ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 6ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με απόφαση της 1ης Μαρτίου 1974, ο προσφεύγων στην υπό κρίση υπόθεση διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος με το βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3, στη γενική διεύθυνση οικονομικών και χρηματοδοτικών υποθέσεων της Επιτροπής από τις 11 Φεβρουαρίου 1974. Με άλλη απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, μονιμοποιήθηκε στη θέση που κατείχε και με τον ίδιο βαθμό από τις 11 Νοεμβρίου 1974.
Προ του διορισμού του, είχε μεσολαβήσει ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του προσφεύγοντος και των αρμοδίων υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με το βαθμό του. Με επιστολή της 2ας Νοεμβρίου 1973, ο Powell υπέβαλε παράπονα στον Baxter, διευθυντή προσωπικού της Επιτροπής, κατά της προτάσεως για το διορισμό του με το βαθμό Α 5. Λόγω της επαγγελματικής του πείρας ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να διοριστεί με βαθμό Α 4 ή ανώτερο. Ο Baxter απάντησε στις 21 Νοεμβρίου 1973 ότι η επιτροπή που ήταν αρμόδια για τον προσδιορισμό του βαθμού και κλιμακίου των προσλαμβανομένων υπαλλήλων είχε κάνει ειδική σύσταση να επανεξεταστεί ο βαθμός του προσφεύγοντος κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας του. Με το ίδιο έγγραφο ο διευθυντής προσωπικού ανέλαβε τη δέσμευση ότι η υπηρεσία του θα μεριμνούσε να δοθεί συνέχεια στη σύσταση αυτή. Ο προσφεύγων τότε έγραψε δεύτερη επιστολή με ημερομηνία 26 Νοεμβρίου 1973 στον Baxter, με την οποία δεχόταν τη θέση που του προσφέρθηκε υποθέτοντας ότι η αρχική του βαθμολογική κατάταξη θα επανεξεταζόταν κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας.
Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, όπως φαίνεται από έγγραφο που απεστάλη στον προσφεύγοντα στις 27 Μαΐου 1982 από τη διεύθυνση προσωπικού, η προσωπική του περίπτωση ( που χαρακτηρίζεται « οριακή » ) δεν είχε τύχει αναθεωρήσεως, παρά το ότι είχε μεσολαβήσει γενική αναθεώρηση των κατατάξεων των βρετανών, δανών και ιρλανδών υπαλλήλων που είχαν προσληφθεί με τους βαθμούς Α 4 και Α 5. Του ελέχθη, ωστόσο, ότι είχε προταθεί προς προαγωγή στο βαθμό Α 4.
Το τελευταίο αυτό έγγραφο ώθησε τον προσφεύγοντα να υποβάλει αίτηση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, να αναθεωρηθεί η κατάταξη του αναδρομικά στο βαθμό Α 4 από τις 31 Δεκεμβρίου 1974. Η αίτηση εκείνη, που έφερε ημερομηνία 1η Σεπτεμβρίου 1982, απορρίφθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1983 με έγγραφο του Burke, του αρμόδιου επιτρόπου. Κατόπιν της απορρίψεως αυτής, ο Powell υπέβαλε διοικητική ένσταση με ημερομηνία 28 Μαρτίου 1983, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία επίσης απορρίφθηκε από τον Burke, με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1983, μεταξύ άλλων για το λόγο ότι εκπρόθεσμα προσέβαλε την απόφαση περί διορισμού του στο βαθμό Α 5. Δεν επιδίωξε, ωστόσο, να προσβάλει την απόρριψη εκείνη ενώπιον του Δικαστηρίου.
Δημοσιεύτηκε τότε το δελτίο αριθ. 420 των « Διοικητικών Πληροφοριών » με ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 1983. Περιείχε « Απόφαση περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη κατά την πρόσληψη ». Κατά το μέτρο που αφορά την παρούσα δίκη, η απόφαση ανέφερε τα εξής:
« Φέρεται εις γνώση του προσωπικού ότι ο κ. Burke, μέλος της Επιτροπής αρμόδιο για θέματα προσωπικού και διοικήσεως, εξέδωσε μια νέα απόφαση για τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη κατά την πρόσληψη, η οποία τέθηκε σε ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 1983. Η απόφαση αυτή καταργεί και αντικαθιστά την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973 που ίσχυε μέχρι τώρα.
Κατ' εξαίρεση, οποιοσδήποτε υπάλληλος που έχει καταταγεί κατ' εφαρμογή της παλιάς αποφάσεως και ο οποίος θεωρεί ότι δεν έχει καταταγεί σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονταν με αυτήν, έχει στη διάθεση του μια τελευταία προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία του παρόντος δημοσιεύματος για να υποβάλει αίτηση περί ανακατατάξεως.
Ο γενικός διευθυντής προσωπικού
και διοικήσεως
J.-C. Morel »
Στις 22 Νοεμβρίου 1983, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση περί ανακατατάξεώς του σύμφωνα με την πιο πάνω διοικητική πληροφορία. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιανουαρίου 1984 του Morel. Στις 2 Φεβρουαρίου 1984, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της αποφάσεως αυτής, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Με το δικόγραφο που κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 28 Αυγούστου 1984, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τις αποφάσεις περί διορισμού του της 1ης Μαρτίου 1974 και της 31ης Οκτωβρίου 1974 κατά το μέτρο που αναφέρονται στο βαθμό του' να ακυρώσει την απόφαση που του κοινοποιήθηκε με το υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιανουαρίου 1984 και τη σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της από 2 Φεβρουαρίου 1984 ενστάσεώς του' να κρίνει δε ότι έγινε, ή ότι έπρεπε να γίνει, υπάλληλος με βαθμό Α 4 από τις 11 Φεβρουαρίου 1974.
Η Επιτροπή υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά το άρθρο 91 του κανονισμού διαδικασίας με την αιτιολογία ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά την άποψή της, αμφισβητούμενη απόφαση είναι η απόφαση της 1ης Μαρτίου 1974, η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 19 Μαρτίου 1975 το αργότερο, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή υπέγραψε απόδειξη παραλαβής της αποφάσεως της 31ης Οκτωβρίου 1974. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η διοικητική πληροφορία δεν προκάλεσε, και δεν μπορούσε να προκαλέσει, την έναρξη νέας προθεσμίας.
Κατά τις προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως τόνισε πρόσφατα ο γενικός εισαγγελέας Mancini στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 231/81, Valentini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3027 ), ότι η τήρηση των προθεσμιών που τάσσονται από τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως. Δεν μπορούν οι διάδικοι να παραιτηθούν απ' αυτές ή να τις μεταβάλουν (υπόθεση 227/83, Μούση κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3133). Επιπλέον, σε διάφορες υποθέσεις, στις οποίες επίσης αναφέρεται ο γενικός εισαγγελέας, το Δικαστήριο έκρινε παγίως ότι μια απόφαση που απλώς επιβεβαιώνει προηγούμενη απόφαση δεν προκαλεί την έναρξη νέας προθεσμίας.
Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι μπορεί να ανακύψει κάποιο νέο στοιχείο, το οποίο παρέχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να ζητήσει από την Επιτροπή να επανεξετάσει μια απόφαση που διαφορετικά δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί [υποθέσεις 109/63 και 13/64, Muller κατά Επιτροπής, (1964) ECR σ. 663 ]. Η άρνηση επανεξετάσεως ή η απόρριψη αιτήσεως περί επανεξετάσεως μπορεί έτσι να καταστήσει δυνατή την άσκηση προσφυγής, εφόσον η προθεσμία κινείται εκ νέου.
'Ετσι, στην υπόθεση 190/82, Blomefield κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3981 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η γνωστοποίηση στα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973, με ανακοίνωση προς το προσωπικό του Μαρτίου 1981, αποτελούσε νέο γεγονός που προκαλούσε την έναρξη νέας προθεσμίας, κυρίως διότι ο προσφεύγων δεν γνώριζε μέχρι τότε την ύπαρξη, ή τουλάχιστον το περιεχόμενο, της εν λόγω αποφάσεως.
Στην υπόθεση 231/84, ο γενικός εισαγγελέας εξέφρασε την άποψη ότι η προθεσμία άρχισε να τρέχει κατά του Valentini στις 12 Μαΐου 1982, αφού δηλαδή είχε λάβει απάντηση στην αίτηση που είχε καταθέσει στις 4 Ιουνίου 1981 για την επανεξέταση της κατάταξης του και ότι επομένως δεν μπορούσε ο Valentini να επικαλεστεί την απόφαση Blomefield, στην οποία η προσφυγή είχε ασκηθεί εντός των τασσομένων προθεσμιών βάσει του στοιχείου ότι η προθεσμία άρχιζε εκ νέου.
Ο Powell δεν έκανε καμιά αίτηση βάσει της δημοσιεύσεως το 1981 των κριτηρίων του 1973, και, επομένως, η περίπτωση του διαφέρει ως προς το σημείο αυτό από εκείνη του Valentini. Ωστόσο, ο γενικός εισαγγελέας Mancini υποστήριξε επίσης ότι το μέτρο της 21ης Οκτωβρίου 1983 σήμαινε απλώς ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να ακολουθήσει μια διαδικασία αναθεωρήσεως, διαδικασία όμως ανεπίσημη, άτυπη και με κανένα τρόπο υποχρεωτική, και ότι τούτο δεν αποτελούσε νέο στοιχείο που θα μπορούσε να προβληθεί.
Δέχομαι ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της δημοσίευσης, αφενός, το 1981 κριτηρίων που παρέμεναν μέχρι τότε απόρρητα και που για το λόγο αυτό δεν μπορούσαν μέχρι την ημερομηνία εκείνη να προσβληθούν, και της δημοσίευσης, αφετέρου, το 1983 νέων κριτηρίων μαζί με τη σημείωση ότι « κατ' εξαίρεση » ένας υπάλληλος που θεωρούσε ότι δεν είχε καταταγεί σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονταν με την προηγούμενη απόφαση είχε μια τελική ευκαιρία να ζητήσει την ανακατάταξη του εντός τριών μηνών από την ημερομηνία του δημοσιεύματος.
Η ανακοίνωση αυτή, έστω και αν έγινε ανεπίσημα και αν αποτελεί ασυνήθιστη προσφορά, υπογραφόταν, ωστόσο, από το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή να την απευθύνει. Ίσως να μην ήταν προσφορά την οποία η Επιτροπή υποχρεούνταν να κάνει. Πάντως έγινε και πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν σπουδαία και ότι έγινε για βάσιμους λόγους. Εκ πρώτης όψεως, σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι η Επιτροπή δέχεται ότι, αν ένας υπάλληλος — ο οποίος διαφορετικά δεν θα μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή την αναθεώρηση της κατάταξης του — θεωρεί ότι έπρεπε να τύχει διαφορετικής κατατάξεως σύμφωνα με τα προηγούμενα κριτήρια, μπορεί να υποβάλει αίτηση εντός τριών μηνών και τότε η Επιτροπή θα κινήσει εκ νέου το ζήτημα της κατάταξης του. Αν ένας υπάλληλος υπέβαλλε αίτηση εμπροθέσμως (προθεσμία βέβαια που τώρα έχει παρέλθει προ πολλού ), είχε δικαίωμα να τύχει απαντητικής αποφάσεως. Αν η απόφαση αυτή τον έβλαπτε, είχε, κατά την άποψη μου, δικαίωμα να ακολουθήσει τη διαδικασία των άρθρων 90, παράγραφος 2, και 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Αν η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία αυτή και λαμβάνει βάσει αυτής απόφαση, δεν βλέπω κανένα βάσιμο λόγο γιατί δεν θα έπρεπε το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία ελέγχου της νομιμότητας της απόφασης αυτής, εφόσον βέβαια ασκείται προσφυγή εντός των οριζομένων προθεσμιών.
Η περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων υποβάλλει εξ ιδίας πρωτοβουλίας αίτηση στην Επιτροπή, η δε Επιτροπή λαμβάνει τη θέση ότι είναι εκπρόθεσμη η άσκηση ενστάσεως κατά αποφάσεως περί κατατάξεως, ή διατηρεί την άποψη της εις απάντηση της αιτήσεως αυτής, μου φαίνεται διαφορετική. Τίποτε από όσα ελέχθησαν μέχρι τώρα δεν προσκρούει στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, κατά τις οποίες ο προσφεύγων δεν μπορεί εξ ιδίας πρωτοβουλίας να ανακινήσει με νέα αίτηση του την εξέταση αποφάσεως που δεν προσεβλήθη εμπροθέσμως. Στην υπό κρίση περίπτωση, ωστόσο, η σπουδαία ανοικτή πρόταση, που έτυχε σπουδαίας αποδοχής, οδηγεί, κατά την άποψη μου, σε απόφαση που υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Τις προθεσμίες που άρχισαν από την αρχική απόφαση δεν τις παρατείνουν οι διάδικοι, αλλά έχει ληφθεί νέα απόφαση.
Με όλο το σεβασμό προς την αντίθετη άποψη που διατυπώθηκε στην υπόθεση 231/84, θα δεχόμουν, επομένως, ότι η προσφορά της Επιτροπής αποτέλεσε νέο στοιχείο, ότι η απόφαση που ελήφθη κατόπιν αιτήσεως αποτέλεσε εντελώς νέα απόφαση και ότι δεν μπορεί η Επιτροπή να επικαλεστεί ότι, επειδή αυτό έγινε άνευ νομίμου υποχρεώσεως, δεν είχε και έννομες συνέπειες.
Κατά τη γνώμη μου, η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.
Με τις γραπτές του παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής, ο προσφεύγων προέβαλε ένα επιχείρημα βάσει του υπηρεσιακού σημειώματος του Morel της 6ης Ιανουαρίου 1984. Το σημείωμα αυτό, εκτός του ότι απέρριπτε την αίτηση του Powell περί ανακατατάξεώς του, ανέφερε ότι η επαγγελματική του πείρα διάρκειας 12 ετών και 3 μηνών στη Midland Bank, στο Υπουργείο Οικονομικών και στο Greater London Council (Συμβούλιο μείζονος περιοχής Λονδίνου) έπρεπε να θεωρηθεί ως διαρκείας 11 ετών και 3 μηνών μόνο. Στο σημείωμα αναφερόταν ότι η μείωση αυτή της επαγγελματικής πείρας του προσφεύγοντος, για την κατάταξη του, στηριζόταν στην παράγραφο 2, στοιχείο α), του παραρτήματος II της ανακοίνωσης προς το προσωπικό του Μαρτίου 1981, στην οποία δημοσιεύτηκε η απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973. Κατά τον προσφεύγοντα, πριν λάβει το υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιανουαρίου 1984, δεν γνώριζε ότι η επαγγελματική του πείρα προτού γίνει υπάλληλος της Επιτροπής λογιζόταν κατά ένα έτος βραχύτερη από ό,τι πράγματι ήταν. Ισχυρίζεται επομένως ότι το σημείωμα αυτό αποτέλεσε νέο στοιχείο, τέτοιο που μπορούσε να προκαλέσει την έναρξη νέας προθεσμίας.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε στο σημείο αυτό και δεν απάντησε στα επιχειρήματα και στους πραγματικούς ισχυρισμούς του προσφεύγοντος. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το παραδεκτό της προσφυγής θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον η διατύπωση του παραρτήματος II της ανακοίνωσης προς το προσωπικό του Μαρτίου 1981 ήταν τέτοια, ώστε να όφειλε ο προσφεύγων να γνωρίζει το στοιχείο αυτό: η δικογραφία δεν περιέχει κανένα άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι προ της 6ης Ιανουαρίου 1984 ο Powell γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει περί της μειώσεως της διάρκειας της επαγγελματικής του πείρας για την κατάταξη του.
Το άρθρο 3 της απόφασης της 5ης Ιουνίου 1973 όριζε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να διορίσει έναν υποψήφιο με το βαθμό Α 4 αν έχει 12ετή επαγγελματική πείρα. Το παράρτημα II της ανακοίνωσης του Μαρτίου 1981 όριζε τα της πρακτικής της επιτροπής κατατάξεως. Η παράγραφος 2, που φέρει την επικεφαλίδα « Σταδιοδρομία Α 7/Α 6 », αρχίζει ως εξής:
« α )
Κατόπιν συστάσεως της επιτροπής κατατάξεως που στηρίχτηκε στο γεγονός ότι η διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών ποικίλλει στα κράτη μέλη μεταξύ τριών και οκτώ ετών, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσεις κατά την κατάταξη, ελήφθησαν μέτρα για να μειωθεί στην πράξη το χάσμα από πέντε σε δύο χρόνια.
Στην περίπτωση συντόμου κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών, η ενδεχόμενη επαγγελματική πείρα λαμβάνεται υπόψη μόνο μετά το πέρας του τέταρτου έτους από τη συμπλήρωση των σπουδών μέσης εκπαιδεύσεως.
Στην περίπτωση μακρού κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών, η επαγγελματική πείρα λαμβάνεται υπόψη από το αντίστοιχο έβδομο έτος. »
Δέχομαι τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος ότι, βάσει αναγνώσεως των διατάξεων αυτών, δεν θα μπορούσε κανείς να περιμένει ότι θα γνώριζε περί της μειώσεως της επαγγελματικής του πείρας.
Πρώτον, η παράγραφος 2 του παραρτήματος Π έφερε την επικεφαλίδα « Σταδιοδρομία Α 7/Α 6 » και επομένως ήταν τουλάχιστον εύλογο να υποθέσει ότι δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του.
Δεύτερον, οι πανεπιστημιακές σπουδές του Powell στο Trinity College του Δουβλίνου διήρκεσαν τέσσερα χρόνια, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό που είναι συνημμένο στο δικόγραφο της προσφυγής του. Στην υπόθεση 25/83, Buick κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1984, σ. 1773) έγινε δεκτό ότι η τετραετής περίοδος, που αναφέρεται στη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 2, στοιχείο α ), αρχίζει κατά την έναρξη των πανεπιστημιακών σπουδών του υποψηφίου. 'Ετσι λοιπόν, αν υπολογιστεί στο ελάχιστο μέτρο της, φαίνεται λογικό να συναχθεί απ' αυτό — όπως συνήγαγε ο προσφεύγων — ότι, για την κατάταξη του, η επαγγελματική του πείρα θεωρείται ότι άρχισε να υπολογίζεται από το πέρας των σπουδών αυτών και την έναρξη της μεταπανεπιστη-μιακής του σταδιοδρομίας. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η τεκμαιρόμενη για την κατάταξη διάρκεια της επαγγελματικής του πείρας συμπίπτει με την πραγματική διάρκεια της μετα-πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας.
Καταλήγω επομένως στην άποψη ότι η διατύπωση της ανακοίνωσης προς το προσωπικό του Μαρτίου 1981 δεν ήταν τέτοια, ώστε ο προσφεύγων να όφειλε να γνωρίζει ότι η επαγγελματική του πείρα λογιζόταν ότι ήταν μόνο 11 ετών και 3 μηνών. Αν η ερμηνεία που προβάλλει για το παράρτημα II είναι ή όχι η ορθή αποτελεί ζήτημα ουσίας που πρέπει να κριθεί σε επόμενο στάδιο.
Επιπλέον, είναι σαφές ότι η πληροφορία αυτή που εκμαιεύθηκε από το υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιανουαρίου 1984 είναι κρίσιμη για την υπόθεση του προσφεύγοντος. Η προσφυγή του στηρίζεται, κατά το ουσιαστικό της μέρος, αποκλειστικά ή πάντως σε πολύ μεγάλο βαθμό σε αυτήν.
Υπό το φως των σκέψεων που ανέπτυξα, το υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιανουαρίου 1984 πρέπει να θεωρηθεί ως νέα στοιχείο που προκάλεσε την έναρξη νέας προθεσμίας. Επομένως η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή και γι' αυτό το λόγο.
Για τα δικαστικά έξοδα αυτού του μέρους της υποθέσεως πρέπει, κατά την άποψη μου, να γίνει επιφύλαξη μέχρι τη συζήτηση επί της ουσίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy