ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 6ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Pauvert προσλήφθηκε ως οδηγός από την Επιτροπή την 1η Ιουλίου 1973, με το βαθμό D 3. Την 1η Ιουνίου 1978 μετατέθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο με το βαθμό D 2. Στις 16 Φεβρουαρίου 1983, το Ελεγκτικό Συνέδριο δημοσίευσε ανακοίνωση κενής θέσεως κύριου οδηγού με βαθμό D 1 (αριθ. CC/D/1/83). Σύμφωνα με μία από τις καθοριζόμενες προϋποθέσεις, ο υποψήφιος έπρεπε να έχει δεκαπενταετή πείρα οδηγού. Η ανακοίνωση όριζε ότι οι αιτήσεις μετατάξεως έπρεπε να υποβληθούν μέχρι τις 10 Μαρτίου. Στις 17 Μαρτίου ο Pauvert είχε συνέντευξη με τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος, με υπόμνημα υπ' αριθ. 2517 που απηύθυνε αυθημερόν στον Pauvert, επιβεβαίωσε ότι είχε πληροφορήσει τον Pauvert ότι σκόπευε να καλύψει τη θέση αυτή, η οποία συνεπαγόταν την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων, και ότι, αφού είχε εξετάσει τις ικανότητες του Pauvert, ήταν διατεθειμένος να διορίσει τον προσφεύγοντα στη θέση D 1, αν ο τελευταίος διαβεβαίωνε ότι είχε τις ικανότητες για να αντεπεξέλθει στα καθοριζόμενα καθήκοντα και ήταν σύμφωνος με το διορισμό. Ανέφερε ότι αν ο Pauvert ήταν σύμφωνος, θα προέβαινε στο διορισμό. Ο πρόεδρος ήταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, όσον αφορά τη θέση αυτή.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 18ης Μαρτίου 1983, ο αιτών διαβεβαίωσε ότι ήταν ικανός να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις αυτές.
Στην πραγματικότητα, ο Pauvert δεν είχε υποβάλει αίτηση σύμφωνα με την ανακοίνωση κενής θέσεως. Ο μόνος υποψήφιος που είχε υποβάλει αίτηση, ήταν ένας άλλος οδηγός, ο οποίος, είχε επίσης το βαθμό D2 και, όπως και ο Pauvert, έπρεπε μάλλον να προαχθεί βαθμολογικώς και όχι να μεταταγεί στη θέση που αντιστοιχούσε στο βαθμό D 1.
Ακολούθως, ο πρόεδρος πληροφορήθηκε ότι, μολονότι ο Pauvert είχε μεγαλύτερη των δεκαπέντε ετών επαγγελματική πείρα, είχε εργαστεί ως οδηγός μόνο επί έντεκα έτη και τρεις μήνες και, επομένως, δεν πληρούσε την προϋπόθεση της δεκαπενταετούς πείρας οδηγού. Ο άλλος ενδιαφερόμενος οδηγός είχε πράγματι μεγαλύτερη των δεκαπέντε ετών πείρα οδηγού.
Κατόπιν αυτών, ο πρόεδρος αποφάσισε ότι η αρχική ανακοίνωση κενής θέσεως δεν περιέγραφε ικανοποιητικά τη φύση της θέσεως ή τα προσόντα τα οποία πράγματι απαιτούσε η θέση αυτή. Εξέδωσε, συνεπώς, στις 7 Ιουλίου 1983, δεύτερη ανακοίνωση κενής θέσεως ( αριθ. CC7D/2/83 ), κατά την οποία απαιτείτο πείρα τουλάχιστο δεκαπέντε ετών, από τα οποία οκτώ οδηγού. Η ανακοίνωση όριζε ότι οι αιτήσεις μετατάξεως έπρεπε να υποβληθούν μέχρι τις 29 Ιουλίου 1983.
Φαίνεται ότι η δεύτερη ανακοίνωση, η οποία ακύρωσε και αντικατέστησε την πρώτη ανακοίνωση της 16ης Φεβρουαρίου 1983, δημοσιεύτηκε προκειμένου να μπορέσει ο Pauvert να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα προσόντα για την υποβολή υποψηφιότητας.
Ο Pauvert και ο άλλος οδηγός υπέβαλαν, και οι δύο, υποψηφιότητα σύμφωνα με την ανακοίνωση αυτή.
Στις 6 Απριλίου 1984, ο Pauvert ζήτησε να περιληφθεί στο φάκελό του το υπόμνημα της 17ης Μαρτίου 1983, αλλά δεν ζήτησε το διορισμό του ούτε διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι δεν είχε διοριστεί. Η αίτηση αυτή απορρίφτηκε στις 10 Απριλίου 1984. Παρόμοια αίτηση της 12ης Απριλίου 1984, η οποία αφορούσε τη δήλωση του Προέδρου ότι θα προέβαινε στο διορισμό ( η οποία, όπως ανέφερε η αίτηση, μετέβαλε την υπηρεσιακή κατάσταση του Pauvert), επίσης απορρίφτηκε στις 8 Μαΐου 1984.
Ο Πρόεδρος, αφού εξέτασε και τις δύο αιτήσεις και, όπως φαίνεται, και άλλους πιθανούς υποψήφιους, οι οποίοι δεν είχαν, στην πραγματικότητα, υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας ούτε μετά την πρώτη ούτε μετά τη δεύτερη ανακοίνωση κενής θέσεως, και αφού έλαβε υπόψη του τις ανάγκες της υπηρεσίας, αποφάσισε τη διενέργεια εσωτερικού διαγωνισμού. Η σχετική ανακοίνωση (αριθ. CC/D/2/84) δημοσιεύτηκε στις 16 Μαΐου 1984, οι δε αιτήσεις υποψηφιότητας έπρεπε να υποβληθούν μέχρι τις 12 Ιουνίου 1984. Σύμφωνα με μία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, οι υποψήφιοι έπρεπε να έχουν πείρα δεκαπέντε ετών, τουλάχιστον, από τα οποία οκτώ οδηγού. Τελικά δεν διορίστηκε κανείς με το διαγωνισμό αυτό.
Στις 27 Ιουνίου 1984, ο Pauvert υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, διοικητική ένσταση κατά της προκήρυξης του εσωτερικού διαγωνισμού που είχε ανακοινωθεί στις 16 Μαΐου 1984. Με την ένσταση αυτή, αναφέρθηκε και πάλι στη δήλωση στην οποία προέβη ο Πρόεδρος, με το υπόμνημα το οποίο δεν είχε ανακληθεί, και σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος επρόκειτο να διορίσει τον Pauvert σε θέση αντιστοιχούσα στο βαθμό D 1, και ζήτησε, σχετικά, να υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου η νομιμότητα της αποφάσεως περί διορισμού. Ζήτησε, επίσης, να επικυρωθεί επισήμως ο διορισμός του στη θέση αυτή.
Η ένσταση αυτή εξετάστηκε και απορρίφτηκε στις 12 Ιουλίου 1984. Το υπόμνημα περί απορρίψεως της ενστάσεως παραδεχόταν ότι το υπ' αριθ. 2517 υπόμνημα αποτελούσε πράγματι ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να καλύψει τη θέση με βαθμολογική προαγωγή του Pauvert, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που είχαν δικαίωμα βαθμολογικής προαγωγής. Ανέφερε, όμως, ότι η απόφαση αυτή εξαρτιόταν από τις προϋποθέσεις που όριζε η πρώτη ανακοίνωση κενής θέσεως υπ' αριθ. CC/D1/83 και ότι η πείρα του Pauvert δεν ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις αυτές ώστε να μπορεί να διοριστεί στη θέση αυτή. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, όπως ανέφερε το υπόμνημα, ήταν υποχρεωμένο δυνάμει του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων να προβεί σε νέα συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλήλων που είχαν δικαίωμα βαθμολογικής προαγωγής. Ο εσωτερικός διαγωνισμός διενεργήθηκε διότι εμφανίστηκαν περισσότεροι υπάλληλοι με δικαίωμα βαθμολογικής προαγωγής.
Ο Pauvert υποστηρίζει ότι το υπ' αριθ. 2517 υπόμνημα αποτελεί έγκυρη απόφαση ή δήλωση προθέσεως βαθμολογικής προαγωγής του και ότι, εφόσον κατέστη ανεπιφύλακτη με την αποδοχή της εκ μέρους του, δεν υπήρχε δικαιολογία για νέα εξέταση του θέματος. Ακόμα και αν δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που όριζε η πρώτη ανακοίνωση κενής θέσεως, συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις της δεύτερης ανακοίνωσης και η υποχρέωση διορισμού του παρέμενε ισχυρή και οριστική, δεδομένου, ιδίως, ότι η διοίκηση είχε αναλάβει την υποχρέωση αυτή μετά από εκτίμηση των ικανοτήτων του. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η παράλειψη βαθμολογικής προαγωγής του συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της χρηστής διοίκησης.
Δεν υπάρχει κανένα έγγραφο του φακέλου ή προφορική απόφαση που να συνιστά άρνηση της διοίκησης να προβεί στο διορισμό που είχε αρχικά υποσχεθεί, ούτε υπάρχει καμία τυπική αίτηση για το διορισμό αυτό. Δέχομαι, εντούτοις, ότι η αίτηση με την οποία ζητήθηκε να περιληφθεί στο φάκελο το υπ' αριθ. 2517 υπόμνημα, μολονότι δεν έθιγε το κύριο σημείο, υποδήλωνε πράγματι αίτηση διορισμού και ότι αντικείμενο της διοικητικής ένστασης που υπέβαλε ο προσφεύγων κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, όπως σαφώς δέχτηκε το Ελεγκτικό Συνέδριο, ήταν η άρνηση της διοίκησης να διορίσει τον προσφεύγοντα κατ' εφαρμογή του υπομνήματος υπ' αριθ. 2517.
Εντούτοις, μολονότι ο Pauvert δεν είχε υποβάλει αίτηση με την πρώτη ανακοίνωση κενής θέσεως, είναι προφανές ότι ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου προέβη στη δήλωση προθέσεως στα πλαίσια της ανακοίνωσης αυτής και σύμφωνα με τους όρους της. Όσο και αν είναι περίεργο να υπόσχεται η διοίκηση διορισμό σε άτομο το οποίο δεν έχει υποβάλει εγκαίρως σχετική αίτηση, είναι, εντούτοις, σαφές ότι αν ο Pauvert συγκέντρωνε πράγματι τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, θα είχε προαχθεί και διοριστεί στη θέση αυτή. Η δήλωση προθέσεως στηριζόταν, όμως, στην υπόθεση ότι ο Pauvert συγκέντρωνε πράγματι τα απαιτούμενα προσόντα ως υποψήφιος με δεκαπενταετή πείρα οδηγού. Αποδείχτηκε πριν γίνει ο διορισμός ότι η υπόθεση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ο Pauvert πρέπει να γνώριζε ότι δεν συγκέντρωνε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και τίποτα δεν αφήνει να εννοηθεί ότι ο Πρόεδρος είχε την πρόθεση να παραβλέψει, ή παρέβλεψε, την προϋπόθεση της δεκαπεντατούς πείρας οδηγού που απαιτείτο στα πλαίσια της πρώτης προκήρυξης διαγωνισμού.
Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι δεν δέχομαι το επιχείρημα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι η πλάνη αυτή περί τα πράγματα καθιστά άκυρη την ανάληψη της υποχρεώσεως, νομίζω ότι, εφόσον τα περιστατικά έγιναν γνωστά, ο Πρόεδρος είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της αναληφθείσας υποχρέωσης και να μην προβεί στην προαγωγή. Με τη δημοσίευση της νέας ανακοίνωσης κενής θέσεως, παρά το ότι η ανακοίνωση αυτή προσαρμόστηκε στα προσόντα του Pauvert, στην πραγματικότητα η διαδικασία άρχισε εκ νέου. Θα ήταν άτοπο να μην κρίνει ο Πρόεδρος τις δύο αιτήσεις υποψηφιότητας που υποβλήθηκαν βάσει των προσόντων των υποψηφίων. Εφόσον έπραξε κατά τον τρόπο αυτό, είχε το δικαίωμα να διενεργήσει εσωτερικό διαγωνισμό.
Επομένως, μολονότι ήταν τουλάχιστον ατυχές το γεγονός ότι ο Πρόεδρος δεσμεύτηκε πριν ελεγχθούν τα πραγματικά στοιχεία, δεν νομίζω ότι υπήρξε παράνομη άρνηση εκ μέρους του να προβεί σε διορισμό ή βαθμολογική προαγωγή. Ούτε μπορεί ο προσφεύγων να αποδείξει ότι έγινε κατάχρηση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του, δεδομένου ότι πρέπει να γνώριζε ότι δεν συγκεντρώνει τα απαιτούμενα προσόντα (ίσως δε αυτός να ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν υπέβαλε την πρώτη φορά αίτηση υποψηφιότητας ). Το γεγονός ότι η διοίκηση υπέπεσε σε πλάνη δεν δικαιολογεί, στην περίπτωση αυτή, τον ισχυρισμό του προσφεύγοντα ότι, σύμφωνα με τους κανόνες της χρηστής διοίκησης, έπρεπε να διοριστεί στη θέση την οποία η διοίκηση του είχε υποσχεθεί βασιζόμενη σε πεπλανημένη εκτίμηση της πραγματικής κατάστασης. Είχε όλη τη δυνατότητα να υποβάλει υποψηφιότητα στη δεύτερη ανακοίνωση κενής θέσεως και στον εσωτερικό διαγωνισμό.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η παρούσα προσφυγή είναι απορριπτέα. Παρά το γεγονός ότι οι προσδοκίες του Pauvert πρέπει να οφείλονται στην αρχική ανάληψη υποχρεώσεως από τη διοίκηση, δεν νομίζω ότι μπορεί να λεχθεί ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο ανάγκασε χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως τον προσφεύγοντα να υποβληθεί στα έξοδα της δίκης αυτής υπό την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Προτείνω κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy