Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Με πέντε χωριστές προσφυγές που άσκησαν τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 1984 σύμφωνα με το άρθρο 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι ιαπωνικές εταιρίες ΝΤΝ Tokyo Bearing ( υπόθεση 240/84 ), Nachi Fujikoshi ( υπόθεση 255/84 ), Koyo Seiko ( υπόθεση 256/84 ), Nippon Seiko KK ( υπόθεση 258/84 ) και Minebea ( υπόθεση 260/84 ) ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει τον κανονισμό 2089/84, της 19ης Ιουλίου 1984, με τον οποίο το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων ενσφαίρων τριβέων ( ρουλεμάν ) καταγωγής Ιαπωνίας και Σιγκαπούρης ( ΕΕ L 193, σ . 1 ).
Εκτός από τη Minebea, οι επιχειρήσεις που προανέφερα σας είναι γνωστές πράγματι, όπως ίσως θυμάστε, οι επιχειρήσεις αυτές πρωταγωνίστησαν στις πρώτες διαφορές επί θεμάτων αντιντάμπινγκ τις οποίες έταμε το Δικαστήριο στις 29 Μαρτίου 1979 με πέντε ευνοϊκές για τις εν λόγω επιχειρήσεις αποφάσεις ( Racc . 1979, σ . 1185 και επ .).
'Οπως τότε, έτσι και τώρα αντικείμενο της διαφοράς είναι η ορθή χρησιμοποίηση των κοινοτικών μέσων εμπορικής άμυνας . Αντίθετα, το νομοθετικό πλαίσιο διαφέρει τουλάχιστον εν μέρει, ενώ η αντιδικία οξύνθηκε και τα επιχειρήματα των διαδίκων έγιναν πιο περίπλοκα . Πέραν αυτού διαφέρουν το προϊόν και η αγορά . Δεν πρόκειται πια για τους παραδοσιακούς μεγάλους τριβείς που προορίζονται για τις βιομηχανίες σιδήρου και αυτοκινήτων, αλλά για ακτινωτούς τριβείς με μία μόνο διάταξη σφαιρών και με μέγιστη διάμετρο 30 χιλιοστά ( κλάση 84.62 του κοινού δασμολογίου ), δηλαδή για ένσφαιρους μικροτριβείς τους οποίους ζητούν όλο και πιο συχνά οι βιομηχανίες ηλεκτρονικών ειδών και πληροφορικής για να μην αναφερθώ στις λεγόμενες πρωτοποριακές τεχνολογίες, όπως η τηλεματική και η ρομποτική .
2 . Μετά την προκαταρκτική αυτή ενημέρωση, προχωρώ στην εξέταση των βασικών σημείων του κανονιστικού πλαισίου βάσει του οποίου πρέπει να λυθούν οι υπό κρίση διαφορές . 'Οπως είναι γνωστό, η κοινοτική νομοθεσία αντιντάμπινγκ στηρίζεται στο άρθρο VΙ της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου ( GΑΤΤ ) και στις διατάξεις που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού ( πρόκειται για τον αποκαλούμενο "κώδικα αντιντάμπινγκ "). Η αρχή από την οποία διέπεται η διεθνής κανονιστική ρύθμιση είναι ότι το "ντάμπινγκ, διά του οποίου προϊόντα χώρας τινός εισάγονται εις το εμπόριον ετέρας χώρας εις τιμήν κατωτέραν της κανονικής αξίας των, είναι κσταδικαστέον εφ' όσον προκαλεί ή επαπειλεί να προκαλέσει σοβαράν ζημίαν εις συγκεκροτημένον παραγωγικόν κλάδον" της τελευταίας αυτής χώρας ( άρθρο VΙ, παράγραφος 1 ).
Το 1979, οι πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Τόκιο κατέληξαν στη θέσπιση νέου κώδικα που ο κοινοτικός νομοθέτης ενσωμάτωσε στο κοινοτικό δίκαιο με τον κανονισμό 3017/79, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 11/17, σ . 67 ). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό 2176/84, της 23ης Ιουλίου 1984 ( ΕΕ L 201, σ . 1 ), ίσχυε όμως όταν επιβλήθηκαν οι δασμοί και επομένως αποτελεί το μόνο νομοθετικό κείμενο που έχει εφαρμογή στις εκδικαζόμενες υποθέσεις .
Οι θεμελιώδεις αρχές του είναι γνωστές . Κατά το άρθρο 2, ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η τιμή του κατά την εξαγωγή προς την Κοινότητα "είναι κατώτερη της κανονικής ( του ) αξίας ( ή της κανονικής αξίας ) ενός ομοειδούς προϊόντος" στη χώρα καταγωγής . Εντούτοις, για να καταστεί δυνατή η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ πρέπει "η διάθεση ( του εν λόγω προϊόντος ) εντός της Κοινότητος ( να ) προξενεί ζημία" σημαντική σε συγκροτημένο παραγωγικό κλάδο της Κοινότητος ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ). Στην περίπτωση αυτή, το ύψος των κοινοτικών δασμών δεν μπορεί να υπερβεί το περιθώριο ντάμπινγκ, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της κανονικής αξίας του προϊόντος και της τιμής του εξαγωγής ωστόσο, αν αρκεί μικρότερο ποσό για να εξαφανισθεί η ζημία, ο δασμός πρέπει να οριστεί σε επίπεδο αντίστοιχο προς το μικρότερο αυτό ποσό ( άρθρο 13, παράγραφος 3 ).
Συνεπώς, η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής συνιστούν τους όρους αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε "εξίσωση αντιντάμπινγκ" προκειμένου δε να αποφευχθεί θετική ή αρνητική μεταβολή ( δηλαδή εις βάρος κάποιου μέρους ) του περιθωρίου ντάμπινγκ λόγω ανακριβούς εκτιμήσεως, είναι αναγκαίο να ορίσουμε τις εν λόγω έννοιες με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια . Ο κοινοτικός νομοθέτης ανταποκρίθηκε στην απαίτηση αυτή θεσπίζοντας πολυάριθμες και ακριβείς κατά περιεχόμενο διατάξεις . Ειδικότερα, ο προαναφερθείς κανονισμός απαιτεί οι κανόνες προσδιορισμού της κανονικής αξίας ( Α ) και της τιμής εξαγωγής ( Β ) "να παρουσιάζονται σαφώς και κατά τρόπο αρκετά λεπτομερή" εξάλλου, προκειμένου να εξασφαλιστεί ορθή σύγκριση των δύο όρων ( Γ ), ο ανωτέρω κανονισμός καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να γίνουν οι προσαρμογές που απαιτούνται λόγω των διαφορών που ενδεχομένως υπάρχουν μεταξύ πωληθέντων προϊόντων, συνθηκών πωλήσεως και επιπέδου συναλλαγών ( βλέπε τις αιτιολογικές σκέψεις 6, 7 και 8 του βασικού κανονισμού ). Ας αναλύσουμε με τη σειρά τις εν λόγω ομάδες διατάξεων .
Α - Ο κανονισμός 3017/79 προβλέπει διάφορα συστήματα για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας . Καθόσον είναι εδώ εφικτό, πρέπει να αναφερθούμε καταρχάς στην "πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για την κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής" ( άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α ) )).
Επομένως, δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε τιμή καταναλωτή αλλά - επαναλαμβάνω - μόνο για την τιμή καταναλωτή που έχει πράγματι καταβληθεί στο πλαίσιο συνήθους πωλήσεως . Γιατί αυτή η διευκρίνιση; Ο λόγος για τον οποίο γίνεται η διευκρίνιση διατυπώνεται με την έκτη αιτιολογική σκέψη : "οι πωλήσεις στην εσωτερική αγορά ...", αναφέρεται, "δεν αποτελούν ( πάντοτε ) κατάλληλη βάση για τον προσδιορισμό της υπάρξεως ντάμπινγκ ". Πράγματι, είναι δυνατό η πώληση να συνάπτεται, για οποιοδήποτε λόγο, με τιμή κατώτερη του κόστους ( άρθρο 2, παράγραφος 4 ) ή να καταρτίζεται μεταξύ συμβαλλομένων που δεν ενεργούν αυτοτελώς, όπως συμβαίνει με μια μητρική εταιρία και τη θυγατρική της ή ακόμη να τελείται από πρόσωπα που έχουν συνάψει μεταξύ τους συμψηφιστικό διακανονισμό ( άρθρο 2, παράγραφος 7 ).
Τι πρέπει λοιπόν να γίνει σε τέτοιες περιπτώσεις; Ο νομοθέτης έλυσε το πρόβλημα προσφεύγοντας στην έννοια της "κατασκευασμένης αξίας ". Εντούτοις πρέπει να συμφωνήσουμε ως προς το νόημα του όρου αυτού : η κατασκευασμένη αξία δεν είναι τεχνητή, αλλ' υπολογίζεται βάσει συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων οικονομικών στοιχείων . Αντιστοιχεί δε, πράγματι, στο "κόστος, επί συνήθων εμπορικών πράξεων, των υλικών και της κατασκευής, στη χώρα καταγωγής, συν ένα λογικό περιθώριο για τα κέρδη και τα γενικά έξοδα" (( άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β ), δεύτερη περίπτωση )) ή, κατά τον κώδικα αντιντάμπινγκ, η κατασκευασμένη αξία προσδιορίζεται "επί συνήθων εμπορικών πράξεων" βάσει "του κόστους παραγωγής ( του προϊόντος ) εις τον τόπον της προελεύσεώς του, επηυξημένου κατά εύλογόν τι ποσόν αντιπροσωπεύον τα διοικητικά έξοδα, τα έξοδα πωλήσεως, τα γενικά έξοδα και το κέρδος" ( άρθρο 2, παράγραφος 4 ).
Ωστόσο, το γεγονός ότι και οι δύο διατάξεις αναφέρονται σε "συνήθεις" πωλήσεις αποδεικνύει ότι ακόμη και όταν είναι ανάγκη να κατασκευαστεί η εσωτερική τιμή, τα διάφορα στοιχεία του κόστους ή οι επιβαρύνσεις που τη συγκροτούν - είτε πλήττουν το προϊόν πριν είτε μετά το στάδιο παραγωγής, όπως τα καταβαλλόμενα για την αγορά των υλικών ή, αντίστοιχα, για τα γενικά έξοδα - δεν πρέπει να είναι πλασματικά . Με άλλα λόγια, όπως στην κανονική αξία, έτσι και στην κατασκευασμένη αξία το σύνολο των στοιχείων που τη συγκροτούν πρέπει να εκφράζει την πράγματι πληρωθείσα τιμή στην ελεύθερη αγορά για την κτήση προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση στη χώρα καταγωγής (( βλέπε άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α ), αλλά και παράγραφος 4, που ομιλεί για την "τιμή στην οποία πραγματικά πωλείται ένα προϊόν, ενόψει της καταναλώσεως στη χώρα καταγωγής ")).
Β - Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο α ), η τιμή εξαγωγής είναι "η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για το προϊόν που πωλείται για εξαγωγή προς την Κοινότητα ". Πάντως και στην περίπτωση αυτή αν "υπάρχει σύνδεσμος ή συμψηφιστικός διακανονισμός μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα", η τιμή την οποία πληρώνει ο τελευταίος αυτός δεν θεωρείται αξιόπιστη . Ελλείψει άλλων σταθερών στοιχείων, προτιμήθηκε να κατασκευαστεί εκ νέου η τιμή εξαγωγής, εκκινώντας από το πρώτο στοιχείο που διαθέτει το όργανο ελέγχου, δηλαδή από την τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στην κοινοτική αγορά . Πράγματι, με το στοιχείο β ) της προαναφερθείσας διατάξεως και με το αντίστοιχο προς αυτό άρθρο 2, παράγραφος 5, του κώδικα αντιντάμπινγκ προστίθεται ότι "η τιμή εξαγωγής δύναται να προσδιορισθεί με βάση την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε έναν ανεξάρτητο αγοραστή ... Στις περιπτώσεις αυτές ... ( πρέπει να αφαιρεθούν ) όλα τα έξοδα που έχουν ανακύψει μεταξύ εισαγωγής και μεταπωλήσεων, συμπεριλαμβανομένων ... των δασμών και φόρων και ... ενός ευλόγου περιθωρίου κέρδους ".
Συνοψίζω τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει μέχρις εδώ . Βάσει των κανόνων της GΑΤΤ και των κανόνων του κοινοτικού δικαίου η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής ορίζονται κατά προτίμηση σε συσχετισμό με τις πράγματι εφαρμοζόμενες τιμές στη χώρα καταγωγής . 'Οταν η εν λόγω μέθοδος δεν μπορεί να ακολουθηθεί λόγω των περιστάσεων, οι οποίες δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τα κατ' αυτόν τον τρόπο συλλεγέντα στοιχεία, οι δύο όροι της εξισώσεως μπορούν να κατασκευαστούν βάσει ανομοιογενών συστημάτων και με αναφορά σε κριτήρια και αγορές που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους . Ωστόσο, είναι αναγκαίο, η χρησιμοποίηση των μεθόδων αυτών να καταλήγει σε μη πλασματικές αξίες, δηλαδή σε αξίες που ανταποκρίνονται στις τιμές που πληρώνουν αντίστοιχα ο καταναλωτής και ο εξαγωγέας κατά τις συνήθεις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στην αγορά της χώρας καταγωγής του προϊόντος .
Γ - Στο σημείο αυτό μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν το γεγονός ότι οι δύο αριθμοί υπολογίζονται κατά διαφορετικό τρόπο επηρεάζει το αποτέλεσμα της εξισώσεως αντιντάμπινγκ . Η απάντηση είναι αρνητική .
Καταρχάς θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι "για την πραγματοποίηση ορθής συγκρίσεως, η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία πρέπει να εξετάζονται επί συγκρίσιμης βάσεως ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, τις ποιότητες και τους όρους πωλήσεως . Κανονικά πρέπει να συγκρίνονται στο ίδιο στάδιο του εμπορίου, που κατά προτίμηση είναι το στάδιο "εξόδου από το εργοστάσιο" και σε ημερομηνίες όσο το δυνατό εγγύτερες" ( άρθρο 2, παράγραφος 9 ). Αν δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ των εν λόγω στοιχείων, "σε κάθε περίπτωση, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει, λαμβάνονται ... υπόψη διαφορές που επιδρούν στη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών ". Και βέβαια, όταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος ζητεί να ληφθεί υπόψη μια τέτοια διαφορά, φέρει και το βάρος της αποδείξεως ότι η αίτηση αυτή είναι δικαιολογημένη ( άρθρο 2, παράγραφος 10 ).
'Ενας παραλληλισμός θα βοηθήσει να καταστούν σαφέστερα τα στάδια της εν λόγω διαδικασίας . Ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να μετρήσουμε με ζυγαριά την ενδεχόμενη διαφορά βάρους των αντικειμένων Α και Β . Εντούτοις τα δύο αυτά αντικείμενα εμφανίζουν δύο ιδιομορφίες : πρώτον, δεν τα έχουμε στη διάθεσή μας, αλλά πρέπει να τα κατασκευάσουμε και μάλιστα το καθένα βάσει των ιδιαίτερων συστατικών του . Δεύτερον, επειδή διαφέρουν, τόσο κατά την υφή όσο και κατά τη λειτουργία τους, το βάρος τους μπορεί να επηρεαστεί ποικιλοτρόπως από ορισμένους εξωτερικούς παράγοντες . Ενεργώντας τώρα σύμφωνα με τη σειρά που όρισε ο νομοθέτης, ας κατασκευάσουμε πρώτα το αντικείμενο Α και ύστερα το αντικείμενο Β . Εννοείται ότι προς το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιήσουμε τα συστατικά που προβλέπει ο κάθε πίνακας και τα οποία, όπως είπα, είναι κατά κανόνα ετερογενή .
Μόλις κατασκευαστούν το Α και το Β, θα τοποθετηθούν στους δύο δίσκους της ζυγαριάς ωστόσο, το κατ' αυτό τον τρόπο λαμβανόμενο αποτέλεσμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθό . Πράγματι, γνωρίζουμε ότι εξωγενείς αιτίες ( και συγκεκριμένα η ποσότητα ή η φύση των εμπορευμάτων και οι όροι πωλήσεως ) μπορεί να έχουν μεταβάλει το βάρος των δύο αντικειμένων . Αν λοιπόν θέλουμε να είναι σωστή η μέτρησή μας, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη τις εν λόγω μεταβολές προσθέτοντας στα αντικείμενα που βρίσκονται στη ζυγαριά πρόσφορα διορθωτικά στοιχεία ( τα οποία θα αποκαλέσω, προκειμένου να τα αντιδιαστείλω από τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή των Α και Β, "προσαρμογές λόγω συγκρίσεως "). Εντούτοις, είναι προφανές ότι κατά τη διόρθωση της μετρήσεως του ενός και/ή του άλλου αντικειμένου δεν θα μπορέσουμε να λάβουμε υπόψη - κινδυνεύοντας, κατ' αυτό τον τρόπο να εξισώσουμε πράγματα που φυσιολογικά διαφέρουν - όλες τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους . Εάν το επιχειρούσαμε, θα καταλήγαμε - και στο σημείο αυτό επανέρχομαι στην υπό κρίση υπόθεση - να περιορίσουμε τους δύο όρους της εξισώσεως στο επίπεδο του κόστους παραγωγής του προϊόντος, προσαυξημένου με τα γενικά έξοδα κάθε πωλήσεως, είτε το εν λόγω προϊόν πρόκειται να διατεθεί στην εγχώρια κατανάλωση είτε να εξαχθεί . Κατ' αυτό τον τρόπο όμως, θα αποκλείαμε εκ ρίζης κάθε δυνατότητα υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ .
Ωστόσο, για άλλη μια φορά, οι διατάξεις του κανονισμού εμποδίζουν το αποτέλεσμα αυτό . 'Οσον αφορά ειδικότερα τις διαφορές ως προς τις συνθήκες και τους όρους πωλήσεως, το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ ), ορίζει ότι "οι προσαρμογές ( λόγω συγκρίσεως ) θα περιορισθούν γενικά στις διαφορές που έχουν άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις και περιλαμβάνουν, παραδείγματος χάρη, τις διαφορές δασμών και εμμέσων φόρων, τους όρους πιστώσεων, τις ασφάλειες, τις εγγυήσεις, τους τρόπους τεχνικής βοήθειας, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση, τις προμήθειες ή τους μισθούς που καταβάλλονται στους πωλητές, τη συσκευασία, τη μεταφορά, την ασφάλιση, τις εργασίες διαφυλάξεως, τη φόρτωση και τα παρεπόμενα έξοδα ( αντίθετα ) κατά γενικό κανόνα καμία προσαρμογή δεν θα γίνει για διαφορές σε διοικητικά και γενικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων έρευνας και αναπτύξεως ή διαφημίσεως ".
Η ratio της τελευταίας αυτής αρχής ( της μη εκπτώσεως των διοικητικών ή γενικών εξόδων ) είναι απλή . Προκειμένου να αποφευχθεί η παράλογη εξίσωση των αξιών που προανέφερα και να διασφαλιστεί το δικαίωμα των μερών για την πραγματοποίηση ορθής συγκρίσεως των τιμών, ο νομοθέτης επιτρέπει να σταθμίζονται μόνον οι διαφορές που έχουν "άμεση σχέση με τις πωλήσεις" προϊόντων που πρόκειται να διατεθούν στην εγχώρια αγορά ή να εξαχθούν, και οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων . Επομένως, βάσει του κριτηρίου που καθορίστηκε κατ' αυτό τον τρόπο, το κόστος που βαρύνει την επιχείρηση μέχρις ότου πωληθεί το προϊόν σε κάποια αγορά δεν προσμετράται στις προσαρμογές λόγω συγκρίσεως . Αλλ' αυτό ακριβώς συμβαίνει με τα προαναφερθέντα έξοδα . Πράγματι, τα έξοδα αυτά αφορούν κατά κανόνα την κατασκευή του προϊόντος ή τη διάθεσή του στην αγορά κατά συνέπεια δεν συνδέονται τόσο στενά με την πώληση, όπως απαιτεί η διάταξη .
Αφού ολοκληρωθούν οι προσαρμογές, το Α και το Β μπορούν επιτέλους να ζυγιστούν προκειμένου να εξακριβωθεί αν το προϊόν το οποίο παριστούν αποτελεί ή όχι αντικείμεινο ντάμπινγκ . Η φάση αυτή διέπεται επίσης από σαφείς κανόνες . Πράγματι, όταν οι τιμές των πωλήσεων ποικίλλουν, "το περιθώριο ντάμπινγκ δύναται να καθιερωθεί για κάθε μία συναλλαγή χωριστά ή με αναφορά στις τιμές που διαπιστώνονται συχνότερα, οι οποίες είναι αντιπροσωπευτικές ή αποτελούν σταθμισμένες μέσες τιμές" (( άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο β ) )). Είναι προφανές ότι οι τέσσερις μέθοδοι που αναφέρονται πιο πάνω διαφέρουν, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι η διάταξη τις απαριθμεί κατά σειρά προτεραιότητας ή ότι παρέχει τα κριτήρια προκειμένου να καθοριστεί πότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί κατά προτίμηση η μία ή η άλλη μέθοδος . Η σιγή αυτή είναι πλήρως δικαιολογημένη .
Ας δούμε γιατί . Αφήνοντας προς στιγμή κατά μέρος το νομικό πεδίο, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι από οικονομική άποψη το ντάμπινγκ έγκειται στην εφαρμογή μιας price discrimination μεταξύ διαφόρων εθνικών αγορών και ότι η εν λόγω συμπεριφορά αποβλέπει συνήθως στην κατάκτηση νέων αγορών με την ολική ή μερική εξαφάνιση των εγχωρίων ανταγωνιστών . Εντούτοις, για το νομοθέτη μέτρων αντιντάμπινγκ δεν έχουν σημασία τα κίνητρα όσων δημιουργούν δυσμενή διάκριση το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η οικονομική ζημία που η εν λόγω διάκριση προξενεί . Είναι δε γεγονός ότι η συνέπεια αυτή δεν μπορεί πάντα να αποκαλυφθεί .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα . Η επιχείρηση Χ, που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μία εθνική αγορά χαρακτηριζόμενη από υψηλές τιμές και δασμολογικούς φραγμούς που την προστατεύουν από την εισροή φθηνότερων αλλοδαπών εμπορευμάτων, αποφασίζει να κατακτήσει μια τελωνειακώς ενοποιημένη οικονομική περιοχή που όμως αποτελείται από διάφορα κράτη και γι' αυτό στο εσωτερικό της εμφανίζει διαφορές ως προς τους όρους παραγωγής και εμπορίου ( πρόκειται ακριβώς για την περίπτωση της ΕΟΚ ). Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, η εν λόγω επιχείρηση μπορεί να επιλέξει, μεταξύ άλλων, μια στρατηγική ιδιαίτερα αποτελεσματική : τη στρατηγική που συνίσταται στη βαθμιαία απομόνωση των εγχωρίων ανταγωνιστών . Τα εμπορεύματα που εξάγονται στην εθνική αγορά Α πωλούνται σε κατώτερη τιμή ( παραδείγματος χάρη μείον 100 ) από την κανονική τους αξία αντίθετα, η τιμή εξαγωγής των ίδιων εμπορευμάτων που προορίζονται για τις εθνικές αγορές Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ ορίζεται στο επίπεδο της κανονικής αξίας, ενώ τουλάχιστον σε μία περίπτωση ορίζεται σε υψηλότερο επίπεδο ( συν 100 ). Κατ' αυτό τον τρόπο ο ανταγωνιστής στο κράτος Α θα απομονωθεί σε σχέση με τους ανταγωνιστές στα άλλα κράτη και σύντομα θα υποχρεωθεί να αλλάξει επάγγελμα . Στη συνέχεια, ο ανταγωνιστής στο κράτος Β θα υποστεί με τη σειρά του την price discrimination και θα εκτοπιστεί από την αγορά κατόπιν ο ανταγωνιστής στο κράτος Γ κ.ο.κ . μέχρις ότου κατακτηθεί ολόκληρη η περιοχή .
Προσωπικά νομίζω ότι σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί, χωρίς καμία αμφιβολία, να γίνει λόγος για ζημία . Ωστόσο, από καθαρά αριθμητική άποψη, οι διαφορές μεταξύ των τιμών εξαγωγής που ισχύουν για τα διάφορα κράτη συμψηφίζονται και, κατά συνέπεια, αν οι τιμές αυτές δεν ελέγχονταν βάσει της αποκλίσεώς τους από το μέσο όρο, δεν θα ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί η ύπαρξη ντάμπινγκ και να αποφευχθεί η ζημία . Ενόψει ακριβώς παρομοίων μειονεκτημάτων, ο νομοθέτης όρισε ότι, όταν στην αγορά της χώρας καταγωγής του προϊόντος, οι τιμές καταναλωτή και/ή οι τιμές εξαγωγής κυμαίνονται μεταξύ ενός ελαχίστου και ενός μεγίστου ορίου, η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία προσδιορίζονται κατά τρόπο ρεαλιστικό προσφεύγοντας σ' εκείνο το κριτήριο από τα μνημονευόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο β ), που φαίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση προσφορότερο για τον υπολογισμό της μιας ή της άλλης . Υπενθυμίζω σχετικά την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3017/79, όπου αναφέρεται ότι πρέπει "να κωδικοποιηθεί η καθιερωμένη πρακτική της Κοινότητας σε θέματα μεθόδου υπολογισμού για την περίπτωση που οι τιμές ή τα περιθώρια ποικίλλουν ".
Τέλος, όταν και τα περιθώρια ντάμπινγκ ποικίλλουν, "δύνανται να καθιερωθούν μέσοι σταθμικοί όροι" (( άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο γ ) )).
3 . Θα ήθελα τώρα να εξετάσω τα πραγματικά περιστατικά . 'Ενα μήνα περίπου μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων της 29ης Μαρτίου 1979 ( βλέπε ανωτέρω, σημείο 1 ), η Federation of European Bearing Manufacturers Associations ( FEBMA ), που περιλαμβάνει τους κυριότερους κατασκευαστές ενσφαίρων τριβέων της Κοινότητας, κατήγγειλε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις νέες πρακτικές ντάμπινγκ ιαπωνικών επιχειρήσεων στην κοινή αγορά ενσφαίρων μικροτριβέων . Η έρευνα της Επιτροπής κατέληξε στην απόφαση 406 της 4ης Ιουνίου 1981 ( ΕΕ L 152, σ . 44 ), η οποία επικύρωσε μια συμφωνία επί των τιμών που είχαν συνάψει οι ενδιαφερόμενοι . Εντούτοις, επρόκειτο απλώς για ανακωχή . Πράγματι, το Μάρτιο του 1983, η FΕΒΜΑ επανήλθε στις Βρυξέλλες προσκομίζοντας νέα αποδεικτικά στοιχεία ως προς τις κατά παράβαση του ανταγωνισμού πρακτικές των ιαπωνικών επιχειρήσεων και ως προς τις ζημίες που οι εν λόγω πρακτικές προκαλούσαν στην κοινοτική παραγωγή . Η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, τη σημαντική εξέλιξη της αγοράς ενσφαίρων μικροτριβέων και τις πληροφορίες που συγκέντρωσε η ίδια κατά τον έλεγχο ως προς την τήρηση της συμφωνίας του 1981, έκρινε ότι συντρέχει λόγος επανεξετάσεως της αποφάσεώς της .
Κατ' αυτό τον τρόπο κινήθηκε η διαδικασία αντιντάμπινγκ ως προς τις εισαγωγές ενσφαίρων μικροτριβέων καταγωγής Ιαπωνίας και Σιγκαπούρης ( ΕΕ C 188, σ . 8 ). Η Επιτροπή, βάσει των στοιχείων που συγκέντρωσε κατά την έρευνα που διεξήγαγε για τη χρονική περίοδο από 1ης Ιουλίου 1982 έως 30 Ιουνίου 1983, ακύρωσε την απόφαση 81/406 και επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ επί των προαναφερθεισών εισαγωγών . Στο σχετικό δε κανονισμό ( 744/84, της 19ης Μαρτίου 1984, ΕΕ L 79, σ . 8, παράγραφος 21 ), σημειώνει ότι για καθέναν από τους εξαγωγείς που αφορούσε η έρευνα καθόρισε τα ακόλουθα περιθώρια ντάμπινγκ : Koyo Seiko ( στο εξής : Koyo ), 4,36% Minebea 10,20% Nippon Seiko KK ( στο εξής : ΝSΚ ) 18,30% Nachi Fujikoshi ( στο εξής : Nachi ) 11,88% NTN Toyo Bearing ( στο εξής : ΝΤΝ ) 18,45 %.
"Η κανονική αξία", βεβαιώνει ακόμη ο κανονισμός, "καθορίστηκε με βάση τις εγχώριες τιμές των παραγωγών που έκαναν εξαγωγές προς την ΕΟΚ ( πράγματι, οι εν λόγω παραγωγοί ) προσκόμισαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και οι τιμές ( τους ) θεωρήθηκαν ως αντιπροσωπευτικές της εν λόγω εσωτερικής αγοράς" ( παράγραφος 11 ). Ωστόσο, εξαιρέθηκαν οι εξαγωγές που πραγματοποίησε η Minebea από τη Σιγκαπούρη . Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να εφαρμόσει τη μέθοδο που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β ), δεύτερη περίπτωση, του βασικού κανονισμού . Επομένως η κατασκευασμένη αξία "καθορίστηκε με βάση το συνολικό κόστος της εταιρίας για τα υλικά και την κατασκευή, όπου συμπεριλαμβάνονται και τα γενικά έξοδα, προσθέτοντας περιθώριο κέρδους 6% που θεωρείται λογικό δεδομένης της απόδοσης της βιομηχανίας για μια αντιπροσωπευτική αποδοτική περίοδο" ( παράγραφος 15 του κανονισμού 744/84 ).
Η τιμή εξαγωγής . Στην περίπτωση της εταιρίας Nachi, η οποία χρησιμοποιεί εντός της Κοινότητας ανεξάρτητο εισαγωγέα, η εν λόγω τιμή καθορίστηκε "βάσει των πράγματι πληρωθεισών ή πληρωτέων τιμών για τα προϊόντα που πωλούνται ". Αντίθετα, ως προς τις λοιπές εταιρίες που πωλούν σε θυγατρικές εταιρίες, η τιμή εξαγωγής κατασκευάστηκε "με βάση τις τιμές στις οποίες το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλήθηκε καταρχήν σε ανεξάρτητο αγοραστή, κατάλληλα προσαρμοσμένες ώστε να ληφθούν υπόψη το κόστος που προέκυψε από την εισαγωγή στη μεταπώληση, όπου συμπεριλαμβάνονται και οι δασμοί, καθώς και ένα περιθώριο κέρδους 6%" ( παράγραφοι 17 και 18 ).
Τέλος, όσον αφορά τη ζημία που υπέστη η βιομηχανία της Κοινότητας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι μεταξύ 1979 και 1983 "το μερίδιο της αγοράς ενσφαίρων τριβέων που κατείχαν οι εξάγουσες χώρες ( αυξήθηκε ) από 17,5% σε 27,9%" ( παράγραφος 23 ). Ειδικότερα, κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται η έρευνα, το εν λόγω μερίδιο της αγοράς για τους τύπους ενσφαίρων τριβέων που σημείωσαν τη μεγαλύτερη πώληση υπολογίζεται μεταξύ 40,1% και 84,5 %. Επιπλέον, στις περισσότερες περιπτώσεις οι εφαρμοζόμενες από τους εισαγωγείς τιμές ήταν χαμηλότερες από αυτές που απαιτούνται "για να καλύψουν οι κοινοτικοί παραγωγοί το κόστος τους και για να έχουν εύλογο κέρδος" ( παράγραφος 24 ). Επομένως οι χρηματικές ζημίες και οι συναφείς προς αυτές δυσχέρειες στον τομέα της απασχολήσεως υπήρξαν σημαντικές ιδίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις . Για το λόγο αυτό λοιπόν ήταν αναγκαίο να οριστούν οι συντελεστές των δασμών στο επίπεδο των περιθωρίων που καθορίστηκαν προσωρινά .
Οι πέντε επιχειρήσεις, αφού έλαβαν γνώση του κανονισμού που περιέγραψα συνοπτικά ανωτέρω, ζήτησαν ακρόαση από την Επιτροπή, της απέστειλαν σειρά εγγράφων και προσφέρθηκαν να αναλάβουν υποχρεώσεις ως προς τις τιμές . Η Επιτροπή παρέσχε αφειδώς πληροφορίες και διευκρινίσεις αλλά, κατόπιν συμφωνίας με το Συμβούλιο, αποφάσισε να μην αποδεχτεί την πρόταση . Πράγματι, η παράγραφος 24 του προσβαλλόμενου κανονισμού 2089/84 αναφέρει ότι "η προηγούμενη εμπειρία στον τομέα των ενσφαίρων τριβέων έχει δείξει ότι οι υποχρεώσεις, έστω και αν τηρούνται, δεν αποτελούν ικανοποιητική λύση, προκαλούν διενέξεις και είναι δύσκολο να ελεγχθούν διότι απαιτούνται σημαντικός χρόνος και έξοδα ".
Το Συμβούλιο στηριζόμενο σε περαιτέρω στοιχεία που συγκέντρωσε το ίδιο και κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής επικύρωσε την επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ . Με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2089/84 καθορίστηκαν ως εξής τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ : Koyo 4,03% Minebea 10,91% Nachi 9,65% ΝSΚ 14,71% ΝΤΝ 11,97%
4 . Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου η ΝΤΝ ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 83 του κανονισμού διαδικασίας, να ανασταλεί η είσπραξη των επιδίκων δασμών μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση . Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, με Διάταξη που εξέδωσε στις 7 Δεκεμβρίου 1984, στην υπόθεση 240/84 R ( Συλλογή 1984, σ . 4093 ), απέρριψε την εν λόγω αίτηση .
Στις υποθέσεις 256/84 ( Koyo ) και 260/84 ( Minebea ), στο πλαίσιο των οποίων είχαν ασκηθεί προσφυγές κατά της Επιτροπής και του Συμβουλίου, το Δικαστήριο, με δύο Διατάξεις που εξέδωσε στις 8 Μαΐου 1985, κήρυξε απαράδεκτη την πρώτη και διέγραψε τη δεύτερη από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου, αλλά μόνο καθόσον στρεφόταν κατά της Επιτροπής . Περαιτέρω, η Minebea διευκρίνισε ότι χρησιμοποίησε το μηχανισμό των επιστροφών προκειμένου να αντιταχτεί στην είσπραξη των δασμών επί των εισαγωγών από τη Σιγκαπούρη επομένως, αντικείμενο της προσφυγής της είναι μόνον ο δασμός ως προς τις εισαγωγές ενσφαίρων μικροτριβέων προελεύσεως Ιαπωνίας . Τέλος, η Επιτροπή και η FΕΒΜΑ ζήτησαν να παρέμβουν σ' όλες τις υποθέσεις υπέρ του Συμβουλίου το Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημά τους .
'Οσον αφορά τις υπόλοιπες δευτερεύουσας σημασίας πτυχές της διαδικασίας, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στις εκθέσεις για την επ' ακροατηρίου συζήτηση των διαφόρων υποθέσεων .
5 . Το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου ως προς μέρος του κυρίου αιτήματος των Koyo, Nachi, NSK και ΝΤΝ, περί ακυρώσεως του κανονισμού 2089/84 στο σύνολό του, υπό την έννοια ότι οι σχετικές προσφυγές ασκούνται παραδεκτώς μόνο καθόσον στρέφονται κατά του μέρους του κανονισμού που εφαρμόζεται στις εξαγωγές κάθε μιας από τις προσφεύγουσες . Οι τελευταίες δεν αντέδρασαν όλες κατά τον ίδιο τρόπο . 'Ετσι, η ΝΤΝ αναφέρει ότι δεν αντιτίθεται στον περιορισμό του αιτήματος . Η Nachi προβάλλει επικουρικώς αιτήματα παρόμοια προς τα αιτήματα του καθού . Αντίθετα, η Koyo και η ΝSΚ εμμένουν στο αίτημά τους επικαλούμενες προς στήριξή του την απόφαση που εκδόθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1983, στην υπόθεση 191/82, Fediol κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1983, σ . 2913 ).
Η ένσταση είναι αβάσιμη . Το καθού φαίνεται να αμφισβητεί το έννομο συμφέρον καθεμιάς από τις προσφεύγουσες να επιτύχει την ολική ακύρωση πράξεως που την αφορά μόνον εν μέρει . Αν πράγματι συμβαίνει αυτό, το καθού συγχέει το δικαίωμα ενεργητικής νομιμοποιήσεως με τις έννομες συνέπειες που μπορεί να έχει η απόφαση περί ακυρώσεως επί του δικαιώματος εξαγωγής προς την Κοινότητα υπό ίσους όρους με τους άλλους κατασκευαστές μικροτριβέων, που επικαλούνται όλες οι προσφεύγουσες .
Ως προς το πρώτο σημείο φρονώ ότι βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας ( και της αποφάσεως της 20ής Μαρτίου 1985, στην υπόθεση 264/82, Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή σ . 849 ), οι ιαπωνικές επιχειρήσεις έχουν συγκεκριμένο έννομο συμφέρον να επιτύχουν την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως : πράγματι, είναι προφανές ότι η εν λόγω πράξη τις αφορά άμεσα και ατομικά . Αντίθετα, το πρόβλημα των εννόμων συνεπειών τυχόν ευνοϊκής αποφάσεως δεν έχει σχέση με το ζήτημα που μας απασχολεί . Τα εν λόγω έννομα αποτελέσματα συναρτώνται τόσο προς τη φύση που πρέπει να προσδοθεί στην πράξη όσο και προς τα ελαττώματα που πλήττουν το κύρος της . Επειδή δε τα τελευταία ελέγχονται κατά την εξέταση του βασίμου, μόνο κατά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως μπορεί ο δικαστής να καθορίσει την ισχύ της έναντι των αποδεκτών του ακυρωθέντος κανονισμού . Η απόφαση που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 1979, στην υπόθεση 118/77, ΙSΟ κατά Συμβουλίου ( Racc . 1979, σ . 1277 ) παρέχει κάποια στοιχεία επ' αυτού . Κατόπιν προσφυγής που άσκησε κοινοτικός εισαγωγέας συνεργαζόμενος με ιαπωνική επιχείρηση, το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή την προσφυγή και ακύρωσε erga omnes τον κοινοτικό κανονισμό με τον οποίο επιβλήθηκε ο δασμός .
6 . Συνεπώς οι προσφυγές είναι παραδεκτές . 'Οσον αφορά το βάσιμο, θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι παρά την πληθώρα στοιχείων και λεπτομερειών που παρέσχον οι διάδικοι, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως είναι κατ' ουσία τα ίδια . Επιτρέψτε μου λοιπόν, στο πλαίσιο ενός κειμένου με το οποίο επιδιώκεται η ανάλυση όλων των προσφυγών, να οργανώσω αυτό το μάγμα γύρω από τέσσερις βασικές αιτιάσεις . Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι ορισμένοι λόγοι ακυρώσεως που αφορούν τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή εκφεύγουν κάθε δυνατότητας κατατάξεως . Επομένως θα εξετάσω πρώτα αυτούς .
Α - Στην υπόθεση 256/84, η Koyo υποστηρίζει ότι η έρευνα που διεξήχθη εις βάρος της δεν ήταν δικαιολογημένη . Ειδικότερα : 1 ) η καταγγελία της FΕΒΜΑ δεν αφορούσε τις δικές της εξαγωγές 2 ) η ίδια - δηλαδή η Koyo - εξακολουθούσε να τηρεί τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι της Επιτροπής στις 20 Ιουνίου 1977 και που αφορούσαν όλους τους τύπους τριβέων, ελλείψει δε ρητής καταγγελίας εκ μέρους των Βρυξελλών, οι εν λόγω συμφωνίες έπρεπε να θεωρούνται ότι ισχύουν 3 ) η διαδικασία αντιντάμπινγκ, με την οποία ήρθησαν οι προαναφερθείσες υποχρεώσεις, δεν μπορούσε να στηριχτεί στις διατάξεις του κανονισμού 3017/79, διότι η Koyo ανέλαβε τις υποχρεώσεις αυτές υπό το κράτος της προϊσχύσασας κανονιστικής ρύθμισης . Επομένως το όργανο ελέγχου παραβίασε τους κανόνες διαδικασίας που ίσχυαν τότε καθώς και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης .
Αυτός ο λόγος στερείται ερείσματος . Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι υποχρεώσεις στις οποίες στηρίζεται η Koyo είχαν βέβαια αναληφθεί στις 20 Ιουνίου 1977, αλλ' ακολούθως ανανεώθηκαν στις 7 Νοεμβρίου 1980 και στις 3 Μαρτίου 1981 . Η Επιτροπή συνήψε την τελευταία συμφωνία βάσει του άρθρου 10 του προαναφερθέντος κανονισμού, ο οποίος προφανώς κατάργησε την προηγούμενη πράξη .
'Οσον αφορά το περιεχόμενο της καταγγελίας, η FΕΒΜΑ αναγνωρίζει ότι δεν ενέκρινε ρητώς σε κανένα εξαγωγέα τη διενέργεια ορισμένου όγκου εισαγωγών . Ωστόσο, κατά την έννοια του ίδιου κανονισμού, η FΕΒΜΑ δεν ήταν υποχρεωμένη να παράσχει αυτές τις διευκρινίσεις . "Η καταγγελία", ορίζει πράγματι το άρθρο 5, "πρέπει να περιλαμβάνει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη ντάμπινγκ ... και ως προς τη ζημία που προκύπτει από αυτά ". Αυτό είν' όλο . Κατά τα λοιπά, την απόφαση ως προς το είδος της αναληπτέας πρωτοβουλίας λαμβάνει η Επιτροπή κατά την άσκηση της εξουσίας ελέγχου που διαθέτει .
Πρέπει να διακρίνουμε σχετικώς τις περιπτώσεις που αντιμετωπίζονται στο άρθρο 10, παράγραφος 6, και στο άρθρο 14 του κανονισμού 3017/79 . Ενώ με την πρώτη διάταξη ρυθμίζονται οι περιπτώσεις καταγγελίας ή παραβιάσεως υποχρεώσεως, με τη δεύτερη προβλέπεται η δυνατότητα επανεξετάσεως των αναληφθεισών υποχρεώσεων . Εντούτοις, όπως προκύπτει από τον κανονισμό με τον οποίο επιβλήθηκαν οι προσωρινοί δασμοί ( βλέπε ανωτέρω σημείο 3 ) η επανεξέταση ήταν δικαιολογημένη στην εκδικαζόμενη υπόθεση για δύο λόγους : οι μικροτριβείς που προορίζονταν για τις βιομηχανίες αιχμής συνιστούσαν νέα αγορά και η Επιτροπή επιθυμούσε να γνωρίσει όλες τις πτυχές της αγοράς αυτής αποστέλλοντας ερωτηματολόγια στους παραγωγούς . Πάντως οι όροι υπό τους οποίους επρόκειτο να διεξαχθεί η έρευνα γνωστοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα, η οποία επομένως είχε την ευκαιρία να προβάλλει την άποψή της .
Β - Η Koyo, η ΝSΚ και η Minebea ( υποθέσεις 256, 258 και 260/84 ) παραπονούνται ότι κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία η Επιτροπή υπολόγισε τα περιθώρια ντάμπινγκ με νέα μέθοδο που αποκαλείται μέθοδος του υπολογισμού "κάθε μιας συναλλαγής χωριστά ". Δεδομένου ότι τα μέρη δεν ειδοποιήθηκαν σχετικώς και ότι η εν λόγω μέθοδος εφαρμόστηκε ενώ εξακολουθούσαν ακόμη να ισχύουν οι προηγούμενες υποχρεώσεις που στηρίζονταν σε διαφορετικές μεθόδους, η μονομερής εφαρμογή της μεθόδου αυτής συνιστά παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας του δικαίου στον οικονομικό τομέα και της χρηστής διοικήσεως . Επιπλέον, ουδέποτε αιτιολογήθηκε η επιλογή του νέου συστήματος .
Στην ουσία της αιτιάσεως που εξέθεσα συνοπτικά ανωτέρω απαντά η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 28 Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 52/81, Faust κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1982, σ.3745, σκέψη 27 ). Στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων το Δικαστήριο δέχτηκε ότι "τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν διακριτική εξουσία κατά την επιλογή των μέσων που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση της πολιτικής τους, οι επιχειρηματίες ( ωστόσο ) δεν πρέπει να έχουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, η οποία μπορεί να μεταβληθεί με αποφάσεις που λαμβάνουν τα εν λόγω όργανα στο πλαίσιο της διακριτικής τους εξουσίας ". Επομένως τα μέρη δεν μπορούσαν να επικαλεστούν δικαίωμα συνεχούς εφαρμογής της προηγουμένης μεθόδου . Πράγματι, ο κανονισμός 3017/79 ορίζει ότι "όταν οι τιμές ποικίλλουν", είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν διάφορα κριτήρια μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ακριβώς και το κριτήριο του υπολογισμού "της κάθε μιας συναλλαγής χωριστά ". Πάντως είναι βέβαιο ότι, όπως ορίζει το άρθρο 3 του κανονισμού 744/84, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις κλήθηκαν να εκθέσουν τις απόψεις τους επί της αμφισβητουμένης μεθόδου και ότι παρασχέθηκαν σ' αυτές όλες οι διευκρινίσεις που ζήτησαν . Τέλος, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 2089/84, εξέθεσε διεξοδικώς τους λόγους που ώθησαν την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο αυτή ( σημείο 18 ).
Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων φρονώ ότι αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί .
7 . 'Ερχομαι τώρα στις βασικές αιτιάσεις . 'Οπως ήδη ανέφερα, οι εν λόγω αιτιάσεις συνοψίζονται στις εξής τέσσερις : α ) οι οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό 2089/84 υπολογίστηκαν κατά τρόπο παράνομο ( σημεία 11, 16 και 18 του κανονισμού ) β ) οι προτάσεις των προσφευγουσών περί αυξήσεως των τιμών εξαγωγής αγνοήθηκαν χωρίς να παρασχεθεί καμιά αιτιολογία ( σημείο 24 ) γ ) κατά και μετά την περίοδο στην οποία αναφέρεται η έρευνα, ορισμένες από τις προσφεύγουσες αύξησαν αυτοβούλως τις τιμές αυτές χωρίς και πάλι να ληφθεί υπόψη η εν λόγω περίσταση ( σημείο 25 ) δ ) οι συντελεστές των δασμών δεν είναι ανάλογοι προς τη ζημία που πράγματι υπέστη η κοινοτική παραγωγή ( σημείο 21 ).
Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται παράβαση δύο διατάξεων του κανονισμού 3017/79 : του άρθρου 2, παράγραφος 13, στοιχείο β ), που ρυθμίζει τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, και του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, που καθιερώνει την αρχή της "ορθής συγκρίσεως ". Οι ιαπωνικές επιχειρήσεις προβάλλουν σχετικώς τρία επιχειρήματα : Α . το περιθώριο ντάμπινγκ δεν υπολογίστηκε με μια από τις μεθόδους που προβλέπονται από τη διάταξη, αλλά βάσει απαράδεκτου συνδυασμού της αποκαλούμενης "μεθόδου των σταθμισμένων μέσων όρων" και του συστήματος του υπολογισμού "κάθε μιας συναλλαγής χωριστά" ( υποθέσεις 240, 255, 258 και 260/84 ) Β . οι προσαρμογές που προβλέπονται με τη δεύτερη διάταξη πραγματοποιήθηκαν κατά τρόπο εσφαλμένο και αδικαιολόγητο, τουλάχιστον όσον αφορά την κανονική αξία ( υποθέσεις 255, 258 και 260/84 ) Γ . η Επιτροπή συνέκρινε τιμές διαφορετικών προϊόντων ( υπόθεση 260/84 ).
Α - Αρχίζω από το πρώτο επιχείρημα παραθέτοντας και πάλι το κείμενο του άρθρου 2, παράγραφος 13, στοιχείο β ): "όταν οι τιμές ποικίλλουν, το περιθώριο ντάμπινγκ δύναται να καθιερωθεί για κάθε μια συναλλαγή χωριστά ή με αναφορά στις τιμές που διαπιστώνονται συχνότερα, οι οποίες είναι αντιπροσωπευτικές ή αποτελούν σταθμισμένες μέσες τιμές ". Εντούτοις, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν - ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται ότι μπορεί να αποδοθεί η σκέψη τους - ότι η Επιτροπή υπολόγισε το περιθώριο ντάμπινγκ ως εξής : πρώτα καθόρισε την κανονική αξία, εξάγοντας το σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών καταναλώσεως που ίσχυαν σ' όλες τις πωλήσεις που είχαν συναφθεί στην Ιαπωνία κατόπιν συνέκρινε τον αριθμό αυτό, χωριστά για κάθε συναλλαγή, με όλες τις τιμές εξαγωγής προκειμένου να διαχωρίσει τις τιμές που ήταν κατώτερες από την κανονική αξία ( δηλαδή τις τιμές ντάμπινγκ ), από τις τιμές που ήταν ανώτερες από την κανονική αξία ( δηλαδή τις τιμές που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ ) καταλήγοντας δε, παρέλειψε τις τελευταίες και αφαίρεσε τον αριθμό που ισοδυναμεί με το μέσο όρο των τιμών ντάμπινγκ από την κανονική αξία .
Με άλλα λόγια, η Επιτροπή καθόρισε τη μεν κανονική αξία χρησιμοποιώντας το κριτήριο των σταθμισμένων μέσων τιμών, τη δε τιμή εξαγωγής καταφεύγοντας στο σύστημα του υπολογισμού "κάθε μιας συναλλαγής χωριστά ". Ωστόσο, αυτός ο τρόπος υπολογισμού είναι παράνομος διότι η διάταξη επιτρέπει την επιλογή μεταξύ τριών διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού όχι όμως και το συνδυασμό τους . Εξάλλου, ο εν λόγω τρόπος υπολογισμού είναι ασφαλώς εσφαλμένος διότι έχει ως αποτέλεσμα τόσο το να μη λαμβάνονται υπόψη οι πολυάριθμες πωλήσεις λόγω εξαγωγής που πραγματοποιούνται σε τιμές που δεν αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, όσο και το να στοιχειοθετούνται πρακτικές ντάμπινγκ ενώ οι τιμές εξαγωγής δεν διαφέρουν από το μέσο όρο των τιμών καταναλώσεως στην ιαπωνική αγορά .
Το Συμβούλιο αμφισβητεί αυτές τις αιτιάσεις . Ο κανονισμός 3017/79, βεβαιώνει, δεν επιβάλλει καμία "απαγόρευση συνδυασμού" των μεθόδων υπολογισμού . Πράγματι, ο καθορισμός της κανονικής τιμής, της τιμής εξαγωγής και του περιθωρίου ντάμπινγκ συνιστούν διαφορετικές πράξεις, διότι η καθεμιά στηρίζεται σε ιδιαίτερα στοιχεία και πραγματικά περιστατικά επομένως, συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού . Ας δεχτούμε ότι επιβάλλεται η χρήση διαφορετικών μεθόδων, απαντούν οι Ιάπωνες αλλ' είναι γεγονός ότι οι πράξεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτοτελείς διότι πρέπει πάντως να επιτρέπουν την πραγματοποίηση "ορθής συγκρίσεως ". Λάθος, ανταπαντά το καθού : οι τιμές εξαγωγής και η κανονική αξία δεν καθίστανται συγκρίσιμα μεγέθη διά της χρησιμοποιουμένης μεθόδου υπολογισμού, αλλά χάρη στις προσαρμογές που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 10 .
Θα μπορούσα να συνεχίσω ιστορώντας την εν λόγω αντιδικία σε πολλές ακόμη σελίδες, αλλ' αμφιβάλλω αν πράγματι αξίζει τον κόπο . Πράγματι, ανωτέρω, στο σημείο 2, στάθηκα αρκετά στις μεθόδους που επιτρέπουν τον καθορισμό και τη σύγκριση των δύο μεγεθών και πάντως δεν νομίζω ότι το θέμα έχει σημασία για την εξεταζόμενη αιτίαση . Το καίριο ερώτημα επί του οποίου στηρίζεται η εν λόγω αιτίαση αφορά μόνο τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ και μπορεί να διατυπωθεί ως εξής : όταν οι τιμές καταναλώσεως και/ή εξαγωγής διαφέρουν σημαντικά στη χώρα καταγωγής του προϊόντος, η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής πρέπει πάντοτε να καθορίζονται με την ίδια μέθοδο ή μήπως μπορούν να καθορίζονται βάσει διαφορετικών μεθόδων;
Κατά τη γνώμη μου, η ορθή απάντηση βρίσκεται στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος . 'Οπως είδαμε ανωτέρω, στο τέλος του σημείου 2, με το άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο β ), επιδιώκεται να εμποδιστεί η συγκάλυψη της οικονομικής ζημίας που προκαλούν οι "επιλεκτικές" πρακτικές ντάμπινγκ, με μια καλά οργανωμένη συμπαιγνία υψηλότερων ή χαμηλότερων τιμών . Υπό τις περιστάσεις αυτές, στο όργανο ελέγχου εναπόκειται να αποφασίσει ποια είναι η καλύτερη μέθοδος για τον καθορισμό του καθενός από τους δύο όρους της εξισώσεως αντιντάμπινγκ είναι δε ορθό να μην προσκρούει σχετικά το εν λόγω όργανο σε κανέναν περιορισμό . Επομένως, δεν υπάρχει υποχρέωση χρησιμοποιήσεως ενός μόνο από τα τέσσερα απαριθμούμενα κριτήρια, αλλά ελευθερία επιλογής κατόπιν ορθής αναλύσεως του οικονομικού πλαισίου εκείνων από τα εν λόγω κριτήρια που παρίστανται καταλληλότερα στη συγκεκριμένη περίπτωση .
Κατόπιν αυτού είναι αναμφισβήτητο ότι όταν ο νόμος αναθέτει στη διοικητική αρχή την αξιολόγηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων που επιβάλλουν επιλογές τεχνικού χαρακτήρα, το Δικαστήριο πρέπει "να περιορίσει τον έλεγχο που ασκεί ... στην εξέταση του αν τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας, αν η αιτιολογία της απόφασης ήταν επαρκής, αν τα πραγματικά περιστατικά ήταν ακριβή, και αν δεν υφίστατο πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση ή κατάχρηση εξουσίας" ( απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, υπόθεση 42/84, Remia και λοιποί κατά Επιτροπής, σκέψη 34, Συλλογή σ . 2545 βλέπε επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στις πρώτες υποθέσεις για θέματα ενσφαίρων τριβέων, Racc . 1979, σ . 1212 και κυρίως σ . 1259 ).
Ωστόσο, στην εκδικαζόμενη υπόθεση οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι ενώ επεσήμανε πολλές τιμές, κατά τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής των μικροτριβέων έλαβε υπόψη της μόνον εκείνες που - σε κάθε μια συναλλαγή χωριστά - ήταν κατώτερες από την κανονική αξία . Αυτός ο τρόπος υπολογισμού συνιστά πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πράγματα .
Εντούτοις, η αιτίαση είναι αβάσιμη . Ούτε από τη δικογραφία ούτε από τις απαντήσεις στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αγνοήθηκαν οι εξαγωγές εμπορευμάτων με τιμές που δεν ήταν ντάμπινγκ ( δηλαδή με τιμές ίσες ή ανώτερες από την κανονική αξία ). Αντίθετα η Επιτροπή θεώρησε ότι οι εν λόγω εξαγωγές πραγματοποιήθηκαν με τιμή αντίστοιχη προς την κανονική αξία και τις συμπεριέλαβε στις εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν με τιμές κατώτερες από την κανονική αξία . Επ' αυτού δε του συνόλου - που περιλαμβάνει όλες τις πωλήσεις που προορίζονταν στην Κοινότητα - υπολόγισε κατόπιν το σταθμισμένο μέσο όρο . Τέλος, η Επιτροπή συνέκρινε την ποσοστιαία αναλογία αυτού του σταθμισμένου μέσου όρου με την επίσης εκφρασμένη υπό μορφή μέσου όρου κανονική αξία .
Βέβαια οι εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν με τιμές ανώτερες από την κανονική αξία δεν ελήφθησαν υπόψη με την πραγματική τους αξία . Μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά; Δεν νομίζω . Είδαμε παραπάνω ότι ο συμψηφισμός των τιμών εξαγωγής που είναι ανώτερες ή κατώτερες από την κανονική αξία αίρει από μαθηματική άποψη την ύπαρξη ντάμπινγκ χωρίς όμως να αίρει και τη ζημία που προκαλεί το τελευταίο στην κοινοτική βιομηχανία . Ωστόσο, η αποδοχή αυτής της δυνατότητας ισοδυναμεί με το να επιτραπεί νομικώς η καταστρατήγηση των σκοπών για τους οποίους ο νομοθέτης προέβλεψε την επιβολή δασμών . Ας διαβάσουμε, εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού : "η εξέταση της ζημίας", αναφέρει, "πρέπει ( κυρίως ) να περιλαμβάνει τους ακόλουθους παράγοντες ...: α ) όγκο των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ... β ) τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ...". Επομένως για τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, που αποτελεί την προϋπόθεση κάθε εκτιμήσεως σχετικής με τη ζημία, οι κοινοτικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μόνο το σύνολο των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν με τιμές ντάμπινγκ και όχι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, το σύνολο των πωλήσεων περιλαμβανομένων και εκείνων που πραγματοποιούνται με τιμές που δεν αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ .
Συμπερασματικά, η στάση της Επιτροπής υπήρξε ευνοϊκότερη για τα συμφέροντα των εξαγωγέων απ' όσο φαίνεται να απαιτεί η διάταξη . Κατόπιν αυτού του συμπεράσματος, θεωρώ ανώφελο να σταθώ στην εξέταση της λειτουργίας των άλλων κριτηρίων που προβλέπονται με το άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο β ), και στην εκτίμηση των αποτελεσμάτων που θα απέδιδε η εφαρμογή τους στην προκειμένη περίπτωση .
Β - 'Ερχομαι τώρα στο δεύτερο επιχείρημα . Η Nachi, η ΝSΚ και η Minebea υπενθυμίζουν ότι κατά την παράγραφο 9 του άρθρου 2, "για την πραγματοποίηση ορθής συγκρίσεως, η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία πρέπει να εξετάζονται επί συγκρίσιμης βάσεως", δηλαδή προσαρμόζονται, προσθέτει η παράγραφος 10, ανάλογα με τις διαφορές που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ της ποσότητας των εμπορευμάτων, των φυσικών τους χαρακτηριστικών και των όρων πωλήσεώς τους . Συνεπώς, η αρχή της ορθής συγκρίσεως επιβάλλει την αφαίρεση του ίδιου κόστους και από τους δύο αριθμούς της εξισώσεως αντιντάμπινγκ . Εντούτοις το όργανο ελέγχου, επιχειρώντας τις προσαρμογές που επιβάλλει η εν λόγω διάταξη, αφαίρεσε από την τιμή εξαγωγής όλα τα έξοδα στα οποία προέβησαν οι ευρωπαϊκές θυγατρικές εταιρίες των προσφευγουσών μεταξύ της ημερομηνίας εισαγωγής και της ημερομηνίας πωλήσεως . Αντίθετα, το κόστος εμπορίας των μικροτριβέων στην εσωτερική αγορά, που βαρύνει τις ιαπωνικές θυγατρικές τους, δεν αφαιρέθηκε από την κανονική αξία .
Οι συνέπειες της εν λόγω διαφορετικής μεταχειρίσεως είναι προφανείς . Εφόσον η αφαίρεση των πιο σημαντικών κονδυλίων έγινε μόνο από το ένα μέλος της εξισώσεως ( την τιμή εξαγωγής ), αυτομάτως αυξήθηκε το ποσό του άλλου μέλους της εξισώσεως, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την τεχνητή επαύξηση του ντάμπινγκ . Ο άδικος χαρακτήρας του συστήματος καθίσταται εμφανέστερος στην περίπτωση της Nachi και της ΝSΚ που, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις που έδωσαν στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, εμπορεύονται τα προϊόντα τους μέσω δικτύου υποκαταστημάτων που αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους στην ιαπωνική και στην κοινοτική αγορά . Αλλά τα ίδια ισχύουν και για τη Minebea . Πράγματι, η εν λόγω εταιρία έχει την έδρα της στη Σιγκαπούρη, και γι' αυτό οι ιαπωνικές θυγατρικές της έπρεπε να έχουν την ίδια μεταχείριση με τις θυγατρικές της ( όπως η γερμανική ή η αγγλική ) που αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους στο κράτος εισαγωγής . Ωστόσο, είναι εξίσου βέβαιο ότι η ΜΝΒ Japan δεν περιορίζεται στη διανομή μικροτριβέων στην ιαπωνική αγορά αλλ' αναπτύσσει και άλλες δραστηριότητες επομένως πρέπει να λογισθεί ως επιχείρηση παραγωγής με θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων που εξαρτώνται άμεσα από την ίδια .
Αυτή η άποψη μπορεί να φαίνεται ελκυστική, αλλά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή διότι το όλο σύστημα καταρχήν δεν αντιμετωπίζει, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση αποκλείει, τη συμμετρική αφαίρεση των κονδυλίων που επικαλούνται η Nachi, η ΝSΚ και η Minebea . Πράγματι, η αφαίρεση των κονδυλίων από την τιμή εξαγωγής, στην οποία προέβη η Επιτροπή - σημειωτέον, σ' εκτέλεση υποχρεώσεως που υπέχει το όργανο ελέγχου (( βλέπε άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β ) )) - έγινε προκειμένου να ανακατασκευαστεί η εν λόγω αξία . Αντίθετα η αφαίρεση, για της οποίας τη μη πραγματοποίηση παραπονούνται οι προσφεύγουσες, θα μπορούσε να γίνει μόνο κατά τη σύγκριση των δύο αριθμών . Αλλά στην προκειμένη περίπτωση αυτό απαγορεύεται - και αυτό είναι το σημαντικότερο σημείο - από τη διάταξη που διέπει τις προσαρμογές "λόγω συγκρίσεως" (( άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ ) )).
Πράγματι, όπως ενθυμείται το Δικαστήριο, οι προσαρμογές αυτές επιτρέπονται μόνο ως προς το κόστος που έχει "άμεση σχέση με τις πωλήσεις", και σ' αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται βέβαια τα έξοδα εμπορίας του προϊόντος στην εσωτερική αγορά, στα οποία υποβάλλονται οι θυγατρικές εταιρίες των τριών προσφευγουσών . Ο λόγος είναι προφανής . Κατά τη νομοθεσία αντιντάμπινγκ, τα εν λόγω έξοδα δεν διαφέρουν από τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται μια εταιρία για τη δημιουργία και τη διαχείριση ενός εσωτερικού τμήματος πωλήσεων, και επομένως περιλαμβάνονται, όπως και τα τελευταία, στα γενικά έξοδα της επιχειρήσεως, τα οποία δεν εκπίπτονται . Μ' άλλα λόγια, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η θυγατρική εταιρία και το εσωτερικό τμήμα πωλήσεων εμφανίζονται με διαφορετική νομική μορφή, διότι οι δραστηριότητες και των δύο ελέγχονται από τον ίδιο παραγωγό .
Ας προστεθεί στις ανωτέρω παρατηρήσεις ότι τα έξοδα πωλήσεως πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται υπόψη κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας (( βλέπε άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β ), περίπτωση ii ), και ακόμη σαφέστερα : άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ )). Συνεπώς θα ήταν παράλογο να επιτρέπει ο νομοθέτης την αφαίρεση των εν λόγω εξόδων αμέσως κατόπιν υπό μορφή προσαρμογών λόγω συγκρίσεως .
Στο πλαίσιο πάντα του δευτέρου επιχειρήματος, η ΝSΚ παραπονείται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της το κόστος των επικοινωνιών, ενώ έλαβε υπόψη της μόνον εν μέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στην ιαπωνική αγορά για τεχνική αρωγή και για μεταφορά των προϊόντων της . Τα εν λόγω έξοδα καταρχήν - βλέπε και πάλι το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ ) - εκπίπτονται . Εντούτοις, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται σχετικώς από τον κανονισμό 3017/79 . Συνεπώς το Συμβούλιο δεν μπορούσε να εκτιμήσει τα έξοδα αυτά .
Γ - Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως προβάλλεται μόνο από την εταιρία Minebea . Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι η Επιτροπή, κατά την έρευνα της αγοράς μικροτριβέων που κατασκευάζει η εταιρία, συνέκρινε κατά λάθος ένα προϊόν που πωλείται στην Κοινότητα με ένα προϊόν ομοειδές μεν, αλλά κατώτερης ποιότητας, που πωλείται στην Ιαπωνία . Λέγω αμέσως ότι το επιχείρημα δεν είναι σαφές . Πράγματι, κατά την προφορική διαδικασία η Minebea αναγνώρισε την ακρίβεια των τεχνικών δεδομένων που επισήμαναν οι υπηρεσίες των Βρυξελλών όσον αφορά τους επίμαχους τριβείς . Επομένως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η αιτίασή της δεν έχει πλέον αντικείμενο . Αλλ' είναι δυνατό η επιχείρηση να επικρίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω διαφορά κατά τον καθορισμό των προσαρμογών . Στην περίπτωση αυτή, όμως, όφειλε να αποδείξει την εν λόγω εσφαλμένη ή ελλιπή εκτίμηση, πράγμα που δεν έκανε .
8 . Με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως οι προσφεύγουσες παραπονούνται ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν έλαβαν υπόψη τις υποχρεώσεις που πρότειναν να αναλάβουν, ούτε τις αυξήσεις τιμών που πραγματοποίησαν ορισμένες από αυτές κατά και μετά την περίοδο στην οποία αναφερόταν η έρευνα .
Ας αρχίσουμε με την απόρριψη των προτάσεων αναλήψεως υποχρεώσεων διερωτώμενοι - γιατί μόνο αυτό μπορούμε να πράξουμε - αν η εν λόγω απόρριψη ήταν επαρκώς αιτιολογημένη . Πρέπει, σχετικώς, να τονιστεί το γεγονός ότι η Επιτροπή, κατά την άσκηση των εξουσιών που της αναθέτει ο κανονισμός 3017/79, υποχρεούται να διαπιστώνει με αντικειμενικότητα τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ εκ μέρους μη κοινοτικών επιχειρήσεων . Ωστόσο, όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με τη σκέψη 26 της αποφάσεως που εξέδωσε στις 4 Οκτωβρίου 1983 στην προαναφερθείσα υπόθεση 191/82, η Επιτροπή "διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να προσδιορίζει, σε συνάρτηση με τα συμφέροντα της Κοινότητας, τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να λάβει προς αντιμετώπιση της διαπιστούμενης καταστάσεως ".
Συνεπώς, μόνο η Επιτροπή μπορούσε να αποφανθεί αν στην προκειμένη περίπτωση μια υποχρέωση ως προς τις τιμές προστατεύει ικανοποιητικά τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας . 'Εκρινε δε ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση διότι η αγορά των τριβέων χαρακτηρίζεται από τόσο ευρύ φάσμα προϊόντων και τόσο εκτεταμένη κλίμακα τιμών ώστε καθίσταται αδύνατος ο ακριβής έλεγχος της τηρήσεως των υποχρεώσεων . Εξάλλου, είναι γεγονός ότι σε περιπτώσεις όπως η εξεταζόμενη, η Κοινότητα πρέπει να μπορεί να παρεμβαίνει ταχέως και αποτελεσματικώς ( δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού ), ακριβώς δε για το λόγο αυτό ο νομοθέτης, άπαξ και αποδειχτεί η ύπαρξη ντάμπινγκ και η ζημία που προκύπτει από αυτό, προτιμά επιβολή δασμού, μετά την οποία μπορεί να κινηθεί η διαδικασία επιστροφής εφόσον ο εξαγωγέας αποδεικνύει ότι ο εισπραχθείς δασμός "υπερβαίνει το πραγματικό περιθώριο ντάμπινγκ" ( άρθρο 15, παράγραφος 1 ). Πάντως όλα αυτά - οι λόγοι της αρνήσεως και οι επιλογές του νομοθέτη - υπενθυμίζονται και εξηγούνται με σαφήνεια στα σημεία 24 και 25 του κανονισμού 2089/84 . Επομένως αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί .
Αλλά και ο τρίτος λόγος δεν είναι λιγότερο σαθρός . Ο κανονισμός 3017/79 δεν περιέχει καμία διάταξη που να υποχρεώνει την Επιτροπή ή το Συμβούλιο να αξιολογήσει θετικά τις αυξήσεις τιμών που έχουν πραγματοποιήσει οι εξαγωγείς . 'Οπως επισημαίνεται με το σημείο 25 του προσβαλλομένου κανονισμού, είναι πράγματι σύνηθες - και εγώ προσθέτω ότι δεν αποτελεί εκδήλωση μεταμέλειας ή καλών προθέσεων για το μέλλον - να αυξάνει τις τιμές ο εξαγωγέας κατά του οποίου διεξάγεται έρευνα ή έχει επιβληθεί προσωρινός δασμός, ιδίως όταν συνδέεται εμπορικώς με τον εισαγωγέα . Πάντως, νομίζω ότι είναι προφανές ότι αν γινόταν δεκτή η άποψη των προσφευγουσών, θα επιβαλλόταν η δημιουργία ενός συστήματος διαρκούς έρευνας και, ακόμη χειρότερα, θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία κάθε προσπάθεια με την οποία θα επιδιωκόταν να αποδειχθεί η ύπαρξη περιθωρίου ντάμπινγκ . Αυτά αρκούν για να αποκλειστεί η υιοθέτηση της εν λόγω απόψεως από το νομοθέτη .
9 . Η τέταρτη και τελευταία αιτίαση συνοψίζεται εύκολα ως εξής : η ΝΤΝ, η Nachi και η ΝSΚ υποστηρίζουν ότι τα κοινοτικά όργανα δεν τήρησαν κατά τον καθορισμό των συντελεστών των δασμών το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 3017/79 και κατ' αυτό τον τρόπο παραβίασαν την αρχή της αναλογικότητας .
Υπενθυμίζω ότι κατά την προαναφερθείσα διάταξη, το ποσό των δασμών αντιντάμπινγκ δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ και ότι πρέπει να είναι μικρότερο αν συνάγεται ότι ο μικρότερος αυτός δασμός θα αρκούσε για να εξαλειφθεί η ζημία . Συνεπώς - κατά την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Μαΐου 1985, υπόθεση 53/83, Allied Corporation, Συλλογή σ . 1622, σκέψη 18, - όταν το Συμβούλιο εκδίδει έναν κανονισμό αντιντάμπινγκ "οφείλει να εξετάσει αν το ποσό των δασμών είναι αναγκαίο για να εξαλείψει τη ζημία ". Ωστόσο από την εξέταση του κανονισμού 744/84 ( σημεία 23 έως 34 ) και του προσβαλλομένου κανονισμού ( σημείο 23 ) καταδεικνύεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η έκταση της ζημίας και η σημασία του διακυβευομένου κοινοτικού συμφέροντος εκτιμήθηκαν κατά τρόπο εμπεριστατωμένο και διεξοδικό . Βάσει αυτών των διευκρινίσεων καθίσταται πρόδηλο ότι οι συντελεστές των δασμών ανταποκρίνονται πλήρως στους σκοπούς που επιδιώκει ο νομοθέτης .
Τέλος, η Nachi προβάλλει ότι οι δασμοί επιβλήθηκαν χωρίς να ληφθεί υπόψη η ανατίμηση του ιαπωνικού νομίσματος, που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ . Το Συμβούλιο απαντά ορθώς ότι δεν είχαν σημασία οι διακυμάνσεις του γιεν ως προς τον καθορισμό των σχετικών ποσών . Πράγματι, η ζημία που υφίσταται η κοινοτική βιομηχανία εκτιμάται βάσει των πωλήσεων των εισαγωγέων, οι οποίες εκφράζονται στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής .
10 . Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις προσφυγές που άσκησαν οι εταιρίες NTN Toyo Bearing, Nachi Fujikoshi, Koyo Seiko, Nippon Seiko KK και Minebea κατά του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων . Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένων και των εξόδων των παρεμβάντων υπέρ του καθού .
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά .
Full & Egal Universal Law Academy