ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 6ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
Το ιστορικό της διαφοράς επί της οποίας πρόκειται να διατυπώσω την άποψή μου σήμερα ανατρέχει στο έτος 1977.
Η εταιρία AS-Autoteile Service GmbH — η αναιρεσείουσα — αγοράζει μεταχειρισμένα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, ιδίως συμπλέκτες και τεμάχια συμπλεκτών, τα επιδιορθώνει και τα πωλεί στη συνέχεια ως ανταλλακτικά. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της αυτών, συνήψε την άνοιξη του 1977 εμπορικές σχέσεις με την εταιρία PAT που εδρεύει στο Meckenheira, κοντά στη Βόννη. Εταίρος της τελευταίας αυτής εταιρίας ήταν ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος κατοικεί μονίμως στη Γαλλία. Μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου 1977 η αναιρεσείουσα κατέβαλε συνολικά στην εταιρία PAT, για τα είδη που της είχε παραδώσει, ποσό 1940 949,95 γερμανικών μάρκων ( DM ). Μετά την τελευταία παράδοση της εταιρίας PAT, ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρίας PAT ως προς την ποιότητα του παραδοθέντος εμπορεύματος. Η αναιρεσείουσα ζήτησε από την εταιρία PAT την απόδοση ποσού 1001476,95 DM, ισχυριζόμενη ότι η PAT της είχε ουσιαστικά παραδώσει παλιοσίδερα, που δεν ήταν δυνατό να αξιοποιηθούν, αντί να της παραδώσει τα συμφωνηθέντα μεταχειρισμένα τεμάχια που ήταν δυνατόν να επιδιορθωθούν. Το Landgericht της Βόννης έκανε δεκτό το αίτημα αυτό και καταδίκασε την εταιρία PAT ερήμην στις 5 Απριλίου 1978. Δεν μπόρεσε όμως να γίνει εκτέλεση βάσει του τίτλου αυτού, επειδή η περιουσία της εταιρίας PAT είχε εξανεμιστεί και η αίτηση της εταιρίας να αρχίσει η διαδικασία της πτώχευσης είχε απορριφθεί από το Amtsgericht του Euskirchen στις 5 Μαΐου 1978, επειδή δεν υπήρχε πτωχευτική περιουσία ικανή να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας.
Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε λάβει από την εταιρία PAT χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από την απαίτηση της κατά της PAT, τα οποία ο καθού πρέπει να αποδώσει στην PAT βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας κατασχέθηκαν έτσι οι απαιτήσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού που ενδεχομένως είχε η PAT έναντι του καθού και δόθηκε στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα να της εισπράξει. Η αναιρεσείουσα τότε ενήγαγε τον καθού ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων και ζήτησε την καταβολή 1008 741,25 DM εντόκως. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των γερμανικών δικαστηρίων.
Με την απορριπτική απόφαση εκείνης της δίκης — που είναι προγενέστερη της προκειμένης διαδικασίας — καταδικάστηκε η ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα. Ο εναγόμενος πέτυχε την έκδοση Διάταξης για τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων που έπρεπε να του καταβάλει η ενάγουσα. Για να αποτρέψει την πραγματοποίηση της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει της Διάταξης αυτής, η ενάγουσα παρέσχε ως ασφάλεια τραπεζική εγγύηση. Η ενάγουσα πρότεινε σε συμψηφισμό κατά των απαιτήσεων του εναγομένου από τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αυτής δίκης (40000 DM περίπου ) τις απαιτήσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού που είχαν κατασχεθεί και για τις οποίες της είχε δοθεί το δικαίωμα εισπράξεως, απαιτήσεις που είχε προβάλει χωρίς επιτυχία στην πρώτη εκείνη δίκη. Με ανακοπή που άσκησε ενώπιον του Landgericht Baden-Baden κατά του εναγομένουκαθού, η ενάγουσα-ανακόπτουσα ζήτησε, επικαλούμενη το συμψηφισμό αυτό, να κηρυχθεί απαράδεκτη η αναγκαστική εκτέλεση που θα. πραγματοποιούνταν βάσει της Διατάξεως για τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων της πρώτης δίκης.
To Landgericht απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των γερμανικών δικαστηρίων. Δεν έδωσε πάντως απάντηση στο ερώτημα αν η διεθνής δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 16, σημείο 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών. Κατά το Landgericht, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας για την ανακοπή εκτελέσεως με την οποία ο ανακόπτων, ο οποίος έχει ηττηθεί στην προηγούμενη δίκη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, επιδιώκει να ματαιώσει την ικανοποίηση των αξιώσεων που έχει ο καθού για την καταβολή των εξόδων της δίκης εκείνης, προτείνοντας τώρα σε συμψηφισμό την απαίτηση που δεν του επιδικάστηκε προηγουμένως.
Κατά της αποφάσεως αυτής και σύμφωνα με το άρθρο 566α του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Bundesgerichtshof αναίρεση χωρίς προηγουμένως να ασκήσει έφεση. Για να εκδώσει απόφαση επί της αναιρέσεως, το Bundesgerichtshof θεωρεί αναγκαίο να δοθεί απάντηση σε τρία ερωτήματα σχετικά με το άρθρο 16, παράγραφος 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών. Έτσι υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1)
Εμπίπτουν στη ρύθμιση της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 16, σημείο 5, της Σύμβασης οι ανακοπές εκτελέσεως του άρθρου 767 του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ( ZPO );
2)
Είναι δυνατό, βάσει του άρθρου 16, σημείο 5, της Σύμβασης, να προταθεί με ανακοπή εκτελέσεως ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους του τόπου εκτελέσεως ο συμψηφισμός της απαίτησης, βάσει της οποίας χωρεί η εκτέλεση, με απαίτηση επί της οποίας τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους δεν θα ήταν αρμόδια να αποφανθούν, αν η απαίτηση αυτή αποτελούσε αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής;
3)
Η κατά το άρθρο 16, σημείο 5, της Σύμβασης διεθνής δικαιοδοσία καλύπτει και τη διαδικασία στην οποία ο οφειλέτης, επικαλούμενος το ανεπίτρεπτο της αναγκαστικής εκτελέσεως, απαιτεί την επιστροφή του πρωτότυπου εγγράφου της εγγυοδοσίας στην οποία προέβη με σκοπό να αποτρέψει, παρέχοντας την ασφάλεια αυτή, την πραγματοποίηση της αναγκαστικής εκτελέσεως;
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατέθεσαν παρατηρήσεις η αναιρεσείουσα, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Οι παρατηρήσεις αυτές συμφωνούν τελικά ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα, το οποίο συνδέεται στενά με το πρώτο. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση και στα δύο ερωτήματα, αφού η ανακοπή εκτελέσεως εμπίπτει καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών. Ενόψει των εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, το ίδιο ισχύει και για το ερώτημα σχετικά με την επιστροφή του εγγράφου της εγγυοδοσίας.
Διαφωνίες υπάρχουν όμως ως προς το δεύτερο ερώτημα, με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί αν με την ανακοπή εκτελέσεως μπορούν να προβληθούν και ουσιαστικές αξιώσεις που προϋποθέτουν την εξέταση αξιώσεων για την εξέταση των οποίων δεν θα ήταν αρμόδιο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελλών, το επιληφθέν δικαστήριο του κράτους της εκτελέσεως. Η αναιρεσείουσα δίνει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, ενώ η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη.
Β.
Η άποψη μου επί των προδικαστικών αυτών ερωτημάτων είναι η εξής:
1.
Δεδομένου ότι το κύριο νομικό ζήτημα στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έγκειται στο δεύτερο ερώτημα, θα το εξετάσω και πρώτο. Με το ερώτημα αυτό το Bundesgerichtshof ζητεί να μάθει αν κατά το άρθρο 16, σημείο 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών μπορεί να προταθεί με ανακοπή εκτελέσεως ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση, ο συμψηφισμός μιας απαίτησης με την απαίτηση βάσει της οποίας χωρεί η εκτέλεση, αν τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου αυτού κράτους δεν θα ήταν αρμόδια να αποφανθούν επί της αυτοτελούς αγωγής που θα είχε ως αντικείμενο την πρώτη απαίτηση.
Η αναιρεσείουσα θα ήθελε να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Υποστηρίζει ότι από το γράμμα της Σύμβασης των Βρυξελλών, η οποία προβλέπει την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων « του κράτους του τόπου εκτελέσεως » για τις ανακοπές εκτελέσεως, συνάγεται η αποκλειστική δικαιοδοσία και για τις προβαλλόμενες αντιρρήσεις.
Η κυβέρνηση του Ενωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υποστηρίζουν όμως την αντίθετη άποψη. Κατ' αυτές, εκ πρώτης όψεως υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το δικαστήριο του τόπου εκτελέσεως θα έπρεπε, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να έχει αρμοδιότητα και για όλες τις αξιώσεις που ενδεχομένως συνδέονται με την αναγκαστική εκτέλεση μιας απόφασης, το συμπέρασμα όμως αυτό αναιρείται από ορισμένους επιτακτικούς λόγους αρχής. Το άρθρο 16 θεμελιώνει αποκλειστικές διεθνείς δικαιοδοσίες, οι οποίες, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να ερμηνεύονται στενά ( 1 ). Δεν θεσπίζει πρόσθετες δικαιοδοσίες για νέες αξιώσεις ή για ενστάσεις στις οποίες θεμελιώνεται η ευθύνη ή με τις οποίες — όπως εν προκειμένω — αποσβέννυται η ευθύνη. Η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 16 από τους γενικούς κανόνες περί δικαιοδοσίας της Σύμβασης των Βρυξελλών δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι που να αφορούν την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης: παρέκκλιση από τη βασική διάταξη του άρθρου 2 (δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου) δικαιολογείται μόνο εφόσον υπάρχει αποχρών λόγος.
Οι στόχοι, ο σκοπός και το όλο σύστημα της Σύμβασης των Βρυξελλών συνηγορούν σαφώς υπέρ της τελευταίας αυτής άποψης. Η Σύμβαση των Βρυξελλών προβλέπει σημαντικές διευκολύνσεις για τον αιτούντα την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Αντίστοιχα όμως υπάρχουν — σαν αντιστάθμισμα—διατάξεις που προστατεύουν τον καθού και περιέχονται στον τίτλο II της Σύμβασης. Ακριβώς λόγω της απλοποιημένης αναγνώρισης και εκτέλεσης των αποφάσεων ο καθού πρέπει να προστατευθεί από την αιφνιδιαστική υποβολή αιτήσεων ενώπιον αναρμόδιων δικαστηρίων, από το να μην έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί και να έχει να αντιμετωπίσει τέτοιες αποφάσεις.
Αυτό όμως θα συνέβαινε αν έπρεπε να συμμετάσχει, στο πλαίσιο του άρθρου 16, σημείο 5, σε διαδικασία ανακοπής εκτελέσεως η οποία στηρίζεται στο συμψηφισμό με μια άλλη απαίτηση για την οποία τα δικαστήρια του κράτους της εκτελέσεως έχουν κρίνει, με τελεσίδικη απόφαση τους, ότι δεν είναι αρμόδια.
Αν και ο αναιρεσίβλητος δεν χρειάστηκε επομένως να αμυνθεί στην « κύρια δίκη » κατά της απαιτήσεως που του αντιτάσσεται, αφού το δικαστήριο ήταν αναρμόδιο, εντούτοις θα έπρεπε να το πράξει σε σχέση με τη διαδικασία καθορισμού των δικαστικών εξόδων — και αυτό μόνο και μόνο για να μπορέσει να καλύψει τα έξοδα που υπέστη για την άμυνα του κατά της απαράδεκτης αγωγής. Ο αναιρεσίβλητος δηλαδή θα υποχρεωνόταν να προβάλει τους ισχυρισμούς του επί της ουσίας, μονολότι στη δίκη στην οποία είχε προβληθεί η σχετική αξίωση είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας.
Ορθά επομένως το Landgericht του Baden-Baden έκρινε, με την απόφαση του της 4ης Νοεμβρίου 1983, ότι « δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ένα τέτοιο αποτέλεσμα, αν ληφθούν υπόψη το γράμμα και η έννοια των διατάξεων περί δικαιοδοσίας, καθώς και η προστασία την οποία έχουν σκοπό να παρέχουν ».
Η άποψη της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής είναι εξάλλου σύμφωνη και με τις διατάξεις του άρθρου 16, σημείο 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών. Οι διατάξεις περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας αποτελούν, πρώτον, εξαιρέσεις, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε ήδη, πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Δεύτερον, τα θέματα που αναφέρει το άρθρο 16 — τα οποία αφορούν ορισμένες διαφορές περί μισθώσεων, εταιρικού δικαίου, καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία, νομικής προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, αναγκαστικής εκτελέσεως — είναι ζητήματα για τα οποία απαιτείται, επειδή είναι ιδιαίτερα δύσκολα ή περίπλοκα, το αρμόδιο δικαστήριο να γνωρίζει πολύ καλά την εθνική νομοθεσία. «... Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είναι προτιμότερο, επειδή είναι περίπλοκες, να αφεθεί αποκλειστικά και μόνο στα δικαστήρια της χώρας στην οποία ισχύουν » : με αυτό τον τρόπο θεμελίωσε το Δικαστήριο, με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1977, την αποκλειστική δικαιοδοσία του άρθρου 16, σημείο 1 ( 2 ).
Η « εγγύτης » του αρμόδιου δικαστηρίου μπορεί βέβαια να απαιτείται ενόψει των ρυθμίσεων για την « προσφυγή στη βία ειδικά για την απόδοση ή κατάσχεση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων με σκοπό την εκτέλεση αποφάσεων ή άλλων τίτλων » ( 3 ) δηλαδή προκειμένου να κριθεί αν ορισμένα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως είναι νόμιμα. Δεν αποτελεί επομένως επαρκή λόγο για να αναγνωριστεί αποκλειστική δικαιοδοσία για μια αξίωση που προβάλλεται σε μεταγενέστερη διαδικασία, εφόσον για την « κύρια υπόθεση », δηλαδή για την εξέταση της αξίωσης αυτής, δεν υπήρχε διεθνής δικαιοδοσία και η έλλειφη αυτή άιεθνονς δικαιοδοσίας αναγνωρίστηκε με τελεοίοικη απόφαοη.
2.
Αφού το ίδιο το Bundesgerichtshof έκρινε στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε ότι, εφόσον δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ή στο δεύτερο ερώτημα, η αναίρεση ως προς την ανακοπή εκτελέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί, δεν θεωρώ ότι είναι πλέον αναγκαίο να εξετάσω το πρώτο ερώτημα. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει θέση επί του γενικού ερωτήματος αν και κατά πόσο οι ανακοπές εκτελέσεως του άρθρου 767 του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εμπίπτουν στο άρθρο 16, παράγραφος 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών, αφού το ζήτημα αυτό, όπως εξέθεσε και το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο, δεν έχει πλέον σημασία για την έκδοση της απόφασης. Εξάλλου είμαι της γνώμης ότι στην προκειμένη διαδικασία ειπώθηκαν πολύ λίγα επί του γενικού αυτού προβλήματος, οπότε δεν είναι δυνατό να καθοριστεί το σημείο μέχρι το οποίο οι ανακοπές εκτελέσεως εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του άρθρου 16, σημείο 5 ( εν πάση περιπτώσει, μου φαίνεται βέβαιο ότι καταρχήν μπορούν να. εμπίπτουν στο πεδίο ).
3.
Αν και το Bundesgerichtshof υπέβαλε το τρίτο ερώτημά του, σχετικά με την επιστροφή του εγγράφου της εγγυοδοσίας, ανεξάρτητα από τα ερωτήματα 1 και 2, πιστεύω ότι ούτε και στο ερώτημα αυτό είναι αναγκαίο να απαντήσει το Δικαστήριο. Σχετικά συμμερίζομαι την άποψη της αναιρεσείουσας, η οποία ισχυρίστηκε ότι η αξίωση αυτή αποδόσεως συνδέεται τόσο στενά με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ώστε για λόγους συνάφειας δεν μπορεί να υπάρξει άλλη διεθνής δικαιοδοσία για την αξίωση αυτή παρά μόνο η δικαιοδοσία που προβλέπεται για τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Γ.
Κατόπιν όλων αυτών προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Bundesgerichtshof:
Το άρθρο 16, σημείο 5, της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να προταθεί με ανακοπή εκτελέσεως ο συμψηφισμός μιας απαίτησης με την απαίτηση από δικαστικά έξοδα στην οποία στηρίζεται η εκτέλεση, εφόσον δικαστήριο του συμβαλλόμενου κράτους αυτού έχει αναγνωρίσει με τελεσίδικη απόφαση ότι τα δικαστήρια του κράτους αυτού δεν είναι αρμόδια να αποφανθούν επί της αυτοτελούς αγωγής που θα είχε ως αντικείμενο την πρώτη απαίτηση.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Πρβλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1977 στην υπόθεση 73/77, Sanders κατά van der Putte, Sig. 1977, σσ. 2383, 2390 και επ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 288/82, Duijnstee κατά Goderbauer, Συλλογή 1983, σσ. 3663,3676 και επ.
( 2 ) Βλ. υποσημείωση 1.
( 3 ) Πρβλ. τις διευκρινίσεις ως προς τη φράση « θέματα αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεων », τις οποίες δίνει ο Ρ. Jenard στην έκθεση του επί της Συμβάσεως των Βρυξελλών ( ABI. 1979, C 59, σ. 36 ).
Full & Egal Universal Law Academy