κύριο πρόβλημα στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι αυτό. Είναι αν, παράλληλα με τους κανόνες αυτούς, μια γενική υποχρέωση εγκαταστάσεως Kat λήψεως αδείας μπορεί να δικαιολογηθεί ως σύμφωνη προς τη Συνθήκη.
Καταρχάς, δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα ότι, ενώ ένας πολίτης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας μπορεί να συμβληθεί απευθείας μ' έναν ασφαλιστή στο Παρίσι ή στη Ρώμη ή στο Λονδίνο, είναι ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης το να μπορεί να πράξει το αυτό μέσω γερμανού μεσίτη. Νομίζω ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία ή τα κράτη μέλη που παρενέβησαν υπέρ αυτής δεν δικαιολογεί τέτοιο περιορισμό. Εφόσον μπορεί να είναι χρήσιμο για ένα πολίτη που κατανοεί μόνο τη γερμανική γλώσσα να ενεργήσει μέσω μεσίτη ο οποίος συνεργάζεται, επί μονίμου βάσεως, με ασφαλιστή από άλλο κράτος μέλος, νομίζω ότι, αν μη τι άλλο, το γεγονός αυτό εξουδετερώνει έναν από τους προβαλλόμενους λόγους προστασίας. Στερεί τον ασφαλισμένο της αρωγής του γερμανού μεσίτη: είναι δυνατό να στερηθεί ο ασφαλισμένος όρων περισσότερο ευνοϊκών από αυτούς που θα μπορούσε να πετύχει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
Το αν είναι ανάγκη, χάριν του γενικού συμφέροντος, ο ασφαλιστής που θέλει να ασκήσει δραστηριότητες ασφαλίσεως στη Γερμανία να είναι εγκατεστημένος εκεί και να έχει λάβει προηγουμένως άδεια — κατά τρόπο ώστε να μη μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του μέσω πωλητών, αντιπροσώπων, πρακτόρων ή άλλων μεσαζόντων — θέτει ένα ευρύτερο πρόβλημα.
Δεν δέχομαι το επιχείρημα ότι, εφόσον ένας ασφαλιστής από άλλο κράτος μέλος παρέχει κανονικά υπηρεσίες ασφαλίσεως στη Γερμανία, πρέπει να διαθέτει στη χώρα αυτή κατάλληλο οίκημα και εξοπλισμό, ώστε, στην πραγματικότητα, να εγκαθίσταται εκεί και ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα ως προς την παροχή υπηρεσιών. Δεν έχω πειστεί ότι η ασφάλιση είναι κάτι το τόσο διαφορετικό ώστε τόσο η εγκατάσταση όσο και η παροχή υπηρεσιών να μην μπορούν να υφίστανται ως χωριστές δραστηριότητες ή ότι, έστω και αν δεν έχει ακόμα πλήρως καθοριστεί η ακριβής διάκριση μεταξύ εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών, δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, νομίζω ότι ο διορισμός, αυτός καθαυτός, ενός πράκτορα ή αντιπροσώπου στη Γερμανία δεν αποτελεί, κατ' ανάγκη, εγκατάσταση. Ούτε μπορώ να καταλάβω γιατί δεν θα έπρεπε, καταρχήν, να επιτρέπεται η παροχή, αυτή καθαυτή, υπηρεσιών ασφαλίσεως εκ μέρους ενός ασφαλιστή από άλλο κράτος μέλος, ο οποίος επισκέπτεται για το σκοπό αυτό περιστασιακά τη Γερμανία.
Νομίζω ότι είναι και δικαιολογημένο και αναγκαίο ένας ασφαλιστής που εγκαθίσταται στη Γερμανία, ιδρύοντας εκεί πρακτορείο ή υποκατάστημα, να υπόκειται στον έλεγχο των αρμόδιων γερμανικών αρχών όσον αφορά την οικονομική του κατάσταση και φερεγγυότητα. Τέτοιος έλεγχος προβλέπεται ρητώς από την οδηγία του 1973. Ο επιπλέον ισχυρισμός όμως ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ένας τέτοιος οικονομικός έλεγχος, πρέπει ο εν λόγω ασφαλιστής να είναι εγκατεστημένος εκεί και να έχει λάβει εκεί άδεια, είναι κάτι το τελείως διαφορετικό και, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρεί άγνοια του ελέγχου που έχει καθιερώσει το Συμβούλιο με την εν λόγω οδηγία, η οποία δεν αποδείχτηκε ανεπαρκής. Παρ' όλα τα αντίθετα επιχειρήματα, αυτή η απαίτηση της γερμανικής νομοθεσίας επαναλαμβάνει, σε σημαντικό βαθμό, τον έλεγχο που προβλέπει η οδηγία όσον αφορά πρόσωπο μη εγκατεστημένο στη Γερμανία, εφόσον το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η έδρα μιας εταιρίας υποχρεούται να ελέγχει τη φερεγγυότητα της επιχείρησης ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της ( άρθρο 14 ) και να διασφαλίζει ότι η επιχείρηση διαθέτει ισοδύναμα τεχνικά αποθεματικά σε κάθε χώρα όπου ασκεί δραστηριότητα (άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 4), καθώς και ότι έχει συσταθεί περιθώριο φερεγγυότητας για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ( άρθρο 16, παράγραφος 1 ).
Μια τέτοια απαίτηση της γερμανικής νομοθεσίας αγνοεί το βαθμό συνεργασίας και επικοινωνίας που απαιτείται μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την οικονομική κατάσταση. Επίσης, η απαίτηση αυτή, όπως απέδειξε η Επιτροπή, πράγμα που δεν αμφισβήτησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία παρά μόνο επί λεπτομερειακών σημείων, αυξάνει σημαντικά το κόστος, καθιστώντας έτσι, αναπόφευκτα, το μη γερμανό ασφαλιστή λιγότερο ανταγωνιστικό.
Αν δεν υπήρχαν οι οδηγίες του 1973 και του 1979, θα υφίστατο ένα ισχυρό, ίσως ακαταμάχητο, επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι, πριν αρχίσει ένας ασφαλιστής να παρέχει υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού πρέπει να είναι σε θέση να ελέγξουν τη φερεγγυότητά του, αφού λάβουν υπόψη τους τους ελέγχους και τις προϋποθέσεις που επιβάλλονται από το κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος. Θεωρώ ότι η κατάσταση αυτή άλλαξε ύστερα από την έκδοση των δύο οδηγιών του Συμβουλίου. Δεν δικαιολογείται να αγνοούνται οι έλεγχοι που, σύμφωνα με την οδηγία, πρέπει να ασκούνται από άλλα κράτη μέλη' αντίθετα, οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να θεωρούνται επαρκείς, έστω και αν υφίστανται ορισμένες διαφορές στην ακολουθούμενη από τα κράτη μέλη πρακτική.
Όσον αφορά άλλα, εκτός της οικονομικής κατάστασης, θέματα, νομίζω ότι η εθνική νομοθεσία μπορεί, με την επιφύλαξη της εναρμόνισης, να επιβάλλει υποχρεώσεις όσον αφορά τους όρους που πρέπει να περιλαμβάνουν οι συγκεκριμένοι τύποι ασφαλιστήριων συμβολαίων, ίσως, πράγματι, και όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, καθώς και όσον αφορά τον έλεγχο που πρέπει να ασκείται ως προς τη διοίκηση της ασφαλιστικής επιχείρησης, εφόσον οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν συνιστούν διάκριση σε βάρος των μη γερμανών υπηκόων, υπ' αυτή τους την ιδιότητα, εφόσον είναι ανάλογες προς τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν χάριν του γενικού συμφέροντος και εφόσον λαμβάνουν υπόψη τους υφιστάμενους ελέγχους που διενεργούνταν ικανοποιητικά σε άλλα κράτη μέλη. 'Ετσι, μπορεί να δικαιολογούνται διατάξεις όσον αφορά τη γνωστοποίηση εκ μέρους των ασφαλιστών της πρόθεσης τους να παρέχουν υπηρεσίες ασφαλίσεως στη Γερμανία, το είδος των δραστηριοτήτων που επιδιώκουν να ασκήσουν, το διορισμό πράκτορα στον οποίο θα γίνεται η επίδοση εγγράφων, τη χρησιμοποίηση της γερμανικής γλώσσας και νομοθεσίας για ορισμένους τύπους ασφαλίσεως και την κατάθεση εγγράφων/Αλλα θέματα, εκτός της οικονομικής κατάστασης, τα οποία είναι χάριν του γενικού συμφέροντος αναγκαία, για την προστασία του ασφαλισμένου και των τρίτων, πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ο παρέχων υπηρεσίες ασφαλίσεως οφείλει να τηρεί την εν λόγω νομοθεσία, εφόσον αυτή δεν αντίκειται προς ό,τι δέχτηκε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Van Binsbergen και Webb. Εξάλλου, χρειάζεται πολύ λιγότερη προσωπική παρουσία γι' αυτό το είδος δραστηριότητας απ' όσο κρίθηκε ότι δικαιολογούνταν στην υπόθεση Van Binsbergen.
Δεν θεωρώ ότι στην υπό κρίση υπόθεση αποδείχτηκε ότι τέτοιες εθνικές διατάξεις, που δεν φθάνουν μέχρι του σημείου να απαιτούν εγκατάσταση και λήψη αδείας, είναι ανεπαρκείς ή ότι η εγκατάσταση και η προηγούμενη άδεια είναι και δικαιολογημένες και απαραίτητες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων.
Μολονότι το επιχείρημα υπέρ της απαιτήσεως προηγουμένης αδείας μπορεί να είναι περισσότερο ισχυρό από αυτό της απαιτήσεως εγκαταστάσεως, εφόσον υφίσταται δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια κατά της σχετικής αρνήσεως και μολονότι τα επιχειρήματα υπέρ της λήψεως προηγουμένης αδείας, όσον αφορά τη γενική ασφάλιση, είναι ισχυρότερα από αυτά της περιπτώσεως του κύριου ασφαλιστή στη συνασφάλιση, δεν θεωρώ, εν πάση περιπτώσει, ότι αποδείχτηκαν δικαιολογημένες οι ιδιαζόντως λεπτομερείς και αυστηρές απαιτήσεις ως προς τη χορήγηση της γερμανικής αδείας. Αν και μπορεί σημαντικό μέρος των απαιτήσεων αυτών να υφίσταται, όπως υποστηρίχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, από τις αρχές του παρόντος αιώνα, εντούτοις νομίζω ότι αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης. Επίσης, προκύπτει ότι οι απαιτήσεις αυτές αγνοούν τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων κινδύνων και της διαφορετικής καταστάσεως των διαφόρων ασφαλιστών. Δεν στερείται σημασίας το γεγονός ότι άλλα κράτη μέλη, τα οποία επιβάλλουν τη λήψη αδείας όσον αφορά τον κύριο ασφαλιστή, δεν απαιτούν μια τόσο λεπτομερή προηγούμενη έρευνα και ότι δύο κράτη μέλη, όπου υφίστανται σημαντικές ασφαλιστικές δραστηριότητες, δεν απαιτούν καμιά άδεια.
Υπό το φως των διατάξεων της Συνθήκης και των οδηγιών, δεν θεωρώ δικαιολογημένα στην υπό κρίση υπόθεση τα επιχειρήματα που στηρίζονται σε παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας
Το γεγονός ότι πολλά πρέπει να γίνουν για την επίτευξη της εναρμόνισης δεν σημαίνει και ότι είναι δικαιολογημένες, αυτές καθαυτές, η εγκατάσταση και η λήψη προηγουμένης αδείας. Κατά συνέπεια, δέχομαι ότι, παρόλο που φαίνεται ότι η προστασία του καταναλωτή και η προστασία των τρίτων έχει μεγαλύτερη σημασία στις περιπτώσεις συνασφαλίσεως, η Επιτροπή απέδειξε, στην υπό κρίση υπόθεση, το βάσιμο της πρώτης της αιτιάσεως.
Επί του τρίτου ζητήματος
Η βάσει των άρθρων 59 και 60 αιτίαση περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι τα κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού είναι πολύ υψηλά. Δεν υποστηρίζεται ότι δεν μπορούν καν να καθορίζονται κατώτατα όρια. Για τους λόγους που εξέθεσα στην υπόθεση κατά της Γαλλίας, νομίζω ότι δεν αποδείχτηκε ότι δικαιολογείται, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60, ο καθορισμός κατώτατων ορίων για τη συνασφάλιση.
Αν είχα καταλήξει στην αντίθετη άποψη, το συμπέρασμά μου θα ήταν ότι δεν μπορεί να καθορίζονται κατώτατα όρια κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται: α ) περιπτώσεις όπου το αναφερόμενο ασφαλιστικό ποσό μπορεί μεν να μην είναι πολύ σημαντικό, αλλά όπου η πιθανότητα επελεύσεως του κινδύνου είναι τόσο μεγάλη, ώστε είναι λογικό να γίνεται συνασφάλιση' ή β) περιπτώσεις που θεωρούνται, γενικά, από την αγορά ως το σύνηθες αντικείμενο της συνασφάλισης. Βάσει της πιο πάνω απόψεως, αν και τα καθορισθέντα ανώτατα ποσά φαίνονται, σε απόλυτους αριθμούς, υψηλά, δεν νομίζω ότι η Επιτροπή προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι τα μεγέθη που υιοθετήθηκαν είναι τόσο υψηλά ώστε να υπερβαίνουν το επίπεδο που δικαιολογείται χάριν του γενικού συμφέροντος και ότι, επομένως, αντίκεινται προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης. Νομίζω ότι το θέμα αυτό αποτελεί εξ ολοκλήρου ζήτημα αποδείξεως.
Όσον αφορά την επικουρική αιτίαση σύμφωνα με την οδηγία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 78/473 ορίζει ότι:
« Η παρούσα οδηγία αφορά τους κινδύνους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εδάφιο 1, οι οποίοι από τη φύση τους ή τη σπουδαιότητα τους απαιτούν για την εγγύηση τους τη συμμετοχή πολλών ασφαλιστών.
Οι δυσχέρειες που μπορεί να ανακύψουν κατά την εφαρμογή της αρχής αυτής θα αποτελέσουν αντικείμενο εξετάσεως δυνάμει του άρθρου 8. »
Το άρθρο 8 ορίζει τα εξής:
« Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά με σκοπό την εξέταση των δυσκολιών που θα ηδύναντο να προκύψουν κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, εξετάζεται ιδίως κάθε πρακτική που θα αποκάλυπτε ενδεχομένως ότι καταστρατηγείται το αντικείμενο των διατάξεων της παρούσης οδηγίας και ιδίως του άρθρου 1, παράγραφος 2, καθώς και του άρθρου 2 είτε διότι ο κύριος ασφαλιστής δεν παίζει πλέον το ρόλο που του ανατίθεται στην πρακτική της συνασφαλίσεως είτε διότι οι κίνδυνοι δεν απαιτούν εμφανώς για την εγγύηση τους τη συμμετοχή πολλών ασφαλιστών. »
Το Συμβούλιο, με δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά κατά την έκδοση της οδηγίας αυτής, κάλεσε τις ελεγκτικές αρχές των κρατών μελών να λάβουν, σε συνεργασία με την Επιτροπή, κάθε μέτρο, για.να καθοριστούν, με συμφωνία εντός 12 μηνών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, οι γενικές υποδείξεις σχετικά με το τι πρέπει να νοείται με τους όρους « φύση » και « σπουδαιότητα » του κινδύνου που δικαιολογεί προσφυγή στη συνασφάλιση. Η δήλωση συνέχισε, αναφέροντας ότι το Συμβούλιο αποδέχτηκε ότι, για νομοθετικούς και διοικητικούς λόγους, τα κράτη μέλη μπορούν να ενσωματώνουν στη νομοθεσία τους, με την οποία εφαρμόζουν την οδηγία, κριτήρια ως προς την ερμηνεία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 1, παράγραφος 2.
Η δήλωση αυτή, όπως την αντιλαμβάνομαι, οδήγησε στη σύσταση μιας ομάδας εργασίας στην οποία η πλειοψηφία των ελεγκτικών αρχών έλαβε αποφάσεις ως προς τα ποσοτικά κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού κάτω των οποίων δεν θα επιτρεπόταν η συνασφάλιση, κατά την έννοια της οδηγίας. Επομένως, τα κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού που ορίστηκαν από τα τέσσερα καθών κράτη μέλη παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγάλη ομοιότητα. Κάτω των ορίων αυτών, η κοινοτική συνασφάλιση απαγορεύεται σε καθένα από αυτά τα κράτη μέλη. Απ' αυτό συνάγεται ότι, όσον αφορά συνασφάλιση για ποσό μικρότερο των κατώτατων αυτών ορίων, όλοι οι συνασφαλι-στές υποχρεούνται να είναι εγκατεστημένοι στο κράτος που βρίσκεται ο κίνδυνος και να έχουν λάβει τη σχετική άδεια από τις αρχές του κράτους αυτού.
Και στο σημείο αυτό πάλι, η Επιτροπή περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι τα καθορισθέντα κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού είναι πολύ υψηλά. Δεν ισχυρίζεται ότι τέτοια κατώτατα όρια δεν μπορούν καν να καθορίζονται. Από την οδηγία δεν προκύπτει με σαφήνεια αν τα κράτη μέλη δικαιούνται αυτόνομα, ή αν μερικά από αυτά δικαιούνται κατόπιν συμφωνίας, να καθορίζουν τα κατώτατα αυτά όρια. Εντούτοις, νομίζω ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας του 1978 έχει την έννοια ότι το ζήτημα του καθορισμού των κινδύνων οι οποίοι, ως εκ της φύσεως ή της σπουδαιότητάς τους, απαιτούν συνασφάλιση, επαφίεται στις δυνάμεις της αγοράς. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τις πρακτικές αυτές μόνο αν διαπιστωθεί ότι γίνεται κατάχρηση των διατάξεων της οδηγίας υπό την έννοια ότι η οδηγία περί συνασφαλίσεως χρησιμοποιείται για ασφάλιση για την οποία δεν απαιτείται, κανονικά, συνασφάλιση ή αν ανακύψουν δυσχέρειες κατά την εφαρμογή της οδηγίας. Αν αποδειχτεί ότι υφίστανται τέτοιες δυσχέρειες, είναι λογικό να υιοθετήσει η Επιτροπή, μεταξύ άλλων μέτρων, και τον καθορισμό κατωτάτων ορίων ασφαλιστικού ποσού. Εντούτοις, δεν θεωρώ ότι η δήλωση του Συμβουλίου εξουσιοδότησε τα κράτη μέλη να καθορίσουν κατώτατα όρια σύμφωνα με την οδηγία. Αν, βάσει της οδηγίας, πρέπει να καθοριστούν κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού, νομίζω ότι ο καθορισμός τους πρέπει να γίνει από το Συμβούλιο με άλλη οδηγία ή από την Επιτροπή, εφόσον της μεταβιβαστεί η προς τούτο εξουσία. Η οδηγία δεν παρέχει καν, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί, εγκύρως, να παρέχει απεριόριστη εξουσία στα κράτη μέλη να θεσπίζουν κατώτατα όρια και, κατ' αυτό τον τρόπο, να οριοθετούν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ( υπόθεση 23/75, Rey Soda, ECR 1975, σ. 1279). Επομένως, η οδηγία δεν εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να καθορίζουν κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού.
Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι υφίστανται ικανά επιχειρήματα υπέρ της απόψεως ότι, έστω και αν, πριν εκδοθεί η οδηγία, τα κράτη μέλη διέθεταν εγγενή εξουσία να καθορίζουν μέσω δικαιολογημένου περιορισμού των παρεχομένων από τα άρθρα 59 και 60 δικαιωμάτων κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού, η οδηγία αφαίρεσε την εξουσία αυτή όσον αφορά τους προσδιοριζόμενους στην οδηγία του 1978 κλάδους ασφαλίσεως. Αν πρέπει να καθοριστούν κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού, αυτό πρέπει να γίνει από την Κοινότητα.
Αν, αντίθετα προς την άποψη αυτή, τα κράτη μέλη έχουν εξουσιοδοτηθεί από την οδηγία να καθορίζουν κατώτατα όρια, τότε δεν υφίστανται πάλι, στην υπό κρίση υπόθεση, στοιχεία αποδεικνύοντα ότι τα εν λόγω όρια είναι αδικαιολογήτως υψηλά. Αυτό αποτελεί ζήτημα το οποίο, εφόσον δεν μπορεί να επιτευχθεί σχετική συμφωνία, ίσως χρειαστεί να επανεξεταστεί από την Επιτροπή.
Εντούτοις, δεν νομίζω ότι αποτελεί, οπωσδήποτε, απάντηση στην αιτίαση το ότι είχαν καθοριστεί μόνο ανώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού, εφόσον είναι σαφές ότι μπορούσε να καθοριστεί, ως προς τα κατώτατα όρια, οποιοδήποτε ποσό μέχρι του ύψους των ανώτατων αυτών ορίων.
Συμπέρασμα
Υπό το φως των πιο πάνω σκέψεων, έχω τη γνώμη ότι:
1)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εφαρμόζοντας το νόμο περί ελέγχου των ασφαλίσεων, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο της 29ης Μαρτίου 1983, ο οποίος ορίζει ότι, όταν κοινοτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις θέλουν να παρέχουν εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπηρεσίες σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλισης μεταφορών, μέσω πωλητών, αντιπροσώπων, πρακτόρων ή άλλων μεσαζόντων, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να είναι εγκατεστημένες και να έχουν λάβει άδεια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι δε μεσίτες ασφαλίσεων που είναι εγκατεστημένοι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούν να μεσολαβούν για τη σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως μεταξύ προσώπων που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ασφαλιστών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θέτοντας σε ισχύ και εφαρμόζοντας το νόμο της 29ης Μαρτίου 1983, με τον οποίο επιδιώχτηκε η εφαρμογή της οδηγίας του Συμβουλίου 78/473/ΕΟΚ της 30ής Μαΐου 1978, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ και την προαναφερθείσα οδηγία, κατά το μέτρο που ο εν λόγω νόμος ορίζει, όσον αφορά πράξεις κοινοτικής συνασφαλίσεως, ότι ο κύριος ασφαλιστής πρέπει να είναι εγκατεστημένος στο κράτος αυτό και να έχει λάβει εκεί άδεια για να καλύπτει, επίσης, μόνο τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο.
3)
Ο καθορισμός κατωτάτων ορίων ασφαλιστικού ποσού για ορισμένους κλάδους ασφαλίσεως, κάτω των οποίων απαγορεύεται η συνασφάλιση, αντίκειται προς το άρθρο 59 και 60 της Συνθήκης' η οδηγία 78/473/ΕΟΚ δεν εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να καθορίζουν τέτοια κατώτατα όρια.
Νομίζω ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, καθώς και στα δικαστικά έξοδα των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου. Έχω τη γνώμη ότι το Βέλγιο, η Δανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία, που παρενέβησαν υπέρ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy