Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1 . Η υπό εξέταση σήμερα υπόθεση αφορά τις φερόμενες συνέπειες ενός ατυχήματος που συνέβη σε σταθμό πυρηνικής ενέργειας τον οποίο επισκέφθηκε ο προσφεύγων κατόπιν οδηγιών της καθής .
2 . Ο προσφεύγων προέβαλε πολυάριθμα αιτήματα που επιτρέπουν να προσδιοριστεί το αντικείμενο της διαφοράς και οι υλικές αξιώσεις ως εξής :
- ο προσφεύγων προσβάλλει καταρχάς την απόφαση της καθής, της 17ης Ιανουαρίου 1984, περί σιωπηρής απορρίψεως αιτήσεώς του περί επαγγελματικής ασθένειας στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
- ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η έκθεση ( της πλειοψηφίας ) στην οποία στηρίζεται αυτή η απόφαση είναι άκυρη τόσο τυπικά όσο και κατ' ουσία
- ζητεί τη συγκρότηση νέας υγειονομικής επιτροπής
- επικουρικά, διεξαγωγή αντιπραγματογνωμοσύνης
- επικουρικά, τη διαπίστωση από το Δικαστήριο επαγγελματικής ασθένειας με τα αντίστοιχα δικαιώματα παροχών
- τέλος, ζητεί αποζημίωση λόγω της ασκήσεως καθηκόντων σε ζώνες που παρουσιάζουν κίνδυνο ακτινοβολιών από το 1973 μέχρι το Δεκέμβριο 1975, παρά τη διαγνωσθείσα δερματική ασθένεια
- ο προσφεύγων ζητεί, για πρώτη φορά με την προσφυγή, να θεωρηθεί η έκθεση της μειοψηφίας του Dr . Kater ως η μόνη έγκυρη έκθεση και να του χορηγηθεί αποζημίωση για τη βλάβη της σταδιοδρομίας και για κάθε άλλη υλική ζημία .
3 . Από αυστηρά οικονομική άποψη, ο προσφεύγων ζητεί, ως εφάπαξ αποζημίωση, την καταβολή ποσού, σύμφωνα με το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( ήτοι ποσό ίσο με το οκταπλάσιο του ετήσιου βασικού μισθού ) καθώς και την πλήρη ανάληψη όλων των ιατρικών εξόδων που προκλήθηκαν από την "επαγγελματική ασθένεια", σύμφωνα με το άρθρο 73, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Επιπλέον, ζητεί να ληφθεί απόφαση αρχής σχετικά με την αποκατάσταση κάθε έμμεσης ζημίας και με τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω της αμέλειας της καθής .
Β - Παρατηρήσεις
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
4 . Η καθής προβάλλει σοβαρές ενστάσεις κατά του παραδεκτού των επί μέρους αιτημάτων . Θεωρεί ως παραδεκτά μόνο τα κεφάλαια των αιτημάτων που αποβλέπουν στον έλεγχο της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 1984 και των ιατρικών εκθέσεων στις οποίες στηρίζεται αυτή η απόφαση .
5 . Η πράξη της καθής, της 17ης Ιανουαρίου 1984, αποτελεί απόφαση που κατ' αρχήν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Το άρθρο 28 της ρυθμίσεως περί καλύψεως των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( εφεξής : "η ρύθμιση ") αναφέρει ρητά ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή της ρύθμισης μπορούν να προσβληθούν κατ' εφαρμογή των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Επιτρέπεται επομένως ο έλεγχος της αποφάσεως αυτής από το Δικαστήριο . Στο πλαίσιο της νομικής εξετάσεως αυτής της αποφάσεως, ο έλεγχος της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, στην οποία στηρίζεται η εν λόγω απόφαση, επιτρέπεται επίσης εντός των ορίων που προβλέπει η νομολογία του Δικαστηρίου .
6 . Το αίτημα για τη συγκρότηση νέας υγειονομικής επιτροπής είναι απαράδεκτο . Η αυτεπάγγελτη συγκρότηση υγειονομικής επιτροπής δεν ανήκει στις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου, αλλ' αποτελεί διαδικασία η διεξαγωγή της οποίας εναπόκειται στη διοίκηση σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες . 'Ηδη οι λεπτομέρειες διορισμού των μελών της επιτροπής, και ειδικά των "ιατρών εμπιστοσύνης" των μερών, δεν μπορούν να τροποποιηθούν άνευ λόγου από το Δικαστήριο .
7 . Ο σκοπός ενός τέτοιου αιτήματος επιτυγχάνεται άλλωστε με την ακύρωση της εκθέσεως, οπότε εν προκειμένω δεν θα υπήρχε και έννομο συμφέρον .
8 . Το αίτημα προς το Δικαστήριο να διατάξει αντιπραγματογνωμοσύνη για την τροποποίηση από το Δικαστήριο του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι επίσης απαράδεκτο . Το ότι το αίτημα αυτό προβάλλεται μόνο επικουρικά δεν έχει επομένως σημασία . Σχετικά, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι η τόσο σημαντική επέμβαση σε μια διοικητική διαδικασία, βάσει των διατάξεων του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως σε συνδυασμό με αυτές της ρυθμίσεως, δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου . Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα διευκρινίσει την εξουσία ελέγχου του υπό την έννοια ότι η διαδικασία της υγειονομικής επιτροπής και η απόφαση που στηρίζεται σ' αυτή τη διαδικασία αποτελούν αντικείμενο περιορισμένου ελέγχου, ασκουμένου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι πλημμελειών της διαδικασίας, πεπλανημένων νομικών κρίσεων ως προς ορισμένες έννοιες καθώς και καταφανών σφαλμάτων στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και στα πορίσματα ( 1 ). Πλημμέλειες αυτής της μορφής καταλήγουν πάντως σε ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως .
9 . Δεν ενδιαφέρει αν το αίτημα περί αντιπραγματογνωμοσύνης είναι παραδεκτό ως απλό αίτημα αποδείξεως . Τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι τα μόνα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, δεν επιβάλλουν εν πάση περιπτώσει τη διεξαγωγή μιας τέτοιας πραγματογνωμοσύνης .
10 . Για τους ίδιους λόγους με εκείνους που δεν δικαιολογούν τόσο τη συγκρότηση νέας υγειονομικής επιτροπής όσο και την αίτηση διεξαγωγής αντιπραγματογνωμοσύνης, η αυτεπάγγελτη αναγνώριση της ύπαρξης επαγγελματικής ασθένειας εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου . Στις διαφορές με χρηματικό αντικείμενο, το Δικαστήριο έχει, βέβαια, πλήρη δικαιοδοσία, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εντούτοις, στο μέτρο που η απόφαση στηρίζεται σε ιατρικές εκθέσεις που καθαυτές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο περιορισμένου ελέγχου, η αρμοδιότητα όσον αφορά την απόφαση επί της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει την αρμοδιότητα της διοικήσεως . Τα δικαιώματα παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και οι παροχές που προβλέπονται στα άρθρα 10 και επόμενα της ρυθμίσεως είναι έννομη συνέπεια της ύπαρξης επαγγελματικής ασθένειας ή ατυχήματος . Επομένως, οι παροχές αυτές δεν μπορεί να χορηγηθούν ανεξάρτητα από την επαλήθευση τέτοιων ενδεχομένων και από την προβλεπόμενη σχετική διαδικασία . Κατά συνέπεια, η χορήγηση των επιδιωκομένων εν προκειμένω παροχών μπορεί να επιζητηθεί μόνο από τη στιγμή που η ακολουθητέα διαδικασία ολοκληρώθηκε . Αυτό ισχύει τόσο για την εφάπαξ αποζημίωση, βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όσο και για την πλήρη επιστροφή των ιατρικών εξόδων, κατά την έννοια του άρθρου 73, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν επίσης για τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται υπέρ τρίτων (( για παράδειγμα το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως )) και για τις παροχές που προβλέπονται από τη ρύθμιση κυρίως όσον αφορά έμμεση ζημία .
11 . Το ζήτημα του παραδεκτού των αιτημάτων που αποβλέπουν στη χορήγηση αποζημιώσεως, πλέον της εφάπαξ αποζημιώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της κατ' εφαρμογή αυτού του άρθρου ρυθμίσεως, συνεπάγεται τις εξής παρατηρήσεις : η καθής θεωρεί ότι τα ποσά που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επιστροφής, βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της κοινής ρυθμίσεως, καθορίζονται "εξαντλητικώς ". Αυτή η θέση που διατυπώνεται τόσο απόλυτα δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε κύρος . Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 169/83 και 136/84, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι παροχές του καθεστώτος "δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζουν σ' όλες τις περιπτώσεις την πλήρη αποκατάσταση" ( 2 ). Από τη ρύθμιση δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι αποκλείεται συμπληρωματική αποζημίωση . Η απόφαση για τη χορήγηση μιας τέτοιας αποζημιώσεως συνεπάγεται επομένως ότι η καθής μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη του ατυχήματος σύμφωνα με το κοινό δίκαιο και ότι οι παροχές του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι ανεπαρκείς" ( 3 ).
12 . Το παραδεκτό του αιτήματος του προσφεύγοντος για τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω της ασκήσεως καθηκόντων σε ζώνες που παρουσιάζουν κίνδυνο ακτινοβολιών, από το 1973 μέχρι το Δεκέμβριο 1975, παρά τη διάγνωση δερματικής ασθένειας, προσκρούει εντούτοις σ' ένα άλλο κώλυμα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη μέσων του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση . Το αίτημα δεν υποβάλλεται επικουρικά σε σχέση με τα αιτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά ερείδεται σε άλλη έκθεση πραγματικών περιστατικών ( 4 ). Αυτό το είδος αιτήματος είναι ασυμβίβαστο με την απαίτηση περί του βεβαίου χαρακτήρα του αιτήματος . Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, σημείο αφετηρίας είναι ότι τα αιτήματα για τον έλεγχο της διαδικασίας του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι παραδεκτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτό το αίτημα που ερείδεται σε διαφορετική πραγματική βάση περιλαμβάνουσα αντιφατικά στοιχεία .
13 . Το αίτημα του προσφεύγοντος για τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω βλάβης της σταδιοδρομίας και κάθε άλλης υλικής ζημίας δημιουργεί ήδη ορισμένες επιφυλάξεις σε σχέση με το βέβαιο χαρακτήρα του αιτήματος . Ο προσφεύγων προβάλλει αυτό το αίτημα για πρώτη φορά με την προσφυγή . Ακόμα και με ευρύτατη ερμηνεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διοικητική ένσταση, που προσδιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς, περιέχει μια τέτοια διεκδίκηση . Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο . Η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος που αναφέρεται στην υπόθεση Herpels ( 5 ) δεν είναι ικανή να ανατρέψει αυτή την κρίση . Στην υπόθεση αυτή βέβαια, το Δικαστήριο έκρινε ως παραδεκτό αίτημα αποζημιώσεως που δεν είχε ρητά διατυπωθεί στη διοικητική ένσταση . Το Δικαστήριο θεμελίωσε αυτή την κρίση στο γεγονός ότι το αίτημα προβαλλόταν μόνο σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αρνήσεως . Εν προκειμένω, όμως, δεν υπάρχει τέτοιος σύνδεσμος εξαρτήσεως μεταξύ των αιτημάτων του προσφεύγοντος, διότι απαιτεί αποκατάσταση των ζημιών ανεξάρτητα από δικαιώματα αποκαταστάσεως που μπορεί να επικαλεστεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως σε συνδυασμό με αυτές της ρυθμίσεως .
Επί της ουσίας
14 . Παραμένει επομένως προς εξέταση το κύρος της επίδικης αποφάσεως της καθής, της 17ης Ιανουαρίου 1984, καθώς και η προηγηθείσα αυτής της απόφασης διαδικασία . Πρέπει καταρχάς να εξεταστεί το ζήτημα αν η ρύθμιση μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως και, συνεπώς, να αποτελέσει κριτήριο από άποψη τόσο τύπου όσο και ουσίας για τον έλεγχο της πράξεως που προσβάλλεται εν προκειμένω . Κατά το χρόνο των συμβάντων στο Gundremmingen, η ρύθμιση δεν είχε τεθεί ακόμα σε ισχύ . Ούτε και η πρακτική της καθής να υπάγονται στις διατάξεις της ρύθμισης, κατ' αρχήν, μόνο τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ένα χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος της ρύθμισης δεν επιτάσσει την εφαρμογή των διατάξεών της . Εντούτοις, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ρητά ζήτησε την εφαρμογή της ρύθμισης και η καθής στη συνέχεια ακολούθησε πρακτική σύμφωνη προς αυτή, νομίζω ότι μπορεί να γίνει προσφυγή σ' αυτή τη ρύθμιση .
15 . Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η καθής παρατήρησε ότι η εφαρμογή της ρύθμισης συνεπάγεται προηγούμενη αναγνώριση ζημίας . Αυτή η παρατήρηση μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η αναγνώριση υπάρξεως ζημίας, που αποτελεί επίσης αντικείμενο της ρύθμισης, έπρεπε να είχε γίνει πριν από τη χορήγηση των παροχών που προβλέπονται από τη ρύθμιση . Επομένως, εφόσον, πράγματι, ακολουθήθηκε η διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής ρυθμίσεως, τόσο για τη συγκρότηση της υγειονομικής επιτροπής όσο και για τη λειτουργία της, και η απόφαση της καθής, της 19ης Ιανουαρίου 1984, στηρίζεται ρητά στο άρθρο 23 της εν λόγω ρυθμίσεως, νομίζω ότι η εφαρμογή της επιβάλλεται . Η αμφισβητούμενη διαδικασία πρέπει, κατά συνέπεια, να κριθεί επίσης και σε σχέση με τις διατάξεις της ρυθμίσεως .
16 . Δυνάμει του άρθρου 21 της ρυθμίσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κοινοποιεί στον υπάλληλο το σχέδιο αποφάσεως πριν λάβει απόφαση δυνάμει του άρθρου 19 . Μπορεί να θεωρηθεί ότι το έγγραφο της καθής, της 25ης Οκτωβρίου 1976, αποτελεί ένα τέτοιο σχέδιο αποφάσεως διότι από το κείμενό του προκύπτει σαφώς ότι "η παρούσα γνώμη δεν συνιστά κώλυμα για επανεξέταση και νέα απόφαση στην περίπτωσή σας ". Δεδομένου ότι κατά το χρόνο αυτό η ρύθμιση δεν είχε τεθεί ακόμα σε ισχύ, είναι αδιάφορο το ότι το έγγραφο δεν χαρακτηριζόταν ως σχέδιο αποφάσεως .
17 . Το έγγραφο της καθής, της 20ής Ιουλίου 1977, με το οποίο εκδήλωσε την πρόθεσή της να υποβάλει την περίπτωση προς γνωμοδότηση σε "υγειονομική επιτροπή" τριών ιατρών, μπορεί να θεωρηθεί ως προσήκουσα εφαρμογή του άρθρου 23 της ρυθμίσεως .
18 . Ο προσφεύγων παραπονείται για ορισμένες πλημμέλειες της διαδικασίας σχετικά με τη συγκρότηση της υγειονομικής επιτροπής, οι οποίες πρέπει να οδηγήσουν σε αναγνώριση της ακυρότητας της ιατρικής έκθεσης . Η διαδικασία που κατέληξε στην οριστική συγκρότηση της υγειονομικής επιτροπής από τους ιατρούς Fliedner, Roesler και Kater υπήρξε πράγματι επίπονη και βραδύτατη . Τελικά, είναι πάντως θεμιτό να θεωρηθεί ότι η συγκρότηση της επιτροπής υπήρξε κανονική, διότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν τελικά σε περιστάσεις που μπορεί να αποδοθούν αφενός στην καθής και αφετέρου στον προσφεύγοντα ή σε κανένα από τους διαδίκους . 'Ετσι, ούτε ο θάνατος του καθηγητή Mahnstein ούτε η άρνηση στην εντολή που προέβαλε ο ιατρός Semiller λόγω φόρτου εργασίας ούτε η ανάκληση της εντολής του ιατρού Gubileo για ανεπαρκή γνώση της γερμανικής μπορούν να καταλογιστούν εις βάρος των διαδίκων ή να επιφέρουν ακύρωση της διαδικασίας . Επίσης, οι δισταγμοί της καθής όσον αφορά το διορισμό του ιατρού Horn, τον οποίο οι ιατροί Fliedner και Kater συμφώνησαν να ορίσουν ως τρίτο μέλος της υγειονομικής επιτροπής, μπορούν να δικαιολογηθούν, αν ληφθεί υπόψη το επιχείρημα ότι από τη σκοπιμότητα της διαδικασίας επιβάλλεται το τρίτο μέρος να είναι ουδέτερο . Θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η ανεξαρτησία του ιατρού Horn, ως υπαλλήλου της καθής . Γι' αυτό το λόγο, ο διορισμός του βάσει της συμφωνίας των ιατρών Fliedner και Kater δεν ήταν απόλυτα επιβεβλημένος . Ο διορισμός του Roesler ως τρίτου ιατρού από το Δικαστήριο τελικά έγινε με εντελώς κανονική διαδικασία, που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως .
19 . Επειδή η συγκρότηση της υγειονομικής επιτροπής πρέπει να θεωρείται έγκυρη, ζήτημα τίθεται ως προς το αν υπήρξε κανονική η διαδικασία που ακολούθησε η επιτροπή . Δυο περιστατικά δημιουργούν ορισμένες αμφιβολίες σχετικά . Αφενός μεν παρατηρείται ότι δεν υπάρχει εγκεκριμένο από την πλειοψηφία πρακτικό για τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1981, αφετέρου δε, δεν υπήρξε κοινή συμφωνία των μελών της επιτροπής ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας ούτε και κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε μια έκθεση που να εγκριθεί απ' όλα τα μέλη της .
20 . Είναι ασφαλώς λυπηρό ότι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν ως προς το περιεχόμενο του πρακτικού . Η ύπαρξη όμως τέτοιου εγγράφου δεν είναι ουσιώδης προϋπόθεση για το κύρος των διασκέψεων μιας επιτροπής, οπότε και απ' αυτή την άποψη δεν μπορεί να θεωρηθεί η διαδικασία ως αντικανονική .
21 . Ως προς αυτό το σημείο, θεωρώ ότι πρέπει να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη λειτουργία των επιτροπών . Το Δικαστήριο έκρινε ( 6 ) ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, προβλέποντας τη συγκρότηση τριμελούς επιτροπής, συνεπάγεται ότι, σε περίπτωση διαφωνίας, αυτή μπορεί να αποφασίζει κατά πλειοψηφία . Η έκθεση, που εκφράζει τη γνώμη της μειοψηφίας, πρέπει επομένως να θεωρείται έγκυρη κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως με όλες τις έννομες συνέπειες . Δεν επιτρέπεται επίσης το μέλος μιας υγειονομικής επιτροπής, που έχει ορίσει ένας από τους ενδιαφερομένους, να μπορεί, αρνούμενο να υπογράψει, να παρακωλύσει τη διαδικασία και να καταστήσει αδύνατη την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού ( 7 ). Το Δικαστήριο εξέφερε αυτές τις κρίσεις κάθε φορά στο πλαίσιο διαφορών ως προς τη λειτουργία της επιτροπής αναπηρίας του άρθρου 59 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Πάντως, επιβεβαίωσε επίσης την αρχή ότι η έκθεση της πλειοψηφίας πρέπει να θεωρείται έγκυρη και όταν πρόκειται για υγειονομική επιτροπή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 73 σε συνδυασμό μ' αυτές της ρυθμίσεως ( 8 ).
22 . Ακόμα κι αν αυτή η νομολογία αφορά κυρίως την κατανομή των ψήφων των εμπειρογνωμόνων σχετικά με την κατάρτιση της εκθέσεως, μπορεί πάντως να στηριχτεί κανείς σ' αυτή την επιχειρηματολογία για να καταλήξει στο ότι, παρά την ύπαρξη ορισμένων διαφωνιών κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο κανόνας της πλειοψηφίας πρέπει να επιτρέπει τη συνέχιση των εργασιών της επιτροπής . Αν και τα μέλη της επιτροπής δεν βεβαίωσαν με κοινή συμφωνία τη λήξη των εργασιών - ο ιατρός Kater θεώρησε, για παράδειγμα, ότι έπρεπε να προβούν σε διεξαγωγή και περαιτέρω αποδείξεων - πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι εργασίες αυτές συντελέστηκαν κατά το μέτρο που συντάχθηκε μια έκθεση κατά πλειοψηφία .
23 . Το κύρος της διαδικασίας και της εκθέσεως που προκύπτει από τις εργασίες της επιτροπής δεν επηρεάζεται επίσης από το ότι τα μέλη της επιτροπής δεν είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν ορισμένα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά . Ο προσφεύγων επισήμανε ότι γνωστοποίησε στην υγειονομική επιτροπή ειδικές εκθέσεις που συντάχθηκαν τη αιτήσει του . Από την έκθεση της μειοψηφίας του ιατρού Kater προκύπτει επιπλέον ότι εξέθεσε κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής όλα τα στοιχεία που θεωρούσε ουσιώδη και για τα οποία οι συνάδελφοί του όμως δεν έλαβαν αρκούντως θέση σχετικά στην πραγματογνωμοσύνη τους . Αυτή καθαυτή η διαδικασία μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως κανονική .
24 . Παραμένει λοιπόν προς εξέταση το ζήτημα αν η έκθεση της πλειοψηφίας πάσχει από πλημμέλειες επιφέρουσες την ακυρότητά της . Πριν από την εξέταση των διαφόρων απόψεων που περιέχονται στα πορίσματα της εκθέσεως της πλειοψηφίας, πρέπει εκ νέου να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, το Δικαστήριο θεωρείται αρμόδιο για την άσκηση μόνο περιορισμένου ελέγχου του περιεχομένου αυτής της εκθέσεως . Υπ' αυτές τις συνθήκες, τα μέσα παροχής εννόμου προστασίας που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως μπορούν να ασκηθούν μόνο προς σκοπό ελέγχου που περιορίζεται σε θέματα σχετικά με τη συγκρότηση και την κανονική λειτουργία της επιτροπής . Οι κατά κυριολεξία κρίσεις πρέπει να θεωρούνται ως οριστικές όταν διαμορφώνονται υπό κανονικές συνθήκες ( 9 ). Δεν ανήκει στο Δικαστήριο η κρίση του ζητήματος περί υπάρξεως ή μη "επαγγελματικής ασθένειας ". Εντούτοις, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την ακύρωση αποφάσεων που έχουν ληφθεί παράνομα για το λόγο ότι στηρίζονται σε αλυσιτελή πορίσματα υγειονομικής επιτροπής . Αυτό συμβαίνει αν η υγειονομική επιτροπή στηρίζεται σε πεπλανημένη αντίληψη της έννοιας της "επαγγελματικής ασθένειας" ή αν η έκθεσή της δεν αποδεικνύει την ύπαρξη καταληπτού συνδέσμου μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που περιλαμβάνει και των πορισμάτων στα οποία καταλήγει ( 10 ).
25 . Το Δικαστήριο είναι επομένως αρμόδιο να ερευνήσει αν ένας πραγματογνώμονας, αναφερόμενος στα πορίσματά του στην έννοια της "επαγγελματικής ασθένειας", κινείται εντός του πεδίου των σχετικών κανονιστικών διατάξεων ( 11 ). Αυτή η εκτίμηση έχει επίσης εφαρμογή στην έννοια του "ατυχήματος", κατά την έννοια του άρθρου 2 της ρυθμίσεως . Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως, θεωρούνται ως επαγγελματικές ασθένειες οι ασθένειες που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό κατάλογο επαγγελματικών ασθενειών που αποτελεί παράρτημα της από 23 Ιουλίου 1962 ( 12 ) συστάσεως της Επιτροπής, στο μέτρο που ο υπάλληλος εκτέθηκε κατά την επαγγελματική του δραστηριότητα σε κινδύνους προσβολής απ' αυτές τις ασθένειες .
26 . Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της ρύθμισης, ως επαγγελματική ασθένεια θεωρείται επίσης "κάθε ασθένεια ή επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας που δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο της παραγράφου 1, εφόσον αποδεικνύεται ( 13 ) επαρκώς ότι η προέλευσή της οφείλεται στην άσκηση ή στην επ' ευκαιρία ασκήσεως καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων ". Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις κάθε ασθένεια μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαγγελματική ασθένεια, αν και η απόδειξη διευκολύνεται πάντως σημαντικά για τις επαγγελματικές ασθένειες που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό κατάλογο . Ατύχημα, του οποίου η επέλευση γεννά επίσης δικαίωμα ως προς τις παροχές των διατάξεων του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της ρυθμίσεως, θεωρείται "κάθε συμβάν ή εξωτερικός παράγων αιφνίδιος ή βίαιος ή αφύσικος που προσβάλλει τη φυσική ή ψυχική ακεραιότητα του υπαλλήλου" ( 14 ).
27 . Τα πορίσματα της εκθέσεως της πλειοψηφίας εξετάζουν όλα αυτά τα κριτήρια και αρνούνται να θεωρήσουν ότι πληρούνται . Οι εμπειρογνώμονες λαμβάνουν υπόψη το θέμα τόσο από της πλευράς του "ατυχήματος" όσο και από την άποψη της υπάρξεως "επαγγελματικής ασθένειας ". Ο προσφεύγων υποστηρίζει κυρίως ότι οι εμπειρογνώμονες δεν εξέτασαν το ζήτημα της προσβολής της ψυχικής του υγείας που ήταν απόρροια των συμβάντων στο Gundremmingen . Η ιατρική έκθεση, όμως, αναφέρει ρητά ότι οι "σοβαρές ψυχικές διαταραχές" που επικαλείται ο προσφεύγων ελήφθησαν υπόψη . Τα συμβάντα στο Gundremmingen, όμως, δεν συνιστούν την πρόσφορη αιτία της προσβολής της ψυχικής ακεραιότητας του προσφεύγοντος .
28 . Η επιχειρηματολογία αυτή αποκλείει την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας, που απαιτείται από το εφαρμοστέο σε θέματα αποκαταστάσεως της ζημίας δίκαιο . Επειδή η έννοια της αιτιώδους συναφείας, η οποία είναι αποφασιστική σε θέματα αποκαταστάσεως της ζημίας, προϋποθέτει πρόσφορη αιτία, η κρίση που περιέχεται στην έκθεση της πλειοψηφίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πάσχει από πλημμέλειες . Πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση του βασίμου αυτής της κρίσης δεν ανήκει - όπως έχει ήδη αναφερθεί - στις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου .
29 . Ούτε είναι παράνομες οι κρίσεις σχετικά με την ύπαρξη επαγγελματικής ασθένειας . Ειδικότερα, η ύπαρξη εν προκειμένω ασθενειών F 1 (" ασθένειες προκληθείσες από ιοντίζουσες ακτινοβολίες ") ή Β 2 (" δερματικές προσβολές προκαλούμενες στον επαγγελματικό χώρο από ουσίες που δεν προβλέπονται σε άλλες θέσεις "), που μόνο αυτές λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό κατάλογο επαγγελματικών ασθενειών, αποκλείεται ρητά . Υπάρχει έκθεση σε κίνδυνο ατυχήματος - όπως παρατήρησε ακριβώς ο εκπρόσωπος της καθής κατά την προφορική διαδικασία - όταν πρόκειται για τυχαία και ακούσια έκθεση που συνεπάγεται υπέρβαση ενός από τα όρια δόσεων που καθορίζονται για τους εκτιθέμενους εργαζομένους ( 15 ). 'Ομως, δεν συντρέχει εν προκειμένω παρόμοια περίπτωση .
30 . Επειδή ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται συγκεκριμένα έκθεση σε κίνδυνο συνεπαγόμενη υπέρβαση ενός από τα όρια δόσεων, ή εν πάση περιπτώσει δεν παρέσχε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επιτροπή στηρίχτηκε σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά . Οι εμπειρογνώμονες, τέλος, αποκλείουν επίσης κάθε δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι τα γεγονότα της 19ης Νοεμβρίου 1975 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αιτία ή παράγων επιδεινώσεως των διαπιστωθέντων ερυθημάτων .
31 . Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι, ακόμα και με την πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Kater, την οποία ουσιαστικά αποδέχεται ο προσφεύγων, δεν διαπιστώνεται κατά τρόπο αποφασιστικό η ύπαρξη ζημίας . Μόνος ο ισχυρισμός ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν σωματικές συνέπειες δεν αρκεί για το πόρισμα περί ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η ύπαρξη ζημίας οφειλόμενης στα υπό κρίση γεγονότα πρέπει να αποδεικνύεται αναμφισβήτητα, διότι η δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί υπό μορφή αποφάσεως αρχής, υπό την έννοια ότι τα γεγονότα μπορούσαν ουσιαστικά να προκαλέσουν ζημία .
32 . Ενόψει των προηγουμένων, γνώμη μου είναι ότι οι συντάκτες της εκθέσεως της πλειοψηφίας δεν στηρίχτηκαν σε ανακριβείς ορισμούς και δεν κατέληξαν σε πεπλανημένα πορίσματα .
33 . Μένει, επομένως, προς εξέταση το ζήτημα αν η απόφαση της καθής, της 17ης Ιανουαρίου 1984, ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 19 της ρυθμίσεως . 'Εχω ορισμένες αμφιβολίες σχετικά, διότι αυτή καθαυτή η απόφαση βεβαιώνει ότι πρόκειται για απόφαση που ελήφθη στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 78 ( αναπηρία ) του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Από το άρθρο 25 της ρυθμίσεως προκύπτει ότι οι διαδικασίες των άρθρων 73 και 78 των κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι εντελώς ανεξάρτητες μεταξύ τους . Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί έγκυρα να αποδειχτεί σύνδεσμος μεταξύ των διαδικασιών και, κατ' ακολουθία, να προβληθεί αντίρρηση για σαφή διαχωρισμό των αποφάσεων που πρέπει να λαμβάνονται στις δύο διαδικασίες . Η απόφαση στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είχε πάντως ληφθεί προ πολλού και δεν αμφισβητήθηκε κατ' ουσίαν . Μετά τη διαδικασία της υγειονομικής επιτροπής που αποσκοπούσε στη διαπίστωση ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, μόνο μια απόφαση στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έπρεπε ακόμα να ληφθεί . Επειδή η καθής στηρίζει ρητά την απόφασή της στο άρθρο 23 της ρυθμίσεως, η πράξη έπρεπε να θεωρηθεί ως απόφαση σιωπηρής αρνήσεως της πληρώσεως των όρων χορηγήσεως των παροχών, δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Αν και, κατά τη γνώμη μου, μια σαφέστερη διατύπωση θα ήταν ευκταία και αναγκαία, η πράξη της 17ης Ιανουαρίου 1984 μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 19 της ρυθμίσεως .
34 . 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό περί ενδεχόμενης μεταγενέστερης ζημίας, σημειώνεται ότι στην προηγηθείσα της προσφυγής αλληλογραφία η καθής επέσυρε ήδη την προσοχή στο γεγονός ότι είναι δυνατή η επανεξέταση και νέα απόφαση, σε περίπτωση μεταγενέστερης ζημίας . Ο εκπρόσωπος της καθής επανέλαβε επίσης κατηγορηματικά αυτή τη δυνατότητα κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας .
35 . Σύμφωνα με το άρθρο 17 της ρυθμίσεως, φαίνεται δυνατή η κίνηση νέας διαδικασίας προς διαπίστωση της υπάρξεως επαγγελματικής ασθένειας . Η απόφαση περί του αν τα γεγονότα αποτελούν "ατύχημα", κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αποκτά πάντως ισχύ δεδικασμένου . Προκειμένου όμως για επαγγελματική ασθένεια, μπορεί να γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών . Η εκ νέου κίνηση της διαδικασίας είναι φυσικά δυνατή επίσης σε περίπτωση διαπιστώσεως νέων πραγματικών περιστατικών .
36 . Η απόφαση για τα δικαστικά έξοδα πρέπει να ληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας . Στις υπαλληλικές υποθέσεις, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία έχουν υποβληθεί . Στην παρούσα υπόθεση, εντούτοις, προτείνω να εφαρμοστεί το άρθρο 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο ο νικήσας διάδικος μπορεί να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων . Αυτή η καταδίκη δικαιολογείται από τη συμπεριφορά της καθής που συνέβαλε στη γένεση της διαφοράς . Η καθής στήριξε βέβαια την απόφασή της, της 17ης Ιανουαρίου 1984, στις διατάξεις της ρυθμίσεως, αλλά στο κείμενό της επιβεβαιώνει απλώς την απόφαση που είχε ληφθεί στο πλαίσιο της αυτοτελούς διαδικασίας του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . 'Οταν ο προσφεύγων ζήτησε διευκρινίσεις, δεν έλαβε καμιά απάντηση . 'Οταν, τέλος, κατέθεσε τυπική διοικητική ένσταση, η καθής δεν αντέδρασε . Προκειμένου να αποφύγει την απώλεια δικαιώματος, ο προσφεύγων υποχρεώθηκε επομένως να ασκήσει προσφυγή .
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής :
Γ - Πρόταση
Η προσφυγή απορρίπεται ως απαράδεκτη . Η καθής καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα .
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά .
( 1 ) Βλέπε απόφαση της 21ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 156/80, Gιοσηιο Μοσβεμμι jatae Epitqopoes, uukkocoe 1981, r . 1357A apevarg tgs 26gs Iamouaqiou 1984 rtgm upeherg 189/82, Gεοσηεττε Sειμεσ jai koipoi jatae uulboukiou, uukkocoe 1984, r . 229A apevarg tgs 29gs Noelbqiou 1984 rtgm upeherg 265/83, Βεξοιτ Sυςς jatae Epitqopoes, uukkocoe 1984, r . 4029 .
( 2 ) Βλέπε απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 169/83 και 136/84, Βσυννεμθυις jai Lευςςιξλ jatae EpitqopoesA uukkocoe 1986, r . 2801, rjaxg 12 tgs apovaereys .
( 3 ) Βλέπε σκέψη 14 της προαναφερθείσας αποφάσεως .
( 4 ) Βλέπε κεφάλαιο 6 του αιτήματος, σημεία 3 και 4 .
( 5 ) Βλέπε απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 54/77, Αξτοοξ Ηεμπεμς jatae Epitqopoes, uukkocoe 1977, r . 585 .
( 6 ) Βλέπε απόφαση της 12ης Μαρτίου 1975 στην υπόθεση 31/71, Antonio Gigante κατά Επιτροπής, Συλλογή 1975, σ . 343 απόφαση της 9ης Ιουλίου 1975 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 42 και 62/74, Luigi Vellozzi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1975, σ . 871 .
( 7 ) Βλέπε απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 124/75, Letizia Perinciolo κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1976, σ . 1965 .
( 8 ) Βλέπε απόφαση της 23ης Απριλίου 1986 στην υπόθεση 150/84, Giorgio Bernardi κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ . 1375 .
( 9 ) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση 156/80, Συλλογή 1981, σ . 1359, σκέψη 20 της αποφάσεως και απόφαση στην υπόθεση 265/83, Συλλογή 1984, σ . 4029, σκέψη 11 της αποφάσεως .
( 10 ) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση 189/82, Συλλογή 1984, σ . 229, σκέψη 15 της αποφάσεως .
( 11 ) Βλέπε απόφαση της 2ας Μαΐου 1985 στην υπόθεση 118/84, Επιτροπή κατά ΑΕ Royale Belge, Συλλογή 1985, σ . 1889, σκέψη 17 της αποφάσεως .
( 12 ) ΕΕ L 80 της 31.8.1962, σ . 2188 .
( 13 ) Υπογράμμιση δική μου .
( 14 ) 'Αρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της ρυθμίσεως .
( 15 ) Βλέπε οδηγία 80/836/Ευρατόμ, ΕΕ ειδ . έκδ . 12/002, σ . 70 .
Full & Egal Universal Law Academy