ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 22ας Οκτωβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το Tribunale di Roma σας έχει υποβάλει δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος των άρθρων 24 και 28 του κανονισμού 1785/81 ( ΕΕ 1981, L 177, σ. 4 ) σχετικά με το σύστημα των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης. Πριν εξετάσω τα ερωτήματα αυτά, νομίζω ότι επιβάλλεται να παραθέσω, από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, τα περιστατικά που έχουν σημασία για την προκειμένη δίκη, καθώς και τα σπουδαιότερα σημεία των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ι — Τα περιστατικά που έχουν σημασία στην προκειμένη υπόθεση
1.
Η κοινή οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης καθιερώθηκε με τον κανονισμό 1009/67 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1967 ( PB 1967, L 308, σ. 1 ). Η ρύθμιση που καθιερώθηκε με τον κανονισμό αυτό ίσχυσε αρχικά μέχρι τον Ιούλιο 1975 και προέβλεπε τη χορήγηση σε κάθε επιχείρηση μιας « βασικής ποσόστωσης » και μιας « μέγιστης ποσόστωσης » ανά περίοδο εμπορίας. Η ποσότητα ζάχαρης που υπερέβαινε τη μέγιστη ποσόστωση δεν επιτρεπόταν να πωληθεί εντός της Κοινότητας. Ταυτόχρονα προβλεπόταν και ένα κοινοτικό σύστημα για τη χρηματοδότηση της πώλησης των πλεονασμάτων. Τα έξοδα για τη χρηματοδότηση αυτή επρόκειτο να βαρύνουν, εντός ορισμένων ορίων, όλους τους παραγωγούς μέσω της επιβολής συνεισφοράς λόγω παραγωγής, το υπόλοιπο δε ποσό θα βάρυνε τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η ρύθμιση αυτή παρατάθηκε, μετά από ορισμένες τροποποιήσεις, μέχρι και την περίοδο εμπορίας 1979/80 με τον κανονισμό 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134), για την περίοδο δε εμπορίας 1980/81 με τον κανονισμό 1592/80 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 48 ). Όσον αφορά τον προαναφερθέντα κανονισμό 3330/74, πρέπει να ειπωθεί ότι προέβλεπε την αύξηση της βασικής ποσόστωσης για όλα τα κράτη μέλη εκτός της Ιταλίας κατά το μέτρο της ποσότητας προτιμη-σιακής ζάχαρης που εισαγόταν από τις χώρες ΑΚΕ βάσει των διεθνών δεσμεύσεων της Κοινότητας.
Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε την 1η Ιουλίου 1981 από τον κανονισμό 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης ( ΕΕ 1981, L 177, σ. 4 ). Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς, εκκινεί από τη σκέψη
« ότι οι λόγοι που υποχρέωσαν έως τώρα την Κοινότητα να επιλέξει για τους τομείς της ζάχαρης και της ισογλυκόζης ένα καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής εξακολουθούν να είναι πάντοτε βάσιμοι' ότι, πάντως, πρέπει να γίνουν σ' αυτό διευθετήσεις, αφενός, για να ληφθεί υπόψη η πρόσφατη εξέλιξη της παραγωγής και, αφετέρου, για να δοθούν στην Κοινότητα τα αναγκαία μέσα ώστε να διασφαλιστεί με δίκαιο αλλά αποτελεσματικό τρόπο η συνολική χρηματοδότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς των εξόδων για τη διάθεση των πλεονασμάτων που προκύπτουν από τη σχέση μεταξύ της παραγωγής της Κοινότητας και της καταναλώσεώς της... »
Μολονότι διατήρησε σε ισχύ τα γενικά κριτήρια της προηγούμενης ρύθμισης, ο κανονισμός 1785/81 την τροποποίησε σε πολλά σημεία. Έτσι εισήγαγε μια νέα ορολογία: η « βασική ποσόστωση » έγινε « ποσόστωση Α», η διαφορά μεταξύ της βασικής ποσόστωσης και της μέγιστης ποσόστωσης έγινε « ποσόστωση Β » και η παραγωγή που υπερβαίνει το άθροισμα της ποσόστωσης Α και της ποσόστωσης Β ονομάσθηκε « ζάχαρη Γ ». Η νέα ρύθμιση δηλαδή διακρίνει τρία είδη ποσοστώσεων:
—
την ποσόστωση Α, η οποία μπορεί να διατίθεται στην κοινοτική αγορά ελεύθερα και για τη διάθεση της οποίας υπάρχει η εγγύηση της τιμής παρεμβάσεως,
—
την ποσόστωση Β, δηλαδή την ποσότητα της παραγόμενης ζάχαρης που υπερβαίνει τη βασική ποσόστωση χωρίς να υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο ( τη « μέγιστη ποσόστωση », η οποία ισούται με το γινόμενο του πολλαπλασιασμού της ποσόστωσης Α με ένα συντελεστή ), η οποία επίσης μπορεί να διατεθεί ελεύθερα στο εμπόριο στην κοινή αγορά ή να εξαχθεί και να καταβληθεί η ενίσχυση κατά την εξαγωγή. Η ενίσχυση αυτή, η οποία καταβάλλεται με τη μορφή επιστροφών λόγω εξαγωγής, είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ της τιμής παρεμβάσεως και της τιμής της παγκόσμιας αγοράς ζάχαρης,
—
την ποσόστωση Γ, δηλαδή την ποσότητα που υπερβαίνει τη «μέγιστη ποσότητα» ( ποσόστωση Α + ποσόστωση Β ) η οποία επιτρέπεται να πωληθεί μόνο σε τρίτες χώρες και για την εξαγωγή της οποίας δεν καταβάλλονται ενισχύσεις.
Η ρύθμιση που εισήγαγε ο κανονισμός 1785/81 περιέχει καινοτομίες και ως προς τη χρηματοδότηση των εξόδων της διεξαγωγής ζάχαρης, κυρίως δε σε δύο σημεία:
—
πρώτον, ο κανονισμός 1785/81 εισήγαγε την αρχή της πλήρους ευθύνης των παραγωγών τα έξοδα για τη διάθεση στις αγορές των τρίτων χωρών των ποσοτήτων ζάχαρης για τις οποίες χορηγούνται επιστροφές βαρύνουν πλήρως τους παραγωγούς αυτούς,
—
δεύτερον, για πρώτη φορά από την καθιέρωση της κοινής οργάνωσης της αγοράς ζάχαρης, επιβάλλεται συνεισφορά λόγω παραγωγής όχι μόνο για τη ζάχαρη που παράγεται στο πλαίσιο της ποσόστωσης Β (για την οποία ίσχυε ήδη και βάσει της προηγούμενης ρύθμισης η συνεισφορά λόγω παραγωγής ), αλλά και για τη ζάχαρη που παράγεται στο πλαίσιο της ποσόστωσης Α.
Σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 28 του κανονισμού 1785/81, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, οι ποσοστώσεις και οι συνεισφορές ρυθμίζονται ως εξής:
—
οι ποσότητες αναφοράς (οι λεγόμενες « βασικές ποσότητες » ) για τον καθορισμό των βασικών ποσοστώσεων (των λεγόμενων «ποσοστώσεων Α») παραμένουν αμετάβλητες σε σχέση με την προηγούμενη ρύθμιση, εκτός από τη βασική ποσότητα για την Ιταλία, η οποία αυξάνεται από 1230000 τόνους σε 1320000 τόνους ( άρθρο 24 του κανονισμού 1785/81 ),
—
οι ποσοστώσεις που υπερβαίνουν τη βασική ποσόστωση αλλά όχι το όριο της μέγιστης ποσόστωσης ( οι λεγόμενες « ποσοστώσεις Β » ) καθορίζονται βάσει της πραγματικής παραγωγής, δεν επιτρέπεται όμως να είναι μικρότερες από το 10 ο/ο της βασικής ποσόστωσης. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η κατά περιοχές εξέλιξη της παραγωγής ζαχαροτευτλων και ζαχαροκάλαμου, οι ποσοστώσεις Β καθορίζονται κατά τρόπο που να ισούνται προς το μέσο όρο των ποσοτήτων που παρήχθησαν κατά τις τρεις από τις πέντε τελευταίες περιόδους εμπορίας στις οποίες σημειώθηκε η μεγαλύτερη παραγωγή ( ομοίως άρθρο 24 ),
—
τα έξοδα για τη διάθεση των πλεονασμάτων που απορρέουν από τη διαφορά μεταξύ της παραγωγής της Κοινότητας και της κατανάλωσης της χρηματοδοτούνται πλήρως από τους ίδιους τους παραγωγούς, αφού το σύνολο της παραγωγής που εμπίπτει στην ποσόστωση Α και στην ποσόστωση Β υπόκειται σε συνεισφορά που καταβάλλεται κατά το εξής σύστημα ( άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 ):
—
η συνολική ζημία που υφίσταται η Κοινότητα από την πώληση των σχετικών πλεονασμάτων κατανέμεται καταρχάς μεταξύ όλης της παραγωγής που εντάσσεται στην ποσόστωση Α και στην ποσόστωση Β με την επιβολή συνεισφοράς λόγω παραγωγής ίσης προς το 2 % κατ' ανώτατο όριο της τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης,
—
το μέρος της ζημίας αυτής που δεν μπορεί να καλυφθεί από τη συνεισφορά αυτή χρηματοδοτείται από την επιβολή συμπληρωματικής συνεισφοράς επί της παραγωγής που εμπίπτει στην ποσόστωση Β, η οποία δεν επιτρέπεται καταρχήν να υπερβαίνει το 30 ο/ο αυτής της τιμής παρεμβάσεως. Εφόσον όμως ο τελευταίος αυτός τρόπος χρηματοδοτήσεως αποδειχθεί ανεπαρκής, το ανώτατο αυτό όριο μπορεί να αυξηθεί μέχρι το 37,5 0/0 (οπότε η συνολική επιβάρυνση επί της παραγωγής που εμπίπτει στην ποσόστωση Β μπορεί να ανέλθει σε 2 ο/ο + 37,5 ο/ο = 39,5 ο/ο ).
2.
Οι ενάγουσες στην κύρια δίκη, δηλαδή η εταιρία Eridania zuccherifici nazionale SpA, δεκαπέντε άλλες ιταλικές εταιρίες παραγωγής ζάχαρης, το Consorzio nazionale bieticultori και η Associazione nazionale bieticultori ενήγαγαν ενώπιον του Tribunale di Roma την Cassa conguaglio zucchero, το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Θησαυροφυλακίου για το λόγο ότι το 1982 τους είχε ζητηθεί η πληρωμή των συνεισφορών επί της παραγωγής ζάχαρης οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 24 και 28 του κανονισμού 1785/81. Οι ενάγουσες ζήτησαν από το Tribunale να διαβιβάσει τη δικογραφία στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου να αναγνωριστεί το παράνομο του κανονισμού 1785/81, και στη συνέχεια να κρίνει ότι οι ενάγουσες δεν οφείλουν τις συνεισφορές και να υποχρεώσει τις εναγόμενες διοικητικές αρχές να αποδώσουν εντόκως τις συνεισφορές που οι ενάγουσες είχαν ήδη καταβάλει.
Το Tribunale di Roma, κρίνοντας ότι ετίθετο ζήτημα κύρους των άρθρων 24 και 28 του προαναφερθέντος κανονισμού, ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
α)
Το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου, το οποίο επιβαρύνει τους ιταλούς παραγωγούς με συνεισφορά για τη διάθεση της ζάχαρης σε εγγυημένη τιμή, συνεισφορά που υπολογίζεται βάσει των ποσοστώσεων παραγωγής που καθορίζονται από το άρθρο 24, είναι άκυρο, λόγω παραβιάσεως της απαγόρευσης των διακρίσεων την οποία προβλέπουν τα άρθρα 7 και _ 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και λόγω αντίθεσης προς την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τους στόχους που προβλέπει το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο β ), της ίδιας Συνθήκης;
β)
Το άρθρο 24 του κανονισμού 1785/81, το οποίο καθορίζει τις ιταλικές ποσοστώσεις παραγωγής Α και τη σχέση μεταξύ ποσόστωσης Α και ποσόστωσης Β, είναι άκυρο λόγω ελλείψεως αιτιολογίας σε σχέση με το άρθρο 190 της Συνθήκης;
Στο σκεπτικό της Διάταξης παραπομπής ο εθνικός δικαστής αναφέρει κυρίως τα εξής;
Η Ιταλία είναι το κράτος μέλος στο οποίο ο λόγος της εσωτερικής κατανάλωσης προς την ποσόστωση Α είναι ο μικρότερος στην Κοινότητα ( 85 ο/ο έναντι του κοινοτικού μέσου όρου 101 °/ο και της ανώτατης τιμής 194 ο/ο στο Βέλγιο ). Αυτό σημαίνει ότι η Ιταλία μπορεί να εξάγει μόνο ζάχαρη Β (για την οποία καταβάλλεται συνεισφορά ίση με το 39,5% της τιμής παρεμβάσεως ), ενώ τα άλλα κράτη μέλη μπορούν να εξάγουν και ζάχαρη Α ( για την οποία προβλέπεται η μικρότερη συνεισφορά του 2ο/ο). Αυτό αποτελεί παράβαση του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Συγχρόνως θα μπορούσε επίσης να γίνει λόγος για διάκριση μεταξύ των παραγωγών κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Πρώτον, η σχέση μεταξύ συνεισφορών επί της ζάχαρης Β και της ποσόστωσης Β στην Ιταλία είναι η υψηλότερη στην Κοινότητα (138 λιρέτες ανά χιλιόγραμμο έναντι του κοινοτικού μέσου όρου των 113 λιρετών ανά χιλιόγραμμο). Δεύτερον, το σταθερό κόστος παραγωγής για τη ζάχαρη Α στην Ιταλία είναι το υψηλότερο στην Κοινότητα, επειδή ο μέσος όρος της παραγωγής ανά επιχείρηση είναι ο χαμηλότερος (29333300 χιλιόγραμμα έναντι κοινοτικού μέσου όρου 46647100 χιλιόγραμμων).
Επιπλέον, κατά το παραπέμπον δικαστήριο, οι συνεισφορές που καταβάλλουν οι ιταλοί παραγωγοί για την ποσόστωση Β είναι δυσανάλογες σε σχέση με το σκοπό που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή την εξασφάλιση ενός δίκαιου βιοτικού επιπέδου στο γεωργικό πληθυσμό.
Κατά το σκεπτικό πάντοτε της Διάταξης παραπομπής, ο κανονισμός 1785/81 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένος, δεδομένου ότι όσον αφορά τις ποσοστώσεις παραγωγής περιορίζεται να αναφέρει ότι οι λόγοι που είχαν οδηγήσει στη θέσπιση των ποσοστώσεων εξακολουθούν να είναι βάσιμοι. Ήταν αναγκαίο να διευκρινιστεί ο λόγος για τον οποίο δεν είχαν σημασία οι μεταβολές που είχαν εν τω μεταξύ επέλθει στην κατάσταση της αγοράς.
II — Γραπτές παρατηρήσεις
Το πρώτο ερώτημα
Οι ενάγουσες στην κύρια δίκη και η ιταλική κυβέρνηση προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ενώ το Συμβούλιο και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι από την εξέταση του ερωτήματος αυτού δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος του άρθρου 28. του κανονισμού 1785/81.
1.
Οι ενάγουσες στην κύρια δίκη παρατηρούν ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, όταν καθιέρωσε με τον κανονισμό 1785/81 την αρχή της πλήρους οικονομικής ευθύνης των παραγωγών, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα στοιχεία.
—
Από το 1968 μέχρι το 1981 δεν αυξήθηκε η ποσόστωση Α για την Ιταλία, ενώ αντίθετα αυξήθηκαν οι ποσοστώσεις όλων των άλλων κρατών μελών με τον κανονισμό 3330/74 του Συμβουλίου. Αν συγκριθούν οι ποσοστώσεις Α που όριζε ο κανονισμός 1009/67 με τις ποσοστώσεις Α που όριζε ο κανονισμός 3330/74, φαίνεται καθαρά ότι αυξήθηκαν οι ποσοστώσεις όλων των κρατών μελών εκτός της Ιταλίας. Οι αυξήσεις αυτές άρχιζαν από 13,1 % ( για τη Δανία ) και 13,7 % ( για τη Γερμανία ) και έφθαναν το 24,8 για τη Γαλλία και το 25,5 % για τις Κάτω Χώρες ( κοινοτικός μέσος όρος: 16,8 %).
Η έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1785/81 δεν ήρε την άνιση αυτή μεταχείριση, δεδομένου ότι η ποσοστιαία αύξηση της ποσόστωσης της Ιταλίας ( 90000 τόνοι ή 7,3 %) είναι σαφώς μικρότερη από την αύξηση της ποσόστωσης των άλλων κρατών μελών και του κοινοτικού μέσου όρου ( ο οποίος ανήλθε από 16,8 ο/ο σε 18 % λόγω της αύξησης της ιταλικής ποσόστωσης ).
—
Η Ιταλία έχει αποδείξει κατά τα τελευταία χρόνια ότι είναι σε θέση να παραγάγει ποσότητα ζάχαρης ίση τουλάχιστον με την ποσόστωση της αυξημένη κατά τον κοινοτικό μέσο όρο. Πράγματι, από την « ανακοίνωση των κρατών μελών — τομέας ζάχαρης », την οποία δημοσίευσε η Επιτροπή τον Ιανουάριο 1984, φαίνεται ότι η Ιταλία παρήγαγε κατά την περίοδο 1981/82 2048000 τόνους λευκής ζάχαρης, έναντι 1185000 τόνων κατά την περίοδο 1968/69 και 1339000 τόνων κατά την περίοδο 1975/76.
—
Η Ιταλία υποστηρίζει ότι η αύξηση της κατανάλωσης της ( 5,9 % ) είναι μεγαλύτερη από την αύξηση στα άλλα κράτη μέλη και από τον κοινοτικό μέσο όρο.
—
Η Ιταλία είναι μαζί με τη Γερμανία το κράτος μέλος στο οποίο ο λόγος της ποσόστωσης Α προς την εσωτερική κατανάλωση είναι ο χαμηλότερος ( 76 % έναντι κοινοτικού μέσου όρου 98 ο/ο για την περίοδο 1980/81, 87 ο/ο έναντι κοινοτικού μέσου όρου 113 ο/ο — συμπεριλαμβανομένης και της ζάχαρης ΑΚΕ — για την περίοδο 1981/82).
—
Η Ιταλία ποτέ δεν προκάλεσε έξοδα για την πώληση των πλεονασμάτων, ούτε σε βάρος του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ούτε σε βάρος των άλλων κοινοτικών παραγωγών. Ενόψει του γεγονότος ότι εκείνοι που καλούνται να πληρώσουν είναι οι επιχειρηματίες από τα κράτη μέλη που παράγουν λιγότερο από ό,τι καταναλώνουν και η ποσόστωση Α των οποίων είναι χαμηλότερη από την εσωτερική ζήτηση, ο ιταλός παραγωγός, ο οποίος ποτέ δεν συντέλεσε στη δημιουργία πλεονασμάτων, καταλήγει να χρηματοδοτεί την πώληση σε εγγυημένη τιμή της παραγωγής των ανταγωνιστών του στις άλλες χώρες της Κοινότητας, για ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής των οποίων ισχύει ο ευνοϊκός συντελεστής του 2 °/ο.
Η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει επίσης το γεγονός ότι μόνο ο καθορισμός της ποσόστωσης Α βάσει της καταναλώσεως στα διάφορα κράτη μέλη θα ήταν σύμφωνος με την αρχή της ευθύνης των παραγωγών. Η αρχή κατά την οποία όλα τα βάρη επιρρίπτονται στους παραγωγούς δεν δικαιολογεί εξάλλου το γεγονός ότι η ποσόστωση Α των κρατών μελών διατηρείται σε υψηλότερο επίπεδο ως αντιστάθμισμα της εισαγωγής προτιμησιακής ζάχαρης από τις χώρες ΑΚΕ.
Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ρύθμιση που προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 24 του κανονισμού 1785/81 παραβιάζει την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ( άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ ) και την απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας ( άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ), επειδή οι ιταλοί παραγωγοί φέρουν μέσω της δικής τους ποσοστώσεως Β — η εξαγωγή της οποίας δεν προκαλεί έξοδα — τα έξοδα που δημιουργούνται από τις εξαγωγές των παραγωγών των άλλων κρατών μελών η ποσόστωση Α των οποίων είναι μεγαλύτερη από την εσωτερική τους κατανάλωση.
Διάκριση συντρέχει επίσης και λόγω του γεγονότος ότι τα πάγια έξοδα που βαρύνουν τους ιταλούς παραγωγούς έχουν αυξηθεί αισθητά ως συνέπεια του γεγονότος ότι οι ιταλικές επιχειρήσεις δικαιούνται κατά μέσο όρο ποσόστωση Α ίση προς 29233 τόνους ανά επιχείρηση, ενώ ο κοινοτικός μέσος όρος ανέρχεται σε 51873 τόνους.
Ο συνδυασμός των διατάξεων των άρθρων 28 και 24 του κανονισμού 1785/81 παραβιάζει συγχρόνως και την αρχή της αναλογικότητας, σκοπός της οποίας είναι η προσαρμογή των θυσιών που επιβάλλονται στους διοικούμενους προς την επίτευξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεδομένου ότι η συνεισφορά επί της ποσοστώσεως Β επιβάλλει στους ιταλούς παραγωγούς θυσία δυσανάλογη προς τα επιτευχθέντα αποτελέσματα.
Τέλος, η συνεισφορά, δεδομένου ότι μετακυ-λίεται κατά 60 °/ο στους ιταλούς καλλιεργητές ζαχαρότεύτλων, οδηγεί στην πραγματικότητα σε μείωση του εισοδήματος και, επομένως, έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς της Συνθήκης, και συγκεκριμένα στην εξασφάλιση « ... ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου στο γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος... » [ άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΟΚ].
Κατόπιν αυτών οι ενάγουσες στην κύρια δίκη προτείνουν στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου είναι άκυρο, επειδή επιβάλλει στους ιταλούς παραγωγούς την καταβολή συνεισφοράς για την πώληση της ζάχαρης σε εγγυημένη τιμή, συνεισφοράς που υπολογίζεται βάσει των ποσοστώσεων παραγωγής που καθορίζονται στο άρθρο 24 και αποτελεί για ορισμένους από αυτούς δυσμενή διάκριση που απαγορεύεται από τα άρθρα 7 και 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης της ΕΟΚ, καθώς και παράβαση της αρχής της αναλογικότητας των θυσιών. »
2.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κοινή ρύθμιση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης βασίζεται σε ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής, κύριος σκοπός του οποίου είναι η εξασφάλιση ισορροπίας μεταξύ της αρχής της εξειδίκευσης της παραγωγής και της ανάγκης ενίσχυσης των περιοχών που είναι λιγότερο ευνοημένες λόγω υψηλότερων εξόδων και χαμηλής αποδοτικότητας.
Η ισορροπία αυτή, η οποία είχε επιτευχθεί με τον κανονισμό 1009/67, τέθηκε αργότερα σε κίνδυνο από τον κανονισμό 3330/74, με τον οποίο, προκειμένου να αντισταθμιστούν τα αρνητικά αποτελέσματα των εισαγωγών προτι-μησιακής ζάχαρης ( από τις χώρες ΑΚΕ, από την Ινδία και τα υπερπόντια εδάφη ), χορηγήθηκαν σημαντικές αυξήσεις των ποσοστώσεων παραγωγής μόνο στις χώρες με μεγάλη παραγωγή ζάχαρης, ενώ τα έξοδα για την εξαγωγή των πλεονασμάτων εξακολουθούσαν όπως και πριν να βαρύνουν όλους μαζί τους παραγωγούς.
Επιπλέον, ο κανονισμός 1785/81 καθιέρωσε την πλήρη ευθύνη των παραγωγών για όλα τα έξοδα που προκαλούνται από την εξαγωγή των πλεονασμάτων, καταργώντας το ανώτατο όριο της συνεισφοράς και την εγγύηση του ΕΓΤΠΕ. Με τον κανονισμό αυτό καταργήθηκε επίσης η πλήρης εγγύηση της τιμής παρεμβάσεως για τη ζάχαρη Α και ορίστηκε ότι η συνεισφορά θα βάρυνε και αυτή τη ζάχαρη.
Κατ' αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση, δεδομένου ότι η συνεισφορά βαρύνει το ίδιο τόσο την ποσόστωση Α όσο και την ποσόστωση Β, μολονότι προκαλούν τελείως διαφορετικά έξοδα. Πράγματι, η παραγωγή της ζάχαρης Β θεωρείται ότι δεν έχει γενικά έξοδα, επειδή τα έξοδα αυτά καλύπτονται από την εγγυημένη τιμή παρεμβάσεως για τη ζάχαρη Α.
Το νέο σύστημα μετέβαλε επίσης τη σημασία και τη λειτουργία των ποσοστώσεων παραγωγής. Οι ποσοστώσεις αυτές, ενώ αρχικά αντικατόπτριζαν τις τεχνικές δυνατότητες κάθε μεταποιητικής επιχείρησης, αποτελούν τώρα μόνο μια παράμετρο για τον καθορισμό της οικονομικής συμμετοχής στην κάλυψη των εξόδων που προκαλούνται από την εξαγωγή των κοινοτικών πλεονασμάτων. Κατ' αυτό τον τρόπο, όποιος παράγει πλεονάσματα έχει τα πλεονεκτήματα που απορρέουν, σχετικά με τα έξοδα μεταποιήσεως, από τη μεγαλύτερη παραγωγή, ενώ τα αποτελέσματα της υπερβολικής παραγωγής βαρύνουν όλους τους παραγωγούς ( ανεξάρτητα από το αν παράγουν πλεονάσματα ή όχι ).
Η εξέλιξη αυτή τείνει εξάλλου να ανατρέψει βαθμιαία την ισορροπία της παραγωγής στην Κοινότητα, αφού ο παραγωγός υπερβολικών ποσοτήτων, ο οποίος υφίσταται εν μέρει μόνο τις συνέπειες της υπερβολικής παραγωγής του, θα έχει την τάση να αυξάνει την παραγωγή του και έτσι αποκτά δικαίωμα να αυξηθεί η ποσόστωση του. Αντίθετα, όποιος παράγει με αυξημένο κόστος — και κατά κανόνα δεν έχει υπερβολική παραγωγή — είναι υποχρεωμένος να συνεισφέρει σημαντικά στα έξοδα που προκαλεί η εξαγωγή ποσοτήτων για την παραγωγή των οποίων δεν έχει καμία ευθύνη και δεν του αποφέρουν κανένα όφελος. Αυτό θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη διατήρηση της δικής του παραγωγής αναφοράς στο ίδιο επίπεδο.
Η ιταλική κυβέρνηση καταλήγει άλλωστε στο συμπέρασμα ότι η κατανομή των εξόδων εξαγωγής μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων στην Κοινότητα οδηγεί σε διακρίσεις, επειδή την πραγματική παράμετρο για την οικονομική συμμετοχή όλων των παραγωγών αποτελεί η κατανάλωση στην Κοινότητα, ενώ το συνολικό ποσό των εξόδων κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων βάσει των διαφορετικών ποσοστώσεων παραγωγής και όχι βάσει της καταναλώσεως στις χώρες στις οποίες ανήκουν οι επιχειρήσεις αυτές. Η ιταλική κυβέρνηση προτείνει συνεπώς να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
3.
Κατά το Συμβούλιο, το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 ούτε οδηγεί σε διακρίσεις ούτε βρίσκεται σε δυσαναλογία προς τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΟΚ.
α)
Όσον αφορά τη διάκριση λόγω ιθαγένειας, το Συμβούλιο τονίζει τα εξής:
—
Η Ιταλία είναι το μόνο κράτος μέλος στο οποίο χορηγήθηκαν εξαρχής ( με τον κανονισμό 1009/67 ) σχετικά υψηλότερες βασικές ποσότητες από ό,τι στα άλλα κράτη μέλη. Τα πράγματα παρέμειναν όπως είχαν κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου εφαρμογής του συστήματος ποσοστώσεων ( κανονισμός 3330/74 ), παρά το γεγονός ότι η παραγωγή αναφοράς της Ιταλίας ( ο μέσος όρος της παραγωγής κατά τα έτη 1968 έως 1972) ήταν χαμηλότερη από την αρχική της βασική ποσότητα. Όσον αφορά την τρίτη περίοδο εφαρμογής του συστήματος των ποσοστώσεων ( κανονισμός 1785/81 ), η Ιταλία ήταν το μόνο κράτος μέλος στο οποίο χορηγήθηκε μεγαλύτερη ποσόστωση Α από τις υφιστάμενες βασικές ποσότητες.
—
Λόγω της αυξήσεως της συνολικής βασικής ποσότητας για την Ιταλία, οι ποσοστώσεις Α των ιταλικών επιχειρήσεων ζάχαρης είναι μεγαλύτερες από ό,τι κατά την περίοδο από 1η Ιουλίου 1980 έως 30 Ιουνίου 1981, ενώ οι ποσοστώσεις Α των επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης των άλλων κρατών μελών παρέμειναν οι ίδιες με τις ποσοστώσεις Α που τους είχαν χορηγηθεί κατά την περίοδο αυτή (άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81 ).
—
Με την πληρωμή της συνεισφοράς οι ιταλοί παραγωγοί ζάχαρης συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της πώλησης των πλεονασμάτων που δημιουργούνται συνολικά στην Κοινότητα λόγω της διαφοράς μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Πρέπει όμως να τονιστεί επίσης ότι η συνεισφορά επί της παραγωγής υπολογίζεται βάσει της τιμής παρεμβάσεως και όχι βάσει της παράγωγης — υψηλότερης — τιμής παρεμβάσεως που ισχύει για την Ιταλία (που είναι ελλειμματική ζώνη κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1785/81 ). Επομένως, στην πραγματικότητα οι ιταλοί παραγωγοί ζάχαρης καταβάλλουν χαμηλότερη συνεισφορά από ό,τι οι άλλοι παραγωγοί στην Κοινότητα.
β)
Όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ παραγωγών, το Συμβούλιο παρατηρεί καταρχάς ότι η ποσόστωση Β καθορίζεται στην Κοινότητα βάσει ενός αντικειμενικού κριτηρίου. Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 4, του κανονισμού 1785/81, η ποσόστωση Β κάθε επιχείρησης είναι ίση προς το μέσο όρο των τριών υψηλότερων παραγωγών της κατά τις τελευταίες πέντε περιόδους εμπορίας. Η μέθοδος αυτή του καθορισμού, η οποία εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη, επιλέχθηκε βάσει του σημαντικότερου σκοπού του κανονισμού, δηλαδή της επιτεύξεως ορισμένου ελέγχου της παραγωγής ζάχαρης ο οποίος συγχρόνως θα επέτρεπε νέες κατευθύνσεις παραγωγής σύμφωνα με την αρχή της εξειδίκευσης. Επομένως, η ενδεχομένως διαφορετική επιβάρυνση των ιταλών παραγωγών ζάχαρης Β, σε σύγκριση με τους άλλους παραγωγούς της Κοινότητας, είναι απλώς συνέπεια του διαφορετικού επιπέδου παραγωγής κατά τις προηγούμενες περιόδους εμπορίας.
Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει λόγος για διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΟΚ, αφού η διαφορετική μεταχείριση βασίζεται σε αντικειμενικές διαφορές που απορρέουν από τις διαφορετικές οικονομικές καταστάσεις. Στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979 ( υπόθεση 230/78, Eridania, Jurispr. 1979, σ. 2749, σκέψη 18) το Δικαστήριο δέχτηκε ότι «η κατάσταση του τομέα της ζάχαρης και των ζαχαρότευτλων στην Ιταλία είναι αισθητά διαφορετική από την κατάσταση στα άλλα κράτη μέλη. Σε σχέση με τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών, για τις ιταλικές επιχειρήσεις ισχύει σε ορισμένους τομείς ευνοϊκή ρύθμιση, παραδείγματος χάρη όσον αφορά τις ενισχύσεις... ».
Τέλος, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ήδη λάβει υπόψη του, με τον κανονισμό 1009/67, τις διαφορές στο κόστος παραγωγής στην Κοινότητα οι οποίες οφείλονται σε διαρθρωτικές δυσκολίες. Όσον αφορά τις διαρθρωτικές δυσκολίες στην Ιταλία, ελήφθησαν τα παρακάτω μέτρα.
—
Το 1967 χορηγήθηκε στην Ιταλία μια σχετικά υψηλότερη βασική ποσότητα από ό,τι στα άλλα κράτη μέλη. Η κατάσταση αυτή παρέμεινε αμετάβλητη το 1974 και το 1981 χορηγήθηκε στην Ιταλία ποσόστωση Α μεγαλύτερη από τις υφιστάμενες βασικές ποσότητες ( επιπλέον 90000 τόνοι, δηλαδή 7,3 %).
—
Με τον κανονισμό 1009/67 δόθηκε η άδεια στην Ιταλία, εκτός από την εγγύηση των τιμών των προσαρμοσμένων προς τις διαφορές μεταξύ των περιοχών, να χορηγεί εθνικές ενισχύσεις τόσο στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων όσο και στους παραγωγούς ζάχαρης ( άρθρα 3 και 34 του κανονισμού ).
—
Η άδεια αυτή εξακολούθησε να ισχύει και μετά την έκδοση των επόμενων κανονισμών (ενώ αυξήθηκε το ποσό), στους οποίους προστέθηκε επίσης μια διάταξη περί της δυνατότητας χορηγήσεως ειδικής ενισχύσεως για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση των επιτοκίων στην Ιταλία ( άρθρο 3 του κανονισμού 1592/80, άρθρο 46 του κανονισμού 1785/81 ).
—
Στην Ιταλία δόθηκε η απεριόριστη δυνατότητα να μεταβάλει τις ποσοστώσεις των επιχειρήσεων, εφόσον αυτό θα ήταν αναγκαίο για την πραγματοποίηση των προγραμμάτων αναδιαρθρώσεως (άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 και κανονισμός 193/82, ΕΕ 1982, L 21, σ. 3).
γ)
Όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το Συμβούλιο παρατηρεί καταρχάς ότι η ελάχιστη τιμή τόσο των ζαχαρότεύτλων Α όσο και των ζαχαρότεύτλων Β είναι υψηλότερη στις ελλειμματικές ζώνες της Κοινότητας ( στις οποίες ανήκει και η Ιταλία ) και, δεύτερον, ότι στους παραγωγούς ζαχαροτευτλων και ζάχαρης στην Ιταλία χορηγείται εθνική ενίσχυση, σύμφωνα με τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 46 του κανονισμού 1785/81.
Το Συμβούλιο προσθέτει ότι το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής — το οποίο καθιερώθηκε ως ουσιώδες στοιχείο της κοινής οργάνωσης των αγορών — αποτελεί μέτρο ευρύτερου ενδιαφέροντος, ως προς το οποίο το Συμβούλιο δέχτηκε ότι « δεν είναι δυνατόν να αναμένεται ότι το Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τους λόγους, τις εμπορικές επιλογές και την εσωτερική πολιτική κάθε επιχείρησης » ( απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 138/79, Roquette Frères, Jurispr. 1980, σ. 3333, σκέψη 30 ). Το Συμβούλιο είναι επιπλέον της γνώμης ότι, δεδομένου ότι η καθιέρωση τέτοιων μέτρων σημαίνει επιλογή οικονομικής πολιτικής σε μια περίπλοκη οικονομική κατάσταση, διαθέτει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεγάλα περιθώρια διακριτικής εξουσίας.
4.
Όπως ακριβώς και το Συμβούλιο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 δεν οδηγεί σε διακρίσεις, είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας και προς τους σκοπούς που επιδιώκονται με το άρθρο 39 της Συνθήκης.
α)
Όσον αφορά τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας ( άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ ) ή μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας ( άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ), η Επιτροπή εξετάζει τέσσερις πλευρές του προβλήματος, και συγκεκριμένα: τη σχέση μεταξύ εσωτερικής κατανάλωσης στην Ιταλία και ποσόστωσης Α το ύψος της εσωτερικής κατανάλωσης στην Ιταλία και των δυνατοτήτων εξαγωγής τη σχέση μεταξύ της ιταλικής ποσόστωσης Β και των συνεισφορών που επιβάλλονται στην ποσόστωση αυτή' τέλος, το ύψος των σταθερών εξόδων για την ποσόστωση Α.
—
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η σχέση μεταξύ εσωτερικής κατανάλωσης και ποσόστωσης Α ( 85 % στην Ιταλία έναντι κοινοτικού μέσου όρου 101 ο/ο, σύμφωνα με τη Διάταξη παραπομπής) δεν έχει σημασία εν προκειμένω, αφού οι εθνικές ποσότητες δεν καθορίστηκαν βάσει της εσωτερικής καταναλώσεως, αλλά βάσει της πραγματικής παραγωγής κατά την περίοδο αναφοράς, σύμφωνα με τις αρχές της αλληλεγγύης μεταξύ των παραγωγών, της εξειδίκευσης της παραγωγής και της ελευθερίας του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Εξάλλου, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η μη ανταγωνιστικότητα της ιταλικής παραγωγής ζαχαροτευτλων, δόθηκε η άδεια στην Ιταλία να χορηγεί ενισχύσεις τόσο στους παραγωγούς ζαχαροτευτλων όσο και στους παραγωγούς ζάχαρης και να τροποποιεί τις ποσοστώσεις των επιχειρήσεων χωρίς να δεσμεύεται από τα όρια που θέτει το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81.
—
Όσον αφορά το ύψος της εσωτερικής κατανάλωσης στην Ιταλία και το ότι οι ιταλοί παραγωγοί δεν έχουν τη δυνατότητα να εξάγουν άλλη ζάχαρη εκτός από τη ζάχαρη Β, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ιταλοί παραγωγοί δεν εξάγουν σε τρίτες χώρες ζάχαρη που καλύπτεται από ποσόστωση ούτε χρησιμοποιούν πλήρως την ποσόστωση Β που τους ανήκει. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση μεταξύ του προορισμού του προϊόντος ( κατανάλωση στην κοινοτική αγορά ή εξαγωγή ) και των συνεισφορών που επιβάλλονται στην παραγωγή. Τέλος, προβλέπονται επιστροφές λόγω εξαγωγής, με τις οποίες γίνεται δυνατή η διάθεση στην παγκόσμια αγορά της ζάχαρης των ποσοστώσεων Α και Β.
—
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της ιταλικής ποσόστωσης Β και των συνεισφορών που επιβάλλονται στην ποσόστωση αυτή ( κατά τη Διάταξη παραπομπής, 138 λιρέτες ανά χιλιόγραμμο έναντι κοινοτικού μέσου όρου 113 λιρετών ανά χιλιόγραμμο ), η Επιτροπή παρατηρεί ότι η συνεισφορά επιβάλλεται βάσει ενιαίου συντελεστή επί της πραγματικής παραγωγής όλων των επιχειρήσεων της Κοινότητας.
Εφόσον το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται όχι στο συντελεστή της συνεισφοράς αλλά στη σχέση μεταξύ των καταβαλλόμενων συνεισφορών και της ποσόστωσης Β, η Επιτροπή προσθέτει ότι η σχέση αυτή δεν έχει καμία σημασία, αφού η ποσόστωση είναι μια καθαρά αφηρημένη έννοια που δείχνει το ανώτατο όριο της εγγύησης για την τιμή και την πώληση, ενώ το κριτήριο για τη συνεισφορά είναι η πραγματική παραγωγή. Οι επιχειρήσεις
των διαφόρων κρατών μελών χρησιμοποιούν δηλαδή πάντοτε, μερικές περισσότερο και μερικές λιγότερο, την ποσόστωση Β κατά τις διάφορες περιόδους εμπορίας.
—
Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν υπάρχει λόγος να γίνει αναφορά στα σταθερά έξοδα παραγωγής ( έξοδα εγκαταστάσεων ) για την ποσόστωση' Α χωρίς να ληφθούν υπόψη τα μεταβλητά έξοδα ( εργατικά, ασφαλιστικές και φορολογικές επιβαρύνσεις ). Εξάλλου οι ποσοστώσεις χορηγούνται στις επιχειρήσεις και όχι στις εγκαταστάσεις. Αν όμως το σύνολο της ποσόστωσης Α διαιρεθεί με τον αριθμό των επιχειρήσεων, το πηλίκο δείχνει ότι ο ιταλικός μέσος όρος είναι ο υψηλότερος σε ολόκληρη την Κοινότητα ( 101538500 χιλιόγραμμα έναντι 95160000 χιλιόγραμμων για την περίοδο εμπορίας 1982/83 ).
β)
Όσον αφορά την αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, επειδή δηλαδή η συνεισφορά που επιβάλλεται στην ποσόστωση Β είναι δυσανάλογη προς τις υπάρχουσες ανάγκες, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η χρηματοδότηση της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης έχει ρυθμιστεί κατά τρόπο ώστε το ΕΓΤΠΕ να χρηματοδοτεί μόνο ό,τι έχει σχέση με τις παρεμβάσεις, ενώ από το 1981 τα έξοδα σχετικά με την εναποθήκευση και τις επιστροφές λόγω εξαγωγής βαρύνουν πλήρως τους παραγωγούς. Από τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό αποκομίζουν επομένως όφελος όλοι οι παραγωγοί ζάχαρης.
Σιωπάς της ρύθμισης είναι ο περιορισμός της κοινοτικής παραγωγής και η κατά το δυνατό εξίσωση της με την κατανάλωση στην εσωτερική αγορά, καθώς και η προώθηση της εξειδίκευσης. Η ποσόστωση Α, η οποία αντιπροσωπεύει την εσωτερική κατανάλωση, υπόκειται σε μια μικρή μόνο συνεισφορά. Αντίθετα, η ποσόστωση Β, που προορίζεται κυρίως για εξαγωγή, υπόκειται σε πολύ υψηλότερη συνεισφορά, σκοπός της οποίας είναι η χρηματοδότηση των αναγκαίων επιστροφών και συγχρόνως η αποθάρρυνση των παραγωγών. Η συνεισφορά επομένως επιβάλλεται σε παραγωγή που προορίζεται κατά κανόνα για εξαγωγή με σκοπό να προωθήσει τις εξαγωγές αυτές με τη χορήγηση επιστροφών. Εξάλλου, ο παραγωγός που δεν κάνει χρήση της ποσόστωσης του Β δεν υπόκειται στην επιβάρυνση σχετικά με τη ζάχαρη αυτή.
γ)
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΟΚ επειδή το 60 % της συνεισφοράς επί της ποσοστώσεως Β καταβάλλεται από τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων, η Επιτροπή τονίζει ότι η συνεισφορά που οφείλουν να καταβάλλουν οι ιταλοί παραγωγοί για τη ζάχαρη Β που παράγουν είναι ίση με τη συνεισφορά που βαρύνει τους παραγωγούς στα άλλα κράτη μέλη και ότι εξάλλου η ιταλική παραγωγή ζάχαρης Β είναι επί του παρόντος σχεδόν μηδαμινή. Επιπλέον, η συνεισφορά επί της παραγωγής ( ζάχαρης Α και Β ) υπολογίζεται επί της τιμής παρεμβάσεως και όχι επί της παράγωγης — και υψηλότερης — τιμής παρεμβάσεως που ισχύει για την Ιταλία. Οι ιταλοί παραγωγοί καταβάλλουν δηλαδή χαμηλότερη ποσοστιαία συνεισφορά για τη ζάχαρη Β ( 28,8 ο/ο της τιμής παρεμβάσεως για την περίοδο εμπορίας 1981/82 έναντι του 30 ο/ο που καταβάλλουν οι παραγωγοί ζαχαρότευτλων των άλλων κρατών μελών ).
Στο σημείο αυτό η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η παραγωγή ζαχαροτεύτλων στην Ιταλία εξακολουθεί να υφίσταται χάρη ακριβώς στο σύστημα των ποσοστώσεων, αφού τα ιταλικά ζαχαρότευτλα περιέχουν πολύ λιγότερα χρήσιμα στοιχεία από ό,τι τα ζαχαρότευτλα που παράγονται στα άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, σκοπός του συστήματος στο σύνολό του είναι η εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου ζωής για το γεωργικό πληθυσμό.
Το δεύτερο ερώτημα
Οι ενάγουσες στην κύρια δίκη και η ιταλική κυβέρνηση προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα, ενώ το Συμβούλιο και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι από την εξέταση του ερωτήματος αυτού δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να επηρεάζει το κύρος του άρθρου 24 του κανονισμού 1785/81.
1.
Οι ενάγουσες στην κύρια δίκη και η ιταλική κυβέρνηση συμφωνούν ότι η θέσπιση της επίμαχης διάταξης αντίκειται στο άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή η διάταξη αυτή είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη ως προς τον καθορισμό των ποσοστώσεων για την Ιταλία.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει σαφώς η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε τη σχετική πράξη, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να καταλάβουν για ποιους λόγους θεσπίστηκε το σχετικό μέτρο και το Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του.
Ο κανονισμός 1785/81 δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Στο προοίμιό του αναφέρεται απλώς ότι « οι λόγοι που υποχρέωσαν έως τώρα την Κοινότητα να επιλέξει... ένα καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής εξακολουθούν να είναι πάντοτε βάσιμοι », ενώ δεν αναφέρεται τίποτε ως προς το ύψος των ποσοστώσεων και ως προς το γεγονός ότι η παραγωγή και η κατανάλωση στα διάφορα κράτη μέλη, καθώς και η δομή της συνεισφοράς, έχουν εν τω μεταξύ αλλάξει.
2.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι η επιβαλλόμενη αιτιολογία κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ εξαρτάται από τη φύση της σχετικής πράξης και από τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε.
Το Δικαστήριο συγκεκριμένα έχει δεχτεί ότι « δεν απαιτείται η αιτιολογία των κανονισμών να εξειδικεύει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά δεδομένα, κάποτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο των κανονισμών, εφόσον οι κανονισμοί αυτοί περιλαμβάνονται στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου του οποίου αποτελούν μέρος... Αν η αμφισβητούμενη πράξη αποκαλύπτει το ουσιώδες του επιδιωκόμενου από το κοινοτικό όργανο σκοπού, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για την καθεμία από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη » ( απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 292 και 293/81, Lion και Haentjens, Συλλογή 1982, σ. 3887, σκέψη 19). Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η ύπαρξη στενής σχέσης μεταξύ δύο κανονισμών μπορεί να αποτελεί επαρκώς σαφή ένδειξη για τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκαν.
Εν προκειμένω αρκεί απλώς να υπενθυμιστεί ότι το σύστημα των ποσοστώσεων υπάρχει από το 1968 και ότι ο κανονισμός 1009/67 ( αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 ) και ο κανονισμός 3330/74 ( αιτιολογική σκέψη 11 ) περιέχουν πολύ λεπτομερέστερες αιτιολογίες.
III — Η άποψή μου επί της υποθέσεως
1. Ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκε η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση οι ενάγουσες διατύπωσαν σαφώς ακόμη μία φορά τους ισχυρισμούς τους σε απάντηση των ερωτημάτων που τους έθεσε το Δικαστήριο. Ο κύριος ισχυρισμός τους συνίσταται στο γεγονός ότι οι ποσοστώσεις Α δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την εσωτερική κατανάλωση, εν προκειμένω την ιταλική. Η ιταλική ποσόστωση Α δηλαδή είναι κατ' αυτές υπερβολικά χαμηλή για να καλύψει την εσωτερική κατανάλωση, να εξαντλήσει τις παραγωγικές ικανότητες στον τομέα αυτό και να καλύψει πλήρως τα σταθερά έξοδα της παραγωγής ζάχαρης. Επιπλέον, για τις ποσότητες που παράγονται στο πλαίσιο της ποσόστωσης Α καταβάλλεται συνεισφορά λόγω παραγωγής 2°/ο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα έξοδα του συστήματος παρεμβάσεως, μολονότι υπεύθυνοι για τα πλεονάσματα, τα οποία πρέπει να πωληθούν, εφόσον παράγονται στο πλαίσιο της ποσόστωσης Β, στην παγκόσμια αγορά μετά την καταβολή επιστροφών λόγω εξαγωγής, δεν είναι οι ιταλοί παραγωγοί αλλά οι παραγωγοί των άλλων χωρών της Κοινότητας. Λόγω επομένως της υπερβολικά χαμηλής αυτής ποσόστωσης Α, η ιταλική βιομηχανία ζάχαρης βρίσκεται, κατά την άποψη των εναγουσών, σε διαφορετική θέση από ό,τι η παραγωγή στις άλλες χώρες της Κοινότητας. Για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους αυτό, οι ενάγουσες χρησιμοποιούν διάφορα στοιχεία. Όσον αφορά το σύνολο της ιταλικής βασικής ποσόστωσης κατά την έννοια του κανονισμού 1009/67 ( άρθρο 23 ) σε σχέση με την ιταλική ποσόστωση Α κατά την έννοια του κανονισμού 1785/81 (άρθρο 34), φαίνεται ότι η αύξηση της ποσότητας αυτής ανερχόταν σε 7,3 ο/ο έναντι μέσου όρου 18 % για το συνολικό ύψος των ποσοστώσεων στην Κοινότητα. Αντίθετα, κατά την ίδια περίοδο η κατανάλωση ζάχαρης στην ιταλική αγορά σημείωσε αύξηση κατά 9,1 °/ο, ενώ στο σύνολο της Κοινότητας σημείωσε μείωση κατά 2,1 ο/ο. Η λύση για όλα αυτά θα ήταν ή να βασιστεί η ποσόστωση Α επί της (εσωτερικής) καταναλώσεως ή η κατανάλωση αυτή να ληφθεί υπόψη τουλάχιστον εν μέρει.
Τα επιχειρήματα αυτά όμως δεν επηρεάζουν, κατά τη γνώμη μου, το νόμιμο του καθορισμού της ποσόστωσης Α βάσει της πραγματικής παραγωγής. Ο καθορισμός της ποσότητας αυτής βάσει της καταναλώσεως κάθε κράτους μέλους θα ήταν αντίθετος προς την αρχή της εξειδίκευσης, επί της οποίας στηρίζεται η κοινή αγορά και σύμφωνα με την οποία η παραγωγή πρέπει κατά κανόνα να πραγματοποιείται εκεί όπου είναι οικονομικά συμφερό-τερη. Η αύξηση στην παραγωγή μπορεί να αποτελεί ένδειξη αποδοτικότερου παραγωγικού δυναμικού και αντίστροφα. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να επιστήσω την προσοχή και στο γεγονός ότι και η πολιτική των ποσοστώσεων σιδήρου και χάλυβα βασίζεται στην πραγματική παραγωγή των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα. Η Επιτροπή απέδειξε εξάλλου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, αν δεν υπήρχε το σύστημα των ποσοστώσεων, η ιταλική παραγωγή ζάχαρης πιθανώς να είχε κατά μέγα μέρος εξαφανιστεί. Και η ίδια η ιταλική κυβέρνηση αναγνώρισε, όπως ανέφερα παραπάνω, ότι από την εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων ενισχύονται κατά κάποιο τρόπο οι λιγότερο ευνοημένες ζώνες. Τα διάφορα στοιχεία της ενίσχυσης αυτής ( καθορισμός υψηλότερης βασικής ποσότητας κατά την καθιέρωση της οργάνωσης αγοράς, υψηλότερη τιμή παρεμβάσεως, χορήγηση εθνικής ενίσχυσης προς τους παραγωγούς και αύξηση της ποσόστωσης Α το 1981 ) ανέφερα και εγώ ο ίδιος παραπάνω. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη εκτίμηση της σημασίας της αρχής της εξειδίκευσης και της αρχής της ενίσχυσης, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια. Συγκεκριμένα, αν το Συμβούλιο διαπιστώσει μεγάλα πλεονάσματα παραγωγής και ταυτόχρονα χαμηλές τιμές στην παγκόσμια αγορά, μπορεί να επιλέξει — και για λόγους επίσης προϋπολογισμού και εμπορικής πολιτικής — να ακολουθήσει περιοριστική πολιτική ως προς τον καθορισμό των ποσοστώσεων και των τιμών εν γένει και ως προς την εφαρμογή της αρχής της ενίσχυσης σε αυτούς τους δύο τομείς ειδικότερα.
Όσον αφορά εξάλλου την παρέμβαση της ιταλικής κυβέρνησης στην παρούσα διαδικασία, με εκπλήσσει το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από έγγραφα που είχαν κατατεθεί σε προηγούμενη διαφορά, η ιταλική κυβέρνηση είχε μεν εκφράσει τις αντιρρήσεις της προς το Συμβούλιο ως προς το σχεδιαζόμενο τρόπο οργάνωσης της αγοράς, δεν προσπάθησε όμως να εμποδίσει με τις αντιρρήσεις αυτές τη λήψη αποφάσεως. Η μέθοδος που ακολούθησε στη συνέχεια η ιταλική κυβέρνηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή η επίκληση ενώπιον του Δικαστηρίου της παραβιάσεως της απαγόρευσης των διακρίσεων, με τον ισχυρισμό ότι είχαν θιγεί ζωτικά συμφέροντα της Ιταλίας, μου φαίνεται ότι αποτελεί σε μια τέτοια περίπτωση έναν άψογο νομικά τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να αντιτάσσονται έστω και εκ των υστέρων σε πράξεις του Συμβουλίου. Τη μέθοδο αυτή ακολούθησε ήδη η ιταλική κυβέρνηση και στην υπόθεση 32/65, δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν είχε λάβει υπόψη τις αντιρρήσεις της κατά την έκδοση του κανονισμού 19/65.
Όσον αφορά τα πάγια έξοδα της παραγωγής ζάχαρης, οι ενάγουσες υποστήριξαν ακόμα κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι τα έξοδα αυτά δεν καλύπτονται πλήρως με την παραγωγή που εμπίπτει στην ποσόστωση Α, ενώ η μεγαλύτερη παραγωγή — που εμπίπτει στην ποσόστωση Β — επιβαρύνεται με την πολύ μεγαλύτερη συνεισφορά επί της παραγωγής. Οι ενάγουσες θεωρούν καταστροφική επίσης για τους ιταλούς παραγωγούς τη συνεισφορά του 2 ο/ο επί της ποσοστώσεως Α. Το γεγονός ότι τα έξοδα παραγωγής στην Ιταλία είναι πολύ μεγαλύτερα σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο το αναγνωρίζει και το ίδιο το Συμβούλιο με τις παρατηρήσεις του, έστω και αν δεν υπάρχει συμφωνία ως προς τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία. Ο πρωταρχικός όμως σκοπός του συστήματος των ποσοστώσεων δεν είναι να ληφθούν υπόψη τα διάφορα έξοδα παραγωγής, αλλά να εξασφαλιστεί ότι και ορισμένες λιγότερο αποδοτικές ζώνες, όπως η Ιταλία, θα εξακολουθήσουν να έχουν ορισμένο ύψος παραγωγής. Για το λόγο αυτό νομίζω ότι υπάρχουν πολλά ερωτηματικά σχετικά με την άποψη που εξέφρασε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η πτώχευση ορισμένων ιταλών παραγωγών οφείλεται όχι στη συνεισφορά του 2 % αλλά σε κακή διαχείριση. Σήμερα, ακόμα και βιομηχανικές επιχειρήσεις οι μετοχές των οποίων έχουν μεγάλη ζήτηση στο χρηματιστήριο είναι συχνά υποχρεωμένες να αρκεστούν σε κέρδος που δεν υπερβαίνει το 2 ο/ο του κύκλου των εργασιών τους. Έτσι, η συνεισφορά του 2 % μπορεί να έχει πραγματικά μοιραίες συνέπειες για την αποδοτικότητα τους. Νομίζω όμως ότι, ακόμη και αν στο σημείο αυτό είχαν δίκιο οι ενάγουσες και ακόμη και αν η Επιτροπή και το Συμβούλιο είχαν υποτιμήσει τις συνέπειες της συνεισφοράς του 2 % επί της ποσοστώσεως Α για τους ιταλούς παραγωγούς, αυτό δεν θα αποτελούσε εντούτοις επαρκή λόγο για να θεωρηθεί παράνομη η στάθμιση που έκανε το Συμβούλιο μεταξύ της αρχής της εξειδίκευσης και της ενίσχυσης των ζωνών παραγωγής που χαρακτηρίζονται από λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες παραγωγής. Δεν αμφισβητείται για παράδειγμα ότι άλλοι ιταλοί παραγωγοί κατέβαλαν πράγματι τη συνεισφορά του 2 % χωρίς σοβαρές συνέπειες για το εισόδημα τους. Επιπλέον, η Επιτροπή ορθά για μια ακόμη φορά τόνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι ο κανονισμός 1785/81, όπως ακριβώς και οι προηγούμενοι κανονισμοί, προέβλεψε ειδικούς κανόνες για την Ιταλία, όπως υψηλότερη τιμή παρεμβάσεως και τη δυνατότητα χορηγήσεως εθνικών ενισχύσεων. Για το λόγο ακριβώς ότι υπήρχαν οι διατάξεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 10 της απόφασης του στην υπόθεση 230/78 ( Eridania, Jurispr. 1979, σ. 2749) ότι οι ιταλοί παραγωγοί ζάχαρης δεν είχαν υποστεί διάκριση σε σχέση με τους άλλους παραγωγούς της Κοινότητας.
Τέλος, οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι, αφού η ποσόστωση Α καλύπτει την εσωτερική κατανάλωση της Ιταλίας μόνο κατά το 85 °/ο έναντι μέσου όρου 101 ο/ο για τα άλλα κράτη μέλη, ιταλική ζάχαρη μπορεί να εξαχθεί μόνο από την ποσόστωση Β και επομένως από την παραγωγή ζάχαρης που επιβαρύνεται περισσότερο.
Ούτε και αυτό το επιχείρημα νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτό. Το γεγονός ότι η ποσόστωση Α δεν καλύπτει πλήρως την εσωτερική κατανάλωση της Ιταλίας δεν οφείλεται στο γεγονός ότι το στοιχείο αυτό, το οποίο βασίζεται στην πραγματική παραγωγή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, καθορίστηκε υπερβολικά χαμηλά, αλλά στο γεγονός ότι η ιταλική αγορά ζάχαρης είναι ελλειμματική λόγω των δυσμενών φυσικών συνθηκών παραγωγής ζαχαρότευτλων. Η συνολική εσωτερική κατανάλωση ζάχαρης στην Κοινότητα επιδιώκεται να καλυφθεί με τη συνολική ακριβώς κοινοτική παραγωγή που εμπίπτει στην ποσόστωση Α. Το ότι η ιταλική αγορά ζάχαρης είναι ελλειμματική φαίνεται και από το γεγονός ότι κατά την περίοδο 1981-1984η ποσόστωση Β δεν εξαντλήθηκε πλήρως, ενώ κατά την περίοδο 1984/85 δεν υπήρξε παραγωγή που να εμπίπτει στην ποσόστωση Β. Είναι προφανές ότι σε μια ελλειμματική αγορά τα περιθώρια για την εξαγωγή προς άλλα κράτη μέλη ή προς τρίτες χώρες είναι μικρότερα ή μάλιστα δεν υπάρχουν καθόλου. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ζάχαρη που παράγεται στο πλαίσιο της ποσόστωσης Α δεν προορίζεται μόνο για την εσωτερική αγορά. Οι επιχειρήσεις που θεωρούν ότι η εξαγωγή θα ήταν συμφερότερη από οικονομική άποψη είναι ελεύθερες να πωλούν τη ζάχαρη τους Α εκτός Κοινότητας.
2. Επί νου ιαχυρισμού ότι παραβιάοτηκε η αρχή νης αναλογκόνητας
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω του ότι οι ιταλοί παραγωγοί δεν είναι υπεύθυνοι για τα πλεονάσματα ζάχαρης και επομένως είναι άδικο τα πλεονάσματα αυτά να επιβαρύνουν τους ιταλούς παραγωγούς μέσω της συνεισφοράς επί της παραγωγής. Το επιχείρημα αυτό, όπως απέδειξα ήδη με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 106/83 ( Sermide, απόφαση 13ης Δεκεμβρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 4209 ), είναι τελείως αβάσιμο, δεδομένου ότι αντίκειται προς τη βασική αρχή της κοινής αγοράς. Οι κοινές οργανώσεις αγοράς βασίζονται στην αρχή του ενιαίου της αγοράς, εντός της οποίας δεν υπάρχουν πλέον διαφορές λόγω ιθαγένειας. Η κοινή αγορά είναι μια αγορά που χαρακτηρίζεται, στο σύνολο της, από πλεονάσματα παραγωγής. Ο μηχανισμός εξαλείψεως των πλεονασμάτων λειτουργεί προς όφελος όλης της αγοράς, δεδομένου ότι κατ' αυτό τον τρόπο ενισχύεται ο μηχανισμός παρεμβάσεως που αποτελεί την εγγύηση για όλους τους παραγωγούς (επομένως και για τους Ιταλούς). Εφόσον η οργάνωση της αγοράς βασίζεται στην από κοινού χρηματοδότηση, εκ μέρους όλων των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών, της διάθεσης του προϊόντος, θα αποτελούσε ακριβώς διάκριση ικανή να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού η εξαίρεση ορισμένων επιχειρηματιών βάσει και μόνο της γεωγραφικής τους θέσης εντός της ενιαίας αυτής αγοράς. Ομοίως, όπως ανέφερα επίσης με τις παραπάνω προτάσεις μου, το επιχείρημα αυτό είναι εσφαλμένο και από πρακτική άποψη, δεδομένου ότι στο σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής δεν μπορεί να καθοριστεί ποιος είναι υπεύθυνος για τα πλεονάσματα. Πράγματι, όλες οι επιχειρήσεις διαθέτουν μια ποσόστωση Α και μια ποσόστωση Β και όταν υπερβαίνουν την ποσόστωση Α παράγουν εξ ορισμού με σκοπό την εξαγωγή, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται γεωγραφικά.
Το δεύτερο επιχείρημα αφορά το γεγονός ότι το 60 % της συνεισφοράς επί της παραγόμενης ζάχαρης καταβάλλεται από τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων. Το επιχείρημα όμως αυτό δεν ευσταθεί εν προκειμένω, καθόσον δεν έχει αποδειχτεί ότι αυτό δεν συμβαίνει και στα άλλα κράτη μέλη και ότι επομένως η ιταλική αγορά αποτελεί από την άποψη αυτή την εξαίρεση. Αντίθετα, όπως τόνισε η Επιτροπή — και στο σημείο αυτό οι ενάγουσες δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση — στην Ιταλία η συνεισφορά επί της παραγωγής δεν υπολογίζεται επί της — υψηλότερης — παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, αλλά επί της — χαμηλότερης — κανονικής τιμής παρεμβάσεως και επομένως οι ιταλοί παραγωγοί ζαχαροτευτλων καταβάλλουν χαμηλότερη συνεισφορά, από άποψη τιμής παρεμβάσεως. Γενικότερα η ελάχιστη τιμή αποτελεί έναντι ακριβώς των παραγωγών ζαχαροτευτλων μέσο για την εξασφάλιση της καλής εισοδηματικής τους κατάστασης.
3. Επί τον ισχυρισμού ότι παραβιάστηκε η υποχρέωση παραθέσεως αιτιολογίας
Οι ενάγουσες υποστηρίζουν τέλος ότι ο κανονισμός 1785/81 είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένος όσον αφορά τη διατήρηση του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής, επειδή παραπέμπει στους λόγους στους οποίους στηρίχτηκε αρχικά το σύστημα αυτό ( αιτιολογική σκέψη 11). Οι λόγοι αυτοί περιγράφονται λεπτομερώς στο προοίμιο του κανονισμού 1009/67 (αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10) και του κανονισμού 3330/74 (αιτιολογική σκέψη 11 ). Από αυτό όμως δεν συνάγεται αναγκαστικά το συμπέρασμα ότι τα κίνητρα της Κοινότητας ήταν διαφορετικά από αυτά. Με την απόφαση που εξέδωσε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 292 και 293/81 ( Lion και Haentjens, Συλλογή 1982, σ. 3887 ) το Δικαστήριο αποφάνθηκε στο σημείο αυτό ότι αρκεί από τις αιτιολογίες να συνάγεται το σύστημα της οργάνωσης αγοράς στο οποίο μπορούν να ενταχθούν τα διάφορα στοιχεία. Τέλος, η αξίωση παραθέσεως ειδικής αιτιολογίας για κάθε στοιχείο είναι υπερβολική.
IV — Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος των άρθρων 24 και 28 του κανονισμού 1785/81.
( *1 ) Μετάφραση από το ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy