ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 16ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαατές,
Με προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 1984 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε από το Δικαστήριο να ακυρώσει τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού της Επιτροπής 2677/84 «για τη λήψη μεταβατικών μέτρων με σκοπό την ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας ( τιμής ) του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουαρίου 1985» ( ΕΕ 1984, L 253, σ. 31 ).
Η υπόθεση έχει ως εξής.
Με τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 855/84 της 31ης Μαρτίου 1984 ( ΕΕ 1984, L 90, σ. 1 ) προβλέφθηκε η κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( « ΝΕΠ » ) σε τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο ( άρθρο 1 του κανονισμού), το οποίο συνίστατο σε τροποποιήσεις στον τρόπο υπολογισμού των ΝΕΠ, άρχισε να ισχύει όταν δημοσιεύτηκε ο κανονισμός αυτός, την 1η Απριλίου 1984. Όσον αφορά τη Γερμανία, το δεύτερο στάδιο ( άρθρο 2 και τα παραρτήματα του κανονισμού ) συνίστατο στην ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής τιμής [ άλλως γνωστής ως « πράσινης ισοτιμίας ( τιμής ) » ] του γερμανικού μάρκου που επρόκειτο να ισχύσει την 1η Ιανουαρίου του 1985 και η οποία, κατά το μέτρο που ενδιαφέρει την υπό κρίση υπόθεση, ήταν η εξής: « 1 ECU = 2,38516 DM. Η τιμή αυτή εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου του 1985. Εντούτοις... όσον αφορά τον τομέα των σιτηρών, εφαρμόζεται η εξής τιμή από την 1η Ιανουαρίου του 1985: 1 ECU = 2,39792 DM». Το τρίτο στάδιο (άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού) συνίστατο στην υποχρέωση καταργήσεως, το αργότερο μέχρι την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1987-1988, όλων των θετικών ΝΕΠ που θα εξακολουθούσαν να υφίστανται μετά την 1η Ιανουαρίου 1985. Το πρώτο και δεύτερο στάδιο έπρεπε να συνοδεύονται από μεταβατικά μέτρα. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού:
«Τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα προκειμένου:
—
να διευκολυνθεί το πέρασμα από το ένα σύστημα υπολογισμού των εξισωτικών νομισματικών ποσών στο άλλο,
—
να αποφευχθούν διαταραχές λόγω της ανατίμησης των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών (τιμών) του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού την 1η Ιανουαρίου 1985,
μπορούν να θεσπιστούν, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ) αριθ. 974/71. »
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού αφορά τροποποιήσεις ως προς τον τρόπο υπολογισμού των ΝΕΠ, ενώ το δεύτερο αναφέρεται στην ανατίμηση της πράσινης τιμής του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουαρίου 1985.
Η ανατίμηση της πράσινης τιμής του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουαρίου 1985 είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των τιμών, σε εθνικό νόμισμα, των γεωργικών προϊόντων στη Γερμανία, πράγμα που σήμαινε μείωση του εισοδήματος των γερμανών παραγωγών γεωργικών προϊόντων. Προς αντιστάθμιση της μείωσης αυτής, προβλέφθηκε με τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 855/84 ( όπως παρατάθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου 84/361 της 30ής Ιουνίου 1984· ΕΕ 1984, L 185, σ. 41 ) η χορήγηση ειδικής ενίσχυσης στους γερμανούς καλλιερ· γητές.
Το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 ) προέβλεψε ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού που θα ήταν δυνατό να συνεπάγονται και άλλες παρεκκλίσεις από τους κανονισμούς περί της κοινής γεωργικής πολιτικής θα αποφασίζονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 26 του κανονισμού 120/67/ΕΟΚ της 13ης Ιουνίου 1967, όπως αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό του Συμβουλίου 2727/75 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
Το άρθρο 26 του κανονισμού 2727/75 θεσπίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί η επιτροπή διαχειρίσεως σιτηρών. Το άρθρο αυτό [ όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ( ΕΕ ειδ. έκδ. της 19ης Νοεμβρίου 1979 ) ] ορίζει ότι στις περιπτώσεις όπου πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο αυτό και του ζητήματος επιλαμβάνεται η επιτροπή διαχειρίσεως, ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει σχέδιο για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διαχειρίσεως διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό εντός προθεσμίας που ο πρόεδρος καθορίζει σε συνάρτηση με το επείγον του θέματος. Αποφαίνεται με πλειοψηφία 45 ψήφων.
Το άρθρο 41 του κανονισμού του Συμβουλίου 1785/81 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 1981, L 177, σ. 4), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε παρόμοια διατύπωση.
Εκτός των διατάξεων αυτών, η επιτροπή διαχειρίσεως σιτηρών έχει το δικό της εσωτερικό κανονισμό, ο οποίος θεσπίστηκε σε κοινή συνεδρίαση των γεωργικών επιτροπών διαχειρίσεως στις 22 Ιουλίου 1965. Πρόκειται περί αδημοσίευτου εγγράφου του οποίου, προφανώς, δεν υφίσταται επίσημο αγγλικό κείμενο. Σε ελεύθερη μετάφραση, το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει:
« Η σύγκληση της συνεδρίασης, η ημερήσια διάταξη, τα σχέδια μέτρων για τα οποία ζητείται η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως και κάθε άλλο έγγραφο εργασίας διαβιβάζονται από τον πρόεδρο στους αντιπροσώπους που έχουν τα κράτη μέλη στην επιτροπή... Τα έγγραφα αυτά πρέπει να περιέρχονται 'στις μόνιμες αντιπροσωπείες των κρατών μελών το βραδύτερο 8ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης.
Κατόπιν αιτήσεως αντιπροσώπου κράτους μέλους ή με δική του πρωτοβουλία, ο πρόεδρος μπορεί, σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν τα μέτρα που πρόκειται να θεσπιστούν πρέπει να εφαρμοστούν αμέσως, να συντέμνει την αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο προθεσμία διαβιβάσεως σε δύο πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης...
Σε άκρως επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν αιτήσεως αντιπροσώπου κράτους μέλους ή με δική του πρωτοβουλία, ο πρόεδρος μπορεί να εγγράψει ένα θέμα στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης κατά τη διάρκεια αυτής. »
Στα πρακτικά της συνεδρίασης κατά την οποία θεσπίστηκε ο εσωτερικός αυτός κανονισμός αναφέρεται ότι με τη διάταξη αυτή δεν επιτρέπεται ούτε στην Επιτροπή ούτε στα κράτη μέλη να εισάγουν θέματα τα οποία δεν φαίνονται ως απολύτως αναγκαία, η δε εκτίμηση του επείγοντος ενός θέματος που πρόκειται να εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη εξαρτάται τελικά από απόφαση του προέδρου.
Το άρθρο 4 του κανονισμού ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που ζητείται μια γνώμη, αν ένα σχέδιο το αντικείμενο του οποίου είναι εγγεγραμμένο στην ημερήσια διάταξη υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ο πρόεδρος, ύστερα από αίτηση του αντιπροσώπου κράτους μέλους, αναβάλλει την ψηφοφορία για το τέλος της συνεδρίασης· σε περίπτωση ιδιαίτερων δυσχερειών, ο πρόεδρος παρατείνει τη συνεδρίαση την επόμενη ημέρα.
Σχετικά με τη διάταξη αυτή, αναφέρεται στα πρακτικά: « Εννοείται ότι η αναβολή της ψηφοφορίας για το τέλος της συνεδρίασης καθώς και η παράταση της συνεδρίασης την επόμενη ημέρα αποσκοπούν στο να παρασχεθεί η δυνατότητα στις αντιπροσωπείες να λάβουν οδηγίες ».
Όπως αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εσωτερικός κανονισμός που έχει εφαρμογή στην επιτροπή διαχειρίσεως σιτηρών εφαρμόζεται και στις άλλες επιτροπές διαχειρίσεως.
Σε ανακοίνωση της Επιτροπής που δημοσιεύτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1984 (ΕΕ 1984, L 244, σ. 45 ) αναφέρεται ότι: « Εφιστάται η προσοχή των ενδιαφερομένων στην πρόθεση της Επιτροπής να λάβει μέτρα στον τομέα των σιτηρών, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 855/84, για να αποφευχθούν οι υπερβολικά υψηλές αγορές στην παρέμβαση, λόγω της αλλαγής της αντιπροσωπευτικής τιμής του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού την 1η Ιανουαρίου 1985. Τα μέτρα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν στις ποσότητες που προσφέρονται στον οργανισμό παρέμβασης από την ημέρα της δημοσίευσης της παρούσας ανακοίνωσης. »
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού του Συμβουλίου 855/84, η Επιτροπή θέσπισε τα μεταβατικά αυτά μέτρα με τον κανονισμό 2677/84, το κύρος του οποίου αμφισβητείται τώρα. Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2677/84 περιγράφεται ο σκοπός του κανονισμού αυτού ως εξής:
« Εκτιμώντας ότι η τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών (τιμών) του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού την 1η Ιανουαρίου 1985, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 855/84, προκαλεί μια αντίστοιχη πτώση των τιμών παρέμβασης, εκφρασμένων σε εθνικό νόμισμα, στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη· ότι, με την προοπτική αυτή και λαμβανομένης υπόψη της παρούσας κατάστασης της αγοράς, το μέγεθος της νομισματικής μετατροπής (μεταβολής) στη Γερμανία οδηγεί σε κίνδυνο διαταραχής κυρίως της αγοράς σιτηρών και ζάχαρης· ότι είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίο να θεσπιστούν τα κατάλληλα μεταβατικά μέτρα για την αποφυγή αυτών των διαταραχών. »
Από την αιτιολογική αυτή σκέψη και τον τίτλο προκύπτει σαφώς ότι τα μεταβατικά μέτρα αφορούσαν μόνο το δεύτερο στάδιο της κατάργησης των ΝΕΠ, δηλαδή την ανατίμηση της πράσινης τιμής του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουαρίου 1985.
Στο προοίμιο του κανονισμού 2777/84, η Επιτροπή επισημαίνει τέσσερα σημαντικά σημεία:
α)
Όσον αφορά το σύστημα παρεμβάσεως για τα σιτηρά, οι ασυνήθιστα υψηλές πωλήσεις στην παρέμβαση πριν από την 1η Ιανουαρίου 1985 μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές στην αγορά και το σύστημα παρεμβάσεως στη Γερμανία και ότι, για να αποφευχθεί αυτό, η ποσότητα των σιτηρών που θα μπορούσε να πωληθεί στον οργανισμό παρεμβάσεως στην παλιά πράσινη τιμή πρέπει να περιοριστεί στην ποσότητα η οποία θα είχε προσφερθεί στην παρέμβαση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984 υπό κανονικές συνθήκες και εκτιμάται σε 2500000 τόνους· πέραν του μεγέθους αυτού, οι προσφερόμενες μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 1984 στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως ποσότητες θα έπρεπε να υπόκεινται στη νέα πράσινη τιμή.
6)
Όσον αφορά το σύστημα παρεμβάσεως για τη ζάχαρη, η εφαρμογή της νέας πράσινης τιμής από την 1η Ιανουαρίου 1985 μπορεί να παρακινήσει τους παρασκευαστές να πωλήσουν στην παρέμβαση ποσότητες ζάχαρης που διατέθηκαν κανονικά στο εμπόριο ύστερα από την ημερομηνία αυτή, ενώ, υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς, δεν θα γίνονταν παραδόσεις στην παρέμβαση, και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει, όσον αφορά τις αγορές στην παρέμβαση εντός της Γερμανίας, να εφαρμοστεί η νέα πράσινη τιμή του γερμανικού μάρκου μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2677/84.
γ)
Όσον αφορά την αγορά ζαχαρότευτλων ανέκυψε ένα πρόβλημα λόγω του ότι οι παρασκευαστές ζάχαρης ήταν υποχρεωμένοι από τους κανόνες της κοινής αγοράς να καταβάλουν στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων ορισμένες κατώτατες τιμές· αλλά η συγκομιδή ζαχαρότευτλων επρόκειτο να γίνει μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου, ενώ η εξ αυτών παραγόμενη ζάχαρη επρόκειτο να διατεθεί στην αγορά για ορισμένο ακόμα χρονικό διάστημα. Έτσι, ελλείψει μεταβατικών μέτρων, οι ελάχιστες τιμές για τα ζαχαρότευτλα θα προέκυπταν από την παλιά πράσινη τιμή του γερμανικού μάρκου, ενώ η τιμή πωλήσεως της ζάχαρης θα εξαρτιόταν από τη νέα πράσινη τιμή του γερμανικού μάρκου και θα ήταν, ως εκ τούτου, χαμηλότερη. Η Επιτροπή, προκειμένου να μη φέρουν μόνο οι παρασκευαστές ζάχαρης ολόκληρο το βάρος των εκφρασμένων σε εθνικό νόμισμα χαμηλότερων τιμών, το οποίο βάρος είχε προκύψει από την ανατίμηση, την 1η Ιανουαρίου του 1985, της πράσινης τιμής του γερμανικού μάρκου και προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιη μεταχείριση των παρασκευαστών και των παραγωγών ζαχαρότευτλων, ανέφερε ότι ήταν ανάγκη, όσον αφορά τις ελάχιστες αυτές τιμές, να μην ισχύσει ούτε η παλιά πράσινη τιμή ούτε η νέα, αλλά μια μέση, μεταξύ αυτών των δύο, τιμή μετατροπής.
δ)
Ανάλογο πρόβλημα τέθηκε όσον αφορά την αγορά αμύλου γεωμήλων κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεώρησε αναγκαίο να υιοθετήσει παρόμοια λύση ώστε ο κίνδυνος να κατανεμηθεί ακριβοδίκαια μεταξύ των παρασκευαστών αμύλου και των παραγωγών γεωμήλων στη Γερμανία.
Με τα άρθρα 1, 2 και 3 συγκεκριμενοποιήθηκε το αποτέλεσμα των στόχων αυτών, για τα σιτηρά, τη ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο και τη ζάχαρη από ζαχαρότευτλα καθώς και το άμυλο γεωμήλων, αντίστοιχα, ενώ ο κανονισμός επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ την ημερομηνία της δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, δηλαδή στις 21 Σεπτεμβρίου 1984.
Σε γενικές γραμμές το αποτέλεσμα των άρθρων αυτών ήταν το εξής: α) όσον αφορά την αγορά από τον οργανισμό παρεμβάσεως σιτηρών στη Γερμανία, η νέα πράσινη τιμή επρόκειτο, με την επιφύλαξη της προηγούμενης αγοράς από τον οργανισμό παρεμβάσεως των 2500000 τόνων συγκομιδής 1984 (άρθρο 1), να ισχύσει από τις 14 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984·6) όσον αφορά την αγορά από τον οργανισμό παρεμβάσεως ζάχαρης στη Γερμανία η νέα πράσινη τιμή ως προς το γερμανικό μάρκο επρόκειτο να ισχύσει από τις 21 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984 ( άρθρο 2 ) · γ ) όσον αφορά τις υποχρεωτικές ελάχιστες τιμές που οι παρασκευαστές ζάχαρης υποχρεούνταν να καταβάλλουν για το ζαχαρότευτλο για ολόκληρη την περίοδο εμπορίας 1984-1985, επρόκειτο να ισχύσει μια μέση, μεταξύ της παλαιάς και της νέας, πράσινη τιμή ( άρθρο 3, παράγραφος 1 ) δ ) όσον αφορά την ελάχιστη τιμή που οι παρασκευαστές αμύλου υποχρεούνταν να καταβάλλουν στους παραγωγούς γεωμήλων για ολόκληρη την περίοδο εμπορίας 1984-1985 επρόκειτο να ισχύσει μια μέση, μεταξύ της παλαιάς και της νέας, πράσινη τιμή ( άρθρο 3, παράγραφος 2 ).
Προς στήριξη του αιτήματος της ακυρώσεως των άρθρων 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως.
Ο πρώτος αφορά την παράβαση ουσιώδους τύπου, στο πλαίσιο της διαδικασίας της επιτροπής διαχειρίσεως. Προκύπτει ότι η Επιτροπή απέστειλε στις 12.28 της 18ης Σεπτεμβρίου 1984 τηλετύπημα, καλώντας τους αντιπροσώπους των κρατών μελών σε συνεδρίαση της γεωργο-νομισματικής επιτροπής ( τομείς σιτηρών και ζάχαρης ), η οποία επρόκειτο να γίνει στις 10.00 της 20ής Σεπτεμβρίου 1984. Το τηλετύπημα ελήφθη από τη γερμανική μόνιμη αντιπροσωπεία αυθημερόν στις 12.36. Το τηλετύπημα ανέφερε ότι πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης ήταν ένα σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με μεταβατικά μέτρα όσον αφορά την ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής τιμής του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού την 1η Ιανουαρίου 1985, χωρίς όμως η πρόσκληση για τη συνεδρίαση να συνοδεύεται από σχέδιο της σχετικής πρότασης. Κατά τη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής διανεμήθηκε ως έγγραφο της συνεδρίασης. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίασης, ακολούθησε στη συνέχεια ευρεία ανταλλαγή απόψεων. Τότε, η συνεδρίαση διακόπηκε από τις 12.30 μέχρι τις 15.00, προκειμένου, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, να δοθεί η δυνατότητα στις αντιπροσωπείες να επικοινωνήσουν με τις αντίστοιχες πρωτεύουσες τους. Όταν επαναλήφθηκε η συνεδρίαση το απόγευμα, τέθηκε στη διάθεση των αντιπροσωπειών ένα τροποποιημένο σχέδιο, όπου είχαν ληφθεί υπόψη ορισμένα ζητήματα που ανέκυψαν κατά τις συζητήσεις. Η τελική ψηφοφορία έγινε στις 16.00, στα δε πρακτικά αναφέρεται ότι το αποτέλεσμα ήταν 38 ψήφοι υπέρ του προταθέντος κανονισμού και 25 κατά. Δεδομένου ότι η απαιτούμενη πλειοψηφία ήταν 45 ψήφοι, αυτό σήμαινε ότι δεν κατέστη δυνατή η διατύπωση καμιάς γνώμης, γεγονός που αναφέρθηκε στην τελευταία αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2677/84. Αμέσως μετά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, η γερμανική αντιπροσωπεία αμφισβήτησε αυτά καθαυτά τα μέτρα και το κύρος του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84 ως ερείσματος μέτρων θιγόντων τους γερμανούς επιχειρηματίες.
Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι δεν έγινε η προσήκουσα διαβούλευση με την επιτροπή διαχειρίσεως, δεδομένου ότι τα μέλη της δεν ήταν σε θέση να εξετάσουν δεόντως την υποβληθείσα σ' αυτά πρόταση, εφόσον η εν λόγω πρόταση τέθηκε υπόψη τους μόλις κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως, ενώ, σύμφωνα με την άποψη της Γερμανίας, δεν υφίστατο περίπτωση επείγοντος ενόψει του γεγονότος ότι η Επιτροπή είχε παραμείνει επί αρκετούς μήνες αδρανής, δηλαδή από την έκδοση, στις 31 Μαρτίου 1984, του κανονισμού 855/84.
Όσον αφορά τη φερόμενη πλημμέλεια της διαδικασίας της επιτροπής διαχειρίσεως, η Επιτροπή προβάλλει δύο ισχυρισμούς: πρώτον, όταν εκδόθηκε ο κανονισμός 2677/84, η κατάσταση, αντίθετα προς την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ήταν « άκρως επείγουσα », κατά την έννοια της τρίτης παραγράφου του άρθρου 3 του εσωτερικού κανονισμού των επιτροπών διαχειρίσεως· δεύτερον, εφόσον η Γερμανία μετέσχε στη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, χωρίς να εκφράσει καμιά επιφύλαξη, απώλεσε το δικαίωμα προβολής αιτιάσεως σχετικά με οποιαδήποτε διαδικαστικής φύσεως πλημμέλεια.
Δεν δέχομαι το δεύτερο ισχυρισμό της Επιτροπής. Η διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως είναι διοικητικής φύσεως· δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μια τεχνικονομική διαδικασία κατά την οποία η εκ μέρους ενός των συμμετεχόντων παράλειψη προβολής ενός ζητήματος συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος να το προβάλει αργότερα. Το γεγονός ότι οι αντιπρόσωποι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν εναντιώθηκαν, κατά τη συνεδρίαση, κατά του βραχέος χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ της διανομής του κειμένου και της συνεδρίασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στερεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση το δικαίωμα να επικαλεστεί παραβίαση του εσωτερικού κανονισμού κατά την παρούσα δίκη.
Εξάλλου, δεν είμαι πεπεισμένος ότι το σύντομο χρονικό διάστημα που οι εν λόγω αντιπρόσωποι είχαν στη διάθεση τους για να εξετάσουν την πρόταση τους εμπόδισε πράγματι να την εξετάσουν δεόντως. Το Δικαστήριο διαθέτει στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι μεταξύ της γερμανικής κυβέρνησης και της Επιτροπής έγιναν ανταλλαγές απόψεων σχετικά με το ζήτημα των μεταβατικών μέτρων τουλάχιστον από τις 20 Ιουλίου 1984 μέχρι της συνεδρίασης των επιτροπών διαχειρίσεως. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθείσα αλληλογραφία καταφαίνεται ότι τόσο η Επιτροπή όσο και οι γερμανικές αρχές είχαν θεωρήσει ότι θα ήταν ευκταία μεταβατικά μέτρα συνοδευόμενα από περιορισμούς, εκά-τερη δε πλευρά είχε κατανοήσει την άποψη της άλλης. Η γερμανική κυβέρνηση είχε τονίσει την ανάγκη να προστατευθούν οι γερμανοί καλλιεργητές και αγοραστές γεωργικών προϊόντων από τις συνέπειες της επικείμενης ανατίμησης του γερμανικού μάρκου, αλλά είχε επίσης καταστήσει σαφές ότι δεν ήταν διατεθειμένη να χρηματοδοτήσει οποιαδήποτε ενίσχυση από τους εθνικούς της πόρους. Και οι δύο πλευρές ήταν εν γνώσει της πρόβλεψης ότι η συγκομιδή του 1984 θα ήταν ανώτερη κάθε προηγούμενης και είχαν αμφότερες τονίσει την ανάγκη διατηρήσεως σταθερών συνθηκών αγοράς και διασφαλίσεως του συστήματος παρεμβάσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή είχε επίσης τονίσει το ότι δεν διέθετε χρήματα. Ενώ είναι σαφές ότι οι γερμανικές αρχές θα προτιμούσαν τα μεταβατικά μέτρα να λάβουν τη μορφή καταβολής ενισχύσεων από κοινοτικά κεφάλαια προς τους αγοραστές γεωργικών προϊόντων στη Γερμανία, η πιθανότητα μιας άνευ προηγουμένου συγκομιδής το 1984 και οι σοβαρές δυσχέρειες σχετικά με τον προϋπολογισμό που αντιμετώπιζε η Κοινότητα την περίοδο εκείνη αποτέλεσαν γεγονότα που δεν μπορούσαν να μεταβληθούν με παράταση του χρόνου εξετάσεως των προτάσεων της Επιτροπής. Επομένως, νομίζω ότι, έστω και αν έγινε παράβαση του εσωτερικού κανονισμού των επιτροπών διαχειρίσεως, η παράβαση αυτή δεν επηρέασε ουσιαστικά το αποτέλεσμα και επομένως δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως.
Διανομή του κειμένου του προτεινόμενου κανονισμού κατά την ίδια τη συνεδρίαση επιτρέπεται στην περίπτωση που η κατάσταση εμπίπτει στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 3 του εσωτερικού κανονισμού ως περίπτωση « άκρως επείγουσα ». Για το αν μια περίπτωση είναι « άκρως επείγουσα » αποφασίζει ο πρόεδρος της επιτροπής διαχειρίσεως' εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει την απόφαση αυτή προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο πρόεδρος πλανήθηκε κατά την εκτίμηση του ή αν ενήργησε κατά τρόπο ο οποίος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που διέθετε, ήταν παράλογος ή αυθαίρετος. Σύμφωνα με την Επιτροπή, μεταξύ της 17ης και 20ής Σεπτεμβρίου 1984, πωλήθηκαν στον οργανισμό παρεμβάσεως της Γερμανίας 43000 τόνοι ζάχαρης. Καίτοι αυτή η ποσότητα δεν είναι καθαυτή μεγάλη, μια τέτοια αγορά παρεμβάσεως δεν έχει γίνει στη Γερμανία επί περισσότερα από επτά χρόνια. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή μπορούσε εύλογα να φοβάται ότι αυτό ήταν απλώς η αρχή μιας ευρείας κλίμακας πωλήσεως στην παρέμβαση, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, οπότε έγινε η συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως προσφέρθηκαν στην παρέμβαση σημαντικές ποσότητες. Στην αγορά σιτηρών είναι πασίδηλο ότι η δημοσιευθείσα στις 14 Σεπτεμβρίου 1984 ανακοίνωση της Επιτροπής προκάλεσε μεγάλη αβεβαιότητα. Ως εκ τούτου, μεγάλος αριθμός εμπόρων επιδίωξε να προσφέρει σιτηρά στο γερμανικό οργανισμό παρέμβασης, ο οποίος είχε προσωρινά αρνηθεί να δεχθεί τις εν λόγω προσφορές δεδομένου ότι εκκρεμούσε η οριστική λήψη των μέτρων από την Επιτροπή. Σημειώθηκαν σημαντικές πτώσεις τιμής. Επιπλέον, οι δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η Επιτροπή σχετικά με τον προϋπολογισμό είχαν φθάσει κατά την εποχή εκείνη σε τέτοιο σημείο ώστε είχε καταστεί επείγον να ληφθούν μέτρα για να προστατευθεί το ταμείο εγγυήσεως του ΕΓΤΠΕ ( Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων). Νομίζω ότι τα τρία αυτά στοιχεία αρκούσαν για να αποφασιστεί ότι επρόκειτο περί περιπτώσεως άκρως επείγουσας· δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση ήταν παράλογη ή νομικώς πεπλανημένη.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο πληρεξούσιος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ισχυρίστηκε ότι το επείγον προκλήθηκε από την ανακοίνωση της Επιτροπής, οπότε η Επιτροπή δεν μπορεί να το επικαλεστεί. Νομίζω ότι ο ισχυρισμός αυτός θα αποτελούσε έγκυρο επιχείρημα αν μπορούσε να υποστηριχτεί ότι κακώς η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση της κατά το στάδιο εκείνο και το γεγονός αυτό αποτελούσε τη μόνη αιτία του επείγοντος. Δεν έχω πειστεί ότι αποδείχτηκε οποιοδήποτε σφάλμα ή ότι η επιλογή του χρόνου δημοσιεύσεως και το περιεχόμενο της ανακοίνωσης αποτέλεσαν τη μόνη αιτία του άκρως επείγοντος. Θεωρώ ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η περίπτωση ενέπιπτε στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 3 του εσωτερικού κανονισμού των Επιτροπών Διαχειρίσεως και ότι, επομένως, δικαιούταν να διανείμει, ο δε πρόεδρος να το αποδεχτεί, το σχέδιο του προταθέντος απ' αυτήν κανονισμού ακόμα και το πρωί της εν λόγω συνεδριάσεως. Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην παράβαση ουσιώδους τύπου είναι, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως συνίσταται στο ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις στερούνται νομικής βάσεως.
Ο λόγος αυτός διαιρείται σε δύο σκέλη. Πρώτον, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 αποσκοπούσε στο να δοθεί η δυνατότητα χορηγήσεως αντισταθμίσεως για τις ζημίες που είχαν υποστεί οι επιχειρηματίες κατά τα στάδια της μεταποίησης και της διάθεσης στο εμπόριο λόγω της πτώσεως των τιμών. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν μπορούν να θεσπιστούν μεταβατικά μέτρα συνεπαγόμενα την εφαρμογή νέας τιμής μετατροπής, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο θα ζημίωνε τους επιχειρηματίες στα στάδια της μεταποίησης και διάθεσης στο εμπόριο. Δεύτερον, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, εφόσον η χρηματοδότηση των ΝΕΠ αποτελούσε μέρος των παρεμβάσεων στην αγορά γεωργικών προϊόντων από το 1972, χρόνο εκδόσεως του κανονισμού 974/71, οι εξουσίες που παρείχε το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 μπορούσαν να ασκηθούν μόνο κατά τρόπο καθιστώντα σαφές ότι η Κοινότητα ήταν υπεύθυνη για κάθε ζημία προκαλούμενη μετά την 1η Ιανουαρίου 1985 στα στάδια της διάθεσης στο εμπόριο και της μεταποίησης λόγω της πτώσεως των τιμών.
Έγινε διά μακρών αναφορά στο ιστορικό της έκδοσης των κανονισμών 855/84 και 2677/84. Νομίζω ότι τέτοια αναφορά θα χρειαζόταν μόνο στην περίπτωση που οι διατάξεις του άρθρου 7 δεν θα ήταν σαφείς.
Κατά τη γνώμη μου, από τον κανονισμό, στο σύνολο του, προκύπτει σαφώς ότι τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84 θεσπίστηκαν σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 προκειμένου να αποφευχθούν « διαταραχές λόγω της ανατίμησης των αντιπροσωπευτικών τιμών του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού την 1η Ιανουαρίου του 1985». Τα εν λόγω άρθρα δεν αποσκοπούν στο να « διευκολυνθεί το πέρασμα από το ένα σύστημα υπολογισμού των εξισωτικών νομισματικών ποσών στο άλλο », όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού. Το δεύτερο εδάφιο δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατά την έννοια που υπέδειξε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στόχος του είναι να αποφευχθούν οι διαταραχές και όχι να διατηρηθεί οπωσδήποτε το επίπεδο του εισοδήματος των εμπόρων γεωργικών προϊόντων ή των μεταποιητών των προϊόντων αυτών στη Γερμανία. Με τα άρθρα 1, 2 και 3η Επιτροπή επιδιώκει, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που της έχει παρασχεθεί, την αποφυγή των διαταραχών αυτών όσον αφορά τα σιτηρά και τη ζάχαρη και τη δικαιότερη κατανομή του προκύπτοντος από την ανατίμηση οικονομικού βάρους μεταξύ των παραγωγών και των αγοραστών ζαχαρότευτλων και γεωμήλων για παρασκευή αμύλου.
Όσον αφορά τη φερόμενη ευθύνη της Κοινότητας για τη χρηματοδότηση των ζημιών που προκλήθηκαν κατά τα στάδια της διάθεσης στο εμπόριο και της μεταποίησης, ευθύνη η οποία στηρίζεται στην ίδια βάση με αυτή της υποχρέωσης που έχει να χρηματοδοτεί τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ( « ΝΕΠ » ), ο κανονισμός του Συμβουλίου 729/70 περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ) προβλέπει ότι το τμήμα εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες και παρεμβάσεις με τις οποίες αποσκο-πείται η σταθεροποίηση των αγορών γεωργικών προϊόντων. Η διάταξη αυτή δεν καλύπτει, καθαυτή, τα ΝΕΠ, αλλά επεκτάθηκε για το σκοπό αυτό με τον κανονισμό του Συμβουλίου 2746/72 ( OJ English Special Edition 1972, 28-30 Δεκεμβρίου, σ. 64 ), ο οποίος όρισε ότι τα ΝΕΠ στο εμπόριο με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρούνται ως μέρος της δαπάνης για επιστροφές που χορηγούνται κατά την εξαγωγή σε τρίτες χώρες, ενώ τα ΝΕΠ στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών πρέπει να θεωρούνται ως μέρος της δαπάνης για την παρέμβαση που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση των αγορών γεωργικών προϊόντων. Η διάταξη αυτή που θεωρεί τα ΝΕΠ ως αποτελούντα μέρος των προαναφερθεισών επιστροφών ή παρεμβάσεων αποτελεί τη ρητή νομική βάση της χρηματοδότησης των ΝΕΠ από τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων. Εντούτοις, από την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής (ECR 1979, σ. 343 ), προκύπτει σαφώς ότι το ΕΓΤΠΕ μπορεί να επιβαρυνθεί μόνο με τα ποσά που καταβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διάφορους τομείς της γεωργικής παραγωγής, ενώ τα κράτη μέλη βαρύνονται με κάθε άλλο καταβαλλόμενο ποσό. Δεν υπάρχει ρητή διάταξη επιβαρύνουσα τις Κοινότητες με τις ζημίες που έχουν σημειωθεί στα στάδια της διάθεσης στο εμπόριο και της μεταποίησης λόγω της οφειλόμενης στην ανατίμηση του γερμανικού μάρκου κατά την 1η Ιανουαρίου 1985 πτώσεως των τιμών και νομίζω ότι είναι αδύνατο — έστω και με την πλέον ευρεία ερμηνεία — να επεκταθούν οι διατάξεις του κανονισμού 2746/72 στη χρηματοδότηση των ΝΕΠ προς κάλυψη τέτοιων ζημιών. Θεωρώ ότι η μεταβολή της αντιπροσωπευτικής τιμής του γερμανικού μάρκου αποτελεί διαφορετικό θέμα μη καλυπτόμενο από τις διατάξεις αυτές και, επομένως, η Κοινότητα δεν είναι υπεύθυνη για τη χρηματοδότηση των συνεπειών της. Επομένως, νομίζω ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι αβάσιμος ως και προς τα δύο του σκέλη.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της Γερμανίας συνίσταται στο ότι η Επιτροπή παράνομα επιδίωξε να τροποποιήσει τον κανονισμό 855/84 αλλάζοντας τις περιόδους που είχαν καθοριστεί με αυτόν για την εφαρμογή των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών του γερμανικού μάρκου. Κατά την προσφεύγουσα αυτό συνιστά συγκεκριμένα παράβαση της τέταρτης περίπτωσης του άρθρου 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο « για τη διασφάλιση της λειτουργίας και αναπτύξεως της κοινής αγοράς, η Επιτροπή... ασκεί τις αρμοδιότητες που της αναθέτει το Συμβούλιο για την εκτέλεση των κανόνων που θεσπίζει», εφόσον οι σχετικές αρμοδιότητες της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση είναι αυτές που της έχουν παρασχεθεί με το άρθρο 7 του κανονισμού του Συμβουλίου 855/84. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού της Επιτροπής 2677/84 μετέθεσαν εν μέρει προς τα μπρος πάνω από τρεις μήνες την ημερομηνία κατά την οποία επρόκειτο να ισχύσει η προσαρμογή των αντιπροσωπευτικών τιμών για τη Γερμανία και τροποποίησαν ουσιωδώς τις διατάξεις και το οικονομικό εύρος των νομισματικών μέτρων που περιέχονται στον κανονισμό του Συμβουλίου 855/84.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιεί τις διατάξεις ενός κανονισμού του Συμβουλίου θεσπίζοντας εκτελεστικούς κανόνες, εκτός εάν έχει ρητώς προς τούτο εξουσιοδοτηθεί από το Συμβούλιο. Εν προκειμένω, τέτοια εξουσιοδότηση δεν της είχε παρασχεθεί.
Γενικά, θα ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ ότι οι εκτελεστικές αρμοδιότητες που έχει παράσχει στην Επιτροπή το Συμβούλιο δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για την τροποποίηση βασικών διατάξεων ενός κανονισμού του Συμβουλίου, εκτός αν το Συμβούλιο έχει παράσχει, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετική προς τούτο εξουσιοδότηση. Πάντως, στην προκείμενη περίπτωση, η Επιτροπή είχε ρητώς εξουσιοδοτηθεί να θεσπίσει « τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν διαταραχές» λόγω της ανατιμήσεως του γερμανικού μάρκου. Νομίζω ότι η παρασχεθείσα για τη διασφάλιση της μεταβατικής αυτής κατάστασης αρμοδιότητα ήταν αρκετά ευρεία, ώστε να μπορεί η Επιτροπή να εφαρμόσει, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού του Συμβουλίου, τις νέες τιμές για τα σιτηρά και τη ζάχαρη καθώς και μια μέση, μεταξύ των παλαιών και των νέων, τιμή για τα ζαχαρότευτλα και τα γεώμηλα για άμυλο, εφόσον τα θεσπιζόμενα μέτρα θα είχαν μεταβατικό χαρακτήρα και θα ήταν αναγκαία για την αποφυγή διαταραχών.
Είναι προφανές ότι τα θεσπισθέντα στην περίπτωση αυτή μέτρα ήταν μεταβατικά. Νομίζω ότι αποδείχτηκε ότι υπήρξαν αναγκαία για την αποφυγή διαταραχών όσον αφορά συγκεκριμένα προϊόντα· πράγματι, σχετικά με τα σιτηρά προβλέφθηκε ότι εξαιρούνται από τις μεταβατικές διατάξεις οι ποσότητες σιτηρών που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, θα προσφέρονταν, υπό κανονικές περιστάσεις, στον οργανισμό παρεμβάσεως σε τιμές που θα προέκυπταν από την παλαιά πράσινη τιμή. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι με τα ληφθέντα μέτρα δεν έγινε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που παρασχέθηκαν με το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84.
Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται στην παραβίαση της απόλυτης απαγόρευσης των διακρίσεων α) του άρθρου 1 όσον αφορά τα σιτηρά και β) του άρθρου 2, παράγραφος 2, όσον αφορά το άμυλο γεωμήλων. Σχετικά με την πρώτη διάταξη, η Γερμανία διατείνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 είναι ανίσχυρο λόγω παραβιάσεως της θεσπισμένης με το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ απαγόρευσης των διακρίσεων. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι οι σχετικοί με τον τομέα των σιτηρών κανόνες δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι τοπικές διαφορές ως προς τη συγκομιδή, οφειλόμενες ιδίως σε διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες, ευνοούν τους εμπόρους που πώλησαν τα προϊόντα τους στον οργανισμό παρεμβάσεως πριν τεθούν σε ισχύ οι εν λόγω κανόνες.
Όσον αφορά την αιτίαση περί διακρίσεως σε βάρος της όψιμης συγκομιδής σιτηρών, η Επιτροπή διατείνεται ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη για τον απλό λόγο ότι η ποσόστωση που χορήγησε η Επιτροπή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για παρεμβάσεις με την παλαιά τιμή δεν εξαντλήθηκε πλήρως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέσχε στατιστικά στοιχεία από τα οποία εμφαίνεται ότι οι ποσότητες που προσφέρθηκαν στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως υπερέβησαν κατά πολύ την ποσόστωση που είχε χορηγήσει η Επιτροπή για παρεμβάσεις με την παλαιά τιμή: η ποσόστωση ήταν 2500000 τόνοι, ενώ στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως προσφέρθηκαν, μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που είχε οριστεί με τη θεσπισθείσα σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/84 γερμανική νομοθεσία, 3739529 τόνοι. Έστω και αν γίνει δεκτό ότι η ποιότητα μέρους των ποσοτήτων που προσφέρθηκαν στην παρέμβαση μπορεί να μην πληρούσε τις προϋποθέσεις παρεμβάσεως, από τα πιο πάνω μεγέθη προκύπτει ότι οι προσφερθείσες για αγορές παρεμβάσεων ποσότητες υπερέβησαν την ποσόστωση που είχε καθορίσει η Επιτροπή.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε επίσης ότι αν, για κλιματολογικούς λόγους, η συγκομιδή σε ορισμένα μέρη της Γερμανίας καθυστέρησε τόσο ώστε δεν κατέστη δυνατό να ισχύσουν ως προς αυτή οι προνομιακές προϋποθέσεις για παρέμβαση, υπεύθυνες είναι τότε, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/84, οι γερμανικές αρχές. Πράγματι δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι εξαιρέθηκε οποιαδήποτε συγκομιδή από την προνομιακή ποσόστωση λόγω του ότι έγινε καθυστερημένα εξαιτίας κλιματολογικών λόγων. Αν, όμως, αυτό αποτελεί πραγματικό πρόβλημα, οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/84 σαφώς επέβαλαν στις γερμανικές αρχές να « θεσπίσουν τις αναγκαίες διαδικασίες» για την επίλυση του. Συνεπώς, νομίζω ότι ο στηριζόμενος σε δυσμενείς διακρίσεις λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε κατά της Επιτροπής είναι, ως προς το σημείο αυτό, αβάσιμος.
Προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84 είναι ανίσχυρο, ως αντίθετο προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι οι κανόνες του άρθρου 3, παράγραφος 2, εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των παρασκευαστών αμύλου από γεώμηλα σε σχέση με τους παρασκευαστές άλλων αμύλων και συγκεκριμένα από αραβόσιτο ή σιτηρά.
Όσον αφορά την αιτίαση περί δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος του αμύλου από γεώμηλα σε σχέση με άλλα είδη αμύλου, η Επιτροπή απαντά ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984 οι παρασκευαστές αμύλου είχαν τη δυνατότητα να προμηθευτούν σιτηρά σε τιμές παραπλήσιες προς αυτές που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1985, ενώ το άρθρο 3, παράγραφος 2, όρισε μια μέση τιμή για τα γεώμηλα καθ' όλη την περίοδο εμπορίας με στάθμιση από 3 έως 9 ( 3 μήνες για τις παλαιές τιμές και 9 μήνες για τις νέες τιμές), οπότε η ουδετερότητα του ανταγωνισμού δεν επηρεάστηκε κατά τρόπο θίγοντα τους παρασκευαστές αμύλου από γεώμηλα.
Με το παράρτημα III του κανονισμού 855/84 θεσπίστηκε, όσον αφορά τον τομέα των σιτηρών, μια πράσινη τιμή διαφορετική από αυτή που ίσχυε γενικά. Όπως αντιλαμβάνομαι το σχετικό επιχείρημα της γερμανικής κυβέρνησης, αυτί] ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή των διαφορετικών αυτών τιμών διετάραξε την ισορροπία που υφίστατο προηγουμένως μεταξύ της τιμής του αμύλου από γεώμηλα και αυτής του αμύλου από αραβόσιτο και σιτηρά, προϊόντα τα οποία είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Η γερμανική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί, στην παρούσα δίκη, τον κανονισμό 855/84, αλλά ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84 δεν αρκεί για τη θεραπεία της εν λόγω διαταράξεως.
Νομίζω ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο κανονισμός 2677/84 προκάλεσε την προβληθείσα δυσμενή διάκριση. Αφενός, η γερμανική κυβέρνηση δέχεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, επεκτείνει το αποτέλεσμα της ανατίμησης κατανέμοντας το ακριβοδίκαια σε ολόκληρη την περίοδο εμπορίας' αφετέρου, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η κατάσταση των δύο κατηγοριών παραγωγών αμύλου ήταν περίπου η ίδια, όσον αφορά τις προμήθειες των βασικών προϊόντων, ενισχύεται από τα στατιστικά στοιχεία που κατατέθηκαν ως απάντηση σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι, στη Γερμανία, τόσο η τιμή παραγωγού για τα γεώμηλα όσο και οι τιμές αγοράς για τα σιτηρά βρίσκονταν σε πτώση κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1984. Το συμπέρασμα μου είναι ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπόρεσε να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84 εισάγει δυσμενείς διακρίσεις. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο του σκέλη.
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, η Γερμανία ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 είναι ανίσχυρο διότι, κατά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, περιέχει εσωτερική αντίφαση. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι οι περιεχόμενοι στο εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, κανόνες είναι αντιφατικοί, εφόσον η καθής δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, λόγω των κανόνων του άρθρου 2 του κανονισμού 2677/84, δεν μπορούσε πλέον να επιτευχθεί στην αγορά η αρχική τιμή, η οποία προσδιορίζεται από την τιμή πωλήσεως στην παρέμβαση.
Σχετικά, η Επιτροπή τονίζει ότι η γερμανική τιμή ζάχαρης διατηρήθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984 σε επίπεδο υψηλότερο αυτού της παλαιότερης τιμής παρεμβάσεως. Διατείνεται ort το επιχείρημα της γερμανικής κυβέρνησης ότι η κατά 5 ο/ο μείωση της τιμής παρεμβάσεως συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη πτώση στην τιμή της αγοράς αποδεικνύεται έτσι προδήλως εσφαλμένο.
Νομίζω ότι τα μεγέθη που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο σε απάντηση των ερωτήσεων του ενισχύουν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής: κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1984, η τιμή της αγοράς για τη ζάχαρη στη Γερμανία ήταν σαφώς υψηλότερη της τιμής παρεμβάσεως, έστω και αν συμπεριληφθούν στην τελευταία τα έξοδα εναποθηκεύσεως. Έτσι, ο τρόπος υπολογισμού που αποτελεί τη βάση του άρθρου 3, παράγραφος 1, είναι έγκυρος, ο δε ισχυρισμός της Γερμανίας είναι αβάσιμος.
Τέλος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατείνεται ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2677/84 είναι ανίσχυρο, καθόσον είναι αντίθετο προς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι κανόνες του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, εφαρμόζονται αναδρομικώς όσον αφορά τις ήδη συναφθείσες και μερικώς εκτελεσθείσες συμβάσεις.
Η Επιτροπή αντικρούει την αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που απορρέει από το αναδρομικό αποτέλεσμα επί των υφισταμένων συμβάσεων, για το λόγο ότι, πρώτον, όλες σχεδόν οι συμβάσεις του τύπου για τον οποίο πρόκειται έχουν συνομολογηθεί σε ECU, οι δε τιμές σε ECU έμειναν άθικτες από την ανατίμηση της πράσινης τιμής του γερμανικού μάρκου και ότι, δεύτερον, ακόμα και αν υφίσταντο συμβάσεις που έχουν συνομολογηθεί σε γερμανικά μάρκα, τα συμφέροντα των παραγωγών ζαχαρότευτλων και γεωμήλων δεν θα είχαν ανάγκη καμιάς ιδιαίτερης προστασίας εφόσον, βάσει άλλων μέτρων, οι παραγωγοί αυτοί θα δικαιούνταν της ειδικής ενίσχυσης του 5 o/ο.
'Εχει γίνει δεκτό ότι, καίτοι, γενικά, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου εμποδίζει τη θέση σε ισχύ ενός κοινοτικού μέτρου πριν από τη δημοσίευση του, μπορεί, κατ' εξαίρεση, να συμβεί άλλως, οσάκις κάτι τέτοιο απαιτείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνεται πρόνοια για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων: υπόθεση 98/78, Račke κατά Hauptzollamt Mainz ( ECR 1979, σ. 69, και ιδίως σ. 86 ) και υπόθεση 84/81, Staple Dairy Products κατά Intervention Board For Agricultural Produce ( Συλλογή 1982, σ. 1763, και ιδίως σ. 1777 ). Κατά συνέπεια, τίθεται το ζήτημα αν προστατεύτηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων. Το ζήτημα αυτό δεν αφορά τους βάσει των αναφερθεισών συμβάσεων αγοραστές, διότι τα μεταβατικά μέτρα ενεργούν προς όφελος τους. Όσον αφορά τους παραγωγούς που πωλούν ζαχαρότευτλα ή γεώμηλα για παρασκευή αμύλου θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, συνάπτοντας συμβάσεις σε ECU, αποδέχτηκαν τον κίνδυνο της τιμής συναλλάγματος. Εξάλλου, εφόσον η Επιτροπή θεώρησε ότι οι επιπτώσεις των εκφρασμένων σε γερμανικά μάρκα τιμών ήταν αρκούντως αισθητές ώστε να απαιτείται η θέσπιση, με το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, μεταβατικών μέτρων, νομίζω ότι το όργανο αυτό δεν μπορεί να αγνοεί τις επιπτώσεις των τιμών σε γερμανικά μάρκα επί των παραγωγών ζαχαρότευτλων και γεωμήλων για την παρασκευή αμύλου που έχουν πωληθεί βάσει μακροπρόθεσμων συμβάσεων.
Εξάλλου, οι παραγωγοί ζαχαρότευτλων και γεωμήλων, καθώς και όλοι οι άλλοι γερμανοί παραγωγοί γεωργικών προϊόντων, ευνοήθηκαν από τα ειδικά μέτρα ενισχύσεως που ελήφθησαν βάσει των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 855/84. Η ενίσχυση αυτή αυξήθηκε από 3 σε 5 ο/ο με την απόφαση του Συμβουλίου 84/361 της 30ής Ιουνίου του 1984 ( ΕΕ 1984, L 185, σ. 41 ), με την οποία επισπεύσθηκε επίσης η εφαρμογή της ενισχύσεως, ώστε να αρχίσει από 1ης Ιουλίου 1984. Τα μέτρα αυτά ίσχυαν όταν η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2677/84 και, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή δικαιούνταν να τα λάβει υπόψη της, προκειμένου ιδίως να αποφευχθεί η καταβολή αποζημιώσεως δύο φορές, τη μια φορά μέσω των τιμών της αγοράς και την άλλη μέσω του μηχανισμού ενισχύσεων. Βάσει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, θεωρώ ότι δεν αποδείχτηκε ότι δεν ελήφθη υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων, η δε Γερμανία αβασίμως βάλλει, για το λόγο αυτό, κατά του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2677/84.
Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, η δε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με τη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων εξόδων.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy