ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 11ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 11 Ιουλίου 1984, η Επιτροπή αποφάσισε ότι « οι υποψηφιότητες υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου, καθώς και οι υποψηφιότητες υπαλλήλων του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου, μπορεί να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση διοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσεως. Ομοίως, οι διοικητικοί υπάλληλοι μπορούν να υποβάλλουν υποψηφιότητα για κάθε κενή θέση των κλάδων LA και ST » ( 1 ).
Η « πρώτη φάση της ανακοίνωσης κενής θέσεως » είναι αυτή που ορίζεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Συνίσταται στην εξέταση « των δυνατοτήτων προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου ».
Οι Fabbro, Giuffrida και Herbin, προσφεύγοντες στην υπόθεση 269/84, ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προαναφερθείσα απόφαση, κατά το μέτρο που προβλέπει ότι οι υποψηφιότητες των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου μπορούν να ληφθούν υπόψη για την πλήρωση διοικητικών θέσεων.
Ο Scharf, προσφεύγων στην υπόθεση 292/84, σας ζητεί με ένσταση να αναγνωρίσετε την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης αυτής και να ακυρώσετε, κατά συνέπεια, την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ( στο εξής: ΑΔΑ) της 30ής Νοεμβρίου 1984, με την οποία αυτή διόρισε τον R. T., υπάλληλο του γλωσσικού κλάδου (LA), στη θέση κατηγορίας Α που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση COM/1207/84, καθώς και την απόφαση της ίδιας ημέρας της ΑΔΑ, με την οποία αυτή απέρριψε την υποψηφιότητα του Scharf για την ίδια θέση λόγω του διορισμού του R. Τ.
Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984 είναι παράνομη, κατ' ουσία διότι συνιστά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως).
Θα εξετάσω κατά σειρά το πρόβλημα του παραδεκτού, το οποίο αφορά μόνο την υπόθεση 269/84, και την ουσία της υποθέσεως.
Α — Επί του παραδεκτού
1.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν συμφέρον προσωπικό, γεγεννημένο και παρόν για να προσβάλουν την αμφισβητούμενη διάταξη, η οποία δεν είναι βλαπτική γι' αυτούς, εφόσον δεν θίγει άμεσα την έννομη κατάσταση τους.
Η Επιτροπή φρονεί ότι, λόγω του γενικού χαρακτήρα του προσβαλλόμενου μέτρου, αυτό δεν θα μπορούσε να αφορά άμεσα τους προσφεύγοντες παρά μόνο αν, κατ' εφαρμογή του, είχε πράγματι απορριφθεί η υποψηφιότητά τους προς όφελος υπαλλήλου προερχομένου από το γλωσσικό κλάδο' εφόσον όμως δεν υπέβαλαν υποψηφιότητα για θέση της κατηγορίας Α, στην οποία να μετατέθηκε υπάλληλος του κλάδου LA, δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τη γενική διάταξη που κατέστησε δυνατή τη μετάθεση αυτή.
2.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δίνει τη δυνατότητα στους υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβάλει προηγουμένως διοικητική ένσταση, να προσβάλλουν είτε τα ατομικά μέτρα που εκδίδονται κατ' εφαρμογή γενικής αποφάσεως είτε την ίδια τη γενική απόφαση από τη στιγμή που τους βλάπτει.
Ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά βλαπτική γι' αυτούς πράξη, διότι:
α)
τους περιορίζει την ευχέρεια κινητικότητας διευρύνοντας τον αριθμό των υπαλλήλων που μπορούν να υποβάλλουν υποψηφιότητα κατά την πρώτη φάση της ανακοίνωσης κενής θέσεως
β)
τους περιορίζει τις ευκαιρίες προαγωγής, εφόσον μπορούν να μετατεθούν σε θέσεις Α 6, Α 5 και Α 4 υπάλληλοι του κλάδου LA, μειώνοντας έτσι τον αριθμό των θέσεων που μπορούν να καλυφθούν με προαγωγή.
Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι θέσεις του προϋπολογισμού για υπαλλήλους του γλωσσικού κλάδου που μετατίθενται δεν μπορούν να μεταφερθούν προς την κατηγορία Α (επιχείρημα που προβάλλεται με την απάντηση ).
Ο γενικός χαρακτήρας της απόφασης δεν αίρει το χαρακτήρα της ως βλαπτικής διοικητικής πράξης, εφόσον η απόφαση αυτή απευθύνεται, ως εκ του περιεχομένου της, σε ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων της κατηγορίας Α, οι οποίοι συγκεντρώνουν ήδη ή θα συγκεντρώσουν στο μέλλον τις προϋποθέσεις για την πλήρωση κενών διοικητικών θέσεων, θέτοντας τους σε ανταγωνισμό προς τους υπαλλήλους του γλωσσικού κλάδου ( LA ).
Για το λόγο αυτό η βλάβη είναι άμεση και μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια για κάθε υπάλληλο κατηγορίας Α σε σχέση με την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του.
Εξάλλου, η θέση σε εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να οδηγήσει στην υποβολή ιδιαίτερα υψηλού αριθμού διοικητικών ενστάσεων και, στη συνέχεια, προσφυγών. Πρέπει, επομένως, προς το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης ( θεωρία της οικονομίας της δίκης ) να γίνει δεκτό το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής.
3.
Πρέπει να λεχθεί ευθύς αμέσως ότι το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι, όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1983 (υπόθεση 85/82, Schloh κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 2105 ), « ο προσφεύγων δεν νομιμοποιείται να προσφεύγει υπέρ του νόμου ή των κοινοτικών οργάνων και δεν μπορεί να προβάλλει, προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως διορισμού, παρά μόνο αιτιάσεις που τον αφορούν ατομικά ».
Ο ίδιος κανόνας ισχύει, κατά τη γνώμη μου, και όσον αφορά μέτρα γενικού χαρακτήρα.
4.
Φρονώ πράγματι ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της φύσεως της βλάβης (που πρέπει να είναι προσωπική, και σ' αυτό θα επανέλθω αργότερα) και της φύσεως της προσβαλλόμενης πράξης, η οποία μπορεί να έχει ατομικό ή γενικό χαρακτήρα.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι η προσφυγή που προβλέπεται από τα άρθρα 179 της Συνθήκης και 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περιορίζεται στις δεσμευτικές πράξεις ατομικού χαρακτήρα ( 2 ).
Μια ερμηνεία του άρθρου 90 που θα κατέληγε να στερεί οποιασδήποτε σημασίας την έκφραση « μέτρο γενικού χαρακτήρα », που υπάρχει στην πρώτη περίπτωση της παραγράφου 2, δεν θα ήταν αποδεκτή, κατά τη γνώμη μου.
Με την απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1975 (υπόθεση 54/75, De Dapper κατά Κοινοβουλίου, Rec. 1976, σ. 1381), το Δικαστήριο έκρινε άλλωστε παραδεκτή μια προσφυγή που άσκησαν υπάλληλοι του Κοινοβουλίου κατά της αποφάσεως με την οποία ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον παράτυπο χαρακτήρα των εκλογών που διεξήχθησαν στις 18 Μαρτίου 1975 για την ανάδειξη των μελών της επιτροπής προσωπικού του οργάνου αυτού.
Το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων « ότι δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον των προσφευγόντων, οι οποίοι ήσαν ταυτόχρονα ψηφοφόροι και υποψήφιοι κατά την αμφισβητούμενη εκλογή » ( σκέψη 27 ).
Με μεταγενέστερη απόφαση, που αναφερόταν στην ουσία, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του προέδρου του Κοινοβουλίου και έκρινε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε υποχρέωση να θέσει πέρας στη θητεία της επιτροπής προσωπικού που είχε εκλεγεί παρατύπως, λαμβάνοντας πάντως κάθε αναγκαίο μέτρο προς διαφύλαξη της ασφάλειας δικαίου (απόφαση της 9ης Μαρτίου 1977, υπόθεση 54/75, De Dapper κατά Κοινοβουλίου, Rec. σ. 471).
Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν δηλαδή όντως ένα μέτρο γενικού χαρακτήρα.
Τέτοια μέτρα μπορούν να προσβάλλονται (υπό τις προϋποθέσεις που θα διευκρινίσω) χωρίς να έχει εφαρμογή ο κανόνας του άρθρου 173, παράγραφος 2, διότι το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ και τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως « θεσπίζουν στο κοινοτικό πλαίσιο μια μορφή έννομης προστασίας ειδικής φύσεως τόσο ως προς το αντικείμενο, όσο και ως προς τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να προσφύγουν σ' αυτή » ( προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Trabucchi στην υπόθεση 18/74, Syndicat général du personnel κατά Επιτροπής, Rec. 1974, σσ. 933 και 948 ).
Αυτός ο τρόπος θεωρήσεως μου φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται και από δύο αποφάσεις, με τις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε συγκεκριμένα ότι διαφορά μεταξύ υπαλλήλου και του οργάνου στο οποίο ανήκει σχετική με την αποκατάσταση ζημίας γεννάται, όταν πηγάζει από εργασιακή σχέση που συνδέει τον ενδιαφερόμενο με το όργανο, στο πλαίσιο του άρθρου 179 της Συνθήκης και των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης (βλέπε αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1975 στην υπόθεση 9/75, Meyer-Burckhardt, Rec. 1975, σ. 1171, και της 17ης Φεβρουαρίου 1977, υπόθεση 48/76, Reinarz, Rec. 1977, σ. 298 ).
5.
Για να τοποθετηθεί σωστά το πρόβλημα, πρέπει να υπενθυμίσουμε και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο δέχεται μια προσφυγή κατά πράξεως κανονιστικής φύσεως, όπως είναι ένας κανονισμός του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
α)
Ένας υπάλληλος των Κοινοτήτων μπορεί να επιλέξει το ένδικο βοήθημα του άρθρου 173, παράγραφος 2, όταν θέλει να προσβάλει έναν κανονισμό.
Στην περίπτωση αυτή όμως ο προσφεύγων οφείλει να αποδείξει ότι η αμφισβητούμενη πράξη, μολονότι έχει εκδοθεί με τη μορφή κανονισμού, συνιστά απόφαση που τον αφορά άμεσα και ατομικά. Μέχρι τώρα το Δικαστήριο ποτέ δεν αναγνώρισε ότι συνέτρεχε αυτή η προϋπόθεση.
Μια τέτοια προσφυγή ακολουθεί το γενικό κανόνα και όσον αφορά τις δικαστικές δαπάνες: εφαρμόζεται δηλαδή εν προκειμένω το άρθρο 69, παράγραφος 2, και όχι το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας (βλέπε απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1981, υπόθεση 64/80, Giuffrida και Campogrande κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 693).
β )
Το γεγονός και μόνο της υποβολής διοικητικής ενστάσεως δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν αρκεί για να στηρίξει ένδικο βοήθημα κατά πράξεως κανονιστικής φύσεως.
Πράγματι, η διαδικασία του άρθρου 90, παράγραφος 2, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ΑΔΑ έλαβε απόφαση ή παρέλειψε να εκδώσει μέτρο επιβαλλόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και εφόσον η ενέργεια αυτή της ΑΔΑ συνιστά πράξη βλαπτική ( βλέπε τις αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1981 στις υποθέσεις 153/79, Bowden κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2111, και ιδίως στη σκέψη 13, σ. 2122, και 154/79, Biller και άλλοι κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2125, και ιδίως σσ. 2125 και 2138).
γ)
Αντιθέτως, είναι δυνατή η προσβολή μιας κανονιστικής πράξης μέσω της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας.
Πράγματι, «το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ εκφράζει τη γενική αρχή που παρέχει σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να προσβάλλει παρεμπιπτόντως το κύρος κανονιστικών πράξεων που αποτελούν τη νομική βάση απόφασης που του έχει απευθυνθεί, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της απόφασης αυτής » ( βλέπε απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1984, υπόθεση 262/80, Andersen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 195, και ιδίως σκέψη 6, σ. 203 ).
Το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, έστω και αν αποτελεί αυτόματη εφαρμογή των διατάξεων κανονισμού του Συμβουλίου στη συγκεκριμένη υπηρεσιακή κατάσταση ορισμένου υπαλλήλου, μπορεί να συνιστά πράξη της ΑΔΑ βλαπτική για τον ενδιαφερόμενο (όπως πιο πάνω, σκέψη 4).
6.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται επομένως στην προκειμένη περίπτωση είναι αν η απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984 συνιστά κανονιστική πράξη που μπορεί να εξομοιωθεί προς κανονισμό (οπότε η προσφυγή θα ήταν εν πάση περιπτώσει απαράδεκτη, διότι την κανονιστική αυτή πράξη δεν θα ακολουθούσε απόφαση της ΑΔΑ ) ή αν πρόκειται για απόφαση της ΑΔΑ γενικού χαρακτήρα ( στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή, το παραδεκτό της οποίας θα εξαρτιόταν από την απόδειξη περί της υπάρξεως βλάβης ).
Διαπιστώνω όμως εν προκειμένω ότι η αμφισβητούμενη απόφαση:
—
δεν έχει το χαρακτήρα κανονισμού
—
εκδόθηκε από ένα όργανο που δεν έχει ούτε την εξουσία ούτε την πρόθεση να τροποποιήσει τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως'
—
εφαρμόζεται μόνο στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Επιτροπή
—
φαίνεται μάλιστα να έχει πειραματικό απλώς χαρακτήρα.
Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι δεν πρόκειται για πράξη που μοιάζει με κανονισμό.
Πρόκειται επομένως για απόφαση γενικού χαρακτήρα της ΑΔΑ.
Πρέπει τώρα να εξεταστεί υπό ποίες περιστάσεις μπορεί μια τέτοια απόφαση να συνιστά « βλαπτική πράξη ».
7.
Το Δικαστήριο έχει δεχτεί επανειλημμένα ότι « βλαπτικές μπορούν να θεωρηθούν μόνο οι πράξεις που μπορούν να επηρεάσονν άμεαα ορισμένη νομική κατάσταση» ( 3 ).
Με τις αποφάσεις σας της 8ης Οκτωβρίου 1984 στις υποθέσεις Union syndicale, Massa και Kortner κατά Συμβουλίου ( 4 ) και Syndicat général du personnel des organismes européens κατά Επιτροπής ( 5 ), αποφανθήκατε ότι « έστω και αν το άρθρο 179 μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για την οργάνωση της δικαστικής επιλύσεως των διαφορών, όχι μόνο των ατομικών αλλά και των συλλλογικών, μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, παραμένει ωστόσο γεγονός ότι η διαδικασία της διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής που θεσπίζεται από τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει προβλεφθεί αποκλειστικά για ανομικές διάφορες ».
Τη διατύπωση αυτή την ερμηνεύω υπό την έννοια ότι, και αν ακόμα το προσβαλλόμενο μέτρο είναι γενικού χαρακτήρα, πρέπει να θίγει προσωπικά τον προσφεύγοντα, προϋπόθεση που δεν μπορεί να συντρέχει σε συνδικαλιστική οργάνωση.
Με την απόφαση Leclercq ( 6 ) κρίνατε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής, « που αναφέρεται κατά γενικό τρόπο στη διάθεση των πιστώσεων προς σύναψη συμβάσεων μελετών με πρόσωπα ή εταιρίες εκτός των υπηρεσιών της Επιτροπής, δεν δύναται να θεωρηθεί ως βλαπτική για έναν πρώην υπάλληλο πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Εφόσον η επιστολή του Baichère της 14ης Οκτωβρίου 1979 δεν δύναται να θεωρηθεί ως απλή ενημέρωση, στην οποία προβαίνει υπάλληλος της Επιτροπής προς παλαιό συνάδελφο, αλλ' ως απόφαση αποκλείουσα από σύναψη συμβάσεως μελέτης δυνάμει της αποφάσεως της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1974, ο αποκλεισμός αυτός αντιτάσσεται κατά της εταιρίας Science και όχι κατά του προσφεύγοντος. Επομένως, δεν αφορά τον προσφεύγοντα ούτε αμέσως ούτε προσωπικώς ».
Για λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, νομίζω ότι ήταν καλύτερο να χρησιμοποιηθεί στην απόφαση αυτή η λέξη « προσωπικώς » αντί της εκφράσεως « ατομικώς ».
Στην απόφαση Deshormes ( 7 ), την οποία ανέφερε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση χωρίς να παραπέμψει σ' αυτή ρητά, χρησιμοποιήσατε τόσο το κριτήριο της άμεσης και ευθείας προσβολής της νομικής κατάστασης του ενδιαφερομένου (σκέψη 10) όσο και το κριτήριο του « εννόμου συμφέροντος, γεγεννημένου, παρόντος και αρκούντως σπουδαίου » ( σκέψη 12).
Υπενθυμίζω, τέλος, την προαναφερθείσα απόφαση Schloh, στην οποία χρησιμοποιήσατε την έκφραση « προσωπικά του συμφέροντα ».
8.
Μένει να εξεταστεί σε ποιο αποτέλεσμα καταλήγει η εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων στην προσφυγή που άσκησαν οι Fabbro, Giuffrida και Herbin.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολη και βρισκόμαστε ίσως εδώ μπροστά σε μια οριακή περίπτωση.
Υπέρ του παραδεκτού της προσφυγής μπορεί να γίνει επίκληση του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημιούργησε, ως άμεσο αποτέλεσμα, έναν ηυξημένο ανταγωνισμό μεταξύ των υπαλλήλων που ενδιαφέρονται για μετάθεση ή προαγωγή, είτε μέσω της αύξησης των πιθανών υποψηφίων είτε μέσω της μείωσης του αριθμού των διαθέσιμων θέσεων ( άπαξ διοριστούν σε θέσεις Α 4 ή Α 6 υπάλληλοι του κλάδου LA, οι εν λόγω θέσεις παύουν να είναι διαθέσιμες για την προαγωγή υπαλλήλων Α 5 ή Α 7 ).
Μπορεί επομένως να λεχθεί ότι κατά κάποιο τρόπο η απόφαση της Επιτροπής « επηρεάζει άμεσα ορισμένη νομική κατάσταση ». Πρόκειται εν προκειμένω για μια κατάσταση αφηρημένη, δηλαδή το τι ισχύει ως προς την αποδοχή των υποψηφιοτήτων κατά την πρώτη φάση της ανακοίνωσης κενής θέσεως.
Ο αφηρημένος χαρακτήρας της μεταβολής αυτής της νομικής κατάστασης δεν είναι, ωστόσο, — αυτός καθαυτός — τέτοιος που να καθιστά την προσφυγή απαράδεκτη. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και ως προς το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής θίγει, όπως λέγουν οι ίδιοι οι προσφεύγοντες, το σύνολο των υπαλλήλων της κατηγορίας Α που ενδέχεται να είναι υποψήφιοι, ήδη από τώρα ή στο μέλλον, για μετάθεση ή προαγωγή.
Πράγματι, είμαι πεπεισμένος ότι δεν θα ήταν ορθό να εφαρμοστεί στο πεδίο των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως η νομολογία που αναπτύξατε στο πλαίσιο του άρθρου 173, παράγραφος 2, και σύμφωνα με την οποία η προσφυγή ενός ιδιώτη κατά κανονισμού δεν είναι παραδεκτή, έστω και αν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια το πλήθος ή ακόμη και η ταυτότητα των υποκειμένων δικαίου, στα οποία εφαρμόζεται η συγκεκριμένη πράξη σε δεδομένη στιγμή.
Κατά την άποψή μου, το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ των δύο αυτών τύπων προσφυγής είναι το εξής.
Οι αποφάσεις που εκδίδονται υπό μορφή κανονισμού, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 173, παράγραφος 2, πρέπει να αφορούν τους προσφεύγοντες άμεσα και ατομικά. Κατά τη νομολογία σας, πρέπει δηλαδή η πράξη « να επηρεάζει τη νομική τους θέση σε συνάρτηση με μια πραγματική κανάσναση που νους διακρίνει σε σχέση με κάθε aÅÅo πρόσωπο και νους εξατομικεύει κανά νρόπο ανάΑογο προς εκείνο νου αποδέκτη» (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1975, υπόθεση 100/74, CAM, Rec. 1975, σ. 1393 ).
Τα άρθρα 90 και 91, αντιθέτως, επιτρέπουν expressis verbis τις προσφυγές κατά μέτρων γενικού χαρακτήρα ( υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για αποφάσεις της ΑΔΑ), κατά μέτρων δηλαδή που εφαρμόζονται σε καταστάσεις που προσδιορίζονναι αντικειμενικά και συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων γενικά και αφηρημένα. ( Εν γνώσει μου κάνω χρήση εδώ, για να ορίσω τις πράξεις που είναι επιδεκτικές προσφυγής, μιας διατύπωσης που χρησιμοποιείτε συχνά σε σχέση με το άρθρο 173, για να κρίνετε μια προσφυγή απαράδεκτη. )
Πρέπει απλώς τα πρόσωπα αυτά, πράγμα φυσικό στις διοικητικές προσφυγές, να θίγονται άμεσα από τα επίδικα μέτρα και να έχουν συμφέρον προσωπικό, γεγεννημένο και παρόν προς άσκηση προσφυγής.
9.
Είναι δύσκολο όμως να φανταστούμε ότι η έκδοση της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984 μπορεί, από μόνη της, να γεννήσει μια τέτοια κατάσταση.
Μπορεί πράγματι ένας συγκεκριμένος υπάλληλος κατηγορίας Α να μη ζητήσει ποτέ να μετατεθεί σε μια θέση για την οποία είναι υποψήφιος και ένας υπάλληλος του κλάδου LA.
Η μπορεί να υποβάλει υποψηφιότητα και να καταλάβει τη θέση, προτιμώμενος από έναν ή περισσότερους υπαλλήλους προερχόμενους από τον κλάδο LA.
Ομοίως, ο συγκεκριμένος υπάλληλος ενδέχεται να μη συναντήσει καμία δυσχέρεια για την επίτευξη της προαγωγής που επιδιώκει, είτε σε μία ορισμένη θέση που κηρύχθηκε κενή είτε κατά την ετήσια διαδικασία συλλογικών προαγωγών.
Ο συνολικός αριθμός των θέσεων που είναι προς πλήρωση με μετάθεση ή προαγωγή μπορεί άλλωστε να ποικίλλει, από έτος σε έτος, σε συνάρτηση με πλήθος παραγόντων, όπως είναι οι μεταθέσεις ή οι προαγωγές των προκατόχων των θέσεων, οι θάνατοι, οι παραιτήσεις, οι συνταξιοδοτήσεις, οι άδειες για προσωπικούς λόγους, οι μετατάξεις προς άλλα όργανα, η δημιουργία νέων θέσεων στον προϋπολογισμό.
Μου φαίνεται επομένως ότι η προοπτική των μεταθέσεων υπαλλήλων του κλάδου LA προς την κατηγορία Α μπορεί να ασκήσει δυνητική απλώς επίδραση στην « ευχέρεια κινητικότητας » ή στις « προοπτικές προαγωγής » των υπαλλήλων της κατηγορίας Α, επίδραση πολύ αβέβαια για να μπορέσει να συναχθεί από τώρα η ύπαρξη συμφέροντος «προσωπικού, γεγεννημένου και παρόντος » ( 8 ).
Στην απάντηση και κατά την προφορική διαδικασία, ο δικηγόρος των προσφευγόντων ισχυρίστηκε ότι τέτοιο συμφέρον υφίσταται ούτως ή άλλως όταν ένας υπάλληλος που έχει περιληφθεί στον ετήσιο πίνακα των προαγωγίμων δεν μπορέσει να προαχθεί πράγματι, ελλείψει επαρκούς αριθμού θέσεων.
Έτσι ο Herbin δεν μπόρεσε να προαχθεί σε Α 6 στο τέλος του έτους 1984, διότι δεν υπήρχαν 68 αλλά μόνο 67 διαθέσιμες θέσεις. Αυτό όμως οφείλεται στο ότι δύο υπάλληλοι LA 6 είχαν μετατεθεί σε θέσεις Α 6 λίγο καιρό πριν.
Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι η κατάσταση αυτή δεν είχε ακόμη επιβεβαιωθεί κατά το χρόνο της άσκησης της υπό κρίση προσφυγής, η οποία δεν έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής για τις προαγωγές από Α 7 σε Α 6 για το έτος 1984, κατά της οποίας άλλωστε δεν φαίνεται ο Herbin να υπέβαλε διοικητική ένσταση.
Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984 δεν συνιστά βλαπτική πράξη για τους τρεις προσφεύγοντες και ότι, ως εκ τούτου, η προσφυγή τους είναι απαράδεκτη.
10.
Τέλος, έχω καθήκον να λάβω θέση επί του προβλήματος που τίθεται ειδικά ως προς το παραδεκτό της προσφυγής του Herbin, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει επαναλάβει πολλές φορές ότι οι προθεσμίες υποβολής διοικητικής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και δεν τελούν στη διάθεση των διαδίκων και του δικαστή (βλέπε ιδίως απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 227/83, Μούση, Συλλογή 1984, σσ. 3133 και 3146, σκέψη 12).
Η έκδοση του δελτίου Infor-Rapide που περιέχει την προσβαλλόμενη απόφαση φέρει την ημερομηνία 18 Ιουλίου 1984. Η διοικητική ένσταση του Herbin πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 19 Οκτωβρίου 1984.
Από το άρθρο 90, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει ότι η προθεσμία υποβολής διοικητικής ενστάσεως « αρχίζει... από την ημέρα της δημοσιεύσεως της πράξεως, αν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα ».
Ερωτηθείς αν το δελτίο Infor-Rapide είχε διατεθεί πράγματι σε όλα τα κτίρια που στεγάζουν υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες στις 18 Ιουλίου 1984, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής απάντησε ότι το καθού όργανο δεν επέμενε στην ένσταση απαραδέκτου την οποία είχε προβάλει κατά της προσφυγής του Herbin.
Δεν έχει αποδειχτεί επομένως ότι η προθεσμία υποβολής διοικητικής ενστάσεως άρχισε στις 18 Ιουλίου 1984.
Το άρθρο 90, παράγραφος 3, ορίζει εξάλλου ότι οι διοικητικές ενστάσεις των υπαλλήλων πρέπει να υποβάλλονται ιεραρχικώς. Δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση του Herbin πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία, που βρίσκεται σε άλλο κτίριο, στις 19 Οκτωβρίου 1984, μπορεί να υποτεθεί ότι υποβλήθηκε στον ιεραρχικώς ανώτερο από τις 18 Οκτωβρίου. Η Επιτροπή εν πάση περιπτώσει δεν απέδειξε το αντίθετο.
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι σε παλαιότερη απόφαση το Δικαστήριο φαίνεται να εφάρμοσε σιωπηρά και κατ' αναλογία τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 131) ( 9 ).
Δυνάμει του κανονισμού αυτού, η dies a quo δεν πρέπει να προσμετράται στο χρόνο της προθεσμίας. Αυτός αρχίζει από την αρχή της πρώτης ώρας της πρώτης ημέρας και λήγει με την παρέλευση της τελευταίας ώρας της ημέρας του τελευταίου μήνα που φέρει τον ίδιο αριθμό με την ημέρα ενάρξεως.
Επομένως, και αν ακόμη θεωρηθεί η 18η Ιουλίου ως dies a quo, η προθεσμία δεν έληξε παρά μόλις στις 19 Οκτωβρίου τα μεσάνυχτα.
Η διοικητική ένσταση του Herbin, επομένως, δεν ήταν εκπρόθεσμη.
Στην προσφυγή του Scharf ( υπόθεση 292/84 ) δεν τίθεται κανένα πρόβλημα ως προς το παραδεκτό.
Μπορούμε, λοιπόν, τώρα να έρθουμε στο πρόβλημα της ουσίας που είναι το ίδιο στις υποθέσεις 269 και 292/84.
Β — Επί της ουσίας
Καταρχάς, θα ήθελα να υπομνήσω, εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο, ότι προφανώς δεν είμαι αρμόδιος να εκφέρω κρίση επί της πολιτικής « κινητικότητας του προσωπικού » και « αποστεγανοποίησης της γλωσσικής υπηρεσίας » που αποφάσισε να ακολουθήσει η Επιτροπή.
Ούτε αμφισβητούνται εδώ οι ικανότητες του υπαλλήλου του οποίου ο Scharf προσβάλλει το διορισμό.
Το ζήτημα είναι αποκλειστικά να εξεταστεί αν συμβιβάζεται προς τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, στην τωρινή του εκδοχή, το μέρος της απόφασης της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984 που προβλέπει ότι οι υποψηφιότητες των υπαλλήλων της γλωσσικής υπηρεσίας μπορούν να ληφθούν υπόψη για την πλήρωση διοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση της ανακοίνωσης κενής θέσεως ( εφόσον σ' αυτό περιορίζεται το αίτημα του προσφεύγοντος ).
Υπενθυμίζω ότι η πρώτη αυτή φάση συνίσταται στην εξέταση « των δυνατοτήτων προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου ».
Είναι αλήθεια ότι, στο υπόμνημα αντικρούσεως ( σ. 4 ), η Επιτροπή δηλώνει ότι η απόφαση της «αφορά μόνο τη μετάθεση και όχι την προαγωγή ».
Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι το κείμενο της απόφασης δεν περιέχει τον περιορισμό αυτό είναι επομένως αναγκαίο να εξεταστεί και η πλευρά της προαγωγής.
Προς στήριξη της προσφυγής τους οι προσφεύγοντες επικαλούνται κυρίως το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η δε Επιτροπή είναι επίσης της γνώμης ότι το ουσιώδες πρόβλημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση ανάγεται στην ερμηνεία της διάταξης αυτής.
Νομίζω ωστόσο ότι τουλάχιστον ίση σημασία πρέπει να αποδοθεί στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
« Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τοποθετεί με διορισμό ή μετάθεση, προς το συμφέρον και μόνο της υπηρεσίας και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ιθαγένεια, κάθε υπάλληλο σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του. »
Το άρθρο 45, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
« Η προαγωγή κατά βαθμό... συνεπάγεται την κατάληψη από τον υπάλληλο του αμέσως ανωτέρου βαθμού της κατηγορίας ή του κλάδου, στον οποίο ανήκει.»
Οι διατάξεις αυτές αποκλείουν, κατά την άποψη μου, τη δυνατότητα να μετατεθεί ή να προαχθεί (με την τεχνική έννοια του όρου) ένας υπάλληλος του κλάδου LA σε θέση της κατηγορίας Α ( και αντιστρόφως ) ( 10 ).
Για να είναι πλήρης η ανάπτυξη, ας εξετάσουμε ωστόσο και τα επιχειρήματα που αντλούν οι διάδικοι από την παράγραφο 2 του άρθρου 45, που έχει ως εξής:
« Η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό. »
Κατά τους προσφεύγοντες, η διάταξη αυτή επιβάλλει τη διενέργεια διαγωνισμού κάθε φορά που ένας υπάλληλος του γλωσσικού κλάδου διορίζεται σε θέση της κατηγορίας Α ή αντιστρόφως. Στο δικόγραφο της προσφυγής τους υπογραμμίζουν τις λέξεις « από μια κατηγορία σε άλλο κλάδο ».
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ιδίως ότι η ανάγκη διενέργειας διαγωνισμού δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα καθήκοντα που ασκούν οι υπάλληλοι της κατηγορίας Α και εκείνα που ασκούν οι υπάλληλοι του γλωσσικού κλάδου είναι διαφορετικά και απαιτούν διαφορετική εκπαίδευση και διαφορετικά επαγγελματικά προσόντα.
Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι από τη διατύπωση της υπό κρίση διατάξεως προκύπτει ότι είναι αναγκαία η διεξαγωγή διαγωνισμού μόνον όταν ο υπάλληλος μεταπηδά:
—
από έναν κλάδο σε άλλο κλάδο, π. χ. από το γλωσσικό κλάδο στον επιστημονικό και τον τεχνικό κλάδο και αντιστρόφως (η γενική κατηγορία Α δεν πρέπει να θεωρηθεί ως κλάδος)
—
από μια κατηγορία σε ανώτερη κατηγορία (π. χ. από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α ).
Κατά την άποψη της Επιτροπής, κάθε υπάλληλος ανήκει καταρχάς σε μια κατηγορία, την ιδιότητα δε αυτή τη διατηρεί και όταν εντάσσεται σε ορισμένο κλάδο.
Επομένως, η μετάβαση από τον κλάδο LA προς την κατηγορία Α συνιστά μετάβαση από μια κατηγορία, εντός κλάδου, προς την ίδια κατηγορία « εκτός κλάδου » ( και η μεταπήδηση από Α προς LA πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως μεταπήδηση στο εσωτερικό της ίδιας κατηγορίας ).
Τι πρέπει να λεχθεί επί των επιχειρημάτων αυτών;
1.
Εμπνεόμενος κανείς απλώς από την κοινή λογική, θα έτεινε να πει ότι το άρθρο 45, παράγραφος 2, αναφέρεται στην πραγματικότητα σε δύο περιπτώσεις, δηλαδή:
—
στη μετάβαση από έναν κλάδο σε άλλο κλάδο
—
στη μετάβαση από μια κατηγορία σε ανώτερη κατηγορία.
Μια ερμηνεία όμως που στηρίζεται, κατά κάποιο τρόπο, στους μαθηματικούς συνδυασμούς των λέξεων θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο να φανταστούμε άλλες δυο υποθέσεις, δηλαδή:
—
τη μετάβαση από έναν κλάδο σε ανώτερη κατηγορία
—
τη μετάβαση από μια κατηγορία σε άλλο κλάδο.
Εφόσον οι υπάλληλοι LA ανήκουν αναμφισβήτητα, αρχικά, σε κλάδο, οι δύο υποθέσεις που ανακύπτουν είναι η μετάβαση:
—
είτε από έναν κλάδο σε άλλο κλάδο,
—
είτε από έναν κλάδο σε ανώτερη κατηγορία.
Ως προς την πρώτη υπόθεση, θα μπορούσε κανείς να συναγάγει ότι δεν ισχύει, εκτός αν η κατηγορία Α, θεώμενη από τη σκοπιά του κλάδου LA, συνιστά άλλο κλάδο. Για να επιλυθεί το ζήτημα αυτό είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι λοιπές σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πράγμα που θα πράξω στη συνέχεια.
Υπέρ της ισχύος της δεύτερης υποθέσεως μπορεί να γίνει επίκληση του γεγονότος ότι η κατηγορία Α περιλαμβάνει δύο βαθμούς παραπάνω και ότι επομένως, αν δεν πρόκειται για ανώτερη κατηγορία, πρόκειται πάντως για κατηγορία που προσφέρει υπέρτερες προοπτικές σταδιοδρομίας από εκείνες που προσφέρει ο κλάδος LA.
2.
Έπειτα, αν ληφθούν υπόψη οι διατάξεις στις οποίες ορίζεται η έννοια του κλάδου, καταλήγουμε στις ακόλουθες διαπιστώσεις:
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, « οι θέσεις που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό κατατάσσονται, ανάλογα με τη φύση και το επίπεδο των καθηκόντων στα οποία αντιστοιχούν, σε τέσσερις κατηγορίες που ορίζονται κατά φθίνουσα ιεραρχική τάξη με τα γράμματα Α, Β, C και D. Η κατηγορία Α περιλαμβάνει οκτώ βαθμούς... Εντούτοις, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για την αναθεώρηση του παρόντος κανονισμού και κατά παρέκκλιση από τις προηγούμενες διατάξεις, οι θέσεις της ίδιας επαγγελματικής ειδικότητας δύνανται να αποτελούν κλάδους που περιλαμβάνουν ορισμένο αριθμό βαθμών μιας ή περισσοτέρων από τις ανωτέρω κατηγορίες ».
Με βάση την ανάγνωση αυτών των διατάξεων, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αν ένας κλάδος που συγκεντρώνει βαθμούς μιας μόνο κατηγορίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην κατηγορία αυτή. Τι γίνεται όμως με έναν κλάδο που συγκεντρώνει βαθμούς από διάφορες κατηγορίες; Όσοι βρίσκονται στο εσωτερικό του ίδιου κλάδου ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία ανάλογα με το βαθμό που κατέχουν;
Κατά την άποψη μου, η ασάφεια της παραγράφου 1 διευκρινίζεται από την παράγραφο 2 που ορίζει ότι:
« Οι θέσεις μεταφραστών και διερμηνέων συγκροτούν το γλωσσικό κλάδο που ορίζεται από τα γράμματα LA και περιλαμβάνει έξι βαθμούς που εξομοιώνονται με τους βαθμούς 3 έως 8 της κατηγορίας Α. »
Με βάση το κείμενο αυτό δεν μου φαίνεται δυνατό να υποστηρίξω, όπως κάνει η Επιτροπή, ότι κάθε υπάλληλος ανήκει καταρχάς σε μια κατηγορία και ότι διατηρεί την ιδιότητα αυτή ενώ είναι ενταγμένος και σε κλάδο.
Οι βαθμοί LA 3 έως LA 8 εξομοιούνται απλώς προς τους βαθμούς Α 3 έως Α 8. Δεν χρειάζεται όμως να εξομοιωθεί ένας βαθμός προς τους βαθμούς μιας κατηγορίας στην οποία ανήκει ήδη.
Εξάλλου, όπως σημείωσα ήδη, ο κλάδος LA εκτείνεται σε έξι μόνο βαθμούς, ενώ η κατηγορία Α περιλαμβάνει δύο περισσότερους.
Η υπαγωγή επομένως στην κατηγορία Α δεν μπορεί να προϋπάρχει της υπαγωγής στο γλωσσικό κλάδο, η δε μετάβαση από LA σε Α δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μετάβαση « από μια κατηγορία σε μια ίση κατηγορία». Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχτεί, όπως είδαμε, ότι πρόκειται μάλλον για μεταπήδηση « από έναν κλάδο σε ανώτερη κατηγορία ».
Ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να θεωρηθεί η μετάβαση από Α σε LA ως μεταπήδηση στο εσωτερικό της ίδιας κατηγορίας, εφόσον το φάσμα των βαθμών του κλάδου LA είναι πιο περιορισμένο.
3.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η κατηγορία Α δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά το « γενικό κλάδο » ή « διοικητικό κλάδο ».
Πράγματι, τέτοιος χαρακτηρισμός δεν χρησιμοποιείται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
Παραμένει δε γεγονός ότι, όταν ένας υπάλληλος «γλωσσικής επαγγελματικής ειδικότητας» μεταπηδά σε διοικητική θέση της κατηγορίας Α, εξέρχεται από τον κλάδο του.
Αντιστρόφως, όταν ένας υπάλληλος μεταπηδά από την κατηγορία Α στη γλωσσική υπηρεσία, εισέρχεται, αν όχι σε « άλλο » κλάδο, τουλάχιστον σε « έναν κλάδο ».
Δεν μπορούμε όμως να κάνουμε ένα βήμα ακόμα και να πούμε ότι μεταπηδά στην πραγματικότητα από έναν κλάδο σε άλλο κλάδο;
Νομίζω πράγματι ότι ο κανονισμός υπηρε- σιακής καταστάσεως, συνιστώντας τον κλάδο LA και τον επιστημονικό και τεχνικό κλάδο, δημιούργησε αυτόματα, κατ' αντιδιαστολή, ένα « γενικό κλάδο » ή « διοικητικό κλάδο », ο οποίος συγκεντρώνει όλους τους υπαλλήλους που δεν ανήκουν στους δύο αυτούς κλάδους.
Θεώμενοι από τη σκοπιά του γλωσσικού κλάδου, οι υπάλληλοι Α ανήκουν κατ' ανάγκη σε έναν άλλο κλάδο ή μία « Sonderlaufbahn », κατά την πολύ χαρακτηριστική έκφραση που χρησιμοποιείται στα γερμανικά.
Αυτό άλλωστε γίνεται σιωπηρά δεκτό και από την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, η οποία χρησιμοποιεί τους όρους «διοικητική θέση » και «διοικητικοί υπάλληλοι (!) ».
4.
Αν εξεταστούν από κοινού τα άρθρα 7, παράγραφος 1, 45, παράγραφοι 1 και 2, μπορεί να συναχθεί το ακόλουθο σύστημα, που φαίνεται να έχει λογική συνοχή:
α)
ο υποψήφιος για θέση υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οφείλει να υποβληθεί σε διαγωνισμό, σκοπός του οποίου είναι να ελεγχθούν οι ικανότητες του για μια θέση που έχει κηρυχθεί κενή και η οποία υπάγεται σε ορισμένη κατηγορία (Α, Β, C ή D) ή ορισμένο κλάδο (γλωσσικό κλάδο ή επιστημονικό και τεχνικό κλάδο ).
Αν επιτύχει στις εξετάσεις διορίζεται στη θέση αυτή
β )
Αργότερα, ο υπάλληλος μπορεί να μετατεθεί σε ισόβαθμη θέση της κατηγορίας του ή του κλάδου του
γ)
Αν προαχθεί, ο υπάλληλος διορίζεται στον ανώτερο βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου στον οποίο ανήκει
δ)
Αν επιθυμεί να εξέλθει από την κατηγορία ή τον κλάδο στον οποίο ανήκε μέχρι τότε, οφείλει να υποβληθεί σε νέο διαγωνισμό.
Πράγματι, μια τέτοια μεταβολή δεν συνιστά ούτε μετάθεση ούτε προαγωγή, αλλά « μετάβαση ( μεταπήδηση ) ».
Πρόκειται, όπως λέει ο Η. Heinrichs, για οριζόντια ή για κατακόρυφη μεταβολή σταδιοδρομίας ( 11 ).
Αυτή η θεώρηση των πραγμάτων μου φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται από την απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Δεκεμβρίου 1974 (υπόθεση 176/73, Van Belle κατά Συμβουλίου, Rec. 1974, σσ. 1361 και 1372), έστω και αν αυτή αφορούσε τη μετάβαση από μια κατηγορία προς μια ανώτερη κατηγορία.
Αφού υπέμνησε ότι, κατά το καθού, το άρθρο 45, παράγραφος 2 « έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της προαγωγής, όταν πληρούται μια κενή θέση με τη μεταπήδηση ενός υπαλλήλου από μια κατηγορία σε άλλη, παραπέμπει όμως, κατά τα λοιπά, στις διάφορες δυνατότητες προσλήψεως που προβλέπονται στο άρθρο 29, τόσο στην παράγραφο 2 όσο και στην παράγραφο 1 », το Δικαστήριο συνέχισε:
« Η παράγραφος 2 του άρθρου 45 δεν έχει το καθαρά αρνητικό περιεχόμενο που του αποδίδει το καθού, αλλά διατυπώνει, αντιθέτως, ένα θεμελιώδη κανόνα που αντιστοιχεί στην οργάνωση της κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας κατά κατηγορίες, οι οποίες απαιτούν διαφορετικά προσόντα'
Η έκφραση δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό σημαίνει, σύμφωνα με το ίδιο το λεκτικό της, όχι μόνο ότι αποκλείεται η προαγωγή αλλά και ότι μόνο η διενέργεια διαγωνισμού επιτρέπεται' άλλωστε, αν η υπό κρίση διάταξη είχε ως μοναδικό περιεχόμενο τον αποκλεισμό της προαγωγής, αφήνοντας ανοικτή τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν οι άλλοι τρόποι προσλήψεως, θα ήταν αλυσιτελής, εφόσον ο αποκλεισμός της προαγωγής για τη μεταπήδηση από κατηγορία σε κατηγορία διατυπώνεται ήδη στην παράγραφο 1 τον άρθρον 45 ».
Ας υπενθυμίσουμε επίσης την απόφαση Besnard (της 13ης Ιουλίου 1972, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 55 έως 76, 86, 87 και 95/71, Rec. 1972, σ. 562 ).
5.
Το γεγονός ότι η κατηγορία Α συνιστά, θεώμενη από τη σκοπιά του γλωσσικού κλάδου, άλλο κλάδο αποδεικνύεται ακόμη από το κείμενο και άλλων διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που προβλέπουν έναν πολύ σαφή διαχωρισμό μεταξύ των δύο αυτών τύπων θέσεων.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 ορίζει ότι οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας.
Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν προβλέπει επομένως ότι οι προϋποθέσεις προσλήψεως και οι όροι της σταδιοδρομίας πρέπει να είναι για την κατηγορία Α οι ίδιες με εκείνες που προβλέπονται για τον κλάδο LA και αντιστρόφως.
Η ισότητα μεταχειρίσεως πρέπει να υφίσταται αφενός εντός της κατηγορίας Α και, αφετέρου, εντός του γλωσσικού κλάδου.
Πρόκειται επομένως πράγματι για δύο χωριστές επαγγελματικές κατευθύνσεις. Πέρα από τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 45, παράγραφος 1, για τα οποία έγινε ήδη λόγος, το γεγονός αυτό προκύπτει και από τις ακόλουθες διατάξεις:
Άρθρο 1, παράγραφος 2: προσωρινή άσκηση καθηκόντων: ο υπάλληλος μπορεί να καταλάβει προσωρινά μόνο θέση σταδιοδρομίας της κατηγορίας ή του κλάδου του ανώτερη από τη σταδιοδρομία στην οποία ανήκει.
Άρθρο 31, παράγραφος 1 : διορισμός των υπαλλήλων της κατηγορίας Α ή του γλωσσικού κλάδου, στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους.
Άρθρο 39, στοιχείο ε: επανένταξη μετά από απόσπαση: πραγματοποιείται ευθύς ως υπάρξει κενή θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του.
Άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ: επανένταξη μετά από άδεια για προσωπικούς λόγους: πραγματοποιείται ευθύς ως υπάρξει κενή θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του.
Άρθρο 41, παράγραφος 3, εδάφιο δεύτερο: δικαιώματα του υπαλλήλου που έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα: ο υπάλληλος έχει δικαίωμα επανεντάξεως κατά προτεραιότητα σε οποιαδήποτε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του.
Άρθρο 102, παράγραφος 4, στοιχείο β: ένταξη των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου: η διάταξη αυτή εισάγει, για τους υπαλλήλους του κλάδου αυτού, παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, που αφορούν ιδίως τους υπαλλήλους κατηγορίας Α.
Παράρτημα VIII, άρθρο 14, δεύτερη παράγραφος: επανένταξη μετά από περίοδο αναπηρίας: ο υπάλληλος επανεντάσσεται υποχρεωτικά ευθύς ως υπάρξει κενή θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του.
Από όλα τα προηγηθέντα απορρέει ότι, για την ερμηνεία του άρθρου 45, παράγραφος 2, η μεταπήδηση από τον κλάδο LA προς την κατηγορία Α πρέπει να θεωρηθεί ως μεταπήδηση προς « άλλο κλάδο » και ότι μπορεί, ως εκ τούτου, να πραγματοποιηθεί μόνο κατόπιν διαγωνισμού.
Αυτό άλλωστε έχει ήδη γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, το οποίο με την απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 138/84 (Σπαχή κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 1939), όπου χρησιμοποιεί δύο φορές την έκφραση « διοικητικός κλάδος », έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 2, η μετάβαση από το γλωσσικό κλάδο στο διοικητικό κλάδο « δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με διαγωνισμό » ( σκέψη 10 ).
Την ερμηνεία αυτή συμμεριζόταν μέχρι το 1984η Επιτροπή. Σήμερα εξακολουθεί να τη δέχεται το Συμβούλιο (βλέπε έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως του εν λόγω οργάνου της 6ης Νοεμβρίου 1984, που είναι συνημμένο στην ανταπάντηση ).
Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τη νομολογία που χάραξε στην υπόθεση 138/84 ( Σπαχή ) και, όσον αφορά την υπόθεση 292/84, που έχει ως διαδίκους τον Scharf και την Επιτροπή:
—
να αναγνωρίσει τον παράνομο χαρακτήρα της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984, κατά το μέτρο που επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υποψηφιότητες του γλωσσικού κλάδου για την πλήρωση διοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσεως
—
να ακυρώσει την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 30ής Νοεμβρίου 1984, με την οποία η Επιτροπή διόρισε τον R. T., υπάλληλο του γλωσσικού κλάδου ( LA ) στη θέση που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1207/84
—
να ακυρώσει την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 30ής Νοεμβρίου 1984, με την οποία αυτή απέρριψε την υποψηφιότητα του Scharf για τη θέση που αποτελούσε αντικείμενο της προαναφερθείσας ανακοίνωσης κενής θέσεως COM/1207/84
—
να καταδικάσει την καθής στο σύνολο των εξόδων της δίκης, κατ' εφαρμογή των άρθρων 69, παράγραφος 2, και 73, στοιχείο β ), του κανονισμού διαδικασίας.
Όσον αφορά την υπόθεση 269/84, που έχει ως αντιδίκους τους C Fabbro, F. Giuffrida και C. Herbin, αφενός, και την Επιτροπή, αφετέρου, προτείνω να κριθεί η προσφυγή απαράδεκτη. Κατ' αυστηρή εφαρμογή του δικαίου, αυτό θα έπρεπε να επιφέρει την καταδίκη των προσφευγόντων στα δικαστικά έξοδα, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο δελτίο Infor-Rapide αριθ. 138, της 18ης Ιουλίου 1984.
( 2 ) Βλέπε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotarti στην υπόθεση 167/80 (Curtis κατά Επιτροπής και Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σσ. 1499, 1525 και 1526) και τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Rozès στις συνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 28 και 165/80 ( Leclcrcq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σσ. 2251 και 2260).
( 3 ) Αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1964, υποθέσεις 26/63, Pistoj κατά Επιτροπής, Rec. 1964, σ. 673, και 78/63, Huber κατά Επιτροπής, Rec. 1964, σ. 721. Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, υπόθεση 32/68, Grasselli κατά Επιτροπής, Rec. 1969, σ. 505. Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 177/73 και 5/74, Reinan! κατά Επιτροπής, Rec. 1974, σσ. 819 και 828.
( 4 ) Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1974, υπόθεση 175/73, Rec. 1974, σσ. 917 και 926.
( 5 ) Υπόθεση 18/74, Rec. σ. 945.
( 6 ) Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1981, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 28 και 165/80, Συλλογή 1981, σσ. 2251 και 2257
( 7 ) Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 17/87, Rec. 1979, σσ. 189 και 197.
( 8 ) Είναι ίσως σκόπιμο να υπομνηστεί επίσης ότι, με την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1976 (υπόθεση 123/75, Kuster κατά Κοινοβουλίου, Rec. σσ. 1701 και 1709, σκέψεις 10 έως 12), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι « το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει μεν ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή οφείλει να πληροί τις κενές θέσεις εξετάζοντας αρχικά τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου, χωρίς όμως και να αναγνωρίζει δικαίωμα προαγωγής των υπαλλήλων που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για να προαχθούν » και ότι « η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά κατ' επιλογή ».
( 9 ) Απόφαση της 26ης ΝοεμΡρΙου 1981, υπόθεση 195/80, Michel κατά Κοινορουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2861.
( 10 ) Βλέπε σχετικώς: Α. Μ. Euler, Europäisches beamtenstatul, Carl Heymanns Verlag KG, σ. 90 ( τόμος I ) και σ.359(τόμοςΠ)Α(4)2.
( 11 ) «Horizontaler und vertikaler Laufbahnwechsel», Η. Henrichs: Die Rechtsprechung ¡les Europäischen Gerichtshofes in Personalsachen, Europarecht 1980, σ. 138.
Full & Egal Universal Law Academy