ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 28ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η υπό κρίση υπόθεση, για την οποία το Δικαστήριο είναι αρμόδιο δυνάμει ρήτρας διαιτησίας, έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία συμβάσεως επιστημονικής έρευνας που έχει συναφθεί στα πλαίσια του κανονισμού 2935/79 της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1979 περί της εκτελέσεως μέτρων που αναφέρονται στον κανονισμό 723/78 « περί της έρευνας της αγοράς στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων » ( 1 ).
Η σύμβαση συνήφθη στις 4 Αυγούστου και 2 Οκτωβρίου 1980 μεταξύ της Επιτροπής και της Centrale Marketinggesellschaft der deutschen Agrarwirtschaft mbH ( στο εξής: CMDA ), και αφορούσε τον έλεγχο της επίδρασης της σύνθεσης των λιπο:ρών ουσιών που περιέχει η τροφή επί της σύνθεσης του αίματος. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, προέβλεπε ότι η έρευνα θα ανετίθετο με υπεργολαβία στον καθηγητή Schwandt της ιατρικής πανεπιστημιακής σχολής του Μονάχου.
Η διαφορά ανέκυψε μετά από έλεγχο της οριστικής κατάστασης των δαπανών που έγιναν κατά τη διάρκεια των εργασιών για την έρευνα. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε από το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (Ομοσπονδιακή υπηρεσία για την οργάνωση των γεωργικών αγορών, στο εξής: BALM), «οργανισμό παρεμβάσεως» τον οποίο υπέδειξε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2935/79.
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της συμβάσεως, τα εγκριθέντα ποσά έπρεπε να κατανεμηθούν μεταξύ των εξής πέντε θέσεων:
1) Μικροσυσκευές ( Geräte, kurzlebig)
70 000 DM
2) Έξοδα προσωπικού
439 000 DM
3) Έξοδα υλικού ( Sachkosten )
160 000 DM
4) Υποκείμενα προς εξέταση
161 000 DM
5) Βιομετρία-πληροφορική
50 000 DM
Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της συμβάσεως και κατόπιν αιτήσεως του καθηγητή Schwandt, η κατανομή των εν λόγω ποσών τροποποιήθηκε ως εξής:
1) Συσκευές ( Geräte )
79 000 DM
2) Έξοδα προσωπικού
520 000 DM
3) Διάφορα έξοδα (« Sachausgaben »): έξοδα υλικού, υποκείμενα προς εξέταση, βιομετρία-πληροφορική
281 000 DM
Διαπιστώθηκε ότι είχαν καταχωρηθεί στο λογαριασμό υπό τη θέση « έξοδα υλικού » ( Sachausgaben ) έξοδα χρηματοδοτικής μίσθωσης για τρεις συσκευές μετρήσεως, δηλαδή
Θέση
Περιγραφή
Έξοδα σε DM
207
Νεφελόμετρο Laser Behring
20 340,00
211
Μικροζυγός Sartorius
12126,03
212
« Τράπεζα μετρήσεως » Eppendorf 5096
30 374,40
Σύνολο
62 840,43
Όμως το BALM και στη συνέχεια η Επιτροπή αρνήθηκαν να αποδεχθούν τον καταλογισμό των εν λόγω δαπανών με την αιτιολογία ότι « η πρόταση που υπήρξε αφετηρία της συμβάσεως δεν αναφέρει τη χρησιμοποίηση συσκευών που θα έπρεπε να αποκτηθούν βάσει χρηματοδοτικής μίσθωσης » ( επιστολή του BALM που απεύθυνε στην CMDA στις 12 Δεκεμβρίου 1983). Ωστόσο, σύμφωνα με εντολές της 8ης Μαρτίου 1983, έγινε δεκτός ο καταλογισμός 20 ο/ο της αξίας κτήσεως, δηλαδή :
Περιγραφή
Αξία κτήσεως σε DM
— Νεφελόμετρο
24 069,00
— Μικροζυγός
17 176,00
— Τράπεζα μετρήσεως
38 639,22
Σύνολο
79 884,22
Επομένως καταλογισμός: 79884,22 x 20 % = 15976,84 DM.
Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της σύμβασης, το 75% του τελευταίου αυτού ποσού, δηλαδή 11982,63 DM αποδόθηκαν στην CMDA.
Η λόγω απόφαση της Επιτροπής στηρίχθηκε στην εξομοίωση των εξόδων χρηματοδοτικής μίσθωσης με έξοδα κτήσεως συσκευών τα οποία διέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της σύμβασης δυνάμει του οποίου
«5.3)
Αν η εκτέλεση των εργασιών έρευνας καθιστά αναγκαία την κτήση εξοπλισμού, συσκευών, μηχανημάτων, και λοιπών, τα σχετικά έξοδα δεν μπορούν να καταχωρηθούν στο λογαριασμό βάσει της παρούσας σύμβασης παρά μόνο μέχρι του 20 ο/ο της τιμής αγοράς η οποία αναφέρεται στην πρόταση του αντισυμβαλλόμενου ».
Το εν λόγω υλικό δεν μπορούσε, πράγματι, κατά την άποψη της Επιτροπής, να θεωρηθεί ως εξοπλισμός μικρής αξίας ( μικροσυσκευές ) εφόσον η μέση διάρκεια χρησιμοποιήσεως του, δυνάμει τόσο των φορολογικών κανόνων της Βαυαρίας όσο και των κοινοτικών κανόνων, υπερέβαινε τα τρία έτη.
2.
Η CMDA αμφισβητεί την απόφαση περί μερικής απορρίψεως των εξόδων χρηματοδοτικής μίσθωσης με την κύρια αιτιολογία ότι τα συμβαλλόμενα μέρη όφειλαν από την αρχή να συμφωνήσουν για να κατατάξουν τις σχετικές με τις επίμαχες συσκευές δαπάνες υπό τη θέση « Sachkosten » ή έξοδα υλικού και επομένως ότι έπρεπε να γίνει ως προς αυτές εφαρμογή του γενικού κανόνα, που έχει θεσπίσει το άρθρο Ι, παράγραφος 1, της σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 2, που προβλέπει απόδοση του 75 °/ο των συμφωνηθέντων ποσών που έχουν δαπανηθεί κατά τη διάρκεια των εργασιών έρευνας. Με την αγωγή ζητείται να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα δικαιούται να της αποδοθεί ποσό 35147,69 DM, δηλαδή το 75 ο/ο των συνολικών εξόδων της χρηματοδοτικής μίσθωσης μειωμένων κατά 11982,63 DM που ήδη έγιναν δεκτά.
Κατά την άποψη της ενάγουσας, η Επιτροπή μετέβαλε στάση ενόψει της ένδειξης « χρηματοδοτική μίσθωση ». Η καθής παρεξέκλινε τότε του γενικού κανόνα για να εφαρμόσει την εξαίρεση του άρθρου 5, παράγραφος 3. Όμως, η επίλυση του ενδίκου προβλήματος συνεπάγεται τον καθορισμό της κατηγορίας του εξοπλισμού στην οποία πρέπει να καταταγούν οι επίμαχες συσκευές και του στόχου τον οποίο επιδιώκει η σύναψη των συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Αφενός, οι συσκευές επέτρεψαν να αντικατασταθούν οι χειρωνακτικές εργασίες στο εργαστήριο, πράγμα που εξηγεί γιατί τα αντίστοιχα έξοδα κατατάχθηκαν στην κατηγορία « έξοδα εργαστηρίου » της πρότασης Schwandt, η οποία στη σύμβαση έγινε η θέση « έξοδα υλικού ».
Αφετέρου, η σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν αρκεί για να θεωρηθούν οι επίμαχες συσκευές ως διαρκή αγαθά. Κατά τα λεγόμενα της ενάγουσας, δεδομένου ότι απώλεσαν την ακρίβεια τους έπειτα από δύο έτη λειτουργίας και δεδομένου ότι δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν παρά για εκπαιδευτικούς σκοπούς, οι εν λόγω συσκευές δεν αντιπροσώπευαν πλέον καμία περιουσιακή αξία για το ινστιτούτο ερευνών που, επομένως, τις επέστρεψε στον προμηθευτή. Πρόκειται, συνεπώς, για μικροσυσκευές περιλαμβανόμενες στα έξοδα υλικού τα οποία αποδίδονται, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα γενικό κανόνα μέχρι ποσοστού 75 ο/ο.
3.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, καμία ρήτρα της σύμβασης δεν επιτρέπει σύστημα καταλογισμού διάφορο από το προβλεπόμενο από το άρθρο 5, παράγραφος 3. Η περίπτωση της χρηματοδοτικής μίσθωσης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην προκειμένη περίπτωση και, στη συνέχεια, αποφασίστηκε ρητά να αποδοθούν τέτοια έξοδα μέχρι ποσοστού 20 ο/ο.
Κανένα στοιχείο της πρότασης του καθηγητή Schwandt δεν διευκρίνισε την ευχέρεια χρηματοδοτικής μίσθωσης. Η ενάγουσα ή ο υπεργολάβος, προτού χρησιμοποιήσουν σύστημα αποκτήσεως συσκευών μη προβλεπόμενων στη σύμβαση, όφειλαν να συμβουλευθούν την Επιτροπή. Όμως, δεν προσκομίστηκε η απόδειξη μεταγενέστερης συμφωνίας επί του σημείου αυτού. Ο συμβατικός κανόνας της αγοράς συσκευών στηρίζεται στην ιδέα ότι όλοι οι αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως, ούτως ώστε αυτός που προβαίνει σε αγορά να μην τυγχάνει δυσμενέστερης μεταχείρισης από εκείνον που χρησιμοποιεί τη χρηματοδοτική μίσθωση. Δεδομένου ότι θεωρείται ότι οι αντισυμβαλλόμενοι έχουν ήδη εφοδιασθεί με τον απαραίτητο για την έρευνα εξοπλισμό, η μόνη συμβατική λύση σε περίπτωση ανάγκης ειδικού εξοπλισμού συνίσταται στην αγορά με απόδοση του τιμήματος υπό τους προβλεπόμενους από τα άρθρα 5, παράγραφος 3, και 3, παράγραφος 2.
Τέλος, η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι οι επίμαχες συσκευές, μετά το πέρας της έρευνας, δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν κανονικά.
4.
Η λύση της διαφοράς που σας έχει υποβληθεί δεν νομίζω ότι εξαρτάται από την κατάταξη των επίμαχων συσκευών υπό τη μία ή την άλλη από τις θέσεις που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της σύμβασης.
Πρέπει καταρχάς να αναζητηθεί αν επήλθε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ειδική συμφωνία για την απόδοση του 75 °/ο των εξόδων της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Η αρχική πρόταση του καθηγητή Schwandt — αυτό άλλωστε επιβεβαιώθηκε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση — δεν περιελάμβανε καμία διευκρίνιση ως προς την αναγκαιότητα παρόμοιων συσκευών ή ως προς τις προϋποθέσεις αποκτήσεως τους.
Ούτε η επιστολή του καθηγητή Schwandt υπό ημερομηνία 25 Αυγούστου 1982 με την οποία ζητούσε την τροποποίηση της κατανομής των συνολικών εξόδων υπό τις θέσεις που είχαν αρχικά προβλεφθεί ( παράρτημα Κ 13 ) ούτε η αποδοχή της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 1982 (παράρτημα Κ 14) περιλαμβάνουν σχετική μνεία.
Ελλείψει επομένως ειδικής συμφωνίας, δεν υφίσταται άλλη λύση εκτός από την αναφορά στην ίδια τη σύμβαση.
Η έννοια της συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών φαίνεται να είναι η ακόλουθη: τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν επί του ότι παρόμοιες συμβάσεις έρευνας πρέπει να παραχωρούνται σε οργανισμούς που είναι ήδη εφοδιασμένοι με τον αναγκαίο βασικό εξοπλισμό και δεν έχουν ως σκοπό την προμήθεια στους οργανισμούς αυτούς παρόμοιου εξοπλισμού.
Με αυτή την προοπτική δόθηκε με τη σύμβαση στην CMDA η δυνατότητα να προβεί στην απόκτηση ειδικού συμπληρωματικού εξοπλισμού απαραίτητου για την επιτυχία της έρευνας.
Ο εν λόγω εξοπλισμός είναι δύο ειδών.
Μικρής διάρκειας, που δεν μπορεί να χρησιμεύσει σε καμιά άλλη χρήση μετά το πέρας της έρευνας. Εντός των ορίων των προβλεπομένων πιστώσεων, συνεπάγεται την οικονομική συμμετοχή της Επιτροπής μέχρι ποσοστού 75 °/ο του κόστους του (άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, της σύμβασης και παράρτημα Ι « οικονομικοί όροι », σημείο V « οδηγίες », σημείο 3 ).
Μακράς διαρκείας, ο εν λόγω εξοπλισμός, μετά το πέρας των εργασιών έρευνας, διατηρεί αξία στην περιουσία του αντισυμβαλλόμενου της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν συμμετέχει παρά μόνο μέχρι ποσοστού 20 ο/ο και εντός των προαναφερθέντων ορίων της δαπάνης για έναν τέτοιο εξοπλισμό ( άρθρο 5, παράγραφος 3, της σύμβασης και παράρτημα Ι, σημείο IV ).
Για την προμήθεια του εν λόγω συμπληρωματικού εξοπλισμού, η σύμβαση δεν προβλέπει παρά ένα μόνο τρόπο: την αγορά. Συνεπώς, και αν τεχνική ανάγκη υπαγόρευσε την επιλογή του, η CMDA δεν μπορεί, ελλείψει ρητής ειδικής συμφωνίας, να επικαλεστεί τις προαναφερθείσες διατάξεις για να επιτύχει συμμετοχή της Επιτροπής ανώτερη από αυτήν που η Επιτροπή συναινεί να της παραχωρήσει.
Οποιαδήποτε άλλη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να επιτρέψει στον αντισυμβαλλόμενο να μην τηρήσει τον κανόνα που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3. Πράγματι, το υλικό που αποτέλεσε το αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης έχει, υποθετικά, διάρκεια χρησιμοποιήσεως ανώτερη από αυτή της μίσθωσης. Επιπλέον, το κόστος της χρηματοδοτικής μίσθωσης υπερβαίνει το κόστος της συνήθους μίσθωσης και υφίσταται κίνδυνος — η προκειμένη περίπτωση το καταδεικνύει — να ανέλθει σε ποσά που προσεγγίζουν το τίμημα αγοράς. Επομένως, το να επιτραπεί, κατόπιν της μονομερούς επιλογής από την CMDA της χρηματοδοτικής μίσθωσης, η κάλυψη κατά 75 ο/ο μιας δαπάνης η οποία, σε περίπτωση αγοράς, δεν θα συνεπαγόταν παρά μικρότερη συμμετοχή της Επιτροπής, θα είχε ως αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί η Επιτροπή στο να συμφωνήσει. Όμως, η σύμβαση είναι και πρέπει να παραμείνει ο νόμος των συμβαλλομένων μερών.
5.
Κατά συνέπεια, προτείνω:
—
να απορριφθεί η ασκηθείσα από την CMDA αγωγή,
—
να καταδικαστεί η ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μειάψραση από τα γαλλικά.
( 1 ) JO L 334 της 28. 12. 1979, σ. 13.
Full & Egal Universal Law Academy