ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 21ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με Διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1984, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου δέκα ημέρες αργότερα, το Raad van Beroep του 'Αμστερνταμ ερωτά το Δικαστήριο αν « συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, και ιδίως με τις διατάξεις που περιλαμβάνει το παράρτημα VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, η μη χορήγηση, κατά το χρόνο καθορισμού της σύνταξης έγγαμου άνδρα βάσει του AOW, στη σύζυγο του τελευταίου, η οποία συμπλήρωσε μετά την 1η Ιανουαρίου 1957 περιόδους, όπως αυτές που αναφέρονται στο παράρτημα VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος2, περίπτωση γ), του προαναφερθέντος κανονισμού, των πλεονεκτημάτων, τα οποία συνεπάγονται οι περίοδοι ασφαλίσεως κατά την ολλανδική νομοθεσία — ιδίως τα άρθρα 1, στοιχείο α ), και 5 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956 (Stb. 628) που θεσπίστηκε σε εκτέλεση του άρθρου 45 του AOW». Το ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ του G. J. J. De Jong, ολλανδού υπηκόου, και της Sociale Verzekeringsbank (SVB), εθνικού οργανισμού ασφαλίσεως, ως προς το ύψος της συντάξεως γήρατος που δικαιούται ο πρώτος.
Η εν λόγω παροχή διέπεται στις Κάτω Χώρες από το γενικό νόμο περί γήρατος (Algemene Ouderdomswet: στο εξής AOW), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1957. Η ρύθμιση αυτή που κατά καιρούς αποτέλεσε αντικείμενο τροποποιήσεων, συμπληρώθηκε από ορισμένες κοινοτικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα VI του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ L 230 της 22.8.1983, σ. 78 ), σε ευρεία επισκόπηση της οποίας προέβη με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 284/84, Sprayt κατά SVB. Στην παρούσα υπόθεση περιορίζομαι λοιπόν να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές: α) η έγγαμη γυναίκα δεν διαθέτει πλέον αυτοτελές δικαίωμα συντάξεως' β) μόνο ο σύζυγος μπορεί να τη διεκδικήσει για τον ίδιο και τη σύζυγό του, εφόσον έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και βάσει των αντίστοιχων περιόδων ασφαλίσεως που έχουν πραγματοποιηθεί' γ) για κάθε έτος κατά τη διάρκεια του οποίου ένας από τους συζύγους δεν ήταν ασφαλισμένος, το ύψος της συντάξεως που δικαιούται ο σύζυγος μειώνεται κατά 1 %
Ο AOW περιλαμβάνει περαιτέρω μεταβατική ρύθμιση, η οποία διέπει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαιούχος συντάξεως συμπλήρωσε το 15ο έτος της ηλικίας του πριν από την 1η Ιανουαρίου 1957, dies a quo των 50 ετών που απαιτείται να έχουν συμπληρωθεί για να κτηθεί δικαίωμα πλήρους συντάξεως. Συγκεκριμένα, τα έτη που προηγούνται της ημερομηνίας αυτής θεωρούνται ως περίοδος ασφαλίσεως υπό την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος κατώκησε στις Κάτω Χώρες επί 6 έτη, έστω και μη συνεχή, μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του (άρθρο 43), είναι ολλανδός υπήκοος και κατοικεί συνήθως στις Κάτω Χώρες ( άρθρο 44 ). Οι πιο πάνω προϋποθέσεις κατέστησαν πάντως λιγότερο άκαμπτες με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1956 (Stb. 628). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 1, περίπτωση α ), τα έτη για τα οποία ένα πρόσωπο είναι ασφαλισμένο κατά την έννοια του AOW, παρόλον ότι δεν κατοικεί στις Κάτω Χώρες, εξομοιώνονται με περιόδους κατοικίας στη χώρα αυτή. Ανάλογη εξομοίωση πραγματοποιήθηκε με το άρθρο 5, παράγραφος 1, περίπτωση α), όσον αφορά τους ολλανδούς υπηκόους που ήταν αδιαλείπτως ασφαλισμένοι από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας τους.
Στο κοινοτικό επίπεδο, αλυσιτελείς για την παρούσα υπόθεση είναι οι διατάξεις που προβλέπονται στον κανονισμό 1408/71, παράρτημα VI, κεφάλαιο Θ, περιπτώσεις α), γ ) και στ ), διατάξεις που εξέτασα εκτενώς με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Spruyt. Παραπέμπω λοιπόν στις τελευταίες για το περιεχόμενο, τη σημασία και τους λόγους νομοθετικής πολιτικής που διαπνέουν τις εν λόγω διατάξεις.
2.
Ο De Jong γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1918 και τέλεσε τους γάμους του με την Constantino στις 30 Οκτωβρίου 1950 στην Ιταλία. Η τελευταία, γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου 1920, απέκτησε δε λόγω του γάμου της την ολλανδική υπηκοότητα. Στις 16 Φεβρουαρίου 1951 οι De Jong εγκαταστάθηκαν στις Κάτω Χώρες. Το 1975 ο σύζυγος κατέστη ολικώς ανίκανος προς εργασία και από τη στιγμή αυτή άρχισε να λαμβάνει παροχές δυνάμει του νόμου περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία (Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering — στο εξής: WAO). Στις 17 Απριλίου 1982 η οικογένεια μετακόμισε οριστικά στην Ιταλία όπου ο De Jong συμπλήρωσε στις 27 Ιουλίου 1983 το 65ο έτος της ηλικίας του, κτώντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα συντάξεως για τον ίδιο και τη σύζυγό του.
Υπολογίζοντας το ύψος της παροχής, η SVB έκρινε καταρχάς ότι, ως δικαιούχος παροχής δυνάμει του WAO, ο De Jong εξακολουθούσε να είναι ασφαλισμένος βάσει του AOW, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, περίπτωση ζ ), του βασιλικού διατάγματος της 19ης Οκτωβρίου 1976 (Stb. 557), ακόμη και μετά την αναχώρηση του από τις Κάτω Χώρες. Δεδομένου ότι ήταν ασφαλισμένος από την 1η Ιανουαρίου 1957 χωρίς διακοπή, ο De Jong συγκέντρωνε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να λάβει τα προβλεπόμενα από το μεταβατικό καθεστώς πλεονεκτήματα (άρθρα 43 και 44 του AOW και άρθρα 1 και 5 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956) και κατά συνέπεια δικαιούνταν πλήρους συντάξεως.
Δεν ίσχυε όμως το ίδιο για τη σύζυγό του, η οποία ήταν ασφαλισμένη από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι τις 17 Απριλίου 1982, ημερομηνία κατά την οποία ακολούθησε το σύζυγό της στην Ιταλία' δεν μπορούσε επομένως να λάβει τα ίδια πλεονεκτήματα: και τούτο όχι μόνο επειδή μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του συζύγου της ( 27 Ιουλίου 1977) δεν εξακολουθούσε να κατοικεί στις Κάτω Χώρες [άρθρα 43 του AOW και 1, περίπτωση α), του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956], αλλ' επειδή επιπλέον κατά το διάστημα μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1957 και της συμπλήρωσης του 65 έτους του συζύγου της, η De Jong δεν ήταν ασφαλισμένη κατά την έννοια των άρθρων 44 του AOW και 5, περίπτωση α), του εν λόγω διατάγματος. Πάντως, δυνάμει του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, περίπτωση γ), ήταν δυνατό να της αναγνωριστούν ως περίοδοι ασφαλίσεως οι μήνες που διέρρευσαν μεταξύ της 17ης Απριλίου 1982 ( αναχώρηση για την Ιταλία) και της 27ης Ιουλίου 1983 (συμπλήρωση του 65 έτους του συζύγου). Επιπλέον, βάσει της ιδίας διατάξεως, αναγνωριζόταν στη σύζυγο τα μετά την τέλεση του γάμου έτη από τις 16 Φεβρουαρίου 1951 (ημερομηνία εγκαταστάσεως της στην Ολλανδία) και της 1ης Ιανουαρίου 1957, εφόσον συνέπιπταν με τις περιόδους ασφαλίσεως του De Jong. Αντίθετα, σύμφωνα πάντοτε με την περίπτωση γ), δεν ήταν δυνατό να της αναγνωριστεί η περίοδος από τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας της μέχρι τη 15η Φεβρουαρίου 1951.
Οι λόγοι αυτοί ώθησαν την SVB να αφαιρέσει από τη σύνταξη του De Jong το ποσό που αντιστοιχεί στα 15 έτη κατά τη διάρκεια των οποίων η σύζυγος δεν ήταν ασφαλισμένη και να καταβάλλει το 85 ο/ο της πλήρους σύνταξης. Κατόπιν αυτού, ο συνταξιοδοτηθείς προσέβαλε την απόφαση ενώπιον του Raad van Beroep του Άμστερνταμ, ισχυριζόμενος ότι, έχοντας εξομοιωθεί με ασφαλιστικές περιόδους δυνάμει της περίπτωσης γ) του παραρτήματος VI, οι μήνες που διέρρευσαν μεταξύ της 17ης Απριλίου 1982 και της 27ης Ιουλίου 1983 έπρεπε να αναγνωριστούν ως περίοδοι ασφαλίσεως της συζύγου κατά την έννοια του AOW. Αυτό θα επέτρεπε στη σύζυγο να θεωρηθεί ως ασφαλισμένη από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι τις 27 Ιουλίου 1983 χωρίς διακοπή και κατά συνέπεια να της αναγνωριστούν, δυνάμει του άρθρου 5 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956, τα έτη μεταξύ του 15ου έτους της ηλικίας της και της ημέρας αφίξεώς της στις Κάτω Χώρες.
Το επιληφθέν δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεώς του προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο το ερώτημα που παρατίθεται στην αρχή των προτάσεων μου. Στο σκεπτικό της Διάταξης περί παραπομπής αναφέρεται ότι το ερώτημα αποσκοπεί κατ' ουσία στο να προσδιοριστεί η έννοια της έκφρασης « λαμβάνονται υπόψη ως περίοδοι ασφαλίσεως » που περιλαμβάνει η περίπτωση γ), και συγκεκριμένα στο να εξακριβωθεί αν οι εν λόγω περίοδοι συνεπάγονται τις αυτές έννομες συνέπειες με εκείνες που ο AOW αναγνωρίζει στις περιόδους πραγματικής ασφαλίσεως.
3.
Κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις η κυβέρνηση της Χάγης, η SVB και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στο πλαίσιο των αποδείξεων, το Δικαστήριο ζήτησε από τους παρεμβαίνοντες να διευκρινίσουν αν μετά την αναχώρηση της από την Ιταλία η De Jong είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη μείωση της σύνταξης της κατά τρόπο που να μην απαιτείται συνεχής κατοικία της στις Κάτω Χώρες.
Σπεύδω να τονίσω ότι στην ερώτηση του Δικαστηρίου αρμόζει καταφατική απάντηση. Κατ' εμέ — πρέπει να τονιστεί in limine — ο κανονισμός 1408/71 « έχει ως μοναδικό σκοπό να διασφαλίσει το συντονισμό μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως », ώστε οι διακινούμενοι εργαζόμενοι να μην κινδυνεύουν να απωλέσουν εξαιτίας της μετακίνησης τους τα πλεονεκτήματα που θεσπίζουν οι τελευταίες, ενώ εναπόκειται στη νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους να καθορίζει «τις προϋποθέσεις ... υπαγωγής σ' ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως » ( απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 266/78, Brunori, Race. 1979, σ. 2705 απόφαση της 24ης Απριλίου 1980 στην υπόθεση 110/79, Coonan, Race. 1980, σ. 1445, και απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1982 στην υπόθεση 276/81, SVB, Συλλογή 1982, σ. 3027 ). Πρέπει λοιπόν οι διατάξεις του παραρτήματος VI, περιπτώσεις α), γ) και στ) να ερμηνευτούν υπό το φως των εν λόγω αρχών.
Όπως τόνισα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Spruyt, η πρώτη και η τρίτη από τις προαναφερθείσες διατάξεις επεκτείνουν τα πλεονεκτήματα του μεταβατικού καθεστώτος του AOW στους εργαζομένους που εγκαταλείπουν τις Κάτω Χώρες προτού συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας τους, υπό τον όρο ότι κατοικούσαν και εργάστηκαν εκεί κατά τα έτη που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος της εθνικής νομοθεσίας ( 1η Ιανουαρίου 1957 ) και ακολούθησαν τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους. Αντίθετα, η περίπτωση γ) αποσκοπεί στο να αποτρέψει τις συνέπειες από τις μειώσεις που προβλέπει το άρθρο 10 του AOW επί του ποσού συντάξεως των έγγαμων ανδρών πράγματι, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, η γυναίκα μπορεί να διεκδικήσει ως περιόδους ασφαλίσεως τα έτη που έπονται του γάμου της και προηγούνται της 1ης Ιανουαρίου 1957 κατά τη διάρκεια των οποίων παρέμεινε στη χώρα της και κατά συνέπεια δεν ήταν ασφαλισμένη σύμφωνα με τον AOW, ενώ ο σύζυγος της εργαζόταν στις Κάτω Χώρες.
Οι διευκρινίσεις αυτές νομίζω ότι αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η υποστηριζόμενη από τον De Jong άποψη — ότι δηλαδή τα αναφερόμενα στην περίπτωση γ ) έτη ισχύουν επίσης ως περίοδοι ασφαλίσεως για τους σκοπούς του AOW — βαίνει πέραν των ορίων στο πλαίσιο του συντονισμού που διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο και εισάγει προϋποθέσεις υπαγωγής σε ασφαλιστικό καθεστώς που δεν προβλέπει η ολλανδική ρύθμιση.Πράγματι, η σημερινή κυρία De Jong δεν διατηρούσε κατά την επίμαχη περίοδο κανένα δεσμό με τις Κάτω Χώρες: δεν διέμενε εκεί, δεν εργαζόταν ούτε ήταν παντρεμένη με εργαζόμενο στο έδαφος της χώρας αυτής. Κατά παράδοξο τρόπο, αποτέλεσμα της άποψης αυτής είναι ότι χορηγούνται στη σύζυγο κατά την στιγμή του γάμου της περισσότερα πλεονεκτήματα από εκείνα που απολαμβάνει ceteris paribus άγαμος εργαζόμενος, μολονότι αληθεύει, σύμφωνα με την περίπτωση α ), ότι είναι δυνατό στην περίπτωση του να αναγνωριστούν τα έτη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1957, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι ο τελευταίος κατοικούσε πράγματι στις Κάτω Χώρες κατά το χρονικό αυτό διάστημα.
Δεν ήταν όμως αυτό το αποτέλεσμα που επιδίωξε ο κοινοτικός νομοθέτης, όταν, συμπληρώνοντας τον AOW, θέσπισε για την έγγαμη γυναίκα τη διάταξη της περίπτωσης γ ). Όπως έχω ήδη αναφέρει, η διάταξη αυτή αποσκοπεί αποκλειστικά στο να αποτρέψει μείωση της σύνταξης του συζύγου και στο να προστατεύσει με τον τρόπο αυτό τον εργαζόμενο, ο οποίος μεταναστεύει στις Κάτω Χώρες μετά το γάμο του χωρίς να συνοδεύεται από τη σύζυγό του. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι tanta est vis matrimonii αλλ' αυτή επίσης είναι και η επιπρόοΰετη προστασία που παρέχει η αρχή του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ στη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με την ολλανδική νομοθεσία.
Η εφαρμογή βέβαια της νομοθεσίας αυτής συνεπάγεται για τον De Jong απώλεια ύψους 15 % από τη σύνταξη του. Πάντως, όπως διευκρίνισε η SVB απαντώντας στην ερώτηση του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο του ολλανδικού συστήματος είναι δυνατό για τους υπαγομενους στην κατηγορία αυτή να εξακολουθήσουν να απολαμβάνουν τα προσωρινά πλεονεκτήματα συνάπτοντας προαιρετική ασφάλιση. Η De Jong εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να προστρέξει στη λύση αυτή και το ποσό των ασφαλίστρων που είναι υποχρεωμένη να πληρώσει δεν διαφέρει από τις καταβλητέες στο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφαλίσεως εισφορές προκειμένου να επιτύχει το αυτό αποτέλεσμα. Ενόψει και του γεγονότος αυτού δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το μεταβατικό καθεστώς του AOW παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των κοινοτικών εργαζομένων.
4.
Βάσει των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που υπέβαλε το Raad van Beroep του Άμστερνταμ με Διάταξη της 19ης Οκτωβρίου του 1984 στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του G. J. J. De Jong και της Sociale Verzekeringsbank:
Το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και το παράρτημα VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, περίπτωση γ), του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι ο δικαιούχος συντάξεως γήρατος δυνάμει του Algemene Ouderdomswet δεν μπορεί να διεκδικεί, στηριζόμενος στον προαναφερθέντα νόμο AOW, προσωρινά πλεονεκτήματα για περιόδους που διαφέρουν από τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη του παραρτήματος.
( *1 ) Μετάφραση οπό τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy