ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 4ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι. Τα πραγματικά περιστατικά και η εξέλιξη της διαδικασίας
Για την καλή κατανόηση της υπό κρίση υποθέσεως προτίθεμαι, πρώτον, να εκθέσω συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά και τα της εξελίξεως της διαδικασίας όπως προκύπτουν από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Θα προσθέσω μόνο ορισμένα στοιχεία που προκύπτουν από την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και της SA Agence européenne de contacts και αφορούν τις συμβάσεις που συνήψε η Επιτροπή με την εν λόγω επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως.
Ο Jean-Louis Tordeur τέθηκε στη διάθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το διάστημα μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 1976 και 31ης Μαΐου 1978 ως προσωρινά απασχολούμενος εργαζόμενος, από δύο επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως οι οποίες είχαν ανταποκριθεί σε προσκλήσεις της Επιτροπής για υποβολή προσφορών ενόψει της προσλήψεως προσωπικού υπ' αυτή την ιδιότητα.
Ο Tordeur άσκησε αγωγή κατά της Επιτροπής και των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης ενώπιον του Tribunal du travail των Βρυξελλών, ζητώντας να εφαρμοστεί στην περίπτωση του ο νόμος της 28ης Ιουνίου 1976 περί προσωρινής ρυθμίσεως της έκτακτης εργασίας της προσωρινής απασχολήσεως και της θέσεως εργαζομένων στη διάθεση εργοδοτών ( Moniteur belge της 7.8.1976, σ. 9968 ). Ο Tordeur στηρίζει την αγωγή του στα άρθρα 10 Kat 32 του εν λόγω νόμου.
Το άρθρο 10 ορίζει:
« Η αμοιβή του προσωρινώς απασχολουμένου δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη εκείνης την οποία θα εδικαιούτο αν είχε προσληφθεί από τον εργοδότη υπό τους ιδίους όρους ως μονίμως απασχολούμενος. »
Ο Tordeur ισχυρίζεται ότι τα καθήκοντα που εκτέλεσε πράγματι στην Επιτροπή εμπίπτουν στα συνήθη καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως του βαθμού Α 7 και όχι βοηθού γραφείου όπως χαρακτηρίζεται στη σύμβαση προσλήψεως. Βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 10 ζήτησε να καταδικαστούν η Επιτροπή και οι επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης να του καταβάλουν. τη διαφορά μεταξύ της αμοιβής του βοηθού γραφείου που έλαβε και της αμοιβής υπαλλήλου διοικήσεως του βαθμού Α 7.
Το άρθρο 32 του νόμου της 28ης Ιουνίου 1976 ορίζει τα εξής:
«Π αράγραφος 1. Πέραν των ορίων που θέτουν οι κανόνες των κεφαλαίων Ι και II, απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να θέτουν εργαζομένους που έχουν προσλάβει στη διάθεση τρίτων οι οποίοι τους χρησιμοποιούν και ασκούν επ' αυτών οποιοδήποτε μέρος της εξουσίας που ανήκει κατά κανόνα στον εργοδότη.
Παράγραφος 3. Ο εργοδότης ο οποίος εκτελεί εργασίες μέσω εργαζομένων που τέθηκαν στη διάθεση του κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 και οι εν λόγω εργαζόμενοι λογίζονται συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου από την έναρξη εκτελέσεως των εργασιών.
...
Παράγραφος 4. Ο εργοδότης και το πρόσωπο που θέτει εργαζομένους στη διάθεση του εργοδότη κατά παράβαση της διατάξεως της παραγράφου 1 ευθύνονται εις ολόκληρο για την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, αμοιβών, αποζημιώσεων και πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη σύμβαση η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 3. »
Δυνάμει των διατάξεων αυτών, ο Tordeur ζήτησε να καταδικαστούν η Επιτροπή και οι επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως να του καταβάλουν την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως αορίστου χρόνου που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του προαναφερθέντος άρθρου 32.
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 30ής Μαΐου 1983, το Tribunal du travail των Βρυξελλών έκρινε ότι οι σχέσεις μεταξύ Tordeur, αφενός, και της Επιτροπής καθώς και των δύο επιχειρήσεων προσωρινής απασχολήσεως, αφετέρου, διέπονται από το νόμο της 28ης Ιουνίου 1976.
Η Επιτροπή άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour du travail των Βρυξελλών, υποστηρίζοντας πρωτίστως ότι η διαφορά μεταξύ αυτής και του Tordeur εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, δυνάμει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ και, κατά δεύτερο λόγο, ότι ο νόμος της 28ης Ιουνίου 1976 δεν έχει εφαρμογή επ' αυτής.
Με απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 1984 το Cour du travail των Βρυξελλών ανέβαλε να αποφανθεί οριστικώς επί ορισμένων σημείων της διαφοράς και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
« α )
Η ενδεχόμενη ευθύνη των Κοινοτήτων έναντι του προσωρινώς απασχολουμένου που απορρέει από τις βελγικές εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται στις συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ της Επιτροπής και των επιχειρήσεων προσωρινής απασχολήσεως εμπίπτει ή όχι στο πεδίο της εξωσυμβατικής της ευθύνης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης της Ρώμης ή στο πεδίο άλλου κανόνα κοινοτικού δικαίου που παρέχει στο Δικαστήριο αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση αγωγής κατά της Επιτροπής;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το άρθρο 23 της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που υπεγράφη στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 — εφόσον έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ερώτημα που υποβάλλεται επίσης στο Δικαστήριο — ή οιοσδήποτε άλλος κανόνας κοινοτικού δικαίου που έχει ενδεχομένως εφαρμογή δικαιολογούν εν προκειμένω εξαίρεση από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου υπέρ του ήδη επιληφθέντος εθνικού δικαστή;
γ)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ή καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, τα άρθρα 12 ώς 16 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 8 Απριλίου 1965 ή οιοσδήποτε άλλος κανόνας κοινοτικού δικαίου που έχει ενδεχομένως εφαρμογή εν προκειμένω αποκλείουν την εφαρμογή επί της Επιτροπής των εθνικών διατάξεων οι οποίες σε περίπτωση μη τηρήσεως ορισμένων εθνικών κανόνων ορίζουν κατά πλάσμα δικαίου και ως αστική κύρωση ότι λογίζεται υφισταμένη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του εργοδότη και του προσωρινώς απασχολούμενου εργαζομένου;»
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Κάλεσε πάντως την Επιτροπή να υποβάλει πριν από τη συζήτηση, το κείμενο της γενικής συμβάσεως παροχής υπηρεσιών προσωρινής απασχόλησης που συνήψε με την SA Agence européenne de contacts. Από τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή κατόπιν αυτής της προσκλήσεως προκύπτει με βεβαιότητα στο σημείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, απλώς ότι, εκτός των συμβατικών όρων, η επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως όφειλε να τηρήσει όσον αφορά τη βελγική νομοθεσία ( σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα της 28ης Νοεμβρίου 1969) τις βελγικές διατάξεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι απόψεις των διαδίκων διίστανται ως προς το ζήτημα αν πρέπει να θεωρηθεί εφαρμοστέα ολόκληρη η βελγική κοινωνική νομοθεσία. Η ρήτρα της προσκλήσεως για υποβολή προσφορών της Επιτροπής, που είναι κρίσιμη σχετικώς, δηλαδή το σημείο 6 έχει ως εξής:
« Σύμφωνα με τις διατάξεις του βασιλικού διατάγματος της 28ης Νοεμβρίου 1969 — εκτέλεση του νόμου του 1969, με τον οποίο αναθεωρήθηκε το νομοθετικό διάταγμα της 28ης Δεκεμβρίου 1944 περί κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων (Moniteur belge της 5. 12. 1969 ) — τα προσωρινώς απασχολούμενα πρόσωπα που τίθενται στη διάθεση εργοδοτών υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων της βελγικής κοινωνικής νομοθεσίας. »
Το περιεχόμενο της « συμβάσεως » που συνήφθη με τη SA Agence européenne de contacts, και που παρατάθηκε τακτικά στη συνέχεια, απλώς συνάγεται, όπως ανέφερα προηγουμένως, από την αλληλογραφία που προσκομίστηκε. Όπως φαίνεται δεν συνήφθη κατά κυριολεξία γενική σύμβαση με την εν λόγω επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης.
Αντιθέτως, η γενική σύμβαση που συνήψε η Επιτροπή με τη SA Randstad στις 11 Μαρτίου 1977 ορίζει ρητά ότι η εν λόγω επιχείρηση θέτει προσωρινό προσωπικό στη διάθεση της Επιτροπής σύμφωνα με το νόμο της 28ης Ιουνίου 1976.
II. Απάντηση στα ερωτήματα
11.1. Γενικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Πριν περάσω στην εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων θεωρώ σκόπιμο να παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί βεβαίως να αποφανθεί ούτε επί της ερμηνείας των συμβάσεων που συνήψε διαδοχικά η Επιτροπή με δύο επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως ούτε επί της ερμηνείας της βελγικής εθνικής νομοθεσίας. Νομίζω λοιπόν ότι η γνώση των κειμένων αυτών έχει σημασία μόνο καθόσον επιτρέπει να γίνει καλύτερα αντιληπτό το ουσιαστικό αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου. Αντιθέτως το Δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει κατά την εκτίμηση του τις μακρές αναπτύξεις που οι δύο διάδικοι της κύριας δίκης αφιέρωσαν γραπτώς και προφορικώς στην ερμηνεία των συμβάσεων και του επίδικου βελγικού νόμου της 28ης Ιουνίου 1976.
Ο εκπρόσωπος του Tordeur ανέφερε κατά τη συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του εισηγητή δικαστή, ότι το βασικό του επιχείρημα είναι ότι, δυνάμει των διατάξεων (που παρέθεσα πιο πάνω ) του άρθρου 32, παράγραφος 3, του επίδικου νόμου (η οποία, κατά την άποψη του, είχε αναμφισβήτητα εφαρμογή κατά την κρίσιμη περίοδο), είναι δυνατό να προκύψει σχέση εργασίας μεταξύ ενός εργαζομένου και ενός κοινοτικού οργάνου όχι βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ( ή του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) αλλά βάσει του βελγικού νόμου.
Πράγματι, η ουσιαστική διαφορά συνίσταται στο προαναφερθέν αίτημα του Tordeur, να καταδικαστούν δηλαδή η Επιτροπή και οι επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης να του καταβάλουν αποζημίωση καταγγελίας για τη λύση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου που προέκυψε, κατά την άποψη του, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 32, παράγραφος 3, του βελγικού νόμου, λόγω συμπεριφοράς της Επιτροπής αντίθετης προς το άρθρο 32, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου.
Το ζήτημα αν η ενδεχόμενη ευθύνη της Επιτροπής δυνάμει της προαναφερθείσας διάταξης του νόμου είναι ευθύνη συμβατική ή εκ του νόμου είναι, νομίζω, και αυτό ζήτημα το οποίο μόνο ο εθνικός δικαστής μπορεί να επιλύσει. Για το Δικαστήριο ούτε αυτό το ζήτημα είναι, νομίζω, σημαντικό. Δεν αμφισβητείται ότι οι συμβάσεις που συνήψε εν προκειμένω η Επιτροπή διέπονται αποκλειστικά καταρχήν από το εθνικό δίκαιο. Αν η Επιτροπή ενεργεί, κατά τη σύναψη ή κατά την εκτέλεση τέτοιων συμβάσεων, κατά παράβαση της βελγικής νομοθεσίας, η ενδεχόμενη εξωσυμβατική ευθύνη της βάσει της εν λόγω εθνικής νομοθεσίας δεν διέπεται, κατά την άποψη μου, από το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η εκ του νόμου επέκταση συμβατικής ευθύνης όπως εν προκειμένω διέπεται αποκλειστικά, κατά την άποψη μου, και κατ' ανάλογη εφαρμογή της πρώτης παραγράφου του άρθρου 215, από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση. Στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγα και στην περίπτωση συμβάσεων μισθώσεως, λόγου χάρη, που συνάπτει η Επιτροπή οι οποίες θα αντέβαιναν σε σχετικές διατάξεις εθνικού δικαίου. Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ θα είχε εφαρμογή εν προκειμένω μόνο αν η Επιτροπή είχε ενεργήσει, συνάπτοντας αυτές τις συμβάσεις, κατά παράβαση και του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή του προαναφερθέντος καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Πάντως το πρώτο ερώτημα του βελγικού δικαστηρίου δεν αναφέρεται σ' αυτή την πλευρά του ζητήματος.
Το πραγματικό πρόβλημα που μπορεί ενδεχομένως να ανακύψει εν προκειμένω είναι νομίζω το ζήτημα αν η εφαρμογή του βελγικού νόμου μπορεί να καταλήξει σε αποτέλεσμα που έρχεται σε αντίθεση με το εν λόγω καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά τη γνώμη μου η εφαρμογή του εθνικού νόμου δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση βάσει του εν λόγω καθεστώτος, να οδηγήσει σε μια « σχέση εργασίας εκ του νόμου », αντίθετη προς το εν λόγω καθεστώς ( ή προς τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων). Πάντως αυτό το ζήτημα του ορίου εφαρμογής του εθνικού δικαίου θίγεται μόνο στο τρίτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου και επομένως σ' αυτό το πλαίσιο μπορεί να επιλυθεί καλύτερα.
ΙΙ.2. Απάντηση στο πρώτο ερώτημα
Βάσει των γενικών προκαταρκτικών παρατηρήσεων που εξέθεσα, νομίζω ότι στο πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αρμόζει η ακόλουθη απάντηση:
« Η ενδεχόμενη ευθύνη των Κοινοτήτων έναντι του προσωρινώς απασχολουμένου που απορρέει από τις βελγικές εθνικές διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτει η Επιτροπή με επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης, δεν εμπίπτει στην εξωσυμβατική της ευθύνη στην οποία αναφέρεται η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ ή σε άλλο κανόνα κοινοτικού δικαίου δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής κατά της Επιτροπής. »
II.3. Απάντηση οτο όεύτερο ερώτημα
Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που προτείνω για το πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου.
ΙΙ.4. Απάντηση στο τρίτο ερώτημα
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, συμμερίζομαι την άποψη των δύο διαδίκων της κύριας δίκης, ότι δηλαδή τα άρθρα 12 ώς 16 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω δεδομένου ότι αφορούν αποκλειστικά τα προνόμια και τις ασυλίες των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων.
Αντιθέτως νομίζω, όπως και η Επιτροπή, ότι το « καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» αντίκειται στην εφαρμογή εθνικών διατάξεων που προβλέπουν ότι γεννάται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ κοινοτικού οργάνου και προσωρινώς απασχολούμενων εργαζομένων. Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου γεννάται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω καθεστώτος. Εν προκειμένω, νομίζω ότι μόνο οι διατάξεις οι σχετικές με τους επικουρικούς υπαλλήλους (άρθρα 51 ώς 78 του καθεστώτος) έχουν ενδιαφέρον από αυτή τη σκοπιά. Η πρόσληψη αυτών των υπαλλήλων ρυθμίζεται εξαντλητικά, κατά την άποψη μου, με τα άρθρα 55 και 56. Επομένως στην περίπτωση πράξεων που αντιβαίνουν στις σχετικές εθνικές διατάξεις, ο εθνικός δικαστής μπορεί μόνο να καταδικάσει το συγκεκριμένο κοινοτικό όργανο σε προσήκουσα αποζημίωση.
Για τους λόγους αυτούς σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στο τρίτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου:
« Το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίκειται στην εφαρμογή εθνικών διατάξεων δυνάμει των οποίων γεννάται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ κοινοτικού οργάνου και προσωρινώς απασχολούμενου εργαζομένου. »
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy