ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 18ης Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαατές,
Στις 31 Μαρτίου 1984 το Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη ιδίως τα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, εξέδωσε μετά από πρόταση της Επιτροπής και γνώμη του Κοινοβουλίου και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, τον κανονισμό 855/84 για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ 1984, L 90, σ. 1). Τα θετικά νομισματικά εξισωτικά ποσά (ΝΕΠ) που εφαρμόζονται σε κράτη μέλη με ισχυρό νόμισμα, ιδίως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρέπει να καταργηθούν βαθμιαία. Εντούτοις, επιτράπηκε στη Γερμανία να ενισχύσει τους αγρότες της προκειμένου να αντισταθμιστεί η μείωση του εισοδήματος που θα προκύψει από τα αποτελέσματα της μείωσης των τιμών που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα ( 13η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ).
Κατά το άρθρο 3, η χορήγηση αυτής της ειδικής ενίσχυσης βάσει του κανονισμού θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, κατά δε την παράγραφο 2 αυτού « η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξουσιοδοτείται να χορηγήσει την ειδική ενίσχυση με πληρωμή αναφερόμενη στην τιμολόγηση ή στη δήλωση του ΦΠΑ, χρησιμοποιώντας τον ΦΠΑ ως μέσο. Το ποσό αυτής της ενίσχυσης δεν μπορεί να υπερβεί το 3 o/ο της τιμής χωρίς ΦΠΑ που πληρώνει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος».
Το άρθρο 4 του κανονισμού προβλέπει συμμετοχή της Κοινότητας στην κατ' αυτό τον τρόπο επιτραπείσα ειδική ενίσχυση.
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο ανέλαβαν την υποχρέωση προτάσεως και εκδόσεως αντιστοίχως μιας οδηγίας τροποποιούσας την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τη χορήγηση της ενίσχυσης.
Το Μάιο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία ζήτησε να αυξηθεί η ενίσχυση σε 5 % και να ισχύσει από 1ης Ιουλίου 1984. Η Επιτροπή δεν ήταν διατεθειμένη να αυξήσει το ποσοστό, μολονότι έβλεπε με συμπάθεια το αίτημα περί αλλαγής της ημερομηνίας.
Στις 25 και 26 Ιουνίου, στην Ευρωπαϊκή Διάσκεψη που έγινε στο Fontainebleau συμφωνήθηκε να ζητηθεί από την Επιτροπή να προτείνει και από το Συμβούλιο να θεσπίσει μέτρα παρέχοντα στη Γερμανία τη δυνατότητα να αυξήσει το ανώτατο ποσοστό αυτής της απαλλαγής από 3 σε 5o/ο από 1ης Ιουλίου 1984 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1988. Η Επιτροπή είχε τη γνώμη ότι αυτό ήταν θέμα του Συμβουλίου, καθόσον δεν ήταν προφανώς διατεθειμένη να αποστεί από το 3 %· στις 30 Ιουνίου το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 84/361 ( ΕΕ L 185, σ. 41 ). Αυτή αναφέρεται στη χορήγηση ενίσχυσης κατά τον κανονισμό 855/84 και στο όριο του 3 % επί της τιμής χωρίς ΦΠΑ που πληρώνει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος' συνεχίζει δε:
«Ότι το όριο αποδείχθηκε ανεπαρκές λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες δυσκολίες που συναντά η γερμανική γεωργία· ότι λόγω της εξαιρετικής αυτής κατάστασης πρέπει να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά μια υπέρβαση του ορίου αυτού,
ότι τα αντισταθμίσματα που παρέχονται με τον παραπάνω τρόπο δεν θα πρέπει, πάντως, να βαίνουν πέραν των αποτελεσμάτων της κατάργησης των νομισματικών εξισωτικών ποσών. »
Αντίστοιχα, το άρθρο 1 ορίζει:
« Για το διάστημα από 1ης Ιουλίου 1984 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1988, θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά ή ενίσχυση που παρέχει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τη μορφή μείωσης του ΦΠΑ μέχρι ποσοστού 5 ο/ο της τιμής ( χωρίς ΦΠΑ ) που πληρώνει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος. »
Η απόφαση αναφέρεται στη Συνθήκη ΕΟΚ και ιδίως το τρίτο εδάφιο του άρθρου 93, παράγραφος 2, αυτής, χωρίς να αναφέρεται καθόλου σε πρόταση της Επιτροπής ή διαβούλευση με το Κοινοβούλιο· ούτε γίνεται ιδιαίτερη μνεία των άρθρων 42 και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Παρά την άσκηση κριτικής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με βάση την έκθεση της επιτροπής οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων και βιομηχανικής πολιτικής, το Συμβούλιο, ακολουθώντας πρόταση της Επιτροπής, εξέδωσε στις 16 Ιουλίου 1985 την 20ή οδηγία περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τους φόρους κύκλου εργασιών — κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: παρεκκλίσεις όσον αφορά τις ειδικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε ορισμένους γεωργούς προς αντιστάθμιση της καταργήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα (85/361/ΕΟΚ, ΕΕ 1985, L 192, σ. 18 ). Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από την οδηγία 77/388/ΕΟΚ (δηλαδή την 6η οδηγία περί ΦΠΑ ) ( ΕΕ 1977, L 145, σ. 1 ), επιτρέπεται στη Γερμανία να χρησιμοποιήσει το φόρο προστιθέμενης αξίας για να χορηγήσει την ειδική ενίσχυση που προβλέπεται στον κανονισμό 855/84 και την απόφαση 84/361.
Το άρθρο 2 ορίζει:
« 1.
Ο φόρος προστιθέμενης αξίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τη χορήγηση της ενίσχυσης μόνο μέχρι το όριο του 3 ο/ο που επιτρέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 855/84.
2.
Ωστόσο, σύμφωνα με την απόφαση 84/361/ΕΟΚ, το ποσοστό που αναφέρει η παράγραφος 1 μπορεί να αυξηθεί σε 5 ο/ο το πολύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988. »
Δυνάμει του άρθρου 7, η οδηγία εφαρμόζεται «από την 1η Ιουλίου 1984 και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991 το αργότερο ».
'Ετσι, παρά το ότι δεν είχαν προσδιοριστεί ημερομηνίες στο άρθρο 3 του κανονισμού 855/84, ο κανονισμός αυτός σε συνδυασμό με την απόφαση 84/361 και την 20ή οδηγία περί ΦΠΑ είχε ως αποτέλεσμα να επιτραπεί αυτή η ενίσχυση κατά ανώτατο ποσοστό 5 ο/ο από την 1η Ιουλίου 1984 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988 και, κατά ανώτατο ποσοστό 3 o/ο, από την 1η Ιανουαρίου 1989 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991 το αργότερο.
Στις 29 Οκτωβρίου 1984, η Groupement agricole d' exploitation en commun de la Ségaude ( στο εξής: GAEC ), γαλλική γεωργική εταιρία, άσκησε αγωγή κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Ζήτησε από το Δικαστήριο να « κηρύξει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υπαίτια, κατά τα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, για τη ζημία που η προσφεύγουσα υπέστη συνεπεία της εκδόσεως από το Συμβούλιο της αποφάσεως 84/361». Ζήτησε να της επιδικαστεί προσωρινώς το ποσό των 60000 γαλλικών φράγκων εντόκως και κάθε επιπλέον ζημία « αφότου καταστεί δυνατός ο υπολογισμός του ύψους της ».
Η Fédération nationale des syndicats ď exploitants agricoles (στο εξής: FNSEA), οργάνωση που ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει τη μεγάλη πλειοψηφία των γάλλων γεωργών, παρενέβη υπέρ της GAEC· η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρενέβη υπέρ των εναγομένων.
Η Επιτροπή, μολονότι ισχυρίζεται ότι η απόφαση ήταν έγκυρη, ενίσταται ότι η εναντίον της αγωγή είναι απαράδεκτη. Επικαλούμενη την παράγραφο 7 της απόφασης επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 63 έως 69/72 [Werhahn κατά Συμβουλίου, (1973) ECR 1229, και ιδίως σ. 1247 ], υποστηρίζει ότι εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση είναι μόνο το Συμβούλιο, διότι αποκλειστικά αυτό το όργανο θέσπισε το μέτρο που φέρεται ως αιτία της επίδικης ζημίας και, αν είναι δυνατή η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, μόνο κατ' αυτού μπορεί να ασκηθεί. Κατά τη γνώμη μου, η ένσταση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή. Με βάση το ότι η Κοινότητα « πρέπει να εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου από το όργανο ή τα όργανα στα οποία αποδίδεται υπαιτιότητα» (Werhahn, ένθ. ανωτ., σκέψη 7), το Συμβούλιο είναι το μόνο όργανο που μπορεί να έχει την ιδιότητα του εναγομένου στην υπό κρίση αγωγή, η οποία, κατά την άποψη μου, πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται κατά της Επιτροπής.
Η GAEC ισχυρίζεται ότι παράγει βοδινά, μοσχάρια, πουλερικά και γάλα και ότι οι πωλήσεις των προϊόντων της θίχτηκαν άμεσα από τη χορηγηθείσα ενίσχυση στους γεωργούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας την οποία επέτρεψε η απόφαση του Συμβουλίου 84/361. Κατά την αγωγή της GAEC, η απόφαση αυτή είναι παράνομη για τέσσερις λόγους:
1)
εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων διαδικασίας της Συνθήκης της Ρώμης, καθόσον στηρίχτηκε στο άρθρο 93, παράγραφος 2, αυτής·
2)
παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 40 της Συνθήκης·
3)
παραβιάζει την 6η οδηγία περί ΦΠΑ·
4)
παραβιάζει το άρθρο 96 της Συνθήκης ΕΟΚ, που απαγορεύει την επιδότηση των εξαγωγών με επιστροφή των εσωτερικών φόρων.
Κατά την απάντηση της GAEC, η απόφαση 84/361 είναι παράνομη και για τρεις περαιτέρω λόγους:
1)
παράλειψη της Επιτροπής να ακολουθήσει τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, παραλείποντας ιδίως να ειδοποιήσει τα ενδιαφερόμενα μέρη,
2)
παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας,
3)
παράλειψη προστασίας των ιδίων πόρων της Κοινότητας.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν το παραδεκτό των τριών τελευταίων λόγων ως συνιστώντων νέους ισχυρισμούς, απαγορευόμενους από το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.
Σε σχέση με όλα αυτά τα ζητήματα προτάθηκαν περίπλοκα και λεπτομερή επιχειρήματα, νομικά και πραγματικά, τα οποία πρέπει να πραγματευθώ, αν και, κατά τη γνώμη μου, η υπόθεση εν τέλει μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία ή δύο σύντομες παρατηρήσεις.
Όσον αφορά τη φερόμενη εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ως βάσεως της αποφάσεως 84/361, η GAEC, υποστηριζόμενη από την FNSEA, ισχυρίζεται ότι η απόφαση 84/361 είναι παράνομη, λόγω μη τηρήσεως των τύπων. Ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο επέλεξε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, παρά το γεγονός ότι οι επιτρεπόμενες ενισχύσεις είχαν επιπτώσεις επί των διατάξεων περί γεωργίας και ΦΠΑ, τις οποίες, κατά τα άρθρα 42-43 και 99-100 αντιστοίχως της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίσει ή να τροποποιήσει μόνον κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι η κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών, με τον κανονισμό 855/84, δεν συνιστά « εξαιρετική περίσταση » κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο γ ), ορίζει:
« Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ομοφώνως ότι ενίσχυση που έχει θεσπισθεί ή που πρόκειται να θεσπισθεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 92 ή των προβλεπομένων από το άρθρο 94 κανονισμών, αν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση. »
Η απόφαση 84/361, με το να επιτρέψει μια ενίσχυση με εθνική χρηματοδότηση στον τομέα της γεωργίας η οποία γίνεται μέσω του ΦΠΑ, παρεκκλίνει από τις συνήθεις αρχές της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και του συστήματος ΦΠΑ. Το ερώτημα συνεπώς που ανακόπτει είναι αν το τρίτο εδάφιο του άρθρου 93, παράγραφος 2, συνιστά επαρκή νομική βάση γι' αυτό το μέτρο.
Το άρθρο 93, παράγραφος 2, μεταξύ άλλων διατάξεων που αφορούν κρατικές ενισχύσεις, έχει ενσωματωθεί στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος με το άρθρο 24 του κανονισμού 805/68 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων με τα άρθρα 23 και 24 του κανονισμού 804/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82) και στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών με το άρθρο 19 του κανονισμού 2777/75 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71 ). Νομίζω πως συνάγεται ότι χρησιμεύει ως βάση για μέτρα παρεκκλίνοντα από τις διατάξεις περί κοινής οργανώσεως των αγορών αυτών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι, για το μέτρο που ελήφθη με την απόφαση 84/361, έπρεπε να ακολουθηθούν οι διαδικασίες των άρθρων 42 και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ούτε θεωρώ, από νομικής απόψεως — έστω και αν προκαλεί έκπληξη ότι έπρεπε να γίνει έτσι όπως έγινε — ότι, επειδή ο κανονισμός 855/84 βασίστηκε στα άρθρα 42 και 43, συντρεχούσης και της ανάγκης για πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο στερήθηκε σ' αυτή την περίπτωση την εξουσία του τρίτου εδαφίου του άρθρου 93, παράγραφος 2, και υποχρεώθηκε να ακολουθήσει διαδικασία περιλαμβάνουσα τέτοια πρόταση και διαβούλευση.
Εξάλλου, δεν συμφωνώ ότι η πρώτη πρόταση του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί να χρησιμεύσει ως επαρκής βάση για την παρέκκλιση από τις διατάξεις περί ΦΠΑ την οποία περιέχει η απόφαση 84/361. Χωρίς αμφιβολία, το Συμβούλιο, αναγνωρίζοντας αυτή τη δυσκολία, συμφώνησε απαρχής και θέσπισε έκτοτε την 20ή οδηγία περί ΦΠΑ, η οποία αναφέρει ρητά ότι η χρησιμοποίηση του φόρου προστιθέμενης αξίας για χορήγηση της ειδικής ενίσχυσης, επιτρεπόμενης από την απόφαση 84/361, επιτρέπεται « κατά παρέκκλιση από » την 6η οδηγία περί ΦΠΑ. Μολονότι η οδηγία εκδόθηκε στις 16 Ιουλίου 1985, το άρθρο 7 ορίζει ότι «η ισχύς της αρχίζει από την 1η Ιουλίου 1984». Παρά το στοιχείο αυτό αναδρομικότητας, η οδηγία πρέπει να θεωρηθεί έγκυρη στην παρούσα δίκη καθόσον δεν αμφισβητείται η νομιμότητα της. Μ' αυτό τον τρόπο θεσπίζει την αναγκαία παρέκκλιση από τους συνήθεις κανόνες περί ΦΠΑ και, απ' αυτή την άποψη, καλύπτει την έλλειψη νομικής βάσης της απόφασης 84/361.
Εν πάση περιπτώσει, δικαιολογείται η απόφαση αυτή από εξαιρετικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2; Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 84/361 αναφέρεται σε μια « εξαιρετική περίσταση », αλλά το Συμβούλια διευκρίνισε ότι η εξαιρετική περίσταση, στην οποία στηρίχτηκε, είναι το γεγονός ότι η μείωση του εισοδήματος των γερμανών αγροτών που οφείλεται στην κατάργηση των θετικών ΝΕΠ υπερβαίνει το όριο του 3 ο/ο ΦΠΑ που είχε οριστεί αρχικά με τον κανονισμό 855/84, και τίποτα άλλο. Απ' ό,τι βλέπω, οι παρατηρήσεις της γερμανικής κυβέρνησης επιβεβαιώνουν αυτή τη διαπίστωση.
Μπορεί να υποστηριχτεί ότι η κατάργηση των θετικών ΝΕΠ ( που επιτρέπουν σε μια χώρα να έχει συγχρόνως ισχυρό νόμισμα και σχετικά φθηνές εξαγωγές) σήμαινε απλώς και μόνο επιστροφή στις κανονικές συνθήκες της αγοράς και ότι δεν μπορεί να αποτελεί « εξαιρετική περίσταση » κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Προσωπικά αυτό δεν θα το δεχόμουν ως γενικό κανόνα. Θετικά ΝΕΠ ίσχυσαν για μακρά περίοδο και, αν αποδεικνύεται ότι η κατάργηση τους οδήγησε ή ήταν πιθανό να οδηγήσει σε αρκετά αυστηρές και καταστρεπτικές συνέπειες, αυτό μπορεί να συνιστά εξαιρετική περίσταση δικαιολογούσα μέτρα του Συμβουλίου.
Συνέβη αυτό και εν προκειμένω; Ουδόλως αμφισβητείται στην παρούσα περίπτωση ότι η κατάργηση των θετικών ΝΕΠ επέφερε μείωση του εισοδήματος των γερμανών αγροτών, πλην όμως έγινε μεγάλη συζήτηση γύρω από το μέγεθος αυτής της μείωσης. Σύμφωνα με υπολογισμό της Επιτροπής, ανατίμηση κατά 1 ο/ο της πράσινης ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου αντιπροσωπεύει για τη γερμανική γεωργία ζημία περίπου 450 εκατομμυρίων μάρκων. Εφόσον επρόκειτο για ανατίμηση κατά 5 ο/ο της πράσινης ισοτιμίας του μάρκου, η Επιτροπή υπολόγισε τη ζημία για τη γερμανική γεωργία σε 5 x 450 εκατομμύρια = 2250 εκατομμύρια μάρκα ετησίως. Σύμφωνα με υπολογισμό συναποδεχθέντα μεταξύ Επιτροπής και γερμανικών αρχών, ενίσχυση με 1 o/ο επί του ΦΠΑ θα έφτανε το ετήσιο ποσό των 600 εκατομμυρίων μάρκων περίπου για τη γερμανική γεωργία. Στο μέγεθος αυτό, το ποσοστό μείωσης του ΦΠΑ που χρειάζεται για την κάλυψη της ζημίας των 2250 εκατομμυρίων μάρκων θα ήταν 3,75 ο/ο. Το ποσοστό του 5 ο/ο σημαίνει συνολική ετήσια ενίσχυση 3000 εκατομμυρίων DM περίπου, δηλαδή 750 εκατομμύρια μάρκα περισσότερα από την υπολογιζόμενη ζημία, ενώ το όριο του 3 o/ο που είχε οριστεί αρχικά συνεπάγεται επιστροφή 1800 εκατομμυρίων ή 450 εκατομμύρια λιγότερα από την υπολογιζόμενη ζημία. Επομένως, κατά τον κανονισμό 855/84, στους γερμανούς αγρότες επιστρεφόταν ήδη το 80 ο/ο της μείωσης του εισοδήματος τους η οποία οφειλόταν στην κατάργηση των θετικών ΝΕΠ. Πιθανόν βέβαια να επιφέρει σημαντική ζημία σε κατ' ιδίαν αγρότες, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν, όταν μπορούσε να εφαρμοστεί κατά τα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ο αρχικός κανονισμός 855/84, που έδινε το ψηλότερο ποσοστό ενίσχυσης, η ανακάλυψη αυτού του υποτιθέμενου ελλείμματος συνιστούσε εξαιρετική περίσταση κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο γ). Επομένως, θεωρώ ότι η απόφαση 84/361 δεν είναι παράνομη απλώς διότι βασίζεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλ' ότι εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας, διότι δεν αποδείχτηκε ότι δικαιολογείται από « εξαιρετικές περιστάσεις»**, όπως απαιτεί αυτή η διάταξη.
Παραμένει το ερώτημα αν αυτή η παρανομία ωφελεί σε κάτι την ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Κοινότητα δεν υπέχει ευθύνη από τη λήψη νομοθετικού μέτρου που συνεπάγεται επιλογές σε θέματα οικονομικής πολιτικής εκτός αν συντρέχει περίπτωση κατάφωρης παραβίασης υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες: συνεκδικασθείσες υποθέσεις 83 και 94/76, 4, 15 και 40/77, Bayerische HNL κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, (1978) ECR 1209, και ιδίως σ. 1224. Δεν θεωρώ ότι το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί τέτοιο υπέρτερο κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες κατά το πνεύμα της απόφασης του Δικαστηρίου. Με αυτό το σκεπτικό πρέπει να απορριφθεί η πρώτη βάση της αγωγής.
Κατά τη δεύτερη βάση της αγωγής, η απόφαση 84/361 περιέχει δυσμενή διάκριση κατά παράβαση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η GAĖC υποστηρίζει ότι η επιτραπείσα ενίσχυση υπερβαίνει ένα απλό αντιστάθμισμα για την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών, διότι η ενίσχυση του 5 % υπερβαίνει σημαντικά τα αποτελέσματα της καταργήσεως των ΝΕΠ που θα δικαιολογούσαν ενίσχυση μόνο μεταξύ 3 και 4 %· υιοθετεί δε ποσοστό 3,75 o/ο, το οποίο ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει αρχικά η Επιτροπή. Δεύτερον, η ενίσχυση χορηγείται για όλα τα προϊόντα, περιλαμβανομένων και όσων δεν καλύπτονται από τα ΝΕΠ. Τρίτον, η GΑΕC ισχυρίζεται ότι η επίμαχη ενίσχυση άρχισε την 1η Ιουλίου 1984, ενώ η κατάργηση των ΝΕΠ μόλις την 1η Ιανουαρίου 1985, οπότε επί 6 μήνες η ενίσχυση επικάλυπτε τα οφέλη που παρείχαν τα ΝΕΠ.
Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η κατάργηση των θετικών ΝΕΠ επρόκειτο να πραγματοποιηθεί σε τρία στάδια:
α)
την 1η Απριλίου 1984 μείωση κατά 3 % των γερμανικών ΝΕΠ,
β)
την 1η Ιανουαρίου 1985 περαιτέρω μείωση κατά 5 % επί του συνόλου των γερμανικών ΝΕΠ,
γ)
πλήρης κατάργηση των γερμανικών ΝΕΠ που απέμειναν το αργότερο μέχρι τις αρχές του έτους εμπορίας 1987/88.
Το πρώτο στάδιο περιελάμβανε και την κατάργηση των αρνητικών ΝΕΠ μέσω της υποτιμήσεως των σχετικών πράσινων νομισμάτων. Οι επιπτώσεις αυτού του πρώτου σταδίου στις τιμές του γάλακτος σε εθνικό νόμισμα (σε αντίθεση προς τα ECU) ήταν ότι η τιμή σε γερμανικά μάρκα παρέμεινε αμετάβλητη, ενώ η τιμή σε γαλλικά φράγκα αυξήθηκε περίπου κατά 6 %. Οι επιπτώσεις του πρώτου σταδίου στις τιμές του βοδινού ήταν ότι μειώθηκαν κατά 1 % σε γερμανικά μάρκα, ενώ αυξήθηκαν σε γαλλικά φράγκα κατά 4,8%. Το αποτέλεσμα, όπως διατείνεται το Συμβούλιο, ήταν ότι ήδη το πρώτο στάδιο κατάργησης των νομισματικών εξισωτικών ποσών οδήγησε σε αισθητή μείωση του εισοδήματος των γερμανών παραγωγών ορισμένων σημαντικών προϊόντων. Το Συμβούλιο διατείνεται ότι με το ποσοστό του 3,75% δεν λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις του πρώτου σταδίου της κατάργησης των ΝΕΠ, που άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 1984, σε συνδυασμό με την πτώση των τιμών στηρίξεως σε ECU σε ορισμένους σημαντικούς τομείς της γερμανικής γεωργίας. Η επιχειρηματολογία της GAEC αγνοεί την αντιστοιχούσα πτώση των γερμανικών νομισματικών εξισωτικών ποσών που ακολούθησε το πρώτο ( -3 % ) και το δεύτερο ( -5 % ) στάδιο κατάργησης των γερμανικών ΝΕΠ. Η πτώση αυτή του 8 % είναι εν πάση περιπτώσει μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο ενίσχυσης του 5%. Με την ανταπάντηση του πάντως το Συμβούλιο αποκάλυψε ότι η γερμανική κυβέρνηση συνυπολόγισε στο απαραίτητο αντιστάθμισμα και τις επιπτώσεις άσχετων περιοριστικών μέτρων που είχαν ληφθεί συγχρόνως, όπως η επιβολή ποσοστώσεων στο γάλα, που σε καμιά περίπτωση δεν αφορούσαν ειδικώς τη.Γερμανία, αλλά έπλητταν αγρότες σε όλη την Κοινότητα. Τα ποσοστά που περιέχονται στην ανταπάντηση του Συμβουλίου τείνουν να δείξουν ότι η ζημία, την οποία υποτίθεται ότι υπέστησαν οι γερμανοί αγρότες ως συνέπεια της κατάργησης των ΝΕΠ, ήταν μόνο 2200 εκατομμύρια μάρκα, ενώ η ανωτάτη ενίσχυση του 5 o/ο επί του ΦΠΑ μπορεί να φτάσει περίπου 2600 εκατομμύρια μάρκα, δηλαδή 400 εκατομμύρια μάρκα περισσότερο. 'Ετσι, το Συμβούλιο περιορίζεται με την ανταπάντηση του στον ισχυρισμό ότι η ενίσχυση του 3 % που επιτράπηκε με τον κανονισμό 855/84 σαφώς δεν αρκούσε για να αντισταθμίσει πλήρως τη μείωση του εισοδήματος, οπότε το Συμβούλιο δεν ενήργησε αυθαίρετα, επιτρέποντας ανωτάτη ενίσχυση 5 % με την απόφαση 84/361.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι η μείωση εισοδήματος των γερμανών αγροτών υπερέβη αυτή την αντισταθμιστέα κατά 3 % μείωση του ΦΠΑ και ότι σημειώθηκαν μειώσεις μεταξύ 15 και 20 %.
Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία προς απόδειξη των τελευταίων μεγεθών. Προκύπτει σαφώς από την ανταπάντηση του Συμβουλίου ότι ορισμένοι υπολογισμοί, που προβάλλονται από τις γερμανικές αρχές ως προς τη μείωση του εισοδήματος των αγροτών, περιέχουν στοιχεία άσχετα με την κατάργηση των ΝΕΠ, όπως λ. χ. οι επιπτώσεις από την επιβολή ποσοστώσεων στο γάλα, που δεν αποτελεί απλώς χωριστό θέμα, αλλά κάτι που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη. Ακόμη και το Συμβούλιο δέχεται ένα μέγεθος « της τάξεως των 2,2 δισεκατομμυρίων μάρκων» ως αντιπροσωπευτικό της μείωσης του εισοδήματος που οφείλεται αποκλειστικά στην κατάργηση των ΝΕΠ. Εξάλλου, το Συμβούλιο ανέφερε το ποσό των 2,6 δισεκατομμυρίων μάρκων ως το ανώτατο όριο, το οποίο μπορεί να φτάσει η ειδική ενίσχυση του 5 ο/ο ΦΠΑ, ενώ, σύμφωνα με την πρώτη έκθεση της Επιτροπής περί της διαδικασίας λειτουργίας του μηχανισμού της ενίσχυσης, η Επιτροπή και οι γερμανικές αρχές συμφώνησαν στην εκτίμηση των 3 δισεκατομμυρίων μάρκων. Και τα δύο ποσά συνιστούν υπολογισμούς, η δε Επιτροπή διαπιστώνει με τα συμπεράσματα της εκθέσεως της ως προς τη διαδικασία λειτουργίας της ενίσχυσης του 1984 ότι, προς το παρόν, είναι αδύνατο να παραβάλει κανείς την ειδική ενίσχυση με τις ζημίες που προήλθαν από την ανατίμηση της πράσινης ισοτιμίας του μάρκου. Όσον αφορά το αν τα 2,6 δισεκατομμύρια μάρκα είναι ο ορθότερος υπολογισμός έναντι των 3 δισεκατομμυρίων μάρκων, δεν αμφισβητείται ότι ενίσχυση με το ανώτατο ποσοστό του 5 ο/ο επί του ΦΠΑ είναι πιθανό να υπερβεί την πραγματική μείωση του εισοδήματος των γερμανών αγροτών συνεπεία της καταργήσεως των ΝΕΠ.
Επομένως είναι κρίσιμο να γνωστεί αν ελήφθησαν κάποια μέτρα ώστε να διατηρηθεί η ενίσχυση μέσα στα όρια της πραγματικής μείωσης του εισοδήματος. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 84/361 ορίζει ότι « το αντιστάθμισμα που χορηγείται κατ' αυτό τον τρόπο δεν πρέπει να υπερβαίνει τις επιπτώσεις από την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών », παρά το ότι δεν υπάρχει στην απόφαση άρθρο που να υλοποιεί αυτή την πρόθεση. Περαιτέρω ο γερμανικός νόμος της 29ης Ιουνίου 1984, που τροποποίησε το νόμο περί του φόρου κύκλου εργασιών (Bundesgesetzblatt 1984 Ι, σ. 796), ο οποίος προέβλεπε την καταβολή της ειδικής αυτής ενίσχυσης, δεν περιέχει διάταξη εμποδίζουσα την καταβολή υπεραντιστάθμισης στους γερμανούς αγρότες. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση το Συμβούλιο παρατήρησε ότι δεν θέσπισε μηχανισμό εμποδίζοντα τέτοια υπεραντιστάθμιση, η δε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία βεβαίωσε ότι κατέβαλε ολόκληρο το 5 ο/ο, χωρίς οποιοδήποτε μηχανισμό ή οποιαδήποτε προσπάθεια εμποδίσεως της υπεραντισταθμίσεως. Κατά τη γνώμη μου, μόνη η έκθεση της Επιτροπής περί του μηχανισμού ενισχύσεως, που απαιτείται από το άρθρο 4 της 20ής οδηγίας περί ΦΠΑ, δεν αρκεί για να εμποδιστεί η υπεραντιστάθμιση' από το άρθρο 5 προκύπτει ότι η μόνη διόρθωση που περιέχεται σ' αυτή την οδηγία αφορά τη διατήρηση του ύψους των ιδίων πόρων της Κοινότητας. Παρά το ότι η πρώτη έκθεση, για τη λειτουργία του μηχανισμού των ενισχύσεων, αδυνατεί να παράσχει ακριβή σύγκριση, πιθανολογείται ότι μερικοί, αν όχι όλοι, οι γερμανοί αγρότες έλαβαν ή λαμβάνουν υπεραντιστάθμιση, αντίθετα προς την πρόθεση που εκφράζεται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 84/361. Βάσει αυτών, θεωρώ ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση που αντίκειται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το δεύτερο σχετικό επιχείρημα, ότι δηλαδή υπάρχει υπεραντιστάθμιση όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία χορηγείται η ειδική ενίσχυση, δεν μπορεί να προβληθεί από την ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση, διότι ζητεί αποζημίωση μόνο για προϊόντα που καλύπτονται από τα ΝΕΠ και συγκεκριμένα πουλερικά, γαλακτοκομικά, βοδινά και μοσχαρίσια κρέατα.
Ο τρίτος ισχυρισμός συνίσταται στο ότι υπάρχει υπεραντιστάθμιση, καθόσον η έναρξη της ειδικής ενισχύσεως επιτράπηκε από 1ης Ιουλίου 1984, ενώ τα νομισματικά μέτρα άρχισαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1985.
Ως βασική δικαιολογία για την επιλογή της παλαιότερης ημερομηνίας προβάλλεται ότι, εφόσον ήταν γνωστό από την 1η Απριλίου 1984 (ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού 855/84) στο εμπόριο ότι θα έπεφταν από την 1η Ιανουαρίου 1985 οι τιμές σε εθνικό νόμισμα, οι χαμηλές αυτές τιμές άρχισαν να ισχύουν μετά την 1η Απριλίου 1984. Επιχειρήσεις που συνήθως αγοράζουν αγροτικά προϊόντα είτε ανάλωσαν τα αποθέματα τους, περιμένοντας τον Ιανουάριο του 1985, είτε προετοιμάστηκαν απλώς να προβούν σε αγορές με χαμηλότερες τιμές. Και στις δύο περιπτώσεις αναμενόταν πτώση των τιμών. Από πλευράς οικονομίας της αγοράς, αυτό μπορεί να πιθανολογηθεί, αλλά δεν έπεται ότι οι τιμές άρχισαν οπωσδήποτε να πέφτουν από τον Ιούλιο, δεν υπάρχει δε καμιά απόδειξη ότι η επιλογή της 1ης Ιουλίου έγινε βάσει στατιστικών εκτιμήσεων. Είναι γεγονός, όπως υπογραμμίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, ότι η 1η Ιανουαρίου βρίσκεται στο μέσον του έτους εμπορίας που αρχίζει την 1η Ιουλίου του προηγουμένου έτους, αλλ' αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές πέφτουν οπωσδήποτε στην αρχή του έτους εμπορίας. Φαίνεται όντως ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οι νέες τάσεις πιθανολογούνταν να αρχίσουν το Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο. Οι αριθμοί που δόθηκαν στο Δικαστήριο δεν δείχνουν συνεχή πτώση από 1ης Ιουλίου 1984. Στη Γερμανία η τιμή των πουλερικών σε μάρκα εμφάνισε πτωτική τάση ( περίπου 2 ο/ο ) κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984, αλλά μετά απ' αυτό οι τιμές ανέβηκαν. Ως προς το βοδινό κρέας παρατηρήθηκε πράγματι στη Γερμανία αξιοσημείωτη πτώση ( περίπου 7 o/ο ) των τιμών σε γερμανικά μάρκα κατά τους μήνες Ιούλιο μέχρι και Σεπτέμβριο, αλλά τον Οκτώβριο οι τιμές ανέβηκαν και πάλι ( περίπου κατά 2 ο/ο ). Δυστυχώς, δεν έχουμε αριθμούς για το Νοέμβριο και Δεκέμβριο για το βοδινό κρέας. Όσον αφορά το γάλα, στη Γερμανία η τιμή παραγωγού σε γερμανικά μάρκα δεν παρουσίασε καμιά πτώση κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984, αλλά σταθερή άνοδο ( περίπου 3 ο/ο ), αν και έπεσε κατόπιν.
Πάντως, δεν νομίζω ότι είναι ορθό να κριθεί το θέμα εκ των υστέρων, ιδίως αν άλλοι παράγοντες επηρέασαν ενδεχομένως τα γεγονότα — όπως συνέβη με τις τιμές του βοδινού κρέατος, όπου η οφειλόμενη στην επιβολή ποσοστώσεων γάλακτος αύξηση των σφαγών αγελάδων αποτέλεσε ενδεχομένως έναν παράγοντα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, κατά την έκδοση της απόφασης, μπορούσε λογικώς να προβλεφθεί πτώση των τιμών και πρόκληση ζημιών την 1η Ιουλίου 1984 συνεπεία των μέτρων που θα ετίθεντο σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 1985. Προς τούτο, ασκεί, κατά τη γνώμη μου, επιρροή να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις επί των τιμών συνεπεία δύο γεγονότων που συνέβησαν την 1η Απριλίου 1984, δηλαδή το πρώτο στάδιο της κατάργησης των ΝΕΠ, το οποίο, καθώς αντιλαμβάνομαι, δεν επηρέασε την πράσινη ισοτιμία του μάρκου, και η μείωση κατά 1 ο/ο της τιμής του ECU για ορισμένα προϊόντα. Εξάλλου, παρά το ότι ο υπολογισμός των πιθανών επιπτώσεων συνεπάγεται μάλλον οικονομική εκτίμηση παρά ακριβή αριθμητική ανάλυση, οπότε το Δικαστήριο αποφεύγει συνήθως να επεμβαίνει, θα έπρεπε να δοθεί κάποια βάσιμη δικαιολογία για την επιλογή της 1ης Ιουλίου 1984. Εκτός από το ότι είναι η αρχή του έτους εμπορίας, που θα ήταν μια εύλογη ημερομηνία, δεν δόθηκε κατά τη γνώμη μου καμιά βάσιμη δικαιολογία για την επιλογή της 1ης Ιουλίου 1984. Ο Σεπτέμβριος (χρόνος που επελέγη από τον κανονισμό 2677/84 ( ΕΕ 1984, L 253, σ. 31 ) για το νέο συντελεστή για τα ζαχαρότευτλα και τις πατάτες ) ή ο Οκτώβριος μοιάζουν εξίσου κατάλληλες, αν όχι καταλληλότερες, περίοδοι κατά τις οποίες οι τιμές μπορούν να προϊδεάσουν για το τι θα συμβεί τον Ιανουάριο.
Από πλευράς αποδείξεων, νομίζω ότι δεν αποδείχτηκε ότι η 1η Ιουλίου 1984 δικαιολογούνταν λογικά ως εναρκτήρια ημερομηνία και κατά συνέπεια η υπεραντιστάθμιση για τους γερμανούς αγρότες συνιστά επιπλέον παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι αυτή η δυσμενής διάκριση, ακόμη και αν έγινε, δεν θα έθιγε μια περιορισμένη και σαφώς καθορισμένη ομάδα, όπως απαιτείται, για να θεμελιωθεί ευθύνη αποζημιώσεως της Κοινότητας: υπόθεση 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, (1979) ECR 2955, και ιδίως σ. 2973. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσθέτει ότι η GAEC δεν απέδειξε ότι υπέστη σοβαρή ζημία από την απόφαση 84/361, αλλ' απλώς και μόνο επικαλέστηκε μια γενική στρέβλωση του ανταγωνισμού, πράγμα που δεν αρκεί.
Στην υπόθεση 238/78, το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε σοβαρή και έκδηλη υπέρβαση των ορίων ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας του Συμβουλίου, υπογράμμισε τη σημασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης που περιέχεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, το γεγονός ότι η παράβαση αυτής της αρχής έθιξε μια περιορισμένη ομάδα επιχειρηματιών και το γεγονός ότι η φερόμενη ζημία υπερέβη τα όρια του επιχειρηματικού κινδύνου που είναι συμφυής με δραστηριότητες του υπό κρίση τομέα. Παρά το ότι τα δύο τελευταία δεν αναφέρθηκαν σ' αυτή την υπόθεση ως αναγκαίες προϋποθέσεις για το δικαίωμα προς αποζημίωση, θεωρήθηκαν ως τέτοιες.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ακόμα κι αν η GAEC αποδείξει όλους τους ισχυρισμούς της, αυτό δεν αποδεικνύει, ούτε αποτελεί τεκμήριο, ότι αυτή αποτελεί μέρος περιορισμένης και σαφώς καθορισμένης ομάδας επιχειρηματιών. Αντιθέτως, ακόμη και αποδεικνυόμενη ζημία του είδους που επικαλείται η GAEC θα ήταν τέτοια ώστε να θίξει όλες τις γεωργικές επιχειρήσεις σε όλα τα κράτη μέλη που βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τους γερμανούς αγρότες. Η ίδια η FNSEA ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα μέτρα προκαλούν σημαντική ζημία « όχι μόνο στην ενάγουσα..., αλλά και στο σύνολο του γαλλικού αγροτικού πληθυσμού τον οποίο εκπροσωπεί η παρεμβαίνουσα ».
Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσο η επικαλούμενη ζημία υπερβαίνει τα όρια του επιχειρηματικού κινδύνου που είναι συμφυής με τις δραστηριότητες στον υπό κρίση τομέα, η ενάγουσα δεν μπόρεσε να συγκεκριμενοποιήσει στην παρούσα υπόθεση τις ζημίες που επικαλείται σχετικά με τα πουλερικά και το γάλα, υπολογίζει δε τις ζημίες της σε βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984 σε 10894 γαλλικά φράγκα. Αυτό αντιπροσωπεύει το 5,6 o/ο του συνόλου των πωλήσεων της σε βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας στο δεύτερο εξάμηνο του 1984. Η ζημία των 10894 γαλλικών φράγκων αποτελεί μόλις το 0,5 % του ενεργητικού της σύμφωνα με τον ισολογισμό της που παρουσίασε για το 1984, δηλαδή 2374876,97. Αυτά καθαυτά τα ποσά δεν υποδηλώνουν ζημία υπερβαίνουσα τους κινδύνους που είναι συμφυείς με τη γεωργία.
Η ενάγουσα στηρίχτηκε σε στατιστικές επί των τιμών αγοράς. Δεν νομίζω ότι οι στατιστικές για τα πουλερικά και το γάλα την ενισχύουν. Οι στατιστικές για το βοδινό κρέας δείχνουν ότι οι τιμές έπεσαν διαρκούντος του 1984 τόσο στη γερμανική όσο και στη γαλλική αγορά. Τον Απρίλιο και Ιούλιο παρατηρήθηκε απότομη πτώση στη Γαλλία, αλλά οι τιμές ανέβηκαν και πάλι μέχρι κάποιο σημείο το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο. Η γερμανική κυβέρνηση υποστήριξε, με βάση τους αριθμούς που αντλεί από την Eurostat, ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των τιμών βοδινού κρέατος της γερμανικής αγοράς και των της γαλλικής αγοράς. Πιθανόν να αληθεύει ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των δύο αγορών αυτών καθαυτών, πλην όμως η Γερμανία εξάγει σημαντικές ποσότητες βοδινού και μοσχαρίσιου κρέατος στη Γαλλία (86157 τόνους το 1984), γεγονός που μπορεί να ασκεί επίδραση στις εσωτερικές τιμές της Γαλλίας. Η τιμή οπισθίων τεταρτημορίων που εξήχθησαν έπεσε από 22,07 γαλλικά φράγκα το κιλό, τον Ιούνιο του 1984, σε 19,76 φράγκα το κιλό κατά τους δύο επόμενους μήνες· πτώση της τάξης του 10,5 ο/ο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται πρώτον ότι αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την επίδραση της ειδικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε με την απόφαση 84/361 · δεύτερον, ότι προκάλεσε άμεση πτώση της τάξεως του 3,5 ο/ο στις τιμές βοδινού κρέατος στη γαλλική αγορά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1984.
Σύμφωνα με τους ενώπιον του Δικαστηρίου αριθμούς, οι εξαγωγές βοδινού κρέατος από Γερμανία προς Γαλλία, κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο, ανέβηκαν αντιστοίχως κατά 17 % και 14% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά κατά το υπόλοιπο του έτους έπεσαν και ήταν χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος. Κατά τη διάρκεια ολοκλήρου του 1984 οι γερμανικές εξαγωγές βοδινού κρέατος προς τη Γαλλία ανέβηκαν μόνο κατά 3 ο/ο (2800 τόνοι ) από το προηγούμενο έτος. Συνεπώς, οι εξαγωγές από τη Γερμανία προς τη Γαλλία αυξήθηκαν, πράγμα που συνάδει με την επιχειρηματολογία της ενάγουσας περί των τάσεων των τιμών αυτή όμως η αύξηση περιορίστηκε σε δύο μήνες του έτους· αν ληφθεί υπόψη ολόκληρο το έτος, μικρή μεταβολή επέρχεται στον όγκο των εξαγωγών. Προσωπικά, θα δεχόμουν ότι οι γερμανικές εξαγωγές ήταν ίσως η αιτία της πτώσης των γαλλικών εσωτερικών τιμών βοδινού κρέατος για τους δύο μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1984, γίνεται δε δεκτό ότι οι τιμές ανέβηκαν στη γαλλική αγορά το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1984. Η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση που καταβλήθηκε στους γερμανούς αγρότες δυνάμει της αποφάσεως 84/361 δεν μετακυλήθηκε στις τιμές αγοράς κι έτσι δεν αντικατοπτρίστηκε στα αποτελέσματα του εμπορίου της GAEC. Δεν νομίζω ότι αυτό έχει αποδειχτεί, αλλ' ούτε και το ότι η πτώση της τιμής του οπισθίου τεταρτημορίου του βοδινού κρέατος που εξήχθη από τη Γερμανία στη Γαλλία τον Ιούλιο και Αύγουστο 1984 οφειλόταν στην υπεραντιστάθμιση που καταβλήθηκε στους γερμανούς αγρότες δυνάμει της αποφάσεως 84/361, καθόσον ιδίως η ενάγουσα δεν προσβάλλει το πρώτο 3 ο/ο της ενίσχυσης που καταβλήθηκε δυνάμει της αποφάσεως 855/84. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η υπεραντιστάθμιση που καταβλήθηκε στους γερμανούς αγρότες δυνάμει της αποφάσεως 84/361 προκάλεσε την πτώση της τιμής του βοδινού οπισθίου τεταρτημορίου που εξήχθη από τη Γερμανία στη Γαλλία τον Ιούλιο και Αύγουστο 1984, δεν συμφωνώ ότι πτώση κατά 3,5 ο/ο στις τιμές αγοράς για περίοδο δύο μηνών σημαίνει ζημία « υπερβαίνουσα τα όρια του επιχειρηματικού κινδύνου που είναι συμφυής με τις δραστηριότητες » στον τομέα του βοδινού και μοσχαρίσιου κρέατος. Συνεπώς, δεν νομίζω ότι στην παρούσα υπόθεση μπορεί να γίνει διαπίστωση αντίστοιχη με εκείνη της υπόθεσης Ireks-Arkady. Επομένως, δεν φρονώ ότι η αποδειχθείσα διάκριση θεμελιώνει αγωγή αποζημιώσεως κατά το δικόγραφο της ενάγουσας.
Ο τρίτος λόγος παρανομίας, τον οποίο επικαλείται η ενάγουσα, είναι η παράβαση της 6ης οδηγίας περί ΦΠΑ.
Η GAEC ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Συμβουλίου 84/361, με το να χρησιμοποιεί τον ΦΠΑ ως μέσο καταβολής της επίμαχης ενίσχυσης, εξέτρεψε την 6η οδηγία περί ΦΠΑ από τους σκοπούς της, που συνίστανται στην εξασφάλιση ανταγωνιστικής ουδετερότητας μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να επιτευχθεί προσέγγιση των εθνικών συστημάτων ΦΠΑ. Ισχυρίζεται ιδίως ότι η απόφαση αντίκειται στο άρθρο 25, παράγραφος 3, της 6ης οδηγίας, το οποίο ορίζει ενιαίο καθεστώς κατ' αποκοπήν αμοιβής των αγροτών.
Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία προέβαλαν πολλά επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν ό,τι έγινε. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, αυτά δεν χρειάζεται να εξεταστούν, δεδομένου ότι, και αν ακόμα υπήρχε κάποιο ελάττωμα, διορθώθηκε με την έκδοση της 20ής οδηγίας περί ΦΠΑ, που όντως επέτρεψε τις παρεκκλίσεις από τους βασικούς κανόνες περί ΦΠΑ τους σχετικούς με τη χορήγηση της ειδικής ενίσχυσης μέσω μειώσεως του ΦΠΑ βάσει του κανονισμού 855/84 και της απόφασης 84/361. Γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου αυτή η βάση της αγωγής είναι απορριπτέα.
Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ακόμη ότι, με τις ρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στη Γερμανία ως προς τους « κατ' αποκοπήν αμειβόμενους αγρότες » κατά το άρθρο 25 της 6ης οδηγίας περί ΦΠΑ, δόθηκε παρόμοιο πλεονέκτημα σ' αυτούς ήδη πριν από τη χορήγηση της ειδικής ενίσχυσης. Αυτό το επίμαχο ζήτημα, αν πρόκειται για κάτι τέτοιο, εκφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας δίκης που αφορά ζημία, φερόμενη ως προκληθείσα από την ειδική ενίσχυση που χορηγήθηκε βάσει της αποφάσεως 84/361.
Η τέταρτη βάση της αγωγής, που φέρεται να ανάγεται στο παράνομο, συνίσταται στο ότι η ειδική ενίσχυση που χορηγείται δυνάμει της απόφασης 84/361 αποτελεί ενίσχυση των εξαγωγών κατά παράβαση του άρθρου 96 της Συνθήκης ΕΟΚ που ορίζει: « Για τα προϊόντα που εξάγονται προς την επικράτεια ενός των κρατών μελών η επιστροφή εσωτερικών φόρων δεν δύναται να είναι ανώτερη των εσωτερικών φόρων που τους έχουν επιβληθεί άμεσα ή έμμεσα». Καθό μέρος η ενίσχυση του 5% υπερβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις τον ΦΠΑ που πράγματι καταβάλλεται από τους γερμανούς αγρότες, φέρεται ως επιστροφή του φόρου κατά παράβαση του άρθρου 96, ανεξάρτητα του αν υπήρχε ή όχι η πρόθεση να καταβληθεί ως επιδότηση των εξαγωγών.
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η παρούσα περίπτωση αφορά εισοδηματική ενίσχυση αποσκοπούσα στην αντιστάθμιση της μειώσεως του εισοδήματος, η οποία καταβάλλεται στο επίπεδο των κατ' ιδίαν αγροτών και ουδόλως εφαρμόζεται στο επίπεδο εξαγόμενων προϊόντων, ενώ το άρθρο 96 αποσκοπεί στην αποφυγή συγκεκαλυμμένων επιδοτήσεων εξαγωγών στο επίπεδο του εμπορίου. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εξάλλου, ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση, στο επίπεδο που επιτράπηκε με την απόφαση 84/361, δεν συνιστά « επιστροφή εσωτερικού φόρου » ή επιδότηση των εξαγωγών από Γερμανία προς Γαλλία, αλλά εθνική ενίσχυση στηριζόμενη σε κοινοτική νομοθετική εξουσιοδότηση, το κύρος της οποίας διέπεται αποκλειστικά από το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Ο ΦΠΑ είναι σαφώς εσωτερικός φόρος. Η ειδική ενίσχυση που προβλέπεται στην απόφαση 84/361 του Συμβουλίου καταβάλλεται μέσω επιστροφής του ΦΠΑ. Ως εκ τούτου, έχω τη γνώμη ότι μπορεί να υποστηριχτεί ότι η επίμαχη ενίσχυση αντίκειται στο άρθρο 96 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν καταβάλλεται για προϊόντα εξαγόμενα προς άλλα κράτη μέλη και καθό μέτρο είναι ανώτερη του ΦΠΑ που όντως καταβάλλεται από το γερμανό αγρότη επί των προϊόντων αυτών. Πάντως ακόμα κι αν υπήρχαν, που δεν υπάρχουν, σαφή αποδεικτικά στοιχεία για την έκταση μέχρι την οποία καταβλήθηκε η ενίσχυση σε σχέση με εξαχθέντα προϊόντα, η υπό κρίση αγωγή δεν ευσταθεί διότι, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 96 δεν συνιστά υπέρτερο κανόνα δικαίου για την προστασία των ιδιωτών και, ακόμη και σε περίπτωση παράβασης του, δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί αγωγή αποζημιώσεως της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση.
Η πέμπτη, έκτη και έβδομη βάση της αγωγής προβλήθηκαν από την ενάγουσα με την αντίκρουση της. Συνιστούν ως εκ τούτου « νέους ισχυρισμούς» και κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας είναι απαράδεκτοι εφόσον προτείνονται από την ενάγουσα. Την έκτη βάση της αγωγής περί του παρανόμου (όχι όμως την πέμπτη και την έβδομη ) προβάλλει και η FNSEA με τις παρατηρήσεις της παρεμβαίνοντας υπέρ της GAEC. Ανακύπτει επομένως το ερώτημα κατά πόσο ο παρεμβαίνων μπορεί να προβάλει έναν ισχυρισμό τον οποίο δεν προέβαλε ο διάδικος ή τουλάχιστον δεν τον προέβαλε εμπροθέσμως. Δεν νομίζω ότι το άρθρο 37 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ή το άρθρο 93, παράγραφος 5, του κανονισμού διαδικασίας είναι εν προκειμένω αποφασιστικά, καθόσον το γαλλικό κείμενο του τελευταίου, «τους ισχυρισμούς τον προς υποστήριξη των αιτημάτων του», μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι μπορούν να προβληθούν νέες βάσεις προς υποστήριξη μιας αγωγής.
Η άποψη αυτή επιρρωνύεται από την απόφαση στην υπόθεση 30/59 [Steenkolenmijnen κατά Ανωτάτης Αρχής, ( 1961 ) ECR 1, και ιδίως σ. 18], όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «η διαδικασία της παρεμβάσεως θα έχανε κάθε έννοια, αν δεν επιτρεπόταν στον παρεμβαίνοντα να κάνει χρήση οποιουδήποτε επιχειρήματος του οποίου δεν έκανε χρήση ο διάδικος τον οποίο υποστήριξε ». Εξάλλου, από την πρόσφατη υπόθεση περί μεταφορών ( υπόθεση 13/83, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, απόφαση της 22ας Μαΐου 1985 ) προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να δέχεται επιχειρήματα σε περίπτωση παρεμβάσεως, τα οποία συγκρούονται με τα επιχειρήματα του διαδίκου υπέρ του οποίου έγινε η παρέμβαση.
Φρονώ επομένως ότι η έκτη βάση περί του παρανόμου πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση, κατά το μέτρο που προβάλλεται από την FNSEA, αλλά η πέμπτη και έκτη βάση περί του παρανόμου που προέβαλε η προσφεύγουσα είναι απαράδεκτες. Τις πραγματεύομαι για την περίπτωση που το Δικαστήριο τις θεωρήσει όλες παραδεκτές.
Η πέμπτη βάση περί του παρανόμου την οποία επικαλείται ο προσφεύγων στην υπό κρίση υπόθεση συνίσταται στη μη τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η GAEC ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν δικαιούταν να εκδώσει την απόφαση του χωρίς προηγουμένως να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, εδάφιο α), ειδοποιώντας ειδικότερα τους ενδιαφερομένους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή έπρεπε σχετικώς να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο β), πράγμα το οποίο δεν έπραξε.
Σχετικά, δέχομαι το επιχείρημα του Συμβουλίου και της Επιτροπής ότι η εξουσία του Συμβουλίου προς έκδοση αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, εδάφιο γ), πρώτη πρόταση, είναι ανεξάρτητη από τις διαδικασίες που προβλέπονται στα δύο πρώτα εδάφια αυτού και ότι το επιχείρημα της GAEC είναι αβάσιμο.
Η επικαλούμενη έκτη βάση περί του παρανόμου συνίσταται στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Η GAEC, υποστηριζόμενη από την FNSEA, ισχυρίζεται ότι η χρησιμοποίηση του ΦΠΑ « ως μέσου » για την καταβολή της εν λόγω ενισχύσεως αποτελεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι ο ΦΠΑ δεν αποτελεί ενδεδειγμένο μέσο. Δεν είναι ενδεδειγμένο για τους εξής λόγους:
α)
ενίσχυση μέσω μειώσεως του ΦΠΑ είναι οπωσδήποτε γενικής εφαρμογής και εφαρμόζεται επομένως επί προϊόντων που δεν καλύπτονται από ΝΕΠ ή επί προϊόντων όπου τα ΝΕΠ έχουν μόνο μηδαμινή επίπτωση·
β)
ενίσχυση χορηγούμενη μέσω του ΦΠΑ εφαρμόζεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ αγροτών και όχι στην προστιθέμενη αξία, οπότε στην τελική παραγωγή του αγρότη δεν αντικατοπτρίζεται η έκταση της χορηγούμενης ενίσχυσης ·
γ)
ο λαμβάνων την ενίσχυση μπορεί να διαπράξει απάτες, πολλαπλασιάζοντας άσκοπες ή φαινομενικές συναλλαγές μεταξύ αγροτών οι οποίοι λαμβάνουν ένα 5 o/ο ενίσχυση σε κάθε στάδιο, χωρίς οποιαδήποτε αντίστοιχη προστιθέμενη αξία·
δ)
η κατ' αυτό τον τρόπο ενίσχυση θα θίξει κατ' ανάγκη τους ιδίους πόρους της Κοινότητας·
ε)
η εν λόγω ενίσχυση ωφελεί περισσότερο τις μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις παρά τις μικρές, πράγμα που οξύνει τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, καθιστώντας τις πιο αποτελεσματικές αγροτικές εκμεταλλεύσεις περισσότερο ανταγωνιστικές και αντιβαίνει στο πνεύμα της Συνθήκης, η οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση ενός ευλόγου βιοτικού επιπέδου για το γεωργικό πληθυσμό, διοχετεύοντας ενισχύσεις προς μικρού και μεσαίου μεγέθους αγροτικές εκμεταλλεύσεις.
Από τους πέντε ισχυρισμούς που προβάλλει προς στήριξη του γενικού αυτού επιχειρήματος, ο πρώτος — συνιστάμενος στο ότι η ενίσχυση μέσω επιστροφών ΦΠΑ ωφελεί επίσης προϊόντα μη καλυπτόμενα από ΝΕΠ — δεν το επιρρωνύει καθόλου, καθόσον πρόκειται για αξίωση αποζημιώσεως σχετικά με προϊόντα που καλύπτονται από ΝΕΠ. Ο δεύτερος και τρίτος ισχυρισμός — που συνίστανται στο ότι οι επιστροφές δεν αντικατοπτρίζουν προστιθέμενη αξία και ενδέχεται να διευκολύνουν την απάτη — μπορούν να ευσταθούν στην πραγματικότητα, πλην όμως οι σχετικοί κανόνες περί ΦΠΑ δεν υφίστανται για την προστασία του ενάγοντος ως ατόμου. Στον τέταρτο ισχυρισμό — ότι η ενίσχυση θα θίξει τους ιδίους πόρους της Κοινότητας — ενδέχεται να έχει δοθεί απάντηση αναδρομικά με την 20ή οδηγία περί ΦΠΑ, η οποία, με τα άρθρα 3 και 5, φαίνεται να μεριμνά για την αποφυγή κάθε απώλειας ιδίων πόρων. Εν πάση περιπτώσει, και πάλι πρόκειται για κανόνα που δεν αποβλέπει στην προστασία του ατόμου. Ο πέμπτος ισχυρισμός, συνιστάμενος στο ότι η ενίσχυση παρέχει δυσανάλογη ωφέλεια σε μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, αντίθετα προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, προσκόπτει στη δυσκολία ότι οι σκοποί της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι ποικίλοι, ουδόλως δε αμφισβητείται ότι οι κοινοτικές αρχές έχουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά το πώς θα συμβιβάζουν τους σκοπούς αυτούς. Πάντως, οι σκοποί αυτοί δεν αποτελούν κανόνες για την προστασία του ατόμου, ώστε να θεμελιώσουν αγωγή αποζημιώσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει επίκληση από την ενάγουσα της αρχής της αναλογικότητας, όπως την έχει καθορίσει το Δικαστήριο, ή ότι έχει αποδειχτεί οποιαδήποτε παραβίαση της.
Η προβαλλόμενη έβδομη βάση περί του παρανόμου αφορά τους ιδίους πόρους της ΕΟΚ. Η GÀEC ισχυρίζεται ότι η αύξηση 2 ο/ο στο επίπεδο της ενισχύσεως, που επήλθε με την απόφαση 84/361, δεν προστατεύει τους ιδίους πόρους της Κοινότητας.
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η άδεια χρησιμοποιήσεως του ΦΠΑ για την επιστροφή της εν λόγω ενισχύσεως είχε αρχικά χορηγηθεί με το άρθρο 3 του κανονισμού 855/84, τον οποίο η ενάγουσα δεν προσέβαλε. Δεδομένου ότι η απόφαση 84/361 επιβεβαιώνει απλώς και μόνο τον κανονισμό στο σημείο αυτό, το Συμβούλιο διερωτάται κατά πόσο η ενάγουσα εξακολουθεί να βρίσκεται εντός της προθεσμίας προβάλλουσα τον ισχυρισμό. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται επίσης ότι είναι αδύνατο να γίνει αντιληπτό πώς οποιαδήποτε πτώση των ιδίων πόρων της Κοινότητας θα μπορούσε να επιφέρει αυθαίρετη διάκριση εις βάρος της ενάγουσας ή να της προκαλέσει την αξιούμενη ζημία.
Η 20ή οδηγία περί ΦΠΑ μου φαίνεται ότι προβλέπει την προστασία των ιδίων πόρων έναντι των αποτελεσμάτων της ενισχύσεως που χορηγείται τόσο δυνάμει του κανονισμού 855/84 όσο και της αποφάσεως 84/361. Εν πάση περιπτώσει, οι κανόνες και οι αρχές που διέπουν τους ιδίους πόρους της ΕΟΚ δεν αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, κανόνες για την προστασία του ατόμου, τους οποίους θα μπορούσε να επικαλεστεί η ενάγουσα προς θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως, οπότε το σχετικό αίτημα της θα απερρίπτετο έστω και αν ήταν παραδεκτό.
Συνοψίζοντας, φρονώ ότι η απόφαση 84/361 είναι παράνομη, διότι παραβιάστηκε το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί δε να είναι παράνομη, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, λόγω παραβιάσεως του άρθρου 96 της Συνθήκης ΕΟΚ, πλην όμως θεωρώ ότι κανένας από αυτούς τους λόγους παρανομίας δεν αποτελεί παραβίαση ανωτέρου κανόνα δικαίου για την προστασία του ατόμου, ώστε να θεμελιώνει εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας. Φρονώ επίσης ότι η απόφαση 84/361 είναι παράνομη λόγω παραβιάσεως της αρχής της ισότητας, η οποία θεσπίζεται ειδικότερα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο β ), της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό αποτελεί αναμφιβόλως έναν ανώτερο κανόνα δικαίου για την προστασία του ατόμου, αλλά, κατά τη γνώμη μου, δεδομένου ότι την επικαλούμενη ζημία, κατά το μέτρο που προσδιορίζεται, φέρεται να υπέστη μεγάλος αριθμός αγροτών και εν πάση περιπτώσει εμπίπτει στα όρια των κινδύνων που είναι συμφυείς με την οικονομική δραστηριότητα της ενάγουσας, δεν αποδείχτηκε ότι έχει σημειωθεί μια αρκετά σοβαρή παραβίαση ενός τέτοιου κανόνα ώστε να θεμελιώσει εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
Βάσει των ανωτέρω, δεν είναι τελείως απαραίτητο να εξεταστεί αν η ενάγουσα απέδειξε την επικαλούμενη ζημία ή αν απέδειξε αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της εν λόγω ζημίας και της προσβαλλόμενης νομοθεσίας. Πάντως, αυτά τα θεωρώ σημαντικές πτυχές της υποθέσεως.
Όσον αφορά το θέμα της ζημίας, η GAEC ισχυρίζεται ότι η ζημία την οποία έχει υποστεί άμεσα και ατομικά, λόγω της αυξήσεως του ποσοστού της επιστροφής που χορηγείται στους γερμανούς αγρότες και της επιπτώσεως της εν λόγω αυξήσεως στην τιμή ανά κιλό βοδινού και μοσχαρίσιου κρέατος στη Γαλλία, συνεπήχθη απώλεια κέρδους επί των κτηνοτροφικών πωλήσεων της τουλάχιστον 5 o/ο. Για τα λοιπά προϊόντα της αγροτικής εκμεταλλεύσεως της ( πουλερικά και γάλα ), η GAEC δεν είχε αριθμούς. Με την αγωγή της υπολόγισε αρχικά τη ζημία της, για όλα τα προϊόντα της, σε 60000 γαλλικά φράγκα για το 1984, με την επιφύλαξη να καταλήξει σε λεπτομερέστερους αριθμούς όταν θα ήταν διαθέσιμες οι στατιστικές για το δεύτερο εξάμηνο του 1984, για τα προσωπικά της κέρδη, τους λογαριασμούς απωλειών και τον ισολογισμό για το 1984. Τα τελευταία κατέστησαν διαθέσιμα πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση και, απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, η GAEC υπολόγισε τις ζημίες της σχετικά με το βοδινό και το μοσχαρίσιο κρέας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984 μόνο σε 10894 γαλλικά φράγκα, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι εξακολουθούσε να μην μπορεί να παράσχει έναν υπολογισμό των απωλειών της σχετικά με το γάλα ή τα πουλερικά. Ισχυρίζεται ότι, προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να προσδιορίζεται οριστικά το ακριβές ύψος της ζημίας' το Δικαστήριο μπορεί να κηρύξει υπεύθυνη την Κοινότητα για επικείμενη ζημία, που δύναται να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα, έστω και αν η ζημία δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια: [σκέψη 6 της αποφάσεως στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 έως 60/74, Kampffmeyer κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, ( 1976 ) ECR 711, και ιδίως σ. 741 ].
Κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, η ενάγουσα παρέσχε τους ισολογισμούς και τα έγγραφα που τιτλοφορούνται « Compte de pertes et profits » ( λογαριασμός κερδών και ζημιών) για το 1982, 1983 και 1984. Οι τελευταίοι, όμως, παρέχουν μόνο συνολικά και όχι αναλυτικά τα αποτελέσματα εμπορίας για το έτος. Όσον αφορά τις εμπορικές δραστηριότητες της GAEC, το μόνο στοιχείο που παρέχεται στους «λογαριασμούς κερδών και ζημιών » είναι το ακαθάριστο εμπορικό κέρδος για το έτος («bénéfice ď exploitation de ľ exercice » ). To 1982 αυτό ανήλθε σε 196925,38 γαλλικά φράγκα· το 1983 ανήλθε σε 325630,32 γαλλικά φράγκα και το 1984 μόνο σε 46977,15 γαλλικά φράγκα. Επομένως, μετά από άνοδο το 1983, το ακαθάριστο εμπορικό κέρδος φαίνεται να έπεσε σοβαρά το 1984. Πάντως η ενάγουσα δεν επιδίωξε να συναγάγει οποιοδήποτε επιχείρημα από το γεγονός αυτό. Δεν ισχυρίζεται ότι η πτώση των κερδών οφείλεται σε πωλήσεις που χάθηκαν οι αριθμοί της δε για τις πωλήσεις βοδινού κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984 εμφαίνουν μεγέθη πωλήσεων παρόμοια με εκείνα του 1982, 1983 και 1985. Ο ισχυρισμός της συνίσταται μάλλον στο ότι ζημιώθηκε λόγω πραγματοποιήσεως χαμηλότερων κερδών από τις πωλήσεις τις οποίες έκανε.
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει οποιαδήποτε ζημία σχετική με την παραγωγή της πουλερικών και γάλακτος, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας. Όσον αφορά το βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας, τα επιχειρήματα της ενάγουσας είναι ασθενή και απορρέουν από έναν υπολογισμό.του αποτελέσματος της επιστροφής του γερμανικού ΦΠΑ επί των γαλλικών τιμών, ενώ οι συμπιεσμένες τιμές στη γαλλική αγορά μπορούν να εξηγηθούν από άλλους παράγοντες, παρά από την εν λόγω ενίσχυση, όπως είναι η εφαρμογή, από 1ης Απριλίου 1984, μιας υπέρεισφοράς προς αποθάρρυνση της παραγωγής στον τομέα του γάλακτος, με συνακόλουθη αύξηση στις σφαγές αγελάδων στη Γαλλία και Γερμανία.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι λογικώς δεν μπορεί να επίκειται ζημία απορρέουσα από την πρόσθετη ενίσχυση. Πρέπει να έχει ήδη επέλθει κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984 και μεΑΑοντική ζημία δεν μπορεί να υπάρξει. Επικαλούμενη την οικονομία της δίκης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή της GAEC απλώς και μόνο διότι δεν υπάρχει ζημία απορρέουσα από την προσβαλλόμενη πράξη· παραθέτει δε τις σκέψεις 9 μέχρι 13 της αποφάσεως στην υπόθεση 40/75 [Produits Bertrand κατά Επιτροπής, (1976) ECR 1, και ιδίως σ. 9], ως παράδειγμα μιας τέτοιας δίκης.
Υπολογίζοντας τις φερόμενες ζημίες της επί των πωλήσεων βοδινού και μοσχαρίσιου κρέατος, η ενάγουσα δεν αναφέρεται εν προκειμένω σε συγκεκριμένες συναλλαγές. Λαμβάνει τις συνολικές της ποσότητες πωλήσεων βοδινού κρέατος σε διάφορες κατηγορίες και εφαρμόζει σ' αυτές ποσοστά επί τοις εκατό που συνάγονται από γενικές τάσεις της αγοράς στη Γαλλία. 'Ετσι, η ενάγουσα υπολογίζει ότι οι τιμές για το βοδινό και το μοσχαρίσιο κρέας, που δεν δικαιολογεί παρέμβαση, έπεσαν στη Γαλλία κατά 6,6 % κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι δε τιμές για το βοδινό και το μοσχαρίσιο κρέας, που δικαιολογεί παρέμβαση, έπεσαν κατά 4,5 o/ο' εφαρμόζει τα ποσοστά αυτά στο συνολικό όγκο των πωλήσεων της, σε καθεμιά από τις εν λόγω κατηγορίες στο δεύτερο εξάμηνο του 1984. Κατά τη γνώμη μου, αυτή δεν είναι μια παραδεκτή μέθοδος υπολογισμού των φερομένων ζημιών που υπέστη. Η ειδική ενίσχυση στους γερμανούς αγρότες μου φαίνεται ότι έχει επηρεάσει τις τιμές βοδινού κρέατος στη Γαλλία το πολύ για δύο μήνες από τους έξι που εξετάστηκαν. Επιπλέον, δεν είναι καθόλου σαφές ότι ολόκληρη αυτή η μείωση τιμών μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός της υπεραντισταθμίσεως που δόθηκε στους γερμανούς αγρότες δυνάμει της αποφάσεως 84/361· η πτώση των τιμών μπορεί να οφείλεται, εν όλω ή εν μέρει, και σε άλλους παράγοντες. Το ζήτημα είναι πολύ θεωρητικό και δεν νομίζω ότι η ενάγουσα απέδειξε με επαρκή βεβαιότητα, εν προκειμένω, τη ζημία που επικαλείται. Αυτό συμβαίνει προπαντός με το γάλα και τα πουλερικά, όπου, ελλείψει πλήρους στατιστικής τιμών, η ενάγουσα ούτε προσπάθησε καν να προσδιορίσει τις φερόμενες ζημίες.
Στην υπόθεση Kampffmeyer το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι θα μπορούσε να κηρυχτεί υπεύθυνη η Κοινότητα για « επικείμενη ζημία που μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα », έστω και αν δεν μπορούσε ακόμα να εκτιμηθεί με βεβαιότητα η ζημία. Η ενάγουσα στην υπό κρίση υπόθεση δεν προσκόμισε το λογαριασμό κερδών και ζημιών για το έτος 1984. Δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο γιατί αυτή δεν επισημαίνει συγκεκριμένες συναλλαγές ως προς τις οποίες ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ζημίες, αν υφίστανται, τουλάχιστον όσον αφορά το δεύτερο εξάμηνο του 1984. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν δέχομαι ότι μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της σκέψεως 6 της αποφάσεως Kampffmeyer. Επιπλέον, δεν θεωρώ ότι η φερόμενη στην παρούσα υπόθεση ζημία είναι επαρκώς βεβαία, ώστε να εμπίπτει στην αρχή της αποφάσεως Kampffmeyer, έστω και αν επρόκειτο για μελλοντική ζημία. Επομένως, δεν νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της ενάγουσας περί αναγνωρίσεως γενικής ευθύνης αποζημιώσεως, την οποία αυτή επιδιώκει.
Όσον αφορά τον αναγκαίο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αποφάσεως 84/361 και της φερόμενης ζημίας, η GAEC ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση που επιτράπηκε με την απόφαση 84/361 στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και παρέχει στα γερμανικά προϊόντα ένα πλεονέκτημα όχι μόνο στη γαλλική αγορά αλλά και στις αγορές τρίτων χωρών, όπου αυτά ανταγωνίζονται με τα γαλλικά προϊόντα, ειδικότερα τα δικά της προϊόντα.
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα ζημία δεν οφείλεται στην απόφαση 84/361, αλλά στα γερμανικά εθνικά μέτρα που ελήφθησαν δυνάμει αυτής. Έτσι, δεν υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποφάσεως και της φερόμενης ζημίας, δεδομένου ότι η απόφαση απλώς και μόνο επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να καταβάλει την ενίσχυση.
Ο κύριος ισχυρισμός της γερμανικής κυβερνήσεως στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ελλείψει πραγματικής, αποδεδειγμένης ζημίας, τελούσας σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προσβαλλόμενη πράξη. Ισχυρίζεται ότι η πτώση της τιμής του βοδινού κρέατος την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο οφείλεται στην αιφνίδια αύξηση σφαγών των βοοειδών ως επακόλουθο των περιορισμών που επέβαλε η Κοινότητα στην παραγωγή του γάλακτος. Διατείνεται ότι τόσο τα στοιχεία του εξωτερικού εμπορίου, όσο και η τάση των τιμών για τα βοδινά και μοσχαρίσια κρέατα δεν συνηγορούν υπέρ της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερόμενης ζημίας και της προσβαλλόμενης πράξης, ενώ δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο αποδείξεις για την έκταση αυτών των σφαγών ή και των ενδεχόμενων επιπτώσεων τους στις τιμές.
Προσωπικά δεν πείθομαι ότι έχει αποδειχτεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης παρανομίας και της ζημίας.
Είπα ήδη ότι αυτά τα δύο τελευταία ζητήματα υπήρξαν σημαντικές πτυχές της υπόθεσης, διότι, κατά τη γνώμη μου, αυτά και μόνο οδηγούν στην απόρριψη της αγωγής, ώστε, κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ερευνήσει την επικαλούμενη παρανομία της απόφασης 84/361, είτε διότι η ενάγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη ζημίας f όπως στην υπόθεση 49/79, POOL κατά Συμβουλίου, (1980) ECR 569 ] είτε διότι δεν απέδειξε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της επικαλούμενης παρανομίας και της ζημίας [όπως στην υπόθεση 40/75, Produits Bertrand, (1976) ECR 1, και στην υπόθεση 26/81, Oleifici Mediterranei, Συλλογή 1982, σ. 3057 ].
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθό μέρος στρέφεται κατά της Επιτροπής, και ως αβάσιμη, καθό μέρος στρέφεται κατά του Συμβουλίου. Η ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλ' όχι της Επιτροπής, η οποία δεν το ζήτησε.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy