ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 11ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι αικασνές,
Το προδικαστικό ερώτημα του Finanzgericht του Ντύσελντορφ, του οποίου επελήφθη το Δικαστήριο, αφορά τη νομιμότητα της επιβολής νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΝΕΠ ) κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως, νωπού, διατηρουμένου με απλή ψύξη ή κατεψυγμένου βοείου κρέατος, υπαγόμενου στις διακρίσεις 02.01 Α II α ) 4 ββ ) και 02.01 Α II β ) 4 ββ ) του κοινού δασμολογίου ( ICA ).
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
Θεωρώ απαραίτητο να περιγράψω με συντομία την ισχύουσα νομοθεσία, δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση εμπλέκεται μεγάλος αριθμός κοινοτικών κανονισμών. Ας μου επιτραπεί σχετικά και για λόγους που άπτονται της ευχερέστερης κατανόησης και παρουσίασης να διακρίνω τις διατάξεις που διέπουν τη ρύθμιση των ποσοστώσεων (Α) από εκείνες που διέπουν την εφαρμογή του συστήματος των ΝΕΠ (Β).
Α — Κανονιστική ρύθμιση περί ποσοστώσεων
Η Κοινότητα ανέλαβε, στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ ( GATT ) και σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, να ανοίξει τρεις δασμολογικές ποσοστώσεις για το βόειο κρέας.
Οι ποσοστώσεις αυτές εμφανίζουν τα ακόλουθα δύο κοινά χαρακτηριστικά:
—
τη μη είσπραξη της εισφοράς που προβλέπεται δυνάμει της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος1
—
την επιβολή δασμού ύψους 20 o/o {πανομοιότυπου με τον αυτόνομο δασμό του κοινού δασμολογίου), που παγιοποιήθηκε στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ.
Τα λοιπά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εν λόγω ποσοστώσεων είναι τα ακόλουθα:
1)
Η πρώτη ποσόστωση αφορά το κατεψυγμένο βόειο κρέας της δασμολογικής διάκρισης 02.01 Α II β) του ΚΔ, συνολικής ποσότητας 50000 τόνων κρέατος χωρίς οστά. Ανοίχτηκε για το έτος 1982 με τον κανονισμό 136/82 του Συμβουλίου τ(\ς19ης Ιανουαρίου 1982 ( ΕΕ L 17, σ. 1 ) η ποσόστωση αυτή κατανεμήθηκε μεταξύ των κρατών μελών.
2)
Η δεύτερη ποσόστωση ανοίχτηκε για συνολική ποσότητα 2250 τόνων κατεψυγμένου κρέατος βουβάλου της δασμολογικής διάκρισης 02.01 Α II β) 4 ββ) του ΚΔ. Ανοίχτηκε για το έτος 1981 με τον κανονιομό 218/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1981 ( ΕΕ L 38, σ. 2 ), και προβλέφθηκε εκ νέου για το έτος 1982 με τον κανονισμό 3716/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 373, σ. 2 ).
3)
Η τρίτη ποσόστωση αναφέρεται στο νωπό, διατηρημένο με απλή φύ§η ή κατεψυγμένο βόειο κρέας αρίστης ποιότητας των δασμολογικών διακρίσεων 02.01 Α II α ) και 02.01 Α II β) του ΚΔ, συνολικής ποσότητας 21000 τόνων. Ανοίχτηκε για το έτος 1981 με τον κανονισμό 217/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1982 ( ΕΕ L 38, σ. 1 ), και προβλέφθηκε εκ νέου για το έτος 1981 με τον κανονισμό 3715/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 373, σ. 1 ). Η σχετική ποσότητα του εν λόγω κρέατος αρίστης ποιότητας, που συνήθως φέρει την ονομασία « Hilton beef », δεν κατανεμήθηκε μεταξύ των κρατών μελών.
Για τη διασφάλιση ιδίως ίσης και συνεχούς προσβάσεως όλων των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών της Κοινότητας στην εν λόγω ποσόστωση, καθώς και η αδιάλειπτη εφαρμογή του συντελεστή που προβλέπεται για όλες τις εισαγωγές των οικείων προϊόντων σε όλα τα κράτη μέλη μέχρι την εξάντληση του συνόλου της ποσόστωσης, η πλήρης αναστολή της εισφοράς κατά την εισαγωγή εξαρτάται από την υποβολή, κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, πιστοποιητικού γνησιότητας ή, προκειμένου για συγκεκριμένη κατηγορία κρέατος, πιστοποιητικού εισαγωγής.
Ο κανονισμός 263/81 της Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 1981 ( ΕΕ L 27, σ. 52), ο οποίος παρατάθηκε για το έτος 1982 με τον κανονισμό 3751/81 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 374, σ. 14 ), διέπει τις λεπτομέρειες των δύο τελευταίων ποσοστώσεων.
Β — Ρύθμιση σχετικά με την εφαομογή των ΝΕΠ
Ο κανονισμός 2140/79 της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 1979, περί θεσπίσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών καθώς και ορισμένων αναγκαίων για την εφαρμογή τους δεικτών και συντελεστών ( JO 1979, L 247, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2979/79 της Επιτροπής, της 27ης Δεκεμβρίου 1979 (JO 1979 L 336, σ. 57), προβλέπει στο παράρτημα 1, μέρος 3 ( τομέας του βοείου κρέατος ), σημείωση υπ' αριθ. 2, εξαίρεση για τα προϊόντα της δασμολογικής διάκρισης 02.01 Α II β ). Πράγματι, η εν λόγω σημείωση διευκρινίζει ότι το ΝΕΠ, το οποίο προβλέπεται γενικά για τον τομέα του βοείου κρέατος, δεν εφαρμόζεται:
« —
εντός του ορίου ποσότητας 50000 τόνων κρέατος χωρίς οστά της ετήσιας δασμολογικής ποσόστωσης που χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το κατεψυγμένο βόειο κρέας,
—
εντός του ορίου ποσότητας 2250 τόνων κρέατος χωρίς οστά της ετήσιας δασμολογικής ποσόστωσης που χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το κατεψυγμένο κρέας βουβάλου.»
Σημειώνω σχετικά ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού της, η Επιτροπή έκρινε ότι, «λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα τον εμπορίου αυτού», η μη εφαρμογή των ΝΕΠ έπρεπε να προβλεφθεί για τις διενεργούμενες στο πλαίσιο των οικείων ποσοστώσεων εισαγωγές.
Η μη εφαρμογή των ΝΕΠ στις οικείες ποσοστώσεις παρατάθηκε από την 1η Μαρτίου 1982 με τον κανονισμό 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, περί τροποποιήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ L 57, σ. 1 ).
Είναι λοιπόν σαφές ότι τα ΝΕΠ δεν εφαρμόζονται στις ποσοστώσεις που ανοίχτηκαν με τους κανονισμούς του Συμβουλίου 3716/81 (2250 τόνοι κατεψυγμένου κρέατος βουβάλου ) και 136/82 ( 50000 τόνοι κατεψυγμένου βοείου κρέατος ).
Αντίθετα, δυνάμει του ίδιου κανονισμού 481/82, με τον οποίο αναπροσαρμόστηκαν τα ΝΕΠ λόγω των τροποποιήσεων που επήλθαν τότε στους συντελεστές βάσεως, εισπράττονται ΝΕΠ επί των εισαγωγών βοείου κρέατος, εξαιρουμένων εκείνων που αναφέρονται παρακάτω.
Γ — Τα πραγματικά περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά που έδωσαν αφορμή στην παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα.
Τον Απρίλιο του 1982, η εταιρία Malt GmbH, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εισήγαγε στη Γερμανία, στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης 21000 τόνων, εκλεκτής ποιότητας βόειο κρέας, αποκαλούμενο « Hilton beef » και υπαγόμενο στις δασμολογικές διακρίσεις 02.01 Α II α) και β) του ICA, και συγκεκριμένα νωπό κρέας προελεύσεως Αργεντινής και κατεψυγμένο κρέας προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών. Εκτός των δασμών και του φόρου κύκλου εργασιών κατά την εισαγωγή, η προσφεύγουσα κατέβαλε για τις εν λόγω εισαγωγές ΝΕΠ ύψους 210874,64 γερμανικών μάρκων που καθορίστηκαν σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κανονισμό 481/82 της Επιτροπής.
Η προσφεύγουσα υπέβαλε ένσταση κατά της εισπράξεως των εν λόγω ΝΕΠ, ισχυριζόμενη ότι συνιστούσε διάκριση σε σύγκριση με τη μεταχείριση που επιφυλασσόταν στις διενεργούμενες στο πλαίσιο των δύο άλλων προαναφερθεισών ποσοστώσεων εισαγωγές.
Δεδομένου ότι το Hauptzollamt του Ντύσελ-ντορφ, καθού στην κύρια δίκη, απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση αυτή, η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του αρμόδιου φορολογικού δικαστηρίου του Ντύσελντορφ προσφυγή κατά της εισπράξεως των ΝΕΠ.
Εκτιμώντας ότι η ερμηνεία του κανονισμού 481/82 της Επιτροπής άφηνε αμφιβολίες και ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτιόταν απ' αυτήν, το Finanzgericht του Ντύσελντορφ υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Είναι παράνομη η θέσπιση νομισματικού εξισωτικού ποσού για το βόειο κρέας της διάκρισης 02.01 Α II α) 4 ββ) του κοινού δασμολογίου, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 481/82, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, στο βαθμό που συνεπάγεται την είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά την εισαγωγή νωπού, διατηρουμένου με απλή ψύξη ή κατεψυγμένου βοείου κρέατος που διενεργείται στο πλαίσιο κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως [ κανονισμός ( ΕΟΚ) 3715/81 ]? »
Το ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αφορά αποκλειστικά τη δασμολογική διάκριση 02.01 Α II α) 4 ββ ) ( νωπό ή όιατηρη- μένο με απλή φύξη βόειο κρέας ). Όπως όμως προκύπτει σαφώς από την αλληλουχία των πραγμάτων, αλλά και από την ίδια τη διατύπωση του ερωτήματος, εμπλέκεται επίσης και το υπαγόμενο στη διάκριση 02.01 Α II β) 4 ββ ) κατεψυγμένο κρέας.
Επισημαίνω περαιτέρω ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε ζητήσει επικουρικά την αφαίρεση από τα εισπραχθέντα ΝΕΠ του ποσού κατά το οποίο θα μειωνόταν η εισφορά κατά την εισαγωγή, αν είχε εισπραχτεί, λόγω της εφαρμογής του νομισματικού συντελεστή. Με τη Διάταξη του, το παραπέμπον δικαστήριο διευκρίνιζε σαφώς ότι ζητούσε από το Δικαστήριο την έκδοση αποφάσεως επ' αυτού, για το λόγο δε αυτό δεν είχε συμπεριλάβει το εν λόγω σημείο στο προδικαστικό του ερώτημα. Δεν προτίθεμαι λοιπόν να μακρηγορήσω επ' αυτού.
II — Το ζήτημα του κύρους του κανονισμού 481/82 της Επιτροπής
Οι προαναφερθέντες κανονισμοί της Επιτροπής σχετικά με τα ΝΕΠ βασίστηκαν ιδίως στον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 ), βασικό κανονισμό του ίάου του συστήματος των ΝΕΠ.
Κατά συνέπεια, η εκτίμηση της νομιμότητας του κανονισμού 481/82 της Επιτροπής, και ιδίως του άρθρου 1, παράγραφος 1, το οποίο παραπέμπει στο παράρτημα 1 που με τη σειρά του θεσπίζει στο μέρος 3 τα εφαρμοστέα στον τομέα του βοείου κρέατος ΝΕΠ, πρέπει να γίνει υπό το φως του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου.
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το εν λόγω άρθρο στερείται νομιμότητας, καθόσον προβλέπει την εφαρμογή των ΝΕΠ και στην περίπτωση της ποσόστωσης των 21000 τόνων, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ΝΕΠ όπως προβλέπονται στον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου και συγκεκριμενοποιούνται με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, οι εν λόγω προϋποθέσεις εφαρμογής είναι τρεις:
α)
η υφιστάμενη ή απειλούμενη διαταραχή του ενδοκοινοτικού εμπορίου,
β )
η τήρηση της αρχής του « αυστηρά ( απολύτως ) αναγκαίου » της είσπραξης των ΝΕΠ ενόψει του προσωρινού χαρακτήρα τους,
γ)
η απαγόρευση οιουδήποτε συμπληρωματικού προστατευτικού στοιχείου.
Εκτός από την προσφεύγουσα, μόνον η Επιτροπή παρενέβη στην παρούσα υπόθεση. Η τελευταία θεωρεί ότι το κύρος της επιβολής ενός ΝΕΠ για το εισαγόμενο από την προσφεύγουσα βόειο κρέας δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
Στη συνέχεια των προτάσεων μου προτίθεμαι να εξετάσω το βάσιμο των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, ακολουθώντας τη σειρά των κριτηρίων που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα.
Α — Διαταραχή στο ενδοκοινοτικό εμπόριο
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2746/72, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 ( JO 1972, L 291, σ. 148 ), « η παράγραφος 1 ( δηλαδή τα ΝΕΠ ) ισχύει μόνο στο βαθμό που η εφαρμογή των αναφερόμενων στην εν λόγω παράγραφο νομισματικών μέτρων επιφέρει διαταραχές στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων ».
Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, η οποία διαθέτει, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με πολλές αποφάσεις του, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις διαταραχές ή κινδύνους διαταραχών που δικαιολογούν την επιβολή ΝΕΠ, υπερέβη προδήλως στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια της εξουσίας αυτής, εν πάση δε περιπτώσει εκείνα που έχουν προσδιοριστεί αυστηρά κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 4/79 ( ONIC, Rec. 1980, σ. 2823 ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, « αν ληφθούν ιδίως υπόψη ο τριπλός ποσοτικός περιορισμός (κοινοτική ποσόστωση, διμερείς ποσοστώσεις σε σχέση με τις προμηθεύτριες χώρες και εθνικές ποσοστώσεις ), η τιμή και η ποιότητα του προϊόντος, καθώς και οι αγοραστές, αποκλείεται κάθε διαταραχή ή κίνδυνος διαταραχής, υπό οποιαδήποτε μορφή και αν είναι δυνατό να νοηθεί ένα εμπόδιο στο καθεστώς παρεμβάσεως σχετικά με το βόειο κρέας » ( γραπτές παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της 10ης Δεκεμβρίου 1984, σ. 13 ).
Κατά την Επιτροπή, η μη εφαρμογή των ΝΕΠ επιφέρει διαταραχές στο ενδοκοινοτικό εμπόριο τόσο όσον αφορά το βόειο κρέας γενικά όσο και ειδικότερα την κατηγορία ποιότητας « Hilton beef ». Αν η εισαγωγή του τελευταίου αυτού κρέατος ξέφευγε από την εφαρμογή του συστήματος των ΝΕΠ, κατά πάσα πιθανότητα, σύμφωνα με την Επιτροπή, το σύνολο της ποσόστωσης θα εισαγόταν στο κράτος μέλος με το ισχυρότερο νόμισμα. Με το δεδομένο αυτό, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να αποδείξει ότι υφίστανται συγκεκριμένες διαταραχές ή κίνδυνος διαταραχών ειδικά σε κάθε περίπτωση, εφόσον η νομολογία του Δικαστηρίου της παρέχει την ευχέρεια να καθορίζει τα ΝΕΠ κατ' αποκοπή και κατά τρόπο γενικό όσον αφορά τα προϊόντα ή τις ομάδες προϊόντων » ( απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 79/77, Kühlhaus Zentrum κατά Hauptzollamt του Αμβούργου, Rec. 1978, σ. 611).
Επειδή η προσφεύγουσα στηρίζει την επιχειρηματολογία της καταρχάς στην προαναφερθείσα απόφαση νου Αικαονηρίου νης 15ης Οκτωβρίου 1980 σνην υπόθεση 4/79, η οποία ερμηνεύτηκε ότι περιορίζει σημαντικά τις εξουσίες εκτιμήσεως της Επιτροπής, νομίζω ότι επιβάλλεται να εξεταστούν συνοπτικά τα χωρία εκείνα της απόφασης που μπορούν ενδεχομένως να εφαρμοστούν στην παρούσα περίπτωση.
Προς στήριξη της απόψεως της, η προσφεύγουσα επικαλείται ειδικότερα τις σκέψεις 20 και 24 της εν λόγω απόφασης. Κατά την προσφεύγουσα (γραπτές παρατηρήσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1984, σ. 12), το Δικαστήριο υπογράμμισε τον περιοριστικό χαρακτήρα των άρθρων 1, παράγραφος Ια, και 3 του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου (σκέψη 24) και έκρινε ότι προκαλούνται διαταραχές στο εμπόριο προϊόντων ιδίως μόνο εφόσον το προβλεπόμενο για τα εν λόγω προϊόντα καθεστώς παρεμβάσεως διατρέχει κίνδυνο ( σκέψη 20).
Πάντως, από προσεκτική ανάγνωση των δύο αυτών σκέψεων μπορεί να συναχθεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν παρέχει αντικειμενικώς την εικόνα αυτή.
Πράγματι, με τη σκέψη 20 του Δικαστηρίου διευκρινίζεται ότι « η καθιέρωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών αποσκοπεί στο να διορθώσει τα αποτελέσματα των διακυμάνσεων των ασταθών τιμών συναλλάγματος που, σ' ένα σύστημα οργανώσεως αγορών γεωργικών προϊόντων που στηρίζεται σε κοινές τιμές, είναι ικανές να διαταράξουν το εμπόριο των προϊόντων και ιδίως να θέσουν σε κίνδυνο το προβλεπόμενο για τα εν λόγω προϊόντα καθεστώς παρεμβάσεως. Η καθιέρωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών αποσκοπεί λοιπόν κατ' ουσία στη διατήρηση του συστήματος των ενιαίων τιμών στις γεωργικές οργανώσεις αγοράς ».
Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο, αντί να ανάγει το γεγονός ότι πλήττεται το καθεστώς παρεμβάσεως σε αποκλειστικό κριτήριο διαταραχής του εμπορίου, όπως φαίνεται να επιζητεί η προσφεύγουσα, επιβεβαιώνει ότι το καθοριστικό στοιχείο, όπως εμφαίνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, είναι στην πραγματικότητα η διαταραχή ( ή ο κίνδυνος διαταραχής ) του εμπορίου γεωργικών προϊόντων. Το γεγονός ότι πλήττεται το καθεστώς παρεμβάσεως δεν αποτελεί παρά μία από τις πιθανές μεταξύ άλλων εκφάνσεις των εν λόγω διαταραχών. Έτσι, με τη σκέψη 24 στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 29/77 ( Roquette, Rec. 1977, σ. 1843), το Δικαστήριο έκανε δεκτό: «ότι οι διαταραχές στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων συνίστανται συχνά σε εκτροπές του ρεύματος του εμπορίου ».
Προτίθεμαι όμως να επανέλθω επί του θέματος προκειμένου να καταδείξω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το σύστημα ενιαίων τιμών θα διακυβευόταν αν δεν εισπράττονταν τα ΝΕΠ.
Εξάλλου, με τη σκέψη 27 της απόφασης 4/79, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την αναγνωρισμένη ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής στον τομέα αυτό, « ιδίως όσον αφορά τις υφιστάμενες ή απειλούμενες διαταραχές στο εμπόριο ».
Το Δικαστήριο αναγνώρισε επανειλημμένα με προγενέστερες αποφάσεις του, ιδίως δε με την προαναφερθείσα απόφαση 29/77, την ευρεία αυτή εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής. Στις σκέψεις 21 μέχρι 23 της εν λόγω απόφασης αναφέρεται ότι:
—
«το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 974/71 δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει την Επιτροπή να αποφασίζει για κάθε περίπτωση ή για κάθε προϊόν χωριστά, διακρίνοντας ανάλογα με τη χώρα εξαγωγής, ως προς το αν υφίσταται κίνδυνος διαταραχής,
—
από την ίδια μάλιστα τη διατύπωση της διάταξης αυτής εμφαίνεται ότι συναφώς είναι δυνατή η διατύπωση εκτιμήσεων γενικής φύσεως,
—
επιτακτικοί ιδίως λόγοι, οι οποίοι άπτονται της πρακτικής εφαρμογής του συστήματος των εξισωτικών ποσών, επιτρέπουν να λαμβάνονται υπόψη ομάδες προϊόντων, προκειμένου να υπολογιστεί το ενδεχόμενο διαταραχών στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων ».
Δεν νομίζω ότι χωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι η Επιτροπή ενήργησε με τον τρόπο αυτό στο θέμα του τομέα του βοείου κρέατος. Θεσπίζοντας ή τροποποιώντας τα ΝΕΠ με διάφορους αλλεπάλληλους κανονισμούς, η Επιτροπή υπήγαγε γενικά τις εισαγωγές βοείου κρέατος σε ΝΕΠ, διότι ήταν προφανώς πεπεισμένη ότι, λόγω των διακυμάνσεων των τιμών συναλλάγματος, η μη εφαρμογή του ΝΕΠ θα επέφερε διαταραχές στο εμπόριο βοείου κρέατος. Άλλωστε, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό.
Εντούτοις, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι δεν υφίσταται κίνδυνος διαταραχών του εμπορίου όσον αφορά το κατεψυγμένο κρέας βουβάλου που είχε εισαχθεί εντός του ορίου κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως 2250 τόνων, καθώς και το κατεψυγμένο βόειο κρέας που είχε εισαχθεί εντός του ορίου κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως 50000 τόνων, εξήρεσε τις εισαγωγές αυτές από την επιβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Υπενθυμίζω επίσης ότι η Επιτροπή δικαιολόγησε ρητά τις εξαιρέσεις αυτές, υπογραμμίζοντας με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2979/79 τον « ειδικό χαρακτήρα των συναλλαγών αυτών ».
Πράγματι, όσον αφορά το κατεψυγμένο κρέας βουβάλου, το γεγονός ότι πρόκειται για πολύ περιορισμένη ποσόστωση επιτρέπει τη διατήρηση παραδοσιακών εισαγωγών βοείου κρέατος της κατηγορίας αυτής στη Γερμανία. Φαίνεται ότι στην πραγματικότητα το κρέας βουβάλου ουδέποτε μέχρι σήμερα εισήχθη σε άλλο κράτος μέλος εκτός από τη Γερμανία. Κατά συνέπεια, ο κίνδυνος εκτροπής του ρεύματος του εμπορίου είναι πολύ περιορισμένος.
Όσον αφορά το κατεψυγμένο βόειο κρέας, πρόκειται για ποσόστωση που κατανεμήθηκε μεταξύ των κρατών μελών ανάλογα με τις ανάγκες τους. Η εφαρμογή των ΝΕΠ δεν είναι πλέον αναγκαία για την αποφυγή εκτροπών του ρεύματος του εμπορίου, δεδομένου ότι οι εισαγόμενες ποσότητες πρέπει κατ' αρχήν να καταναλίσκονται ή να μεταποιούνται στη χώρα εισαγωγής.
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν υφίστατο κίνδυνος διαταραχών του εμπορίου.
Όσον αφορά το εισαχθέν από την προσφεύγουσα βόειο κρέας στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως των 21000 τόνων, η κατάσταση διαφέρει. Η εν λόγω ποσόστωση δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που μόλις υπογράμμισα σε σχέση με τις προαναφερθείσες δύο ποσοστώσεις. Η Επιτροπή λοιπόν δεν προέβλεψε, υπέρ αυτής, εξαίρεση από τον ισχύοντα γενικά για το βόειο κρέας κανόνα. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, δεν όφειλε να αποδείξει ρητά ότι η μη εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών στα οικεία προϊόντα θα επέφερε στην προκειμένη περίπτωση διαταραχές του εμπορίου. Αλλ' ούτε από την εξέταση των όσων εξέθεσε η Επιτροπή, απαντώντας στο ερώτημα του Δικαστηρίου να διευκρινίσει ποιος ήταν συγκεκριμένα ο κίνδυνος διαταραχών στο εμπόριο του κρέατος εκλεκτής ποιότητας που εισήγαγε η προσφεύγουσα, δεν ανέκυψε κανένα νέο νομικό στοιχείο δυνάμενο να προστεθεί σε εκείνα που πρόκειται να βαρύνουν στη κρίση του Δικαστηρίου.
Επιθυμώ πάντως να τονίσω ότι μου φαίνονται πειστικά όσα εξέθεσε η Επιτροπή.
Το κρέας για το οποίο πρόκειται θα έφτανε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε τιμή όχι ανώτερη της κοινοτικής, ακόμη και αν μια « additional price », προσεγγίζουσα το ύψος της εισφοράς που ανεστάλη, είχε πράγματι εισπραχτεί στη χώρα εξαγωγής, όπως δηλώνει η προσφεύγουσα, εφόσον η εισφορά είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ της τιμής της παγκόσμιας αγοράς και της κοινοτικής τιμής.
Αλλ' η τελευταία αυτή τιμή είναι κατώτερη εκείνης που ισχύει στην γερμανική αγορά. Η διαφορά αντιστοιχεί ακριβώς στο γερμανικό νομισματικό εξισωτικό ποσό. Το κρέας που εισάγεται απαΑΑαγμενο από ΝΕΠ έχει, επομένως, εισερχόμενο ήδη στη γερμανική αγορά, ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ίσο προς το εν λόγω ποσό. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν είναι αυτό το ζητούμενο, δεδομένου ότι η Κοινότητα είναι έτοιμη να το διακινδυνεύσει σε περιορισμένες μόνο περιπτώσεις.
Εκείνο που προκαλεί διαταραχή στο ενδοκοινοτικό εμπόριο είναι το γεγονός ότι, έχοντας τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Γερμανία ( χωρίς καταβολή των ΝΕΠ ), το κρέας μπορεί ανά πάσα στιγμή να επανεξαχθεί σε άλλο κράτος μέλος, η εγγυημένη τιμή του οποίου, εκφραζόμενη σε εθνικό νόμισμα, είναι κατώτερη από την κοινή τιμή. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στην περίπτωση του Βελγίου, κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
Στην περίπτωση αυτή, ο επιχειρηματίας είχε δικαίωμα στην καταβολή του βελγικού αρνητικού ΝΕΠ, αυξημένου κατά το γερμανικό θετικό ΝΕΠ (το οποίο πάντως δεν καταβλήθηκε κατά την είσοδο στο γερμανικό έδαφος ). Θα μπορούσε μάλιστα να μειώσει τη δική του τιμή πωλήσεως στο Βέλγιο σε επίπεδο κατώτερο της τιμής που ίσχυε στο Βέλγιο για κρέατα ανάλογης ποιότητας, παραγόμενα στην Κοινότητα ή εισαγόμενα απευθείας στο πλαίσιο της αυτής δαομολογικής ποσόστωσης.
Θα έπρεπε λοιπόν να αναμένονται διαταραχές των συναλλαγών, υπό μορφή εκτροπών του ρεύματος του εμπορίου, διακινδύνευση του συστήματος των κοινών τιμών και χρηματοδότηση εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ, αδικαιολόγητη μεν από οικονομική άποψη, αλλά σε καμία περίπτωση παράνομη.
Άρα, δεν είναι αληθές ότι « κυρίως η τιμή και η ποιότητα αποκλείουν σχεδόν διαταραχή της αγοράς », όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η γερμανική υγειονομική ρύθμιση εμποδίζει την εισαγωγή στη Γερμανία κρέατος που προέρχεται από τρίτες χώρες και διήλθε από άλλο κράτος μέλος υπό καθεστώς διαμετακομίσεως. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η εν λόγω γερμανική ρύθμιση συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο, εν πάση δε περιπτώσει εκείνο που εξετάζεται στην παρούσα περίπτωση είναι οι εκτροπές του ρεύματος του εμπορίου μέσω της Γερμανίας προς τις χώρες που εφαρμόζουν αρνητικά ΝΕΠ και όχι το αντίστροφο.
Δεύτερον, η Επιτροπή υπέβαλε στο Δικαστήριο στατιστικό πίνακα, από τον οποίο αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια των ετών 1982 και 1983 διενεργήθηκαν, στο πλαίσιο της εν λόγω ποσόστωσης, εισαγωγές εκ μέρους άλλων χωρών της Κοινότητας εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Είναι λοιπόν πιθανό ότι από τη στιγμή κατά την οποία αναστέλλεται η είσπραξη των ΝΕΠ, οι εν λόγω εισαγωγές διενεργούνται υπό καθεστώς διαμετακομίσεως μέσω της Γερμανίας, προκειμένου να επιτύχουν την αδικαιολόγητη « καταβολή » του γερμανικού ΝΕΠ που προαναφέρθηκε. Επιπλέον, το ενδεχόμενο εισπράξεως του ΝΕΠ από τις χώρες με ισχυρό νόμισμα θα ήταν δυνατό να προκαλέσει νέες και πρόσθετες εισαγωγές του « Hilton beef » στις χώρες με ασθενές νόμισμα υπό καθεστώς διαμετακομίσεως μέσω των χωρών με ισχυρό νόμισμα.
Θεωρητικά, η διακίνηση αυτή είναι προφανώς επίσης δυνατή και για τα εισαγόμενα, στο πλαίσιο των δύο άλλων ποσοστώσεων, προϊόντα. Στην πραγματικότητα όμως αυτό δεν συμβαίνει στις εν λόγω δύο περιπτώσεις λόγω της κατανομής της ποσόστωσης των 50000 τόνων μεταξύ των κρατών μελών και λόγω της μη επιδείξεως ενδιαφέροντος εκ μέρους των καταναλωτών στα λοιπά κράτη μέλη για το κρέας βουβάλου. Πρόκειται για έναν από τους λόγους για τους οποίους οι δύο καταστάσεις δεν επιδέχονται σύγκριση.
Το αν το Συμβούλιο θα ήταν προτιμότερο να είχε επιχειρήσει να κατανείμει μεταξύ των κρατών μελών και την ποσόστωση των 21000 τόνων και να προτείνει στην Επιτροπή την αναστολή της είσπραξης των ΝΕΠ είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως του. Ίσως έκρινε ότι μια μη κατανεμημένη ποσόστωση είναι « περισσότερο κοινοτική » από μία κατανεμημένη και ότι είναι περισσότερο απλή η εφαρμογή των κοινών διατάξεων σε θέματα ΝΕΠ από την παρέκκλιση απ' αυτές.
Σε περίπτωση ακυρώσεως του κανονισμού της Επιτροπής από το Δικαστήριο για το λόγο ότι προβλέπει την είσπραξη ΝΕΠ επί του « Hilton beef », το Συμβούλιο θα έπρεπε προφανώς να κατανείμει την ποσόστωση αυτή μεταξύ των κρατών μελών.
Συμπερασματικά λοιπόν μπορεί να λεχθεί ότι, όσον αφορά αυτό το μέρος της επιχειρηματολογίας της, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή, μη αναστέλλοντας την είσπραξη των ΝΕΠ στην περίπτωση του « Hilton beef », διέπραξε προδήλως σφάλμα ή υπερέβη τα όρια της γενικής εξουσίας εκτιμήσεως που το Δικαστήριο της έχει αναγνωρίσει με τη νομολογία του.
Αντίθετα, με τις απαντήσεις της στα ερωτήματα του Δικαστηρίου, η Επιτροπή απέδειξε ότι η κατάργηση των ΝΕΠ στο πλαίσιο της ποσόστωσης « Hilton beef » είναι ικανή να οδηγήσει σε διαταραχές του εμπορίου, διακινδύνευση του συστήματος των ενιαίων τιμών και αδικαιολόγητες χρηματοδοτήσεις εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ.
Μολονότι βέβαια δεν είναι υποχρεωμένη να εξετάζει για κάθε περίπτωση χωριστά τις υφιστάμενες ή απειλούμενες διαταραχές του ενδοκοινοτικού εμπορίου, προφανώς η Επιτροπή δεν πρέπει να ασκεί την εξουσία εκτιμήσεως της κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις, με κίνδυνο παραβιάσεως του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, η προσφεύγουσα προέβαλε πράγματι ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων το επιχείρημα ότι συντρέχει δυσμενής διάκριση. Στη σχετική όμως επιχειρηματολογία της παρεισέφρησε κάποια αντίφαση υπό την έννοια ότι, ενώ αρχικά υποστήριξε ότι η δυσμενής διάκριση οφείλεται στη μη εξαίρεση από την εφαρμογή των ΝΕΠ όλων των εισαγωγών βοείου κρέατος ανάλογης ποιότητας, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η διάκριση συνίσταται στο γεγονός ότι όλα τα βόεια κρέατα, αν και διαφέρουν, εισαγόμενα όμως όλα στο πλαίσιο των κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων που είχαν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ, δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή αυτή.
Πάντως, η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου την αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, που ανευρίσκεται πάντως με διαφορετική μορφή στον δεύτερο από τους λόγους που προέβαλε: την τήρηση της αρχής του « απολύτως αναγκαίου ».
Β — Τήρηση της αρχής του « απολύτως αναγκαίου »
Κατά την προσφεύγουσα, η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν είναι θεμιτή, ακόμη και αν υφίσταται όιαταραχή ή κίνδυνος διαταραχών, παρά μόνο εφόσον τα ποσά αυτά είναι απολύτως αναγκαία με σκοπό την προστασία του συστήματος παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος.
'Ετσι, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η έννοια του απολύτως αναγκαίου συνιστά αυτοτελή νομική αρχή.
Επικαλείται συναφώς, πρώτον, την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, η οποία έχει ως εξής:
« Εκτιμώντας... ότι τα ποσά που θα θεσπισθούν πρέπει να περιορίζονται στα αυστηρώς απαραίτητα ποσά για την αντιστάθμιση της επιπτώσεως των νομισματικών μέτρων επί των τιμών των προϊόντων βάσεως για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως και ότι πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που η επίπτωση αυτή οδηγεί σε δυσχέρειες ».
Στη συνέχεια, παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως δε στην προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση 4/79.
Όσον αφορά το « Hilton beef », η μη συνδρομή της προϋπόθεσης του απολύτως αναγκαίου των ΝΕΠ οφείλεται στον « ειδικό χαρακτήρα» των συναλλαγών στο πλαίσιο κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως ακριβώς όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κατεψυγμένου βοείου κρέατος ή του κατεψυγμένου κρέατος βουβάλου που εξαιρούνται από την εφαρμογή των ΝΕΠ. Για να γίνω σαφέστερος, αν ερμηνεύω ορθά την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, βρισκόμαστε έτσι ενώπιον μιας διακρίσεως, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνώρισε τον « ειδικό χαρακτήρα » των συναλλαγών στο πλαίσιο των δύο τελευταίων αυτών ποσοστώσεων, γεγονός που δεν καθιστούσε απολύτως αναγκαία την εφαρμογή των ΝΕΠ, ενώ — κακώς — δεν έκραξε το ίδιο για τις συναλλαγές στο πλαίσιο της πρώτης ποσόστωσης. Το ίδιο το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση του στην υπόθεση 79/77 ( σκέψη 8 ), εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη χρησιμότητα εφαρμογής του συστήματος των ΝΕΠ στην περίπτωση ποσοστώσεως που ανοίχτηκε για τρίτη χώρα, χωρίς είσπραξη εισφοράς.
Κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να συντρέχει περίπτωση δυσμενούς διακρίσεως, δεδομένου ότι, αφενός μεν, οι διάφορες ποσοστώσεις δεν επιδέχονται σύγκριση, λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους για τα οποία πρόκειται να γίνει λόγος παρακάτω, ιδίως όσον αφορά τις υφιστάμενες ή απειλούμενες διαταραχές του εμπορίου, αφετέρου δε, λόγω των στόχων εμπορικής πολιτικής που προσιδιάζουν στις διάφορες περιπτώσεις, στόχων που η Κοινότητα επιδιώκει στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ Kat στους οποίους ακριβώς αναφέρεται η παραπομπή στον « ειδικό χαρακτήρα των συναλλαγών αυτών » ( δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2979/79 της Επιτροπής ).
1.
Καταρχάς, η αρχή του « απολύτως αναγκαίου » δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σε σχέση με τα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
Ανευρίσκεται στην αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου που προανέφερα, ενώ το Δικαστήριο την έχει επιβεβαιώσει πολλές φορές.
Στην υπόθεση 4/79, που τόσο συχνά επικαλέστηκε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, το Δικαστήριο διατύπωσε με τη σκέψη 25 τα ακόλουθα:
« Ο καθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ύψος που υπεραντισταθμίξει σαφώς τη διαφορά μεταξύ των εκφραζόμενων σε εθνικό νόμισμα τιμών και των εκφραζόμενων σε λογιστικές μονάδες με την εφαρμογή των αντιπροσωπευτικών τιμών συναλλάγματος (πράσινες τιμές των εθνικών νομισμάτων) αντίκειται στον προσωρινό χαρακτήρα του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών και στην προϋπόθεση τον απολύτως αναγκαίου της θέσπισης τους από την οποία εξαρτάται η νομιμότητα τους.»
Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο προσδιόρισε σε μία μόνο φράση τη διττή σημασία της προϋπόθεσης του απολύτως αναγκαίου:
« το νομισματικό εξισωτικό ποσό δεν μπορεί να θεσπιστεί παρά μόνο αν είναι απολύτως αναγκαίο, το δε ύψος του πρέπει να ανταποκρίνεται σ' αυτό το κριτήριο. »
Αλλά πότε ένα ΝΕΠ είναι απολύτως αναγκαίο; Η αναφερόμενη στη σκέψη 24 της απόφασης 4/79 έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου μας το διευκρινίζει: « μόνο σ' εκείνες τις περιπτώσεις όπου (η επίπτωση των νομισματικών μέτρων επί των τιμών των προϊόντων βάσεως... ) οδηγεί σε δυσχέρειες ».
Και πότε υφίστανται παρόμοιες δυσχέρειες;
Όταν υφίσταται κίνδυνος τα εν λόγω νομισματικά μέτρα να οδηγήσουν σε « αποδιοργάνωση του συστήματος παρεμβάσεως που προβλέπεται από τις κοινοτικές ρυθμίσεις και ανώμαλες κινήσεις τιμών » ( τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 974/71 ) ή σε « διαταραχές στις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων» (άρθρο 1, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού ).
Συνεπώς, είναι εντελώς αβάσιμος ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι « η έννοια του “ απολύτως αναγκαίου” συνιστά αυτοτελή νομική αρχή που απορρέει από το σκοπό του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, βαίνοντας πέρα από τον κίνδυνο διαταραχής στο εμπόριο προϊόντων. Αλλ' ακόμα και αν υφίσταται ή απειλείται διαταραχή αυτού του είδους, από άλλες νομικής φύσεως σκέψεις μπορεί να συναχθεί ότι η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στις εισαγωγές δεν συνιστούν απολύτως αναγκαίο μέσο για την προστασία του συστήματος παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος ».
Εκείνο μάλιστα που αληθεύει είναι το αντίθετο. Η διαταραχή ή ο κίνδυνος διαταραχής του εμπορίου και η προϋπόθεση του απολύτως αναγκαίου συνδέονται μεταξύ τους άρρηκτα, δυνάμει δε της αρχής του απολύτως αναγκαίου η Επιτροπή υποχρεώνεται να θεσπίσει τα ΝΕΠ, εφόσον υφίσταται ή απειλείται διαταραχή και να τα καταργήσει εφόσον παύει να υφίσταται.
Με την απόφαση της της 12ης Δεκεμβρίου 1985 στην υπόθεση 208/84 ( Vonk's Kaas, Συλλογή 1985, σ. 4025 ), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε για μία ακόμη φορά ότι η Επιτροπή « δεν έχει μόνο το δικαίωμα, αλλά και το καθήκον να προσαρμόζει τους κανονισμούς της αν διαπιστώνει την ύπαρξη ή τον κίνδυνο δημιουργίας καταχρηστικών συναλλαγών του είδους που περιγράφεται προηγουμένως ».
2.
Όσον αφορά το ζήτημα της αναμένους οιά-κριοης, πρέπει καταρχάς να υπογραμμιστεί ότι η περίπτωση του « Hilton beef » δεν επιδέχεται σύγκριση με εκείνη των εισαγόμενων, στο πλαίσιο των δύο άλλων ποσοστώσεων, κρεάτων.
Πράγματι:
—
η ποιότητα των διαφόρων αυτών κατηγοριών κρέατος δεν είναι η ίδια' η προσφεύγουσα το απέδειξε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας,
—
ο κίνδυνος διαταραχών του εμπορίου υφίσταται για το « Hilton beef », ενώ αυτό δεν συμβαίνει με την ποσόστωση των 50000 τόνων και την ποσόστωση του κρέατος βουβάλου,
—
οι συναλλασσόμενοι με την Κοινότητα στα πλαίσια της ΓΣΔΕ δεν αντιτίθενται στην είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίχτηκαν τα τελευταία αυτά έτη.
Η προσφεύγουσα πάντως επιμένει πολύ ως προς την υποτιθέμενη δυσμενή διάκριση, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι οι τρεις ποσοστώσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεων στη ΓΣΔΕ ενέχουν « ειδικό χαρακτήρα » και πρέπει κατά συνέπεια να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο ως προς το θέμα των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Στο επιχείρημα αυτό η Επιτροπή απαντά αντιτάσσοντας συναφή και πειστικά χωρία της νομολογίας του Δικαστηρίου. Τόσο με την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 55/75 ( Balkan-Import-Export, Rec. 1976, σ. 19) όσο και με εκείνη που εκδόθηκε στην υπόθεση 52/81 (Faust κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 3745 ) υπογραμμίζεται ότι « δεν υπάρχει στη Συνθήκη γενική αρχή που να υποχρεώνει την Κοινότητα, στις εξωτερικές σχέσεις, να μεταχειρίζεται κατά τρόπο ίσο από όλες τις απόψεις τις διάφορες τρίτες χώρες ».
Με την πρώτη από τις εν λόγω δύο αποφάσεις, η οποία αφορούσε επίσης το κύρος ορισμένων ΝΕΠ, το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 14) ότι « μολονότι το άρθρο 2 του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου προσδιορίζει, καθορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού των εξισωτικών ποσών, το ύψος που τα τελευταία αυτά δεν πρέπει να υπερβαίνουν, από το γεγονός αυτό δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να αναλαμβάνει τη δέσμευση, έναντι ορισμένων τρίτων χωρών και για λόγους που αφορούν την άσκηση των λοιπών αρμοδιοτήτων που της έχει αναθέσει η Συνθήκη, να εφαρμόζει κατώτερα ποσά ή να χορηγεί απαλλαγές κατόπιν διαπραγματεύσεων ». Με τη δεύτερη απόφαση, το Δικαστήριο προσέθεσε ( σκέψη 25 ) ότι « αν δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο μια διαφορετική μεταχείριση τρίτων χωρών, πολύ περισσότερο δεν δύναται να θεωρηθεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο μια διαφορετική μεταχείριση επιχειρηματιών της Κοινότητος, η οποία αποτελεί αυτόματη συνέπεια της διαφορετικής μεταχειρίσεως τρίτων χωρών, με τις οποίες οι εν λόγω επιχειρηματίες είχαν συνάψει εμπορικές σχέσεις».
Έτσι, είναι νόμιμη η απόφαση της Επιτροπής να εξαιρέσει, δυνάμει των εξουσιών που διαθέτει ιδίως από το άρθρο 113 EOĶ στο οποίο άλλωστε στηρίζονται στην προκειμένη περίπτωση όλοι οι κανονισμοί του Συμβουλίου με τους οποίους ανοίχτηκαν οι διάφορες επίδικες ποσοστώσεις, τις ποσοστώσεις που ανοίχτηκαν με τους κανονισμούς 3716/81 και 136/82 από την εφαρμογή ΝΕΠ για λόγους που άπτονται των σχέσεων της Κοινότητας με τις συναλλασσόμενες με αυτή χώρες μέλη της ΓΣΔΕ.
3.
Κατ' εμέ, τα προαναφερθέντα συμπεράσματα δεν επιδέχονται αμφισβήτηση λόγω της παραπομπής στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα υπόθεση 79/77, με την οποία έκρινε (σκέψη 8) ότι, « σε περίπτωση ποσοστώσεως προελεύσεως τρίτης χώρας, για την οποία η Κοινότητα δεν προέβλεψε είσπραξη εισφοράς, μπορούν να διατυπωθούν επιφυλάξεις ως προς το Αυοινελές της εφαρμογής του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών ».
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εμπεριστατωμένη εξέταση του ζητήματος, δεδομένου ότι μετά από λίγο δέχτηκε « ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν αμφισβήτησε προφανώς την εφαρμογή του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών στις επίδικες εισαγωγές ».
Λν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά συνιστούσαν στοιχείο προστατευτισμού της Κοινότητας προς τα έξω, θα μπορούσε κανείς πράγματι να διερωτηθεί γιατί να μην είναι δυνατή η κατάργηση τους συγχρόνως με την κατάργηση της εισφοράς. Αν έχει καταρριφθεί το κύριο μέρος του προστατευτικού τείχους, διερωτάται κανείς σε τι ωφελεί η διατήρηση του κατάλοιπου αυτού στοιχείου;
Όπως πρόκειται όμως να εξετάσω ευθύς αμέσως, το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά με τις μεταγενέστερες αποφάσεις του ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν έχουν και δεν πρέπει να έχουν κανένα προστατευτικό χαρακτήρα. Ο λόγος υπάρξεως τους συνίσταται αποκλειστικά στο γεγονός ότι επιτρέπουν τη διαφύλαξη του καθεστώτος των κοινών τιμών εντός της Κοινότητας. Έχω ήδη εξετάσει τις διαταραχές στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η κατάργηση τους, όταν πρόκειται για προϊόντα των οποίων είναι δυνατή η επανεξαγωγή από το κράτος μέλος της πρώτης εισαγωγής.
Απομένει να εξεταστεί αν το τρίτο επιχείρημα που επικαλείται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης μπορεί ακριβώς να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη υπερπροστασίας.
Γ — Η απαγόρενση πρόσθετου προοτατευνικού οτοιχείου
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι πληθώρα προστατευτικών στοιχείων που εφαρμόζονται στο « Hilton beef », και συγκεκριμένα ποσοτική ποσόστωση παρατεινόμενη με εθνικές ποσοστώσεις και διμερείς ποσοστώσεις που κατανέμονται μεταξύ των προμηθευτριών χωρών, δασμολογική προστασία ύψους 20 ο/ο και ένα ΝΕΠ οδηγούν σε υπερβολική, αδικαιολόγητη και κατά συνέπεια παράνομη προστασία. Η ίδια η Επιτροπή, αναγνωρίζοντας το γεγονός αυτό, κατάργησε τα ΝΕΠ για τις εισαγωγές κατεψυγμένου βοείου κρέατος και κατεψυγμένου κρέατος βουβάλου. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η υπερπροστασία αυτή αποτελεί μία πραγματικότητα, μολονότι καταργήθηκαν οι εισφορές κατά την εισαγωγή ( υπό τις προϋποθέσεις που παρατίθενται με το άρθρο 2 του κανονισμού 263/81 της Επιτροπής ), δεδομένου ότι κατά την εξαγωγή του προϊόντος από το κράτος καταγωγής στην τιμή τιμολογίου περιλαμβάνεται ποσό που αντιστοιχεί στην εισφορά.
Ας εξετάσουμε τα επιχειρήματα αυτά ένα προς ένα.
1. Το στοιχείο της ποσόστωσης
Στην προκειμένη περίπτωση, η χρήση της έκφρασης « ποσοτική ποσόστωση » είναι εσφαλμένη.
Υπάρχει ποσοτική ποσόστωση μόνον όταν το σύνολο των εισαγωγών δεδομένου προϊόντος στην Κοινότητα δεν μπορεί να υπερβεί ορισμένη ποσότητα.
Αλλά, στο βαθμό που ένας εισαγωγέας είναι διατεθειμένος να καταβάλει το δασμό, την εισφορά και το ΝΕΠ, είναι ελεύθερος να εισαγάγει στην Κοινότητα οποιαδήποτε ποσότητα βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας.
Εν προκειμένω, πρόκειται για « δασμολογική ποσόστωση ».
Τα προϊόντα που εμπίπτουν στην εν λόγω ποσόστωση τυγχάνουν στην πραγματικότητα μειωμένης προστασίας (μη καταβολή εισφοράς) ενώ μόνον αυτή, ισχύουσα συνήθως, υπόκειται σε ποσοτικό περιορισμό. Επομένως, το στοιχείο « ποσόστωση » δεν συνεπάγεται καμία πρόσθετη προστασία σε σχέση με τη συνήθη κατάσταση. Αποσκοπεί μόνο στο να εμποδίσει το σύνολο των εισαγωγών του εν λόγω προϊόντος να τύχει μειωμένης προστασίας.
Όσον αφορά την κατανομή των 21000 τόνων μεταξύ των προμηθευτριών χωρών και συγκεκριμένα 5000 τόνων για την Αργεντινή, 5000 τόνων για την Αυστραλία, 1000 τόνων για την Ουρουγουάη και 10000 τόνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ( κατανομή που προκύπτει από τον ορισμό των διαφόρων τύπων κρέατος του κανονισμό 263/81 της Επιτροπής ), η κατανομή αυτή αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει σε κάθε εξάγουσα χώρα δίκαιο μερίδιο της συνολικής ποσόστωσης. Κατά συνέπεια δεν αποτελεί παρά μία λεπτομέρεια της συνολικής ποσόστωσης και όχι πρόσθετο ποσοτικό περιορισμό.
Τέλος, είναι εντελώς εσφαλμένο να γίνεται λόγος για « εθνικές ποσοστώσεις », όταν πρόκειται για δασμολογική ποσόστωση που δεν κατανεμήθηκε μεταξύ των κρατών μελών.
2. Η δασμολογική προστασία
Ο δασμός ύψους 20 ο/ο που ισχύει για το « Hilton beef » είναι πανομοιότυπος με τον αυτόνομο δασμό του κοινού δασμολογίου.
Απλώς «παγιώθηκε», πράγμα που σημαίνει ότι η Κοινότητα ανέλαβε τη δέσμευση να μην τον αυξήσει, έστω και αν προέβαινε κάποια ημέρα σε αύξηση του δασμού του ΚΔ.
Επομένως ούτε ως προς το σημείο αυτό υφίσταται πρόσθετη προστασία.
3. Η κατάργηση της εισφοράς
Οι εισαγωγές « Hilton beef » στο πλαίσιο της ποσόστωσης γίνονται ατελώς.
'Ετσι τυγχάνουν μειωμένης προστασίας.
Τα έξοδα που αφορούν την έκδοση « πιστοποιητικού γνησιότητας » στη χώρα εξαγωγής δεν μπορούν να συγκριθούν με εισφορές, έστω και αν το ύψος τους ισοδυναμεί με εκείνο της συνήθως ισχύουσας εισφοράς, η είσπραξη της οποίας έχει καταργηθεί. Η κοινοτική νομοθεσία δίδει τον ορισμό και οριοθετεί τις εν λόγω εισφορές κατά τρόπο νομικά σαφή και αναμφισβήτητο.
Για το λόγο άλλωστε αυτό το παραπέμπον δικαστήριο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα σε σχέση με το επικουρικό αίτημα της προσφεύγουσας για μείωση των ΝΕΠ κατά το ποσό κατά το οποίο μειώνεται η εισφορά λόγω της εφαρμογής του νομισματικού συντελεστή σε περίπτωση εισαγωγής που υπόκειται υποχρεωτικά σε εισφορά. Εξάλλου, το Hauptzollamt του Ντύσελντορφ, καθού στην κύρια δίκη, το οποίο είχε επιληφθεί της σχετικής ενστάσεως της εταιρίας Malt, απέρριψε την ένσταση αυτή με το αιτιολογικό ότι η προσφεύγουσα πραγματοποίησε τις εισαγωγές ατελώς.
Όσον αφορά την ουσία, προσθέτω παρενθετικά ότι οι εν λόγω δύο αρχές κατά τη γνώμη μου συνήγαγαν τα ορθά συμπεράσματα από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο ερμήνευσε, ιδίως στην προαναφερθείσα υπόθεση 79/77, τον ισχύοντα στην προκειμένη περίπτωση κανονισμό υπό την έννοια ότι, όταν πρόκειται για την εν λόγω εισαγωγή, το ΝΕΠ δεν πρέπει να μειώνεται λόγω της εφαρμογής νομισματικού συντελεστή που δρα ως πολλαπλασιαστής, ακριβώς λόγω της απαλλαγής από την καταβολή της εισφοράς.
4. Το νομισματικό εξισωτικό ποσό
Το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένα, και ιδίως στην υπόθεση 4/79, ότι «τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν... αποσκοπούν στο να παράσχουν πρόσθετη προστασία στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες», πέρα από εκείνη που παρέχεται με τις εισφορές και τις επιστροφές' αντίθετα, πρέπει να διασφαλίζουν, « αποκλείοντας κάθε στοιχείο προστατευτικού χαρακτήρα, τη διατήρηση του συστήματος ενιαίων γεωργικών τιμών εντός της Κοινότητας... » ( σκέψη 38 ). Το Δικαστήριο πρόσθεσε μάλιστα ότι, επιλέγοντας αντί της μεγαλύτερης δυνατής ουδετερότητας των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο — θεμελιώδη στόχο του συστήματος — ένα στόχο προστατευτικού χαρακτήρα που επιδιώκεται να προσδοθεί στα αυτά νομισματικά εξισωτικά ποσά στο πλαίσιο ορισμένων εμπορικών σχέσεων με τις τρίτες χώρες (προορίζοντας τα για παράδειγμα να διαδραματίσουν το ρόλο συμπληρώματος της εισφοράς ), η Επιτροπή υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που της αναγνωρίζεται σχετικά και αγνόησε όχι μόνο τις αρχές στις οποίες στηρίζεται ο κανονισμός 974/71, αλλά και τον διατυπούμενο στο άρθρο 43, παράγραφος 3, της Συνθήκης κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο η κοινή οργάνωση των αγορών πρέπει να εξασφαλίζει στις συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας όρους ανάλογους με εκείνους που υπάρχουν σε μια εθνική αγορά » ( σκέψη 40 ).
Αλλά στην υπόθεση 4/79 επρόκειτο για μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα, στα οποία εφαρμόστηκαν τα ΝΕΠ, υπολογισμένα κατά υπερβολικά γενικό τρόπο, με αποτέλεσμα να οδηγήσουν σε πρόσθετη προστασία.
Στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για βασικά γεωργικά προϊόντα, η δε προσφεύγουσα δεν επιχείρησε καν να αποδείξει ότι το ισχύον στην περίπτωση του « Hilton beef » ΝΕΠ περιέχει στοιχείο προστατευτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι το ύψος του εν λόγω ποσού καθορίστηκε σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να υπεραντισταθμίζει το περιθώριο μεταξύ των εκφραζόμενων σε εθνικό νόμισμα τιμών και των εκφραζόμενων σε ECU, με την εφαρμογή των αντιπροσωπευτικών τιμών συναλλάγματος ( πράσινων τιμών ). Εξάλλου, από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση.
Σε καμία λοιπόν περίπτωση η προσθήκη του ΝΕΠ στην παρεχόμενη μειωμένη προστασία, στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης, δεν συνεπάγεται « υπερπροστασία ».
Αλλ' ούτε είναι αληθές, ούτως ειπείν, ότι η εν λόγω ποσόστωση « εξετράπη της οργάνωσης αγοράς », εφόσον όλα τα στοιχεία της τελευταίας, με μόνη εξαίρεση την εισφορά, εξακολουθούν να εφαρμόζονται.
Υπενθυμίζω για μία ακόμη φορά ότι ούτε « το στοιχείο ποσοστώσεως » ούτε η εναπομένουσα προστασία, και συγκεκριμένα ο δασμός ύψους 200/0, δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν τις προερχόμενες από τις νομισματικές διακυμάνσεις διαταραχές στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Τέλος, ας μη λησμονείται κυρίως το γεγονός ότι, μολονότι το ΝΕΠ εισπράττεται κατά την εισαγωγή στις χώρες με ασθενές νόμισμα, καταβάλλεται ατον ειααγωγέα κατά την εισαγωγή σε χώρα με ασθενές νόμισμα ( που έχει αρνητικά ΝΕΠ ), ακόμη και σε απευθείας εισαγωγή από τρίτη χώρα.
Πρόκειται λοιπόν για έναν πρόσθετο λόγο που δεν επιτρέπει την κατάταξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών στην κατηγορία των δασμών ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Απομένει να εξετάσω ένα ζήτημα που εθίγη κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα αν υφίσταται στην Κοινότητα παραγωγή βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας επιδεχόμενο σύγκριση και, αν ναι, ποια είναι η σημασία της ( η Επιτροπή διευκρίνισε ότι υφίσταται παραγωγή 50000 τόνων ετησίως επιδεχόμενη σύγκριση ).
Το ζήτημα αυτό διαδραμάτισε ασφαλώς μεγάλο ρόλο, όταν επρόκειτο να θεσπιστεί κατ' αρχήν η δασμολογική ποσόστωση για το « Hilton beef » και το ύψος της.
Αντίθετα, στο πλαίσιο μιας συζήτησης επικεντρωμένης στα νομισματικά εξισωτικά ποσά, νομίζω ότι το ζήτημα έχει μάλλον δευτερεύουσα σημασία.
Όπως έχει ήδη προαναφερθεί, τα εν λόγω ποσά δεν πρέπει να έχουν και δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση κανένα στοιχείο προστατευτικού χαρακτήρα. Ακόμη και αν δεν υπήρχε απολύτως καμία κοινοτικής παραγωγή βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας, η είσπραξη των ΝΕΠ θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, προκειμένου να αποφευχθούν διαταραχές μεταξύ κρατών μελών στο εμπόριο από εισαγόμενα κρέατα.
III — Συμπεράσματα
Ενόψει των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht του Ντόσελντορφ:
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο^ ικανό να επηρεάσει το κύρος του καθορισμού, με τον κανονισμό 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, νομισματικού εξισωτικού ποσού για το βόειο κρέας που υπάγεται στις δασμολογικές διακρίσεις 02.01 Α II α) 4 ββ) και 02.01 Α II β) 4 ββ) του κοινού δασμολογίου, εφόσον η θέσπιση του συνεπάγεται την είσπραξη των ΝΕΠ και κατά την εισαγωγή νωπού, διατηρημένου με απλή ψύξη ή κατεψυγμένου βοείου κρέατος που έγινε στο πλαίσιο κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως ανοιγείσας με τον κανονισμό 217/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1981, τροποποιηθέντα από τον κανονισμό 3715/81, της 21ης Δεκεμβρίου 1981.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy