ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 18ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την οδηγία 77/187 του Συμβουλίου περί των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171 ).
Η οδηγία αυτή έχει ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο σε διάφορες περιπτώσεις, καμία όμως από τις αποφάσεις του δεν αναφέρεται άμεσα στα ζητήματα που ανακύπτουν στην παρούσα δίκη.
Με την προσφυγή που άσκησε σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι το Βέλγιο δεν είχε θέσει δεόντως σε εφαρμογή το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας. Οι δύο λόγοι της προσφυγής είναι εντελώς ανεξάρτητοι μεταξύ τους.
Η Επιτροπή εν τω μεταξύ απέσυρε την προσφυγή ως προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεδομένου ότι τροποποιήθηκε σχετικώς η βελγική νομοθεσία και ισχύει ήδη. Κατά συνέπεια, δεν θα αναφερθώ καθόλου σ' αυτό το σκέλος της προσφυγής.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
« Η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως δεν συνιστά αυτή καθαυτή λόγο απολύσεως για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα. Αυτή η διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως.
Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε ορισμένες προσδιοριζόμενες κατηγορίες εργαζομένων που δεν καλύπτονται από τη νομοθεσία ή την πρακτική των κρατών μελών ως προς την προστασία έναντι απολύσεως. »
Όπως προκύπτει από σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Συμβουλίου, τα κράτη μέλη όφειλαν να γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή, εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, τις κατηγορίες εργαζομένων που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο. Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1977, ο μόνιμος αντιπρόσωπος του Βελγίου στις Κοινότητες γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι θα αποκλείονταν κατ' αυτή την έννοια οι εργαζόμενοι που διανύουν δοκιμαστική περίοδο και οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε προσηκόντως με Βασιλικό Διάταγμα της 19ης Απριλίου 1978, το οποίο περιέβαλε με ισχύ νόμου τη συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 32 της 28ης Φεβρουαρίου 1978. Με το άρθρο 7 της εν λόγω συμβάσεως αποκλείονταν οι δύο αυτές κατηγορίες εργαζομένων, καθώς και πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας για σπουδαστές.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Βέλγιο δεν είχε και δεν έχει δικαίωμα να αποκλείει καμιά από τις τρεις αυτές κατηγορίες εργαζομένων από την προστασία που παρέχεται βάσει του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Και τούτο διότι όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι απολαύουν κάποιας προστασίας έναντι απολύσεως κατά το βελγικό δίκαιο, έστω και αν ισχύουν γι' αυτούς βραχύτερες προθεσμίες καταγγελίας από ό,τι για άλλους εργαζομένους.
Δεν αμφισβητείται ότι και οι τρεις αυτές κατηγορίες εργαζομένων απολαύουν περιορισμένης προστασίας. Κατά τα άρθρα 48, παράγραφος 4, και 81 του νόμου της 3ης Ιουλίου 1978, για τους εργαζομένους που διανύουν δοκιμαστική περίοδο, η προθεσμία καταγγελίας είναι 7ημέρες τουλάχιστον, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος απολύσεως, και δεν μπορεί πάντως να λήγει προ της παρελεύσεως του πρώτου μήνα της δοκιμαστικής περιόδου. Η ίδια προθεσμία καταγγελίας ισχύει και για τους εργαζομένους που εργάζονται συνεχώς σε ορισμένη επιχείρηση λιγότερο από 6 μήνες, βάσει του άρθρου 60 του ίδιου νόμου. Ομοίως, το άρθρο 83 του ίδιου νόμου ορίζει εξάμηνη τουλάχιστον προθεσμία καταγγελίας για εργαζομένους πλην των εργατών οι οποίοι έχουν συμπληρώσει ηλικία συνταξιοδοτήσεως, με την εξαίρεση ότι, αν ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει λιγότερο από 5 έτη υπηρεσίας, η προθεσμία αυτή μειώνεται στο ήμισυ. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν και για τους έμμισθους εμπορικούς αντιπροσώπους, δυνάμει του άρθρου 87. Δεν ορίζονται ειδικές προθεσμίες καταγγελίας για τους εργάτες που έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως ισχύουν και γι' αυτούς οι κοινές προθεσμίες καταγγελίας του άρθρου 59. Έτσι, υπόκεινται σε προθεσμία καταγγελίας 28ημερών, εκτός αν έχουν εργαστεί πάνω από 20 έτη στην επιχείρηση· στην τελευταία περίπτωση η προθεσμία καταγγελίας διπλασιάζεται. Τέλος, το άρθρο 130 αναφέρεται στους εργαζόμενους σπουδαστές. Κατά το μέτρο που μας αφορά, ορίζει ότι « όταν η διάρκεια της συμβάσεως δεν υπερβαίνει τον ένά μήνα, η προθεσμία καταγγελίας που οφείλει να τηρεί ο εργοδότης είναι τριών ημερών... Η προθεσμία αυτή είναι επτά ημερών όταν η διάρκεια της συμβάσεως υπερβαίνει τον ένα μήνα». Αν η σύμβαση προβλέπει δοκιμαστική περίοδο, τότε εφαρμόζεται το άρθρο 48, δυνάμει του άρθρου 127.
Το Βέλγιο αμφισβητεί το παραδεκτό αυτού του σκέλους της προσφυγής της Επιτροπής. Ισχυρίζεται ότι γνωστοποίησε τα αμφισβητούμενα μέτρα με το από 4 Αυγούστου 1977 έγγραφό του, μόλις δηλαδή λίγους μήνες μετά την κοινοποίηση της οδηγίας. Επομένως, η Επιτροπή όφειλε να εναντιωθεί στα μέτρα αυτά εντός ευλόγου χρόνου. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν το έπραξε, παρά μόλις με το από 5 Μαρτίου 1982 έγγραφό της, με το οποίο κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169.
Η ένσταση αυτή δεν είναι βάσιμη, κατά τη γνώμη μου. Στην υπόθεση 7/71, [Επιτροπή κατά Γαλλίας, ( 1971 ) ECR, σ. 1003, και ιδίως σ. 1016] ανάλογο επιχείρημα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αλυσιτελές προκειμένου για τη διαδικασία του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Δεδομένου ότι η διατύπωση της διάταξης αυτής είναι η ίδια με τη διατύπωση του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η αρχή που τέθηκε με την απόφαση εκείνη ισχύει εξίσου και εν προκειμένω. Τυχόν αδυναμία της Επιτροπής να ασκεί προσφυγή σε περίπτωση διαρκούς παραβάσεως — όπως προτείνει το Βέλγιο — θα υπονόμευε το έργο της Επιτροπής, το οποίο συνίσταται στο να μεριμνά για την προσήκουσα εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, όπως επιβάλλει το άρθρο 155 της Συνθήκης.
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν μπορούσε να ασκήσει προσφυγή πριν από την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος μετά τη λήψη του από 4 Αυγούστου 1977 εγγράφου της βελγικής κυβερνήσεως. Με το έγγραφο αυτό, η κυβέρνηση γνωστοποίησε απλώς στην Επιτροπή τα μέτρα που είχε την πρόθεση να λάβει. Στη συνέχεια, το σχετικό Βασιλικό Διάταγμα εκδόθηκε μόλις στις 19 Απριλίου 1978. Σύμφωνα, άλλωστε, με το άρθρο 8 της οδηγίας, τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να εκδώσουν τις αναγκαίες εκτελεστικές της διατάξεις μέσα σε 2 ολόκληρα χρόνια μετά την κοινοποίηση της. Επομένως, δεν νομίζω ότι η Επιτροπή καθυστέρησε όντως υπέρμετρα στην υπό κρίση υπόθεση.
Περαιτέρω, το Βέλγιο αποκρούει και κατ' ουσία τον ισχυρισμό της Επιτροπής. Κατά την άποψη του, σκοπός της προστασίας των εργαζομένων είναι να αποτρέπονται οι εργοδότες από το να τους απολύουν. Το στοιχείο αυτό της αποτροπής παύει να είναι αναγκαίο ή να ασκεί επιρροή προκειμένου για εργαζομένους που διανύουν δοκιμαστική περίοδο και για εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Το Βέλγιο συνάγει ότι αυτές οι κατηγορίες εργαζομένων μπορούν, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, να αποκλειστούν, έστω και αν κατά το βελγικό δίκαιο απολαύουν περιορισμένης προστασίας.
Δεν δέχομαι το επιχείρημα αυτό. Στο εν λόγω εδάφιο γίνεται λόγος για « ορισμένες προσδιοριζόμενες κατηγορίες εργαζομένων που δεν καλύπτονται από τη νομοθεσία ή την πρακτική των κρατών μελών ως προς την προστασία έναντι απολύσεως ». Γίνεται δηλαδή αναφορά μόνο στα πρόσωπα που δεν απολαύουν καμιάς προστασίας έναντι απολύσεως κατά το εθνικό δίκαιο και την ισχύουσα πρακτική. Έτσι, ο ισχυρισμός του Βελγίου ότι το εδάφιο καταλαμβάνει και πρόσωπα που απολαύουν περιορισμένης μόνο προστασίας έναντι απολύσεως αντιβαίνει στη σαφή διατύπωση της εν λόγω διατάξεως.
Σκοπός της οδηγίας είναι να εξασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εργαζομένου διατηρούνται όσο το δυνατόν αλώβητα. Η οδηγία δεν αποβλέπει στο να του παράσχει αυξημένα δικαιώματα σε περίπτωση μεταβιβάσεως. Κατά συνέπεια, η οδηγία επιβάλλει απλώς η προθεσμία καταγγελίας και οι λοιπές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνει απόλυση κατόπιν μεταβιβάσεως, να παραμένουν οι ίδιες όπως πρώτα. Αυτό δεν θίγει φυσικά την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 της οδηγίας ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εισάγουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους.
Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και για τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας για σπουδαστές.
Επομένως, το Βέλγιο, αποκλείοντας τις τρεις αυτές κατηγορίες προσώπων, δεν έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία.
Το Βέλγιο δέχεται ότι η νομοθεσία του αντιβαίνει προς την οδηγία όσον αφορά τους σπουδαστές για έναν άλλο λόγο. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, σύμφωνα με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Συμβουλίου, τα κράτη μέλη όφειλαν να γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή ποιες κατηγορίες προσώπων αποκλείονται από την εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 1. Το από 4 Αυγούστου 1977 έγγραφο του Βελγίου δεν έκανε μνεία για σπουδαστές. Κατά συνέπεια, το Βέλγιο δέχεται ότι δεν είχε δικαίωμα να αποκλείσει τους σπουδαστές από την προστασία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4, παράγραφος 1. Μολονότι παρέλκει η κρισιολογία ως προς την παρατήρηση αυτή, δεν είμαι πεπεισμένος για την ορθότητά της. Αμφιβάλλω αν η μη συμμόρφωση προς τη δήλωση που περιέχεται στα πρακτικά του Συμβουλίου συνιστά επαρκή λόγο εμποδίζοντα την επίκληση περιορισμού που είναι κατά τα λοιπά νόμιμος.
Ωστόσο, για τους λόγους που ανέφερα, καταλήγω ότι το Βέλγιο, αποκλείοντας από την υπαγωγή στην ευεργετική διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου τους εργαζομένους που διανύουν δοκιμαστική περίοδο, τους εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως και τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας για σπουδαστές, παρέβη το δεύτερο εδάφιο του προαναφερθέντος άρθρου.
Κατά την άποψή μου, το Βέλγιο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy