ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 12ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Powell ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 1ης Μαρτίου 1974, με την οποία διορίστηκε ως δόκιμος υπάλληλος από τις 11 Φεβρουαρίου 1974, και της απόφασης της 31ης Οκτωβρίου 1974, με την οποία μονιμοποιήθηκε στη ΓΔ II από τις 11 Νοεμβρίου 1974, κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές κατατάχτηκε στο βαθμό Α 5. Προσβάλλει επίσης την από 6 Ιανουαρίου 1984 απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως, με την οποία επιβεβαιώθηκε η κατάταξη του στο βαθμό Α 5, καθώς και την απόρριψη της διοικητικής του ενστάσεως κατά της κατατάξεως αυτής. Με την προσφυγή του, ζήτησε αρχικά από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι κατατάχτηκε, ή ότι έπρεπε να καταταγεί, στο βαθμό Α 4 από τις 11 Φεβρουαρίου 1974, με την απάντηση του όμως απέσυρε το αίτημα αυτό.
Η Επιτροπή ισχυρίστηκε αρχικά ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 14ης Νοεμβρίου 1985. Στην απόφαση εκείνη, καθώς και στις προτάσεις μου που ανέπτυξα στις 6 Ιουνίου 1985, εκτίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και έτσι σήμερα μπορούν να εκτεθούν με περισσότερη συντομία.
Κατά το χρόνο του αρχικού του διορισμού, ίσχυε η απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973, περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη κατά την πρόσληψη. Η απόφαση αυτή όριζε, στο άρθρο 1, υπό την επικεφαλίδα «Διορισμός με τον εισαγωγικό βαθμό της εισαγωγικής σταδιοδρομίας μιας κατηγορίας», ότι «η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διορίζει, κατά κανόνα, τον επιλεγέντα υποψήφιο ως δόκιμο υπάλληλο με τον εισαγωγικό βαθμό της εισαγωγικής σταδιοδρομίας της κατηγορίας ή του κλάδου του ». Εξαίρεση προβλεπόταν, ωστόσο, από το άρθρο 3 της ίδιας απόφασης, υπό την επικεφαλίδα «Διορισμός στον ανώτερο βαθμό μιας σταδιοδρομίας », που όριζε τα εξής ( κατά το μέτρο που μας ενδιαφέρει):
« Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί, κατ' εξαίρεση και για να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες προσλήψεων, να διορίσει τον επιλεγέντα υποψήφιο στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής ή της ενδιάμεσης σταδιοδρομίας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δικαιολογεί επαγγελματική πείρα... ελαχίστης διαρκείας: 12 ετών για το βαθμό Α 4... »
Βάσει αυτής της αποφάσεως, προτάθηκε στον Powell μια θέση βαθμού Α 5, κλιμάκιο 3. Με την από 2 Νοεμβρίου 1973 επιστολή του ο Powell απέκρουσε αρχικά την πρόταση αυτή, με την αιτιολογία ότι η πείρα του και η θέση του δικαιολογούσαν διορισμό με το βαθμό Α 4 τουλάχιστον. Με το από 21 Νοεμβρίου έγγραφο του, ο διευθυντής προσωπικού του είπε ότι έπρεπε να αποδεχτεί την κατάταξη στο βαθμό Á 5, κλιμάκιο 3. Στη συνέχεια όμως ακολουθούν ορισμένες φράσεις, στις οποίες ο προσφεύγων αποδίδει σημασία. « Η επιτροπή (κατατάξεως) διετύπωσε ειδικά τη σύσταση να επανεξεταστεί η βαθμολογική σας κατάταξη κατά το τέλος της δοκιμαστικής σας περιόδου... Το τμήμα προσωπικού θα μεριμνήσει, σε συνεργασία με την υπηρεσία στην οποία θα τοποθετηθείτε, ώστε να γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες σύμφωνα με τη σύσταση αυτή. » Κατόπιν τούτου, ο προσφεύγων αποδέχτηκε στις 26 Νοεμβρίου την προταθείσα θέση, «λαμβάνοντας υπόψη και το ότι η αρχική κατάταξη στο βαθμό Α 5/3 θα επανεξεταστεί κατά το τέλος της περιόδου δοκιμασίας με την προοπτική να ανακαταταγώ τότε στο βαθμό Α4».
Αυτό δεν φαίνεται να έγινε στην πραγματικότητα. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι έγινε οποιαδήποτε επανεξέταση με προοπτική την ανακατάταξη του· και μόνο με το από 27 Μαΐου 1982 έγγραφο της διευθύνσεως προσωπικού, αφού είχε εγείρει εκ νέου το θέμα, του ελέχθη ότι, κατόπιν γενικής αναθεωρήσεως, « αποφασίστηκε να μην αναθεωρηθούν οι ατομικές οριακές περιπτώσεις, όπως η δική σας ». Και το έγγραφο συνέχιζε: « βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σημειώσω ότι έχετε προταθεί φέτος από τη ΓΔ II προς προαγωγή στο βαθμό Α 4 και ελπίζω ειλικρινά να λάβετε σύντομα την προαγωγή αυτή ».
Υπάρχει άλλο ένα έγγραφο της Επιτροπής, το οποίο επικαλείται ο προσφεύγων. Το Μάρτιο 1981, η γενική διεύθυνση προσωπικού και διοικήσεως κυκλοφόρησε μια ανακοίνωση που περιείχε την απόφαση του 1973 στο παράρτημα Ι και τους κανόνες της πρακτικής της επιτροπής κατατάξεως στο παράρτημα Π. Στο παράρτημα II, στην παράγραφο 2, υπό την επικεφαλίδα « Σταδιοδρομία Α 7/6 », αναφέρεται ότι: « Στην περίπτωση βραχέος κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών, η ενδεχόμενη επαγγελματική πείρα λαμβάνεται υπόψη μόνο μετά το πέρας του τέταρτου έτους από τη συμπλήρωση του πλήρους κύκλου σπουδών μέσης εκπαιδεύσεως ».
Στη συνέχεια, η απόφαση του 1973 περί κριτηρίων αντικαταστάθηκε από μια απόφαση του 1983. Γνωστοποιώντας τη νέα αυτή απόφαση, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως ανέφερε ότι οποιοσδήποτε υπάλληλος, που είχε καταταγεί κατ' εφαρμογή της παλιάς αποφάσεως και θεωρούσε ότι δεν είχε καταταγεί σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονταν σ' αυτή, είχε μια τελευταία προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία του δημοσιεύματος αυτού για να υποβάλει αίτηση ανακατατάξεως.
Μετά δύο προηγούμενες ενστάσεις που είχαν απορριφθεί από την Επιτροπή στις 5 Ιανουαρίου και στις 8 Ιουλίου 1983 αντιστοίχως, ο Powell, ανταποκρινόμενος σ' αυτή την κλήση, υπέβαλε και πάλι αίτηση ανακατατάξεως στις 22 Νοεμβρίου 1983, η οποία απορρίφθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1984. Στην απορριπτική του απάντηση, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως ανέφερε ότι, κατόπιν εξετάσεως του φακέλου από την επιτροπή κατατάξεως, η οποία υπολόγισε την επαγγελματική πείρα του Powell σε δώδεκα έτη και τρεις μήνες, που μειώνονται σε ένδεκα έτη και τρεις μήνες, δεδομένου ότι είχε δίπλωμα βραχέος κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του παραρτήματος II, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, διατηρήθηκε η αρχική του κατάταξη στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3. Η διοικητική ένσταση που υπέβαλε στις 2 Φεβρουαρίου 1984 κατά της αποφάσεως αυτής δεν έτυχε απαντήσεως και πρέπει να θεωρηθεί ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς.
Ο ουσιώδης ισχυρισμός του Powell είναι πολύ σύντομος. Φοίτησε στο Trinity College του Δουβλίνου από το 1957 μέχρι το 1961, δηλαδή τέσσερα χρόνια. Κατά το διορισμό του στη θέση του στην Επιτροπή, είχε συμπληρώσει δώδεκα έτη και τρεις μήνες σχετικής επαγγελματικής πείρας. Η Επιτροπή δέχεται και τα δύο αυτά πραγματικά περιστατικά. Έπεται ότι, και αν ακόμη ισχύσει εν προκειμένω η παράγραφος 2 του παραρτήματος II — πράγμα το οποίο αμφισβητεί ο Powell και ορθώς κατά την άποψη μου — και πάλι είχε διανύσει τέσσερα χρόνια πανεπιστημιακών σπουδών, αφού περάτωσε τον πλήρη κύκλο σπουδών μέσης εκπαιδεύσεως και επομένως είχε πάνω από δώδεκα έτη επαγγελματικής πείρας. Συνεπώς ισχυρίζεται ότι, τόσο το 1973 όσο και το 1984, η κατάταξη του έγινε επί τη βάσει εσφαλμένων πραγματικών περιστατικών, ότι δηλαδή είχε επαγγελματική πείρα μόνο ένδεκα ετών.
Η Επιτροπή, με την ανταπάντηση της, αλλά και διά του εκπροσώπου της σήμερα, δέχεται ότι αυτό συνιστά πλάνη περί τα πράγματα και ότι ο Powell είχε επαγγελματική πείρα δώδεκα ετών και πλέον. Υποστηρίζει όμως η Επιτροπή ότι πρόκειται για ζήτημα που εναπόκειται στη διακριτική της ευχέρεια. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διορίσει κάποιον με το βαθμό Α 4 απλώς διότι έχει δώδεκα έτη επαγγελματικής πείρας. Ο ισχυρισμός αυτός της Επιτροπής, ότι πρόκειται περί ζητήματος που εναπόκειται στη διακριτική της ευχέρεια, είναι ασφαλώς ορθός. Νομίζω ωστόσο ότι είναι σαφές ότι η διακριτική ευχέρεια εν προκειμένω μπορεί και πρέπει να ασκηθεί βάσει ορθών αρχών.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή στην αντίκρουση της, ότι η Επιτροπή είχε εξετάσει στην προκειμένη περίπτωση τις ανάγκες προσλήψεων κατά το χρόνο του διορισμού του Powell, οι οποίες δεν δικαιολογούσαν εξαίρεση στην περίπτωση του.
Όπως αποδείχτηκε, αυτό ασφαλώς δεν ίσχυε το 1984. Η Επιτροπή βασίστηκε στην παραδοχή ότι ο Powell είχε επαγγελματική πείρα μόνο ένδεκα ετών σ' αυτή τη βάση, δεν συνέτρεχαν καν οι προϋποθέσεις ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας, ούτε μπορεί να ισχυριστεί η Επιτροπή ότι άσκησε ορθώς τη διακριτική της ευχέρεια το 1984. Δεν υπάρχει τίποτε στη δικογραφία — ούτε και προφορικά υποστηρίχτηκε κάτι τέτοιο — που να αποδεικνύει ότι, όταν η Επιτροπή έλαβε την αρχική απόφαση το 1973, κινήθηκε από κάποιον άλλο λόγο. Κατά την αντίληψη μου, πρέπει σαφώς να συναχθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε στην ίδια πλάνη περί τα πράγματα και γι' αυτό δεν άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, διότι νόμισε ότι ο Powell δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις.
Γι' αυτό και μόνο το λόγο, κατά την άποψη μου, οι αποφάσεις τόσο του 1973 όσο και του 1984 πρέπει να ακυρωθούν και η Επιτροπή οφείλει να επανεξετάσει το ζήτημα. Ορθώς είπε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ότι η Επιτροπή εμμένει στην άποψη της ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στη διακριτική της ευχέρεια. Εκείνο όμως που δεν μπορεί να κάνει η Επιτροπή είναι να επικυρώσει την προηγούμενη κατάταξη χωρίς κατάλληλη επανεξέταση. Είναι δικαίωμα του Powell να δει να επανεξετάζεται το θέμα του.
Ο προσφεύγων προβάλλει άλλους τέσσερις ισχυρισμούς, τους οποίους θα εξετάσω εν συντομία. Προβάλλει, πρώτ' απ' όλα, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης του 1973 επιτρέπει να ληφθεί υπόψη και η λοιπή επαγγελματική του πείρα. Δεν βρίσκω ότι αυτό το επιχείρημα του είναι λυσιτελές. Το άρθρο αυτό απλώς κάνει λόγο για τη χορήγηση επιπλέον κλιμακίων εντός ορισμένου βαθμού και δεν αφορά καθόλου το υπό κρίση αίτημα.
Δεύτερον, προβάλλει, επικαλούμενος πραγματικά περιστατικά, ότι οι ανάγκες προσλήψεων δικαιολογούσαν κατ' εξαίρεση την κατάταξη του στο βαθμό Α 4. Συγκεκριμένα επικαλείται τηλεφώνημα που του έκανε στις 21 Νοεμβρίου 1973 ο αρμόδιος διευθυντής για να τον παροτρύνει να δεχτεί τη θέση βαθμού Α 5. Αυτό το γεγονός, από μόνο του, προφανώς δεν αρκεί· δεν νομίζω ότι, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει το ζήτημα αυτό. Αυτό εναπόκειται στην Επιτροπή, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι είναι σαφές ότι η Επιτροπή εκδήλωσε τότε ζωηρό ενδιαφέρον να προσλάβει αυτόν τον άνθρωπο ως υπάλληλο. Ο Powell παροτρύνθηκε να ανακαλέσει την άρνηση του να δεχτεί την πρόταση από την υπόσχεση ότι θα γινόταν αναθεώρηση κατά το πέρας της δοκιμασίας του. Αυτό, κατά την άποψη μου, είναι ένα γεγονός που η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη.
Υποστηρίζει, τρίτον, ότι υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο επιβάλλει να ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως για όλους τους υπαλλήλους που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο. Αναφέρει ότι, σε απάντηση σχετικού ερωτήματος του Δικαστηρίου στην υπόθεση 343/82, Μιχαήλ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 4023 ), ελέχθη ότι η Επιτροπή πάντα διόριζε κάποιον στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, όταν αυτός είχε την πείρα που απαιτούσε το άρθρο 3 της απόφασης του 1973. Η Επιτροπή, ωστόσο, ισχυρίζεται τώρα ότι η απάντηση εκείνη αναφερόταν μόνο στην περίπτωση που διορίζεται κάποιος στην εισαγωγική και όχι στην ενδιάμεση σταδιοδρομία. Δεν νομίζω ότι είναι δυνατό στο Δικαστήριο να κρίνει το ζήτημα αυτό βάσει των στοιχείων που διαθέτει. Ούτε είναι δυνατό στο Δικαστήριο να ερευνήσει το τέταρτο επιχείρημα που προέβαλε επικουρικώς ο Powell, κατά πόσο δηλαδή, λόγω ελλείψεως δυνατοτήτων από τον προϋπολογισμό, έγινε εις βάρος αυτού, καθώς και άλλων υπαλλήλων από τα τρία νέα κράτη μέλη το 1973, δυσμενής διάκριση θίγουσα το κύρος της απόφασης' πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποκρούεται από την Επιτροπή.
Πάντως, ως προς το βασικό επίδικο ζήτημα, κατά την άποψη μου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αποφάσεις της 1ης Μαρτίου και της 31ης Οκτωβρίου 1974 και της 6ης Ιανουαρίου 1984, καθώς και η σιωπηρή απόρριψη της από 2 Φεβρουαρίου 1984 διοικητικής του ενστάσεως, πρέπει να ακυρωθούν και να αναπεμφθεί το ζήτημα στην Επιτροπή προς επανεξέταση. Τα έξοδα του προσφεύγοντος για την παρούσα διαδικασία και για τη διαδικασία που αφορούσε το παραδεκτό πρέπει να καταβληθούν από την Επιτροπή.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy