Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Οι ένδικες διαφορές έχουν αποκαλυπτικό χαρακτήρα . 'Εχει σημασία να διαπιστωθεί σχετικά ότι κατά τη διάρκεια δεδομένης περιόδου εμφανίζονται επιμόνως ορισμένα θέματα .
Οι ένδικες διαφορές στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα αυτό . 'Ετσι, με σειρά αποφάσεων που πρόσφατα εξέδωσε το Δικαστήριο δημιουργήθηκε μια νομολογία με μεγάλη απήχηση σχετικά με τις διατιμήσεις . Ομοίως, διαπιστώνω ότι πολλές προσφυγές, που εκδικάστηκαν προσφάτως ή που εκκρεμούν, αναφέρονται σε υποθέσεις ντάμπινγκ ή κρατικών ενισχύσεων .
Η σύμπτωση αυτή δεν είναι τυχαία . Οι ενισχύσεις μερικές φορές, το δε ντάμπινγκ πάντοτε, έχουν επιπτώσεις στον ανταγωνισμό . Οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης που αναφέρονται στα θέματα αυτά αποτελούν επί του παρόντος αντικείμενο ακαδημαϊκών συζητήσεων .
Οι εθνικές ενισχύσεις, ιδίως, προκαλούν πολυάριθμες σκέψεις ως προς τις οποίες ούτε ο τόπος ούτε ο χρόνος ενδείκνυται για να επεκταθώ . Σχετικά επισημαίνεται η αναγκαία εναρμόνιση μεταξύ κοινοτικών και εθνικών ενισχύσεων, τα αντιτιθέμενα αποτελέσματα - μερικές φορές θετικά, μερικές φορές αρνητικά - αυτών και η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαδικασία που εφαρμόζεται στα θέματα αυτά, προκειμένου, ιδίως, να επιτραπεί στις επιχειρήσεις που μπορεί να θιγούν από μια εθνική ενίσχυση να αντιδράσουν εγκαίρως είτε ενώπιον της Επιτροπής είτε ενώπιον του Δικαστηρίου .
Το πρόβλημα αυτό της διαφάνειας, μια πτυχή του οποίου είναι η απαίτηση αιτιολογίας, βρίσκεται στον πυρήνα της υποθέσεώς μας υπό τις ακόλουθες δύο σημαντικές επιφυλάξεις : ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υποβλήθηκε προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι επειδή χορηγεί, αλλά επειδή αρνείται τη χορήγηση εθνικής ενισχύσεως και ότι προσφεύγων δεν είναι επιχείρηση αλλά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εν προκειμένω η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας . Ας σημειωθεί και ένα τρίτο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό : πρόκειται, όπως πιστεύω, για την πρώτη προσφυγή κατά αποφάσεως που έχει ληφθεί σχετικά με τα συστήματα περιφερειακών ενισχύσεων .
Το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί της νομιμότητας μιας "αποφάσεως της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1984, σχετικά με το πρόγραμμα οικονομικής αναπτύξεως του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας" ( στο εξής : ομόσπονδο κράτος ), η οποία έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ . Πιο συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιδιώκει την ακύρωση της αποφάσεως αυτής καθόσον ορίζει ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92, οι ενισχύσεις που έχουν προβλεφθεί από το ομόσπονδο κράτος, στο πλαίσιο προγράμματος βελτιώσεως της περιφερειακής οικονομικής διαρθρώσεως, υπέρ επιχειρήσεων που βρίσκονται στις περιοχές απασχολήσεως του Borken-Bocholt και του Siegen .
Η προσφεύγουσα στηρίζεται στους τέσσερις λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση . Οι λόγοι αυτοί μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής :
1 ) έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία . Πρόκειται για τον κύριο λόγο .
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η απόφαση δεν περιέχει στοιχεία επιτρέποντα να εκτιμηθεί αν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, συντρέχουν και δεν υποδεικνύει ποια μέθοδο και ποια κριτήρια χρησιμοποίησε η Επιτροπή προκειμένου να αρνηθεί την εφαρμογή των διατάξεων εξαιρέσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ )
2 ) πρόδηλη πλάνη της Επιτροπής κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς της
3 ) κατάχρηση εξουσίας, η οποία προκύπτει ιδίως από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας .
Ι - Η εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης
2 . Το ερώτημα σχετικά με την αιτιολογία, όσον αφορά το άρθρο 92, παράγραφος 1, σημαίνει ότι πρέπει καταρχάς να ληφθεί θέση ως προς το ζήτημα αρχής που θέτει ο ισχυρισμός της Επιτροπής, σύμφωνα με τον οποίο οι περιφερειακές ενισχύσεις είναι καταρχήν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά . Κατ' αυτή, το 1971 τα κράτη μέλη είχαν δεχτεί το καταρχήν ασυμβίβαστο των περιφερειακών ενισχύσεων ( 1 ). Υπογραμμίζοντας το γενικό χαρακτήρα των συστημάτων περιφερειακών ενισχύσεων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε δυνατό να γίνουν νομικοί χαρακτηρισμοί βάσει συγκεκριμένων ιδιαιτέρων περιστάσεων .
'Εχοντας αυτό ως βάση υπερασπίζεται την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που έχει ως εξής :
"εκτιμώντας ότι οι ενισχύσεις που έχουν προβλεφθεί για τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών και να νοθεύσουν ή να απειλήσουν με νόθευση τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής
εκτιμώντας ότι το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει το καταρχήν ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά των ενισχύσεων που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που αναφέρει
..."
Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν παρόμοια αιτιολογία, υπό τη μορφή παραφράσεως, μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην υποχρέωση που ορίζει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ . Προς το σκοπό αυτό, ας γίνει διάκριση μεταξύ της περιφερειακής ενισχύσεως, καθαυτής, και του συστήματος ή προγράμματος ενισχύσεων αυτού του είδους .
3 . Ας αντιπαρέλθουμε αμέσως το αξίωμα ότι μια περιφερειακή ενίσχυση είναι ουσιωδώς ασυμβίβαστη με τους κανόνες της κοινής αγοράς . Ούτε στο κείμενο της Συνθήκης ούτε στους κανόνες του παραγώγου δικαίου υπάρχουν ίχνη τέτοιου ασυμβιβάστου . Αντιθέτως, σύμφωνα με τη ρύθμιση των άρθρων 92 έως 94, στο Συμβούλιο ή στην Επιτροπή εναπόκειται, κατά περίπτωση, να αποφαίνονται για το συμβιβαστό κάθε ενισχύσεως ή κατηγορίας ενισχύσεων, βάσει των αναφερθέντων κριτηρίων, και όλα αυτά ασφαλώς υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου .
'Ετσι, το Δικαστήριο έκρινε :
"ότι η απαγόρευση του άρθρου 92, παράγραφος 1, δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε ανυπέρθετη, δεδομένου ότι η παράγραφος 3 του ίδιου αυτού άρθρου και η παράγραφος 2 του άρθρου 93 παρέχουν, κατά περίπτωση, στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και στο Συμβούλιο εκτεταμένη εξουσία προκειμένου να επιτρέπει ενισχύσεις κατ' εξαίρεση της γενικής απαγορεύσεως της εν λόγω παραγράφου 1" ( 2 ).
Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση Intermills ( 3 ), στην οποία αναφέρεται ότι "η χορήγηση ενισχύσεων ... δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτομάτως αντίθετη προς τις διατάξεις της Συνθήκης" ( σκέψη 32 ), πράγμα που αναγνώρισε η ίδια η Επιτροπή, όπως διευκρινίζει η απόφαση .
4 . Εντούτοις, η Επιτροπή διαθέτει βάσει της Συνθήκης εκτεταμένη εξουσία εκτιμήσεως, η οποία αντανακλάται στην αιτιολογία της, της οποίας το περιεχόμενο
"πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ..." ( 4 ).
Επομένως, η αιτιολογία για μια ενίσχυση προς ορισμένη επιχείρηση θα είναι κατ' ανάγκη πιο ακριβής από αυτήν που αφορά την ενίσχυση ενός τομέα, η οποία πάλι είναι λεπτομερέστερη από την αιτιολογία για ένα πρόγραμμα, σε περίπτωση που αυτό διευκρινίζει μόνο την περιοχή και για το λόγο αυτό δεν καθίσταται αντιληπτό εκ των προτέρων ποιοι είναι οι τομείς ή οι επιχειρήσεις που επωφελούνται .
'Ετσι έχουν τα πράγματα εν προκειμένω, όπως σαφώς τονίζει η καθής . Νομίζω ότι σε παρόμοια περίπτωση τα επιχειρήματά της, σύμφωνα με τα οποία κάθε σύστημα ενισχύσεως για περιφερειακούς σκοπούς πληροί τουλάχιστον το κριτήριο της απειλής νοθεύσεως του ανταγωνισμού και του εμπορίου, πρέπει να γίνουν δεκτά .
Πρέπει να σημειωθεί ότι το ψήφισμα των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών της 20ής Οκτωβρίου 1971, καθώς και οι ανακοινώσεις της Επιτροπής προς το Συμβούλιο του 1971 και του 1978 ( 5 ), στις οποίες οι διάδικοι αναφέρθηκαν συχνά, για να υπογραμμίσουν την αναγκαιότητα σχετικής κοινοτικής πράξεως, επικαλούνται
"την έλλειψη ειδικού κλαδικού χαρακτήρα του μεγαλύτερου τμήματος των γενικών συστημάτων περιφερειακών ενισχύσεων ( που ) αποτελεί ένα από τα εγγενή χαρακτηριστικά των συστημάτων αυτών, δεδομένου ότι μια περιφερειακή ενίσχυση χορηγείται συχνά αδιακρίτως σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους" ( 6 )
και τη δυσκολία που προκύπτει από αυτό, προκειμένου να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα των ενισχύσεων επί του ανταγωνισμού και του εμπορίου στο επίπεδο του τομέα των αγαθών και των υπηρεσιών .
Το άρθρο 92 εφαρμόζεται σε περίπτωση που το κράτος αναλαμβάνει τα έξοδα που συνήθως επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις, ευνοώντας με τον τρόπο αυτό τις επωφελούμενες επιχειρήσεις σε σχέση προς τις άλλες . Αν αποδειχτεί - και αυτό αποτελεί τη συνηθέστερη περίπτωση - ότι οι επιχειρήσεις που μπορούν να ανταποκριθούν στα κριτήρια που καθιερώνει το πρόγραμμα περιφερειακής ενισχύσεως έχουν ανταγωνιστές σε άλλα κράτη μέλη, σε περίπτωση χορηγήσεως ενισχύσεων, υπάρχει διαφορά κόστους παραγωγής μεταξύ των ανταγωνιστών στην κοινή αγορά και, εξ αυτού του λόγου, πιθανολογουμένη τουλάχιστον επίδραση στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών . 'Ετσι, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Philip Morris ότι :
"όταν μια οικονομική ενίσχυση χορηγούμενη από το κράτος ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση προς άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, οι τελευταίες αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως επηρεαζόμενες από την ενίσχυση" ( 7 ).
Συνεπώς, θεωρώ ότι, αν δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι περιφερειακές ενισχύσεις είναι καθαυτές ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, η Επιτροπή μπορεί εντούτοις, σε περίπτωση γενικών προγραμμάτων περιφερειακών ενισχύσεων, να εικάσει ότι τα εν λόγω προγράμματα μπορούν εκ φύσεως να νοθεύσουν ή να απειλήσουν με νόθευση τον ανταγωνισμό, ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής . Το ίδιο το γεγονός του γενικού τους χαρακτήρα, όσον αφορά τόσο τον κλάδο όσο και τις επιχειρήσεις που επωφελούνται, επομένως, πληροί τον όρο αυτό της παραγράφου 1 του άρθρου 92 .
Για να αναφέρω μια κλασική νομική διάκριση, πρόκειται για μαχητό τεκμήριο . Επομένως, αν, μετά τη γνωστοποίηση ενός συστήματος ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει να μην κινήσει καμιά διαδικασία ( 8 ), τότε δέχεται, είτε βάσει δικών της γνώσεων είτε βάσει αιτιολογιών και διευκρινίσεων που έχει παράσχει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ότι μπορεί να θεωρήσει ότι το εν λόγω σύστημα συμβιβάζεται με την κοινή αγορά .
5 . Εν προκειμένω, η Επιτροπή αποφάσισε να ξεκινήσει τη φάση ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, σύμφωνα με το οποίο είχε την υποχρέωση να τάξει στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους .
Διαπιστώνεται ότι έλαβε αυτή την απόφαση σε σχέση με όλα τα σχέδια-πλαίσια που καταρτίστηκαν από το 1975 έως το 1982 σε ομοσπονδιακό επίπεδο . Για τα περισσότερα από τα περιφερειακά προγράμματα αναπτύξεως των ομόσπονδων κρατών της Γερμανίας, η Επιτροπή ανέμεινε την εφαρμογή, το 1981, των νέων μεθόδων οριοθετήσεως για την κατάταξη των περιοχών που η ανάπτυξή τους συνιστά έργο κοινού συμφέροντος ( στο εξής : κοινό έργο ), προκειμένου να εκτιμήσει το ρόλο της σε σχέση με τα προγράμματα των ομόσπονδων κρατών της Γερμανίας .
Επομένως, δύο καταστάσεις μπορούν να εμφανιστούν :
- η Επιτροπή λαμβάνει θετική απόφαση, βάσει των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 92 . Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση των εν λόγω δύο περιοχών
- η Επιτροπή λαμβάνει αρνητική απόφαση . Δεν πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να απαιτηθεί από αυτή ευρύτερη αιτιολογία σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, απ' ό,τι είναι η διαπίστωση ότι πρόκειται για πρόγραμμα περιφερειακών ενισχύσεων και η υπενθύμιση του τεκμηρίου . Λεπτομερέστερη αιτιολογία είναι αναγκαία μόνο στην περίπτωση που το κράτος μέλος έχει εμφανίσει, από την αρχή ή κατά τη διάρκεια της φάσεως ελέγχου, ορισμένο αριθμό επιχειρημάτων, επιδιώκοντας να αποδείξει το συμβιβαστό του συστήματος ενισχύσεων . Πράγματι, όσο περισσότερα δικαιολογητικά προσκομίζει το κράτος μέλος προς στήριξη του σχεδίου του, τόσο διεξοδικότερη πρέπει να είναι η αιτιολογία της Επιτροπής και γίνεται αντιληπτό ότι είναι πιοο δύσκολο να δικαιολογηθεί με ακρίβεια η ενίσχυση ενός προγράμματος απ' ό,τι η ενίσχυση ενός τομέα . Αλλά ακριβώς γι' αυτό υπεύθυνο είναι το κράτος μέλος .
Επομένως, θεωρώ ότι, υπό το πρίσμα του άρθρου 92, παράγραφος 1, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επαρκής . Περιέχει επιχειρήματα που μπορούν να γίνουν αντιληπτά από αυτούς στους οποίους απευθύνεται . Στην προ της αποφάσεως αλληλογραφία της με την Επιτροπή, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι οι περιφερειακές ενισχύσεις, είτε πρόκειται για το κοινό έργο είτε πρόκειται για προγράμματα περιφερειακής αναπτύξεως των ομόσπονδων κρατών της Γερμανίας, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1 . Η συζήτηση μεταξύ των διαδίκων περιορίστηκε στα κριτήρια και τις μεθόδους εκτιμήσεως που χρησιμοποιήθηκαν από την Επιτροπή προκειμένου να εκτιμηθεί η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εν λόγω περιοχών ενόψει της εφαρμογής της παραγράφου 3 του άρθρου 92 .
Ασφαλώς, μπορεί να διαπιστωθεί ότι σε μεταγενέστερη απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1986, η οποία απευθύνθηκε και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, "σχετικά με ένα σύστημα περιφερειακών ενισχύσεων σε έξι περιοχές απασχολήσεως ενισχυόμενες βάσει του κοινού έργου", η οποία προσκομίστηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, η Επιτροπή παρατηρεί ιδίως ότι "η πείρα επιτρέπει ... την αναγνώριση των επιχειρήσεων που έχουν πιθανότητες συμμετοχής στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ".
Αυτή είναι ασφαλώς η ορθή οδός, διότι άγει σε μεγαλύτερη διαφάνεια . Αλλά, εν προκειμένω, ελλείψει παρατηρήσεων εκ μέρους της προσφεύγουσας κατά τη διάρκεια της φάσεως ελέγχου, θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε περαιτέρω ανάπτυξη της θέσεώς της .
ΙΙ - Η εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3
6 . Η σημασία και η εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, αποτελούν τον πυρήνα της διαφοράς .
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η Επιτροπή συζήτησαν εκτενώς για τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους όσον αφορά τον καθορισμό και το χαρακτηρισμό των περιφερειακών ζωνών αναπτύξεως, βασιζόμενες σε ενδείξεις και οριακές αξίες .
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης αναφέρονται σε εθνικά μέτρα, ενώ οι βασικές αρχές συντονισμού των ενισχύσεων με περιφερειακό σκοπό καθορίζουν μόνο τα ανώτατα όρια ανάλογα με τις διάφορες κατηγορίες ζωνών σε ευρωπαϊκό επίπεδο . Για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατό να περιοριστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που κάθε κράτος μέλος υπέχει από το άρθρο 104 της Συνθήκης, ιδίως το δικαίωμα και την υποχρέωση ασκήσεως "μιας περιφερειακής πολιτικής που έχει ως σκοπό την αντιστάθμιση των περιφερειακών διαφορών στο εθνικό πλαίσιο" ( 9 ). Συνεπώς, οι ανάγκες σε ενισχύσεις των διαφόρων περιοχών ενός και του αυτού κράτους μέλους πρέπει να καθορίζονται μόνο στο εθνικό επίπεδο και βάσει των υποδεικνυόμενων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ενδείξεων, οι οποίες, επιπλέον, συνιστούν κριτήρια μεγαλύτερης εμπιστοσύνης και μπορούν να συγκριθούν καλύτερα, ειδικώς όσον αφορά το ποσοστό ανεργίας . Παρά τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις για τη χρησιμοποίηση των δύο σχετικά συνοπτικών κριτηρίων εκτιμήσεως της Επιτροπής - ακαθάριστο εθνικό προϊόν ανά κάτοικο ( στο εξής : ΑΕΠ/κάτοικο ) το 1978 και μέσο ποσοστό ανεργίας κατά τη διάρκεια των ετών 1975, 1977 και 1979 - μπορεί να γίνει δεκτή η χρησιμοποίηση κοινοτικών μέσων όρων ως κριτηρίων για τη διάθεση κοινοτικών πόρων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως, αλλά όχι για να εκτιμηθούν οι απαιτήσεις της περιφερειακής πολιτικής ενός κράτους μέλους, οι οποίες δεν μπορούν να εκτιμηθούν βάσει αξιών που έχουν καθοριστεί "σε συνάρτηση με το οικονομικό επίπεδο των περιοχών της Κοινότητας που έχουν ανάγκη αναπτύξεως" ( 10 ).
Κατά την προφορική διαδικασία, η ανησυχία αυτή διατυπώθηκε με έμφαση : οι κοινοτικοί κανόνες, οι οποίοι μπορούν να παρεμβαίνουν στην εφαρμογή των περιφερειακών εθνικών πολιτικών, δεν μπορούν, κατά την άποψη της προσφεύγουσας κυβέρνησης, να έχουν ως αποτέλεσμα μια στάθμιση αποκλείουσα τις περιοχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από το όφελος ορισμένων ενισχύσεων, λόγω της οικονομικής καταστάσεως που υφίσταται στα άλλα κράτη μέλη .
Η Επιτροπή αρνείται ότι είχε ποτέ παρόμοια πρόθεση είτε ότι είχε ενεργήσει υπό αυτή την έννοια . Ενήργησε επιδιώκοντας τη μείωση των πιο χτυπητών διαφορών, την εξαφάνιση ορισμένων "χασμάτων" μεταξύ περιοχών της Κοινότητας . Σχετικά, αναφέρεται ιδίως στο πέμπτο εδάφιο του προοιμίου της Συνθήκης, που εκφράζει τη θέληση των αρχηγών των κρατών μελών
"να ενισχύσουν την ενότητα των οικονομιών τους και να προωθήσουν την αρμονική τους ανάπτυξη, μειώνοντας τις υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ των διαφόρων περιοχών και την καθυστέρηση των λιγότερο ευνοημένων ".
Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή συνέκρινε το σημείο αυτό με το άρθρο 130 Α της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, που προβλέπει τη "μείωση του χάσματος μεταξύ των διαφόρων περιοχών και (( τη )) μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ".
Η θέση της, την οποία σαφώς διατύπωσε στην προαναφερθείσα απόφασή της της 19ης Φεβρουαρίου 1986, είναι η εξής : το άρθρο 104 της Συνθήκης καθιερώνει την ευθύνη των κρατών μελών για την εφαρμογή μιας εθνικής οικονομικής πολιτικής, αλλά αυτή η ενέργεια δεν μπορεί να αποκοπεί από το κοινοτικό συμφέρον . Οι εξουσίες που της έχουν ανατεθεί με τα άρθρα 92 και 93 θα καθίσταντο πράγματι χωρίς αντικείμενο, αν ένα κράτος μέλος μπορούσε, ισχυριζόμενο ότι ενεργεί στο πλαίσιο της εθνικής οικονομικής πολιτικής του, να αποφύγει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη . Συνεπώς, οι διατάξεις των άρθρων 92 και 93 υπερέχουν των διατάξεων του άρθρου 104 .
7 . Χωρίς να είναι αναγκαίο να καθιερωθεί μια αυστηρή ιεραρχία μεταξύ αυτών των κανόνων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι όλοι αναφέρονται στο τρίτο μέρος της Συνθήκης, σχετικά με την "πολιτική της Κοινότητας ". Ο τίτλος Ι περιέχει τους κοινούς κανόνες, δηλαδή τις κατευθυντήριες αρχές . Το άρθρο 104 βρίσκεται στον τίτλο ΙΙ, που είναι αφιερωμένος στην "οικονομική πολιτική της Κοινότητας ". Επομένως, οι διατάξεις του τίτλου αυτού μπορούν να ερμηνευτούν μόνο με τη βοήθεια των γενικών αρχών που αναφέρθηκαν προηγουμένως . Του άρθρου αυτού, το οποίο καθιερώνει - είναι αλήθεια - το δικαίωμα των κρατών μελών να ασκούν "την αναγκαία οικονομική πολιτική για να εξασφαλί((σουν )) την εξισορρόπηση του συνολικού ισοζυγίου πληρωμών (( τους )) και να διατηρήσ((ουν )) την εμπιστοσύνη στο νόμισμά (( τους )), μεριμνώντας συγχρόνως να εξασφαλί((σουν )) υψηλό βαθμό απασχολήσεως και σταθερότητα του επιπέδου των τιμών", έπονται εντούτοις διατάξεις που τους επιβάλλουν να συντονίσουν την οικονομική τους πολιτική και να καθιερώσουν για το σκοπό αυτό συνεργασία, για την πραγματοποίηση της οποίας η Επιτροπή και το Συμβούλιο δικαιούνται στην υποβολή σχετικών συστάσεων ( άρθρο 105 ). Επιπλέον, το άρθρο 104, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 σχετικά με το ισοζύγιο πληρωμών, δεν μπορεί να έχει τη σπουδαιότητα που η προσφεύγουσα επιδιώκει να του αποδώσει για να στερήσει εν προκειμένω από την Επιτροπή, για την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, κάθε αρμοδιότητα σχετικά με τον καθορισμό των ενδείξεων και των οριακών αξιών που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των περιοχών που μπορούν να επιλεγούν για τη χορήγηση των ενισχύσεων .
Εξάλλου, αυτή η ερμηνεία δόθηκε και από το Δικαστήριο ιδίως με την απόφαση 95/81 ( 11 ), στην οποία αναφέρεται ότι το άρθρο 104 πρέπει να εκτιμηθεί
"υπό το φως του συστήματος του κεφαλαίου περί ισοζυγίου πληρωμών στο σύνολό του . Στο πλαίσιο του κεφαλαίου αυτού, το άρθρο 104 περιορίζεται να αναφέρει τους γενικότερους στόχους της οικονομικής πολιτικής, που τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν, λαμβανομένου υπόψη του ότι ανήκουν στην Κοινότητα . Δεν δύναται, επομένως, να γίνει επίκλησή του για να γίνει παρέκκλιση από τις άλλες διατάξεις της Συνθήκης ".
Ο συνδυασμός των διαφόρων κανόνων της Συνθήκης που εφαρμόζονται στην παρούσα διαφορά καθιστά σαφή τον ουσιώδη χαρακτήρα της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού για την πολιτική της Κοινότητας . Αυτή είναι η βάση της απαγορεύσεως που προβλέπεται τόσο για τις συμφωνίες επιχειρήσεων όσο και για τις κρατικές ενισχύσεις όταν επηρεάζουν δυσμενώς το ενδοκοινοτικό εμπόριο ή θίγουν τον ανταγωνισμό .
Οι απαγορεύσεις αυτές απαιτούν εντούτοις κάποιες διορθώσεις . Προκειμένου για τις επιχειρήσεις, οι εξαιρέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, εξαρτώνται από ορισμένες προϋποθέσεις και υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς για τις τελευταίες απαιτείται κυρίως η διατήρηση σημαντικού ανταγωνισμού .
'Οσον αφορά τις περιφερειακές ενισχύσεις, τα στοιχεία α ) και γ ) του άρθρου 92, παράγραφος 3, προβλέπουν δύο εξαιρέσεις ως προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό, οι οποίες στηρίζονται στην έννοια της κοινοτικής αλληλεγγύης - λαμβάνοντας υπόψη την αλληλεγγύη σε εθνικό επίπεδο - που είναι επίσης θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, όπως αποδεικνύει η προαναφερθείσα παράγραφος του προοιμίου της .
Εν προκειμένω πρόκειται για την αναγκαία συμφιλίωση μεταξύ του ελεύθερου ανταγωνισμού και της αλληλεγγύης . Η βαρύτητα της τελευταίας ποικίλλει ανάλογα με τις περιπτώσεις, αποβαίνοντας πιο επιβλαβής για τον ανταγωνισμό στις καταστάσεις κρίσεως που προβλέπονται υπό στοιχείο α ) απ' ό,τι στις περιπτώσεις που προβλέπονται υπό στοιχείο γ ), που αφορούν ενισχύσεις οι οποίες προορίζονται για τη διευκόλυνση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή περιοχών .
'Ομως, η οικονομική αλληλεγγύη πρέπει να ισχύει εξίσου για όλα τα κράτη μέλη . Για το λόγο αυτό, τα κριτήρια που θα καταστήσουν δυνατή τη θέση της σε εφαρμογή μέσω του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ ), πρέπει να αφεθούν στην κρίση της ίδιας της Κοινότητας, δηλαδή εν προκειμένω της Επιτροπής .
Αυτή η διαδικασία δεν έχει καμία σχέση με τη στάθμιση . Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση με την οποία επιδιώκεται να ευνοηθεί η ανάπτυξη μιας περιοχής, στην οποία επικρατεί, για παράδειγμα, σοβαρή υποαπασχόληση (( άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο α ) )) για το μόνο λόγο ότι η εν λόγω περιοχή βρίσκεται σε κράτος του οποίου το επίπεδο αναπτύξεως στο σύνολό του θεωρείται υψηλό . Γι' αυτό χρειάζονται άλλοι λόγοι που μπορούν να συναχθούν από την κατάσταση της περιοχής σε σχέση με ορισμένες ενδείξεις ή οριακές αξίες, που έχουν οριστεί εν ανάγκη κατά τρόπο διαφορετικό, σε κοινοτικό επίπεδο . 'Οσον αφορά το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ ), η προσβαλλόμενη απόφαση διασαφηνίζει με το παράδειγμα, μεταξύ άλλων, της περιοχής απασχολήσεως του Aachen ότι βάσει αυτής της διατάξεως μπορούν να χορηγηθούν ενισχύσεις ακόμη και σε περιοχές που βρίσκονται σε κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο αναπτύξεως .
Αλλά, υπό την επιφύλαξη της παρατηρήσεως αυτής, τίποτα δεν μπορεί να στηρίξει το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι έπρεπε να αποκλειστούν οι περιφερειακές ενισχύσεις από το πεδίο εφαρμογής της νομολογίας του Δικαστηρίου στην απόφαση Philip Morris . Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο σαφώς έκρινε :
1 ) κατά τρόπο γενικό, σχετικά με το άρθρο 92, παράγραφος 3, ότι "εν αντιθέσει προς το άρθρο 92, παράγραφος 2, ( αυτό ) παρέχει εξουσία εκτιμήσεως στην Επιτροπή προβλέποντας ότι οι ενισχύσεις που απαριθμεί 'μπορούν' να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά" ( σκέψη 17 )
2 ) ότι "η Επιτροπή έχει μια διακριτική εξουσία, η άσκηση της οποίας προϋποθέτει οικονομικές και κοινωνικές εκτιμήσεις που πρέπει να πραγματοποιούνται σε κοινοτικό επίπεδο" ( σκέψη 24 )
3 ) ότι "όσον αφορά το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ ), ... το συμβιβάσιμο της εν λόγω ενισχύσεως προς τη Συνθήκη πρέπει να εκτιμηθεί εντός του κοινοτικού πλαισίου και όχι εντός του πλαισίου ενός μεμονωμένου κράτους μέλους" ( σκέψη 26 ).
8 . Αφού ληφθούν υπόψη οι αρχές αυτές, πρέπει να αναζητηθούν οι κανόνες εφαρμογής τους στα διαδοχικά στάδια της αποφάσεως της Επιτροπής και του ελέγχου του Δικαστηρίου .
Μπορεί μεν να εναπόκειται στην Επιτροπή η προσκόμιση της αποδείξεως του ασυμβιβάστου μιας κρατικής ενισχύσεως προς το άρθρο 92, παράγραφος 1, διότι νοθεύει ή απειλεί με νόθευση τον ανταγωνισμό επηρεάζοντας το μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο, το βάρος όμως της αποδείξεως αντιστρέφεται στην περίπτωση των προαναφερθεισών διατάξεων της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου . Με άλλα λόγια, για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του γενικού εισαγγελέα Capotorti στις προτάσεις του στην υπόθεση Philip Morris,
"το προσφεύγον κράτος φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι συντρέχουν οι πραγματικοί όροι από τους οποίους εξαρτάται το συμβιβαστό μιας ενισχύσεως βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3" ( 12 ).
Το Δικαστήριο ακολούθησε την άποψη αυτή, παρατηρώντας στη σκέψη 18 της αποφάσεώς του ότι
"με την προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς διαπιστώνεται ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να παράσχει, και η Επιτροπή δεν μπόρεσε να βρει, καμιά δικαιολογία δυνάμενη να αποδείξει ότι η εν λόγω ενίσχυση πληροί τις τεχνικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή μιας από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ".
Ασφαλώς, δεν απαγορεύεται στην Επιτροπή, πέρα από τα στοιχεία που της έχουν προσκομιστεί, να αναζητήσει και άλλα συμπληρωματικά στοιχεία που να της παρέχουν τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει την αιτιολογία μιας αρνητικής αποφάσεως . Αλλά εν προκειμένω πρόκειται μόνο για μια δυνατότητα .
Και εδώ, επίσης, η υποχρέωση αιτιολογήσεως μετράται ανάλογα με τις αποδείξεις που προσεκόμισε το κράτος και, κατά περίπτωση, ή οι επιχειρήσεις που θίγονται άμεσα και ατομικά . Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσαν να εξατομικευτούν οι επωφελούμενες επιχειρήσεις, έπρεπε να ληφθούν υπόψη στην αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής μόνο οι αποδείξεις που προσεκόμισε το κράτος .
Με αυτούς τους περιορισμούς, για να αναφερθώ στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου 40/85,
"η αιτιολογία των βλαπτικών αποφάσεων πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τα στοιχεία που του είναι αναγκαία προκειμένου να κρίνει αν η απόφαση είναι βάσιμη ή όχι" ( 13 ).
Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στη νομιμότητα της αποφάσεως . Δεν μπορεί να συνεπάγεται την επανεξέταση του σχεδίου ενισχύσεως ενόψει στοιχείων που δεν είχαν προσκομιστεί στο στάδιο της διαδικασίας που κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση .
9 . Με βάση τα κριτήρια που αναφέρθηκαν, πώς πρέπει να κριθεί η αιτιολογία σχετικά με την άρνηση εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο α );
Ας θυμηθούμε το σχετικό κείμενο :
"'Οταν η Επιτροπή εξέτασε το πρόγραμμα οικονομικής περιφερειακής αναπτύξεως το 1980, θεώρησε ότι, λόγω της θέσεως του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας σε σύγκριση με αυτή της Κοινότητας, μόνο η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ ), της Συνθήκης ΕΟΚ μπορούσε να εφαρμοστεί δεδομένου ότι η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε από τότε, μόνο αυτή η εξαίρεση μπορεί να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή κατά την εξέταση του σχεδίου νέου καθορισμού των ζωνών ενισχύσεως της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας ."
Θεωρώ την αιτιολογία αυτή επαρκή, όσο λακωνική και αν είναι . Τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποδεικνύουν ότι από το 1981 η Επιτροπή είχε την άποψη ότι, για τις διάφορες περιοχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν μπορούσε να γίνει λόγος για ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή σοβαρή υποαπασχόληση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο α ) ( 14 ). Στην ανακοίνωση που η προσφεύγουσα απηύθυνε στις 21 Ιουλίου 1982 στην Επιτροπή, προκειμένου να κοινοποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, οι οδηγίες περί τροποποιήσεως του προγράμματος περιφερειακής οικονομικής αναπτύξεως του ομόσπονδου κράτους καθώς και στις μεταγενέστερες παρατηρήσεις, ματαίως αναζητείται μια οποιαδήποτε αιτιολογία που να αποτελεί έρεισμα για τη δυνατότητα εγκρίσεως της περιφερειακής ενισχύσεως δυνάμει της υπό στοιχείο α ) διατάξεως . Επομένως, για την Επιτροπή δεν υπήρχε κανένας λόγος για διεξοδικότερη αιτιολόγηση .
10 . Προκειμένου για το στοιχείο γ ), το πρόβλημα είναι πιο περίπλοκο .
Αφού ισχυρίστηκε ότι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευτούν στενά και αποβλέπουν σε "στόχους που επιδιώκονται προς το συμφέρον της Κοινότητας και όχι προς το συμφέρον των αποδεκτών της ενισχύσεως", η Επιτροπή διευκρινίζει με τον τρόπο αυτό τη μέθοδο που στηρίζεται η απόφασή της .
Βάσει των αρχών συντονισμού των περιφερειακών ενισχύσεων επί των οποίων συμφώνησαν τα κράτη μέλη στο πρώτο ψήφισμα του Συμβουλίου της 20ής Οκτωβρίου 1971, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει "να ληφθούν υπόψη τόσο η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των συγκεκριμένων περιοχών στο κοινοτικό επίπεδο όσο και οι σοβαρές διαφορές που ενδεχομένως υφίστανται μεταξύ των περιοχών ενός και του αυτού κράτους ". Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι καταρχάς "επανατοποθέτησε τις εν λόγω περιοχές σε ένα κοινοτικό πλαίσιο συγκρίνοντας το ακαθάριστο εθνικό προϊόν ανά κάτοικο και την κατάσταση ανεργίας στις συγκεκριμένες περιοχές με τους αντίστοιχους κοινοτικούς μέσους όρους", δεδομένου ότι "ερεύνησε τις διαφορές που είναι δυνατό να υφίστανται μεταξύ περιοχών στο εθνικό επίπεδο και να δικαιολογούν τη χορήγηση περιφερειακής ενισχύσεως", χρησιμοποιώντας ουσιαστικά για το σκοπό αυτό "στοιχεία σχετικά με το εισόδημα και το οικονομικό δυναμικό, την ανεργία, τη ζήτηση εργασίας, το μεταναστευτικό υπόλοιπο και την υποδομή ". Τέλος, εξέτασε "αν η περιφερειακή ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά λόγω ειδικών διαρθρωτικών προβλημάτων, που οφείλονται στην έλλειψη ισορροπίας στη διάρθρωση της οικονομίας ή στο κλείσιμο των βιομηχανιών σιδηρουργίας" ( η υπογράμμιση είναι δική μου ).
Κατά την άποψή μου, η αιτιολογία μέχρι το σημείο αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί . Το έχω ήδη πει, η Επιτροπή έχει αναλάβει να μεριμνά για το κοινό συμφέρον . Πρέπει να διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να συμφιλιώνει τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού και της κοινοτικής αλληλεγγύης, για να καθορίζει επομένως την ακολουθητέα μέθοδο και τα κριτήρια εφαρμογής της . Επιπλέον, κατά την άποψή μου, η μέθοδος ανταποκρίνεται στον επιδιωκόμενο στόχο, δεδομένου ότι συνίσταται στη σύγκριση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος ανά κάτοικο και της καταστάσεως ανεργίας στις δεδομένες περιοχές με τους κοινοτικούς μέσους όρους, στη συνέχεια δε στην ιεράρχιση των ενδεχόμενων αναγκών για περιφερειακή ενίσχυση βάσει των υφισταμένων διαφορών μεταξύ των διαφόρων εθνικών περιοχών με τη βοήθεια οικονομικών ενδείξεων, ενώ η Επιτροπή μεριμνά ώστε το διάβημά της να πραγματοποιείται στο πλαίσιο της κοινοτικής προοπτικής .
11 . Ας εξετάσουμε τώρα την εφαρμογή της στις περιοχές του Borken-Bocholt και του Siegen .
Προκειμένου για το τελευταίο, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε ισχυριστεί ότι κινδύνευε να χαθεί το 20% του σιδηρουργικού της δυναμικού, δηλαδή 2 300 θέσεις απασχολήσεως, και 1 600 θέσεις απασχολήσεως στους τομείς που εξαρτώνται από τη σιδηρουργία, ότι, με εξαίρεση το 1981, ενεφάνιζε σαφή μετανάστευση του πληθυσμού και ότι η ανεργία, αισθητώς αυξηθείσα, ξεπερνούσε από το 1981 τον ομοσπονδιακό μέσο όρο .
Προς στήριξη της απορριπτικής της αποφάσεως, η Επιτροπή αντέταξε ότι, όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη ανεργία από το 1979 έως το 1983, και τον τελευταίο αυτό χρόνο, το Siegen βρισκόταν λίγο πιο πάνω από τον ομοσπονδιακό μέσο όρο και ότι όσον αφορά τη σιδηρουργία, ακόμα και αν ληφθούν υπόψη τα ανώτατα δυνατά όρια, το ποσοστό ανεργίας δεν θα έφθανε το 130% του ομοσπονδιακού μέσου όρου, τέλος, ότι, ακόμα και αν ληφθεί υπόψη το ευρέως αρνητικό μεταναστευτικό υπόλοιπο του Siegen, η κατάσταση δεν δικαιολογεί καμία εξαίρεση από την αρχή του ασυμβιβάστου που διατυπώνεται στο άρθρο 92, παράγραφος 1 .
Λαμβάνοντας υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής, η αιτιολογία αυτή, ανταποκρινόμενη πλήρως στις αποδείξεις που προσεκόμισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρέπει να θεωρηθεί ως επαρκής .
Κατά την άποψή μου, δεν συμβαίνει το ίδιο με την απόφαση που έχει ληφθεί σχετικά με την περιοχή του Borken-Bocholt . Πράγματι, τα στοιχεία που προσκόμισε σχετικά η προσφεύγουσα δεν αφορούν μόνο τη διαπιστωθείσα και την προβλεπόμενη αύξηση της ανεργίας, αλλά και το ύψος του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, που κατ' αυτήν είναι κατώτερο κατά 17% από τον ομοσπονδιακό μέσο όρο . 'Ομως, η αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως αναφέρεται μόνο στην πρώτη ένδειξη και αποσιωπά πλήρως τη δεύτερη . Επομένως, είναι ανεπαρκής και για το λόγο αυτό καθιστά παράνομη την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία πρέπει να ακυρωθεί ως προς το σημείο αυτό .
ΙΙΙ - 'Αλλοι προβληθέντες λόγοι
12 . Εναπομένουν να εξεταστούν οι δύο τελευταίοι λόγοι που στηρίζονται στην έκδηλη πλάνη εκτιμήσεως και στην κατάχρηση εξουσίας .
Τα επιχειρήματα που αναπτύχτηκαν σχετικά - έλλειψη αξιοσημείωτης μεταβολής της προηγούμενης καταστάσεως από τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, αισθητού αποτελέσματος των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων, παραπόνων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη ή ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, καμία διαπίστωση πραγματικών περιστατικών και καμία παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας - εύκολα μπορούν να αντικρουστούν, έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με την αιτιολογία .
Πράγματι, είναι επουσιώδη εφόσον γίνει δεκτό ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ασυμβιβάστου του άρθρου 92, παράγραφος 1, και ότι, λαμβάνοντας υπόψη την εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή και το βάρος αποδείξεως που φέρει η προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν, όσον αφορά την περιοχή του Siegen, αιτιολογημένη επαρκώς .
Συνεπώς, προτείνω την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 1984, καθόσον αυτή κήρυξε ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις ενισχύσεις που προέβλεψε το ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, υπέρ των επιχειρήσεων που βρίσκονται στην περιοχή απασχολήσεως του Borken-Bocholt, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως . Προτείνω να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα .
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) Πρώτο ψήφισμα των αντιπροσώπων των κρατών μελών που συνεδρίασαν ως Συμβούλιο, σχετικά με τα γενικά συστήματα ενισχύσεων περιφερειακής πολιτικής ( JΟ C 111 της 4.11.1971, σ . 1 ), το οποίο ακολούθησε ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο της 23ης Ιουνίου 1971 σχετικά με τα εν λόγω συστήματα ( ΕΕ ειδ . έκδ . 14/001, σ . 3 ).
( 2 ) Υπόθεση 78/76, Steinike και Weinlig κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, Rec . 1977, σ . 595, σκέψη 8 .
( 3 ) Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση 323/82, Συλλογή 1984, σ . 3809 .
( 4 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 296 και 318/82, Βασίλειο των Κάτω Χωρών και Leeuwarder Papierwarenfabriek ( LPF ) κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ . 809, σκέψη 19 .
( 5 ) Βλέπε πιο πάνω υποσημείωση 1 και, για την ανακοίνωση της 21ης Δεκεμβρίου 1978, JΟ C 31 της 3.2.1979 .
( 6 ) Παράγραφος 8 του παραρτήματος Α του πρώτου ψηφίσματος της 20ής Οκτωβρίου 1971, που προαναφέρθηκε βλέπε επίσης παράγραφο 10 της ανακοινώσεως της Επιτροπής του 1978 .
( 7 ) Υπόθεση 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, Rec . 1980, σ . 2671, σκέψη 11 .
( 8 ) Υπόθεση 84/82, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ . 1451, ιδίως σκέψεις 11 έως 13 .
( 9 ) Απόφαση της Bundestag της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της 11ης Μαρτίου 1982, που αναφέρεται στον υπόμνημα απαντήσεως .
( 10 ) Απόφαση της γερμανικής επιτροπής προγραμματισμού των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων της 16ης Μαρτίου 1983, που αναφέρθηκε στο υπόμνημα απαντήσεως της προσφεύγουσας ( σ . 7 του πρωτοτύπου ).
( 11 ) Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 9ης Ιουνίου 1982, Συλλογή 1982, σ . 2187, σκέψη 16 .
( 12 ) Υπόθεση 730/79, που προαναφέρθηκε, Rec . 1980, σ . 2671, ιδίως σ . 2702 .
( 13 ) Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής, απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Συλλογή 1986, σ . 2331, σκέψη 21 .
( 14 ) Συνημμένο στο έγγραφο της Επιτροπής προς την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 1981 .
Full & Egal Universal Law Academy