ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 10 Οκτωβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Από την Coöperatieve Melkproducentenbedrijven « Noord-Nederland » ΒΑ, που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα υπό την εμπορική επωνυμία « Frico » ( στο εξής: Frico ), ζητήθηκε στις αρχές του 1983 να παραδώσει βούτυρο σε έναν επιχειρηματία που οργανώνει « κρουαζιέρες βουτύρου » ( « Butterfahrten » ), δηλαδή, όπως διευκρινίζει το παραπέμπον ολλανδικό δικαστήριο,
« μικρής διάρκειας κρουαζιέρες με πλοίο, που διαρκούν μερικές μόνο ώρες, η αφετηρία και η άφιξη των οποίων βρίσκονται σε λιμάνια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εν προκειμένω στις Κάτω Χώρες, και κατά τη διάρκεια των οποίων το πλοίο εγκαταλείπει για ένα μάλλον μακρό διάστημα τα χωρικά ύδατα ».
Το στοιχείο που προσελκύει περισσότερο σ' αυτές τις εκδρομές έγκειται στο γεγονός ότι οι επιβάτες έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν ορισμένα προϊόντα χωρίς να καταβάλουν δασμούς, ειδικούς φόρους καταναλώσεως και άλλους φόρους.
Πριν αποδεχτεί την προσφορά αυτή, η Frico διαβεβαιώθηκε από τον ολλανδικό οργανισμό που διαχειρίζεται την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων — το Produktschap voor Zuivel — ότι θα της καταβάλλονταν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ( στο εξής: ΝΕΠ ) για το βούτυρο που θα παραδινόταν κατά τον τρόπο αυτό. Μετά την καταφατική του απάντηση, το Produktschap κατέβαλε στη Frico τα ΝΕΠ κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του έτους.
Επειδή η Επιτροπή γνώρισε στην ολλανδική κυβέρνηση ότι τα προϊόντα που πωλούνται κατά τη διάρκεια των « κρουαζιέρων βουτύρου » δεν παρέχουν δικαίωμα χορηγήσεως ΝΕΠ, το Produktschap, κατόπιν εντολής του Υπουργείου, έπαυσε πλέον να τα καταβάλλει στη Frico και απέρριψε την αίτηση της, με την οποία ζητούσε τουλάχιστον την πληρωμή για τις ποσότητες που είχαν ήδη παραδοθεί.
Η Frico, η οποία αμφισβητούσε κυρίως τη συμφωνία της απόφασης του Produktschap με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, προσέφυγε κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven ( στο εξής: College van Beroep), το οποίο αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Ο κανονισμός 2730/79, συγκεκριμένα το άρθρο 17, και ο κανονισμός 1371/81, και οι δύο της Επιτροπής, σε συνδυασμό μεταξύ τους και ενδεχομένως με άλλες διατάξεις κοινοτικού δικαίου, πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να χορηγηθούν νομισματικά εξισωτικά ποσά για την εξαγωγή βουτύρου που πωλείται στους επιβάτες κατά τη διάρκεια των “ Butterfahrten ” ( κρουαζιερών βουτύρου), όπως ορίζονται στην παρούσα απόφαση;»
2.
Για την κατανόηση της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 17 του κανονισμού 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70 ), ορίζει ότι
« καμία επιστροφή δεν χορηγείται για τα προϊόντα που πωλούνται ή διανέμονται επί των πλοίων και τα οποία εν συνεχεία είναι δυνατό να επανεισαχθούν στην Κοινότητα, ως ατέλειες που προκύπτουν από τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1818/75 ».
Ο τελευταίος αυτός κανονισμός απαλλάσσει από τα εξισωτικά ποσά τα γεωργικά προϊόντα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των επιβατών οι οποίοι προέρχονται από κράτος μέλος.
Στην κανονιστική ρύθμιση περί των ΝΕΠ (βασικός κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192, και κανονισμός εφαρμογής 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, ΕΕ L 138, σ. 1 ) δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρο 17.
3.
Για τη Frico, η απαγόρευση που περιέχει το προαναφερόμενο άρθρο 17 έχει αυστατικό και όχι αναγνωριοτικό χαρακτήρα, εφόσον ήταν αναγκαίο να θεσπιστεί ρητή διάταξη για να τεθεί τέρμα στην εκτροπή του εμπορίου που συνιστούσε η επανεισαγωγή ατελώς, εντός της Κοινότητας, προϊόντων για τα οποία είχαν χορηγηθεί προηγουμένως επιστροφές.
Επομένως, δεν είναι δυνατό να επεκταθεί κατ' αναλογία στην περίπτωση των ΝΕΠ απαγόρευση η οποία έχει εφαρμογή μόνο στις επιστροφές, καθόσον, όπως επιπροσθέτως παρατηρεί, μια τέτοια επέκταση θα έθιγε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, κατά το μέτρο που οι επιχειρηματίες θα είχαν ενεργήσει καλοπίστως στο πλαίσιο των ρητών διατάξεων της κανονιστικής ρυθμίσεως ΕΟΚ που διέπει τα ΝΕΠ.
4.
Η ολλανοική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η χορήγηση ΝΕΠ για την εξαγωγή προϊόντων που προορίζονται για επανεισαγωγή στην Κοινότητα είναι αντίθετη με το αντικείμενο του συστήματος των εξισωτικών ποσών. Πάντως, θεωρεί ότι ο επιτακτικός χαρακτήρας της καταβολής ΝΕΠ λόγω εξαγωγής, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 του κανονισμού 1371/81, και η έλλειψη στον κανονισμό αυτό — άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ ) — οποιουδήποτε όρου ως προς τον προορισμό του εξαγόμενου εμπορεύματος, έχουν ως συνέπεια να θέτουν τις εθνικές αρχές σε κατάσταση δέσμιας αρμοδιότητας. Με άλλα λόγια, μόνο ρηνή διάταξη μπορούσε να τους απαγορεύσει τη χορήγηση ΝΕΠ για τα εμπορεύματα που πωλούνται ενόψει των « Butterfahrten ».
Τέλος, το άρθρο 17 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο καθαρά αναγνωριστικού χαρακτήρα εφόσον στο παρελθόν η Επιτροπή ανέστειλε προσωρινά την εφαρμογή του ( κανονισμός 2891/80, της 7ης Νοεμβρίου 1980, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/031, σ. 164). Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, θα ήταν σκόπιμο να προστεθεί στον κανονισμό 1371/81 διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 17.
5.
Η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε τόσο η Frico όσο και η ολλανδική κυβέρνηση δεν είναι πειστική. Αντίθετα, πρέπει να γίνουν δεκτά τα κύρια επιχειρήματα που ανέπτυξε η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις.
Πράγματι, ούτε ο σκοπός του συστήματος των ΝΕΠ ούτε η γραμματική διατύπωση της κανονιστικής ρυθμίσεως που καθορίζει τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους δικαιολογούν τη χορήγηση τους για παραδόσεις των οποίων ο «κυκλικός » χαρακτήρας είναι αναμφισβήτητος, εφόσον τα προϊόντα που παραδίδονται σε ένα κράτος μέλος προορίζονται για επανεισαγωγή στο ίδιο κράτος.
Η καταβολή των ΝΕΠ θα ήταν αντίθετη με τον ίδιο το οκοπό του συστήματος που καθιέρωσε ο βασικός κανονισμός 974/71. Πράγματι, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, η χορήγηση των ΝΕΠ εξαρτάται από την ύπαρξη « διαταραχών στις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων » που προκύπτουν από τη διακύμανση των νομισματικών ισοτιμιών στα διάφορα κράτη μέλη (υπόθεση 281/82, Unifrex, Συλλογή 1984, σ. 1969, σκέψη 22). Προκειμένου όμως περί προϊόντων που αποστέλλονται από ένα κράτος μέλος για να επανεισαχθούν στο ίδιο αυτό κράτος, τέτοιες παραδόσεις είναι χωρίς επίδραση επί των κοινοτικών εμπορικών ανταλλαγών.
Όσον αφορά το γράμμα του κανονισμού εφαρμογής 1371/81, δεν υπάρχει ασάφεια. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ), ορίζει την έννοια της εξαγωγής, για την οποία μπορούν να χορηγηθούν τα ΝΕΠ, ως
« η αποστολή ( γεωργικών προϊόντων )
—
από ένα κράτος μέλος προς ένα άλλο κράτος μέλος,
—
από ένα κράτος μέλος προς έδαφος ευρισκόμενο εκτός Κοινότητος ».
Προφανώς, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξαγωγή ή αποστολή προϊόντων που προορίζονται να επανεισαχθούν στη χώρα αναχωρήσεως. Παρόμοια « εξαγωγή » έχει τεχνητό χαρακτήρα που συνεπάγεται κατ' ανάγκη την απαγόρευση της χορήγησης των ΝΕΠ.
Είναι αλήθεια ότι η ίδια διάταξη διευκρινίζει ότι ορισμένες παραδόσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 2730/79 εξομοιώνονται με τις εξαγωγές. Πρόκειται κυρίως για τις παραδόσεις
« ανεφοδιασμού εντός της Κοινότητος:
—
των πλοίων των προορισμένων για θαλασσοπλοΐα ...» [άρθρο 5, παράγραφος Ι,α]).
Εντούτοις, όπως διευκρινίζεται με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2730/79, η τελευταία αυτή διάταξη αφορά μόνο τα προϊόντα που « χρησιμοποιούνται για κατανάλωση επί του πλοίου ». Επομένως, δεν μπορεί να αναφέρεται στις παραδόσεις προϊόντων που προορίζονται να πωληθούν αλλά όχι να καταναλωθούν κατά τη διάρκεια του διάπλου.
6.
Ενόψει των σκέψεων αυτών, το επιχείρημα a contrario, που αντλείται από το άρθρο 17 του κανονισμού 2730/79, δεν φαίνεται αποφασιστικό. Πράγματι, δεν μπορεί να αντιτάσσεται στο σκοπό και στο γράμμα της κανονιστικής ρυθμίσεως περί των ΝΕΠ, η σιωπή της ρύθμισης αυτής, όσον αφορά τις επίδικες παραδόσεις, με άλλα λόγια, να συνάγεται, κατά τρόπο εντελώς τυπικό, μία έννοια από την έλλειψη ρητής διατάξεως αντίστοιχης με εκείνη του άρθρου 17.
Επιπροσθέτως, πέρα από τα δικά τους χαρακτηριστικά (υπόθεση 38/79, Nordmark, Rec. 1980, σ. 643, σκέψεις 7 έως 9 ), πρέπει να ονι-στεί η κοινή λογική που διέπει τα ΝΕΠ και τις επιστροφές. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στην υπόθεση Nordmark, υπάρχει ένα « κοινό ουσιαστικό στοιχείο » μεταξύ των ΝΕΠ και των επιστροφών: η διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των γεωργικών προϊόντων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών, αίροντας τα εμπόδια που προκύπτουν από τις διαφορές τιμών στις διάφορες αγορές.
Επομένως, οι μηχανισμοί αυτοί αποβλέπουν, για κάθε συγκεκριμένο προϊόν, στο να εξισώσουν τη διαφορά της τιμής που υπάρχει μεταξύ της αγοράς της χώρας εξαγωγής και της αγοράς της χώρας στην οποία έχει πράγματι γίνει εξαγωγή, δηλαδή διάθεση στο εμπόριο. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ερμηνεία αυτή για τα ΝΕΠ προσχωρήσεως (υπόθεση 250/80, Töpfer, Συλλογή 1981, σ. 2465, σκέψεις 14 έως 16 ). Ο όρος αυτός προβλέπεται ρητά για τις επιστροφές με το άρθρο 10 του κανονισμού 2730/79, κατά το οποίο η πληρωμή της επιστροφής δεν εξαρτάται μόνο από την προϋπόθεση ότι το προϊόν έχει εγκαταλείψει το γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας, αλλά ακόμη, ενδεχομένως, από την απόδειξη ότι έχει πραγματικά διατεθεί στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής. Παρομοίως, το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1371/81 διευκρινίζει ότι η χορήγηση των ΝΕΠ εξαρτάται κυρίως από την απόδειξη
« ότι τα προϊόντα
α)
εγκατέλειψαν το έδαφος του κράτους μέλους εξαγωγής... ».
Πράγματι, η τελική κατάληξη ήταν, κατά γενικότερο τρόπο, το συμπέρασμα ότι τα ΝΕΠ, όπως και οι επιστροφές ή οι ατέλειες, δεν μπορούν να χορηγούνται για τα γεωργικά προϊόντα που αγοράζονται κατά τη διάρκεια « κρουαζιέρων βουτύρου » — σύντομων θαλάσσιων εκδρομών, χωρίς αποβίβαση ή που περιλαμβάνουν συμβολική αποβίβαση — στο πλαίσιο των οποίων ούτε οι εξαγωγείς ούτε οι επιβάτες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αγορά προϊόντων που έχουν πράγματι διατεθεί στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος ή εκτός του εδάφους της Κοινότητας ( πρβλ. κυρίως υπόθεση 325/82, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Συλλογή 1984, σ. 777, σκέψεις 25 μέχρι 27 ).
7.
Ως συμπέρασμα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο College van Beroep:
Ο κανονισμός ( EOK) 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, επί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών και ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι κανένα νομισματικό εξισωτικό ποσό δεν μπορεί να χορηγηθεί για την παράδοση γεωργικών προϊόντων που πωλούνται στους επιβάτες κατά τη διάρκεια σύντομων κρουαζιέρων που έχουν ως σημεία αναχωρήσεως και προορισμού τα λιμάνια του ίδιου κράτους μέλους.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy