ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 12ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
Κεντρικό ζήτημα της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου, είναι ο τρόπος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων που εισάγονται στην ΕΟΚ από τρίτες χώρες. Πρόκειται ιδίως για το πρόβλημα αν τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς των εισαγομένων εμπορευμάτων πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία και ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται κατά τη « χωριστή εμφάνιση » των εν λόγω εξόδων μεταφοράς, αν αυτά κοστολογούνται χωριστά από τον προμηθευτή.
Το ιστορικό της διαφοράς στην κύρια δίκη είναι το ακόλουθο:
Η εταιρία Mainfrucht Obstverwertung GmbH, προσφεύγουσα και αναιρεσίβλητη (στο εξής: προσφεύγουσα), εισήγαγε μεταξύ Ιουλίου — Σεπτεμβρίου 1980 28 φορτία βύσσινα διατηρημένα με απλή ψύξη και ένα φορτίο κατεψυγμένα σμέουρα από τη Βουλγαρία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και έθεσε τα εμπορεύματα αυτά σε ελεύθερη κυκλοφορία με την αποκαλούμενη διαδικασία εκτελωνισμού χωρίς τη διεξαγωγή ελέγχου. Οι εταιρίες που προμήθευσαν τα εμπορεύματα κοστολόγησαν σε χρέωση της προσφεύγουσας για κάθε φορτίο την τιμή του εμπορεύματος ανά καθαρό τόνο ελεύθερο μέχρι τα γερμανικά σύνορα και, επιπλέον, ως έξοδα μεταφοράς εντός του γερμανικού εδάφους ή ως έξοδα μεταφοράς από τα γερμανικά σύνορα μέχρι την έδρα της προσφεύγουσας ποσό 40 γερμανικών μάρκων για τα βύσσινα και 70 μάρκων για τα σμέουρα. Αυτά τα χωριστά κοστολογημένα έξοδα μεταφοράς περιλαμβάνονται εν μέρει στα τιμολόγια των εμπορευμάτων και εν μέρει σε χωριστά τιμολόγια, ήταν δε καταβλητέα στις εταιρίες προμήθειας των εμπορευμάτων και όχι στους μεταφορείς.
Το Hauptzollamt ( Κεντρικό Τελωνείο ) του Schweinfurt, καθού και αναιρεσείον ( στο εξής: καθού), έκανε καταρχάς δεκτές τις τελωνειακές διασαφήσεις της προσφεύγουσας με πράξεις περί επιβολής δασμού της 5ης Αυγούστου, της 4ης Σεπτεμβρίου και της 7ης Οκτωβρίου 1980. Εντούτοις, με διορθωτικές πράξεις της 24ης Νοεμβρίου 1980, το καθού μετέβαλε τη δασμολογητέα αξία και επέβαλε επιπλέον δασμό για τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς, ως αιτιολογία δε της μεταβολής αυτής προέβαλε ότι αν και τα έξοδα μεταφοράς εμφανίζονται χωριστά για κάθε φορτίο εμπορευμάτων, δεν είναι εντούτοις δυνατό να επαληθευθούν, διότι τα τιμολόγια για τα έξοδα μεταφοράς από τα σύνορα μέχρι τον τόπο προορισμού εκδόθηκαν από τον προμηθευτή.
Το Finanzgericht του Μονάχου, που επελήφθη της υποθέσεως αφού η διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας δεν απέφερε αποτέλεσμα, έκανε δεκτή την προσφυγή με την οποία η προσφεύγουσα ζητούσε να μη συμπεριληφθούν στη δασμολογητέα αξία τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς. Κατά την άποψη του Finanzgericht, τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς που κατέβαλε η προσφεύγουσα περιλαμβάνονται μεν στη συναλλακτική aįia σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α), του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αζίας των εμπορευμάτων ( στο εξής: κανονισμός περί της δασμολογητέας αξίας ) ( 1 ), αλλά ο συνυπολογισμός αυτών των εξόδων μεταφοράς στη δασμολογητέα αξία εξαρτάται από την πλήρωση της προϋποθέσεως που τίθεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού περί της δασμολογητέας αξίας. Δεδομένου ότι για τα έξοδα μεταφοράς από τα γερμανικά σύνορα μέχρι τον τόπο προορισμού εκδόθηκε ιδιαίτερο τιμολόγιο, τα έξοδα αυτά εμφανίστηκαν χωριστά κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο αγοραστής οφείλει να προσκομίσει έγγραφα που είναι δυνατό να ελεγχθούν σχετικά με τα έξοδα μεταφοράς με τα οποία πράγματι τον επιβάρυνε ο μεταφορέας. Η διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, διότι ισχύει μόνον όταν τα χωριστά εμφανιζόμενα έξοδα μεταφοράς αφορούν απόσταση που βρίσκεται εν μέρει εκτός και εν μέρει εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Το γεγονός ότι τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς εμφανίζονται χωριστά σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού περί της δασμολογητέας αξίας δεν σημαίνει βέβαια ότι το ύψος των εξόδων αυτών πρέπει να ληφθεί, όπως έχει, ως βάση του εκτελωνισμού. Καθοριστικά δεν είναι τα στοιχεία που παρέχει ο υπόχρεος στην καταβολή δασμού ή τα οποία περιλαμβάνονται σε έγγραφα προσκομιζόμενα από αυτόν. Καθοριστικές είναι οι πραγματικές συνθήκες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε στο Finanzgericht ένα εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριο, τα έξοδα μεταφοράς που προβάλλει η προσφεύγουσα δεν υπερβαίνουν τα πλαίσια των συνήθων τιμών μεταφοράς.
Το καθού άσκησε Revision ενώπιον του Bundesfinanzhof κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Finanzgericht του Μονάχου, προβάλλοντας τα ακόλουθα επιχειρήματα:
Ο όρος « getrennt ausgewiesen » ( εμφανίζονται χωριστά ) που περιλαμβάνεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού περί της δασμολογητέας αξίας σημαίνει όχι μόνο ότι ένα οποιοδήποτε ποσό πρέπει να χαρακτηρίζεται ως έξοδα μεταφοράς, αλλά ότι τα έξοδα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται και να δικαιολογούνται με έγγραφα που μπορούν να ελεγχθούν. Διαφορετικά, η δασμολογητέα αξία θα καθοριζόταν τελικά από τον πωλητή με την τυπική εμφάνιση των εξόδων στο τιμολόγιο και θα ήταν ευκολότατο να μεταβάλλεται κατά βούληση.
Για να μπορέσει να επιλύσει τη διαφορά αυτή, το Bundesfinanzhof υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1.
α)
Σε περίπτωση που ο εγχώριος αγοραστής κατέβαλε στον αλλοδαπό πωλητή βάσει χωριστού τιμολογίου, εκτός από την τιμή του εμπορεύματος, ορισμένο ποσό λόγω “ εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς”, η συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 περιλαμβάνει αμφότερα τα ποσά;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα α ):
Το ποσό αυτό πρέπει να διορθωθεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 του κανονισμού 1224/80 για να μπορεί να θεωρηθεί ως δασμολογητέα αξία;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1 :
α)
Εφαρμόζεται το άρθρο 15, παράγραφος 2, περίπτωση α ), του κανονισμού 1224/80 όταν ο ενδιαφερόμενος εμφάνισε μόνο έξοδα μεταφοράς που συνδέονται αποκλειστικά με την ενδοκοινοτική μεταφορά;
β )
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα α ):
Αν η μεταφορά δεν διακόπτεται, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, περίπτωση α ), του κανονισμού 1224/80, η προβλεπόμενη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας αφαίρεση των εξόδων μεταφοράς που αντιστοιχούν στην απόσταση που διανύεται εντός της Κοινότητας προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος εμφανίζει χωριστά, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, τα συνολικά έξοδα της συνεχούς μεταφοράς; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό: τέτοια εμφάνιση συντελείται ήδη όταν ο ενδιαφερόμενος κοστολογεί χωριστά αυτά τα έξοδα μεταφοράς ή απαιτείται να αποδείξει ο ενδιαφερόμενος, με έγγραφα που είναι δυνατό να ελεγχθούν, ότι υποβλήθηκε πράγματι στα έξοδα της συνεχούς μεταφοράς; Σε περίπτωση που είναι αναγκαία τέτοια απόδειξη: σε ποιες προϋποθέσεις υπόκειται η απόδειξη αυτή; Μπορούν οι τελωνειακές αρχές να μην την απαιτήσουν όταν ο ενδιαφερόμενος αδυνατεί να την προσκομίσει λόγω της συμπεριφοράς του προμηθευτή του; »
Β.
Θα εκθέσω καταρχάς την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου, κατόπιν την άποψη των διαδίκων κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τέλος θα αναπτύξω τις προτάσεις μου επί των διαφόρων ερωτημάτων.
1.
1.
Το Bundesfinanzhof παρατηρεί καταρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού περί της δασμολογητέας αξίας, η συναλλακτική αξία είναι « η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ». Είναι « η συνολική πληρωμή... για τα εισαγόμενα εμπορεύματα » και « περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που πραγματοποίησε ο αγοραστής στον πωλητή ως όρο της συμβάσεως πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων ». Για τον καθορισμό της συναλλακτικής αξίας πρέπει να είναι αδιάφορο αν οι πληρωμές του αγοραστή στον πωλητή περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα ποσά βάσει ενός ή περισσοτέρων τιμολογίων και αν τα ποσά αυτά πρέπει να καταβάλλονται για το ίδιο το εμπόρευμα ή για την παροχή άλλων σχετικών με το εμπόρευμα υπηρεσιών του πωλητή. Επομένως, η συναλλακτική αξία πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να περιλαμβάνει, εκτός από την καθαυτό τιμή των εμπορευμάτων, και τις πληρωμές που χαρακτηρίζονται ως έξοδα μεταφοράς εντός του γερμανικού εδάφους.
Στην περίπτωση που γίνει δεκτή η άποψη αυτή, τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν η αξία αυτή, όπως έχει, αποτελεί τη δασμολογητέα αξία ή αν προηγουμένως πρέπει να υποστεί διορθώσεις, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού περί της δασμολογητέας αξίας, ορισμένα έξοδα μεταφοράς δεν πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία.
Στην περίπτωση που είναι δυνατή η αφαίρεση των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 15, το Bundesfinanzhof υποβάλλει το ερώτημα 2α) σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 2, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η προσφεύγουσα προσκόμισε τιμολόγια μόνο για την ενδοκοινοτική μεταφορά και όχι για τη μεταφορά μέχρι τα γερμανικά σύνορα. Εν προκειμένω, τα εισαχθέντα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν με το ίδιο μέσο μεταφοράς μέχρις ενός σημείου που βρίσκεται πέρα από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας αυτή ακριβώς την περίπτωση αφορά το άρθρο 15, παράγραφος 2, η εφαρμογή του οποίου δεν πρέπει να εξαρτάται από τον τρόπο κατά τον οποίο ο ενδιαφερόμενος εμφανίζει τα έξοδα μεταφοράς.
Αν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 15, παράγραφος 2, το Bundesfinanzhof ερωτά με το ερώτημα 2β ) αν η δυνατότητα εκπτώσεως των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς από την τιμή του εμπορεύματος εξαρτάται από τη χωριστή εμφάνιση των εξόδων αυτών. Το Bundesfinanzhof παρατηρεί αν και η υποχρέωση αυτή προβλέπεται μόνο στα πλαίσια του άρθρου 15, παράγραφος 1, θα πρέπει εντούτοις να ισχύει κατ' αναλογία και στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 15, παράγραφος 2.
Το Bundesfinanzhof κλίνει επομένως υπέρ της απόψεως ότι παρά τους διαφορετικούς όρους που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 15 [στη γερμανική απόδοση του κανονισμού 1224/80 χρησιμοποιείται στην παράγραφο 1 ο όρος « ausgewiesen » ( εμφανίζεται ), ενώ στην παράγραφο 2 χρησιμοποιείται ο όρος « nachgewiesen » ( αποδεικνύεται )], ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποδεικνύει πάντοτε με έγγραφα που είναι δυνατό να ελεγχθούν την πραγματοποίηση των εξόδων μεταφοράς που εμφανίζονται χωριστά, ακόμη και στην περίπτωση που προσκομίζονται τιμολόγια μόνο για τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς. Διαφορετικά ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε, με την απόδειξη μόνο των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς, να αφαιρέσει αυθαίρετα και κατά βούληση ορισμένο ποσό από την τιμή αγοράς των εμπορευμάτων και να το δηλώσει ως έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς, για να μειώσει κατά τον τρόπο αυτό τη δασμολογητέα αξία.
Για την αποτροπή του κινδύνου αυτού δεν αρκεί, όπως έκρινε το Finanzgericht, να αναγνωριστεί στις τελωνειακές υπηρεσίες το δικαίωμα να ελέγχουν την ακρίβεια των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς, που εμφανίζονται χωριστά από τον ενδιαφερόμενο, μέσω συγκρίσεως με τα συνήθη έξοδα, διότι επιτρέπεται να εκπίπτουν μόνο τα πραγματικά έξοδα μεταφοράς.
Αν όμως γίνει δεκτό ότι ο ενδιαφερόμενος οφείλει να αποδείξει την ακρίβεια των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς με έγγραφα που μπορούν να ελεγχθούν, τίθεται τότε το ερώτημα αν οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αρκούνται στην εξέταση του αληθοφανούς χαρακτήρα των εξόδων μεταφοράς όταν είναι αδύνατο για τον ενδιαφερόμενο, ελλείψει συνεργασίας εκ μέρους του πωλητή του, να προσκομίσει ακριβέστερες αποδείξεις.
2.
Η προσφεύγουσα και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν επί των προδικαστικών ερωτημάτων του Bundesfinanzhof κατ' ουσία συγκλίνουσες παρατηρήσεις, που μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
α )
Η προσφεύγουσα και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι στο ερώτημα Ια ) — στο ερώτημα δηλαδή αν τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία ή στη συναλλακτική αξία — πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού της θεσπίσεως του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας και βάσει συστηματικής ερμηνείας.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε με σκοπό τη μεταφορά στο κοινοτικό δίκαιο της συμφωνίας περί εφαρμογής του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( GATT ) ( 2 ). Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της GATT, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν μόνο τη δυνατότητα να συμπεριλαμβάνουν στη δασμολογητέα αξία τα έξοδα μεταφοράς των εισαγομένων εμπορευμάτων μέχρι το λιμένα ή τον τόπο εισαγωγής. Η Κοινότητα δεν έχει συνεπώς τη δυνατότητα να θεσπίσει ρύθμιση για τη συμπερίληψη και των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς στη δασμολογητέα αξία.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται επίσης από τη συστηματική ερμηνεία του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας. Το άρθρο 3 του κανονισμού δεν ορίζει πουθενά ότι τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία και παραπέμπει απλώς στο άρθρο 8, που αφορά τα έξοδα μεταφοράς εκτός της Κοινότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή « είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή... για τα εισαγόμενα εμπορεύματα ». Αυτό όμως ακριβώς δεν σημαίνει ότι τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς που ενδεχομένως κατέβαλε ο αγοραστής στον πωλητή περιλαμβάνονται στην εν λόγω τιμή.
Από το άρθρο 15 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας προκύπτει ότι τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία, και μάλιστα ούτε όταν εμφανίζονται χωριστά ( παράγραφος 1 ) ούτε όταν πρέπει να κατανέμονται κατ' αναλογία προς τα γενικά έξοδα μεταφοράς ( παράγραφος 2 ).
Συμπερασματικά, η προσφεύγουσα και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα Ια ).
β )
Παρά το ότι τα λοιπά ερωτήματα υποβλήθηκαν από το Bundesfinanzhof μόνο για την περίπτωση που θα δινόταν καταφατική απάντηση στο ερώτημα Ια ), οι διάδικοι προβαίνουν στην εξέταση τους.
Όσον αφορά το ερώτημα 1β) — το αν δηλαδή η συναλλακτική αξία πρέπει να διορθώνεται όταν περιλαμβάνει έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς —, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η τιμή « ελεύθερο στα σύνορα », που περιλαμβάνει ήδη τα έξοδα μεταφοράς εκτός της Κοινότητας, δεν πρέπει να διορθώνεται μέσω του άρθρου 15, διότι τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς δεν αποτελούν συστατικό μέρος της δασμολογητέας αξίας και επομένως δεν πρέπει να προστίθενται στην τιμή αυτή. Το άρθρο 15 μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται τιμή που περιλαμβάνει, εκτός από την τιμή του εμπορεύματος, και την αμοιβή παροχών που βαίνουν πέρα από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, όπως παραδείγματος χάρη έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι μόνον όταν οι τελωνειακές υπηρεσίες αρνούνται να αναγνωρίσουν την κατανομή μεταξύ τιμής του εμπορεύματος και εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς, όπως αυτή διενεργείται στα προσκομιζόμενα από τον εισαγωγέα τιμολόγια, και φρονούν ότι το συνολικό ποσό που αυτός κατέβαλε αποτελεί τιμή « ελεύθερο στην κατοικία », έχουν τη δυνατότητα, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, να αφαιρέσουν από το συνολικό ποσό τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας. Η αφαίρεση είναι όμως δυνατή μόνον όταν τα εν λόγω έξοδα μπορούν να προσδιορίζονται καθεαυτά και να διακρίνονται από την τιμή του εμπορεύματος.
γ )
Όσον αφορά το ερώτημα 2α ) — δηλαδή το κατά πόσο εφαρμόζεται το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας όταν ο ενδιαφερόμενος εμφάνισε μόνο έξοδα μεταφοράς που αφορούν αποκλειστικά την ενδοκοινοτική μεταφορά — η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, διότι η διάταξη αυτή προϋποθέτει τη μη χωριστή εμφάνιση των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1. Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει όμως ότι τα έξοδα αυτά εμφανίστηκαν χωριστά.
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, διότι δεν πληρούνται οι εκεί τιθέμενες προϋποθέσεις. Η διάταξη αυτή παρέχει σε όσους προβαίνουν σε τελωνειακή διασάφηση γενικούς κανόνες, με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία σε μια σειρά τυπικών περιπτώσεων. Αφορά όμως αποκλειστικά την περίπτωση κατά την οποία τα χωριστά εμφανιζόμενα έξοδα μεταφοράς δεν επιτρέπουν να καθοριστεί ποιο ποσό αντιστοιχεί στη μεταφορά εκτός και ποιο στη μεταφορά εντός της Κοινότητας. Τότε το συνολικό ποσό πρέπει να κατανέμεται κατ' αναλογία προς την απόσταση που διανύεται εκτός και εντός της Κοινότητας.
δ)
Όσον αφορά το πρώτο μέρος του ερωτήματος 2β ) — αν δηλαδή, σε περίπτωση συνεχούς μεταφοράς, η προβλεπόμενη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας αφαίρεση των εξόδων μεταφοράς που αντιστοιχούν στην απόσταση που διανύεται εντός της Κοινότητας προϋποθέτει τη χωριστή εμφάνιση εκ μέρους του ενδιαφερομένου των συνολικών εξόδων της συνεχούς μεταφοράς —, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι από τη διατύπωση του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας προκύπτει ότι πρέπει να εμφανίζονται χωριστά μόνο τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς και όχι τα συνολικά έξοδα μεταφοράς. Στο ερώτημα αυτό επομένως πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
ε )
Όσον αφορά το δεύτερο μέρος του ερωτήματος 2β ) — δηλαδή αν η χωριστή εμφάνιση συντελείται ήδη όταν ο ενδιαφερόμενος κοστολογεί χωριστά αυτά τα έξοδα μεταφοράς ή μόνον όταν αποδεικνύει, με έγγραφα που είναι δυνατό να ελεγχθούν, ότι υποβλήθηκε πράγματι στα εν λόγω έξοδα —, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας απαιτεί μόνο να « διακρίνονται » τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς από την τιμή του εμπορεύματος, πράγμα που συνεπάγεται τη χωριστή εμφάνιση των εξόδων αυτών σε έγγραφο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την αγγλική διατύπωση του κανονισμού. Κατά συνέπεια, από το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεν μπορεί να συναχθεί ότι για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως πρέπει να προσκομίζονται έγγραφα δυνάμενα να ελεγχθούν. Τέτοια έγγραφα πρέπει να προσκομίζονται μόνο στα πλαίσια του άρθρου 15, παράγραφος 2, όπου απαιτείται απόδειξη.
Η Επιτροπή συμμερίζεται και επί του σημείου αυτού την άποψη της προσφεύγουσας. Φρονεί ότι θα ήταν υπερβολικό να θεωρείται ως πλη-ρωθείσα η προϋπόθεση της χωριστής εμφανίσεως των εξόδων μόνον όταν τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς αποδεικνύονται κατά τρόπο τυπικό με έγγραφα των οποίων η ακρίβεια και αυθεντικότητα είναι αναμφισβήτητες. Ο όρος « ausweisen » ( εμφανίζονται ) δεν σημαίνει « förmlich nachweisen » ( προσκόμιση τυπικής αποδείξεως). Από τον κώδικα δασμολογητέας αξίας πρέπει να συναχθεί ότι η επίμαχη έννοια σημαίνει μόνο ότι τα εν λόγω έξοδα πρέπει « να μπορούν να διακρίνονται » και « να προσδιορίζονται ως χωριστό μέρος των συνολικών εξόδων ». Η απαίτηση αυτή ικανοποιείται με τη χωριστή μνεία στο τιμολόγιο. Επιπλέον, στον κανονισμό περί δασμολογητέας αξίας χρησιμοποιείται η έκφραση « Nachweis » ( απόδειξη ) μόνον όπου απαιτείται όχι απλώς χωριστός καθορισμός, αλλά επιπλέον η προσκόμιση απτών και αξιόπιστων αποδείξεων, όπως παραδείγματος χάρη στο άρθρο 15, παράγραφος 2, περίπτωση α ).
στ)
Όσον αφορά το τρίτο μέρος του ερωτήματος 2β) — δηλαδή σε ποιες προϋποθέσεις υπόκειται η απόδειξη των εξόδων μεταφοράς και αν οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μην την απαιτήσουν όταν ο ενδιαφερόμενος αδυνατεί να την προσκομίσει λόγω της συμπεριφοράς του προμηθευτή του —, η προσφεύγονσα παρατηρεί ότι ο κανονισμός περί δασμολογητέας αξίας έχει ως στόχο « να προωθήσει το παγκόσμιο εμπόριο καθιερώνοντας ένα σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών ». Για το λόγο αυτό « η δασμολογητέα αξία πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με κριτήρια συμβιβαζόμενα με την εμπορική πρακτική ».
Για να μην καταστούν κενοί περιεχομένου οι θεμελιώδεις αυτοί στόχοι, δεν μπορούν να επιβάλλονται, όσον αφορά την προσκόμιση αποδείξεως, αυστηρότερες απαιτήσεις από αυτές που είναι δυνατό να ικανοποιηθούν σύμφωνα με την εμπορική πρακτική. Για το λόγο αυτό, η απόδειξη πρέπει πάντοτε να περιορίζεται βάσει των αποδεικτικών δυνατοτήτων που διαθέτει ο εισαγωγέας μόνος του, χωρίς να εξαρτάται από την ενδεχόμενη συνδρομή του πωλητή του ή της εταιρίας μεταφορών.
Εξάλλου, οι απαιτήσεις της γερμανικής διοικήσεως τελωνείων όσον αφορά την προσκόμιση αποδείξεων για τα συνολικά έξοδα μεταφοράς δεν εφαρμόζονται με συνέπεια, δεδομένου ότι η εν λόγω διοίκηση εξέδωσε το Νοέμβριο του 1982 υπηρεσιακή οδηγία σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται έλεγχος όταν στην τελωνειακή διασάφηση τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς δεν υπερβαίνουν τα 1,80 μάρκα ανά χιλιόμετρο.
Η προσφεύγουσα δεν αντιλαμβάνεται για ποιο λόγο δεν είναι δυνατό να δηλωθούν, χωρίς ιδιαίτερη απόδειξη, έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς που υπερβαίνουν το κατ' αποκοπήν ποσό των 1,80 μάρκων ανά χιλιόμετρο.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από το άρθρο 10 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, το οποίο αναφέρεται πράγματι μόνο σε έγγραφα και πληροφορίες που διαθέτουν οι ίδιοι οι προβαίνοντες σε τελωνειακή διασάφηση.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι τελωνειακές υπηρεσίες δεν είναι υποχρεωμένες να δέχονται χωρίς έλεγχο τα ποσά και τα δικαιολογητικά έγγραφα που τους προσκομίζονται για τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς. Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει τίποτε επί του σημείου αυτού, απόκειται στις αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες να ελέγχουν την ακρίβεια των δηλώσεων στις οποίες προβαίνει ο εισαγωγέας. Η Επιτροπή παραπέμπει σχετικά στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 14 Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 84/79 ( 3 ) επί της ερμηνείας του άρθρου 8 του κανονισμού 803/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 ( 4 ) διατάξεως που έχει την ίδια διατύπωση με τη διάταξη του άρθρου 15 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, τα προσκομιζόμενα τιμολόγια πρέπει να εξετάζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και να γίνονται δεκτά στο μέτρο που τα δηλωνόμενα ποσά ανταποκρίνονται στα συνήθη έξοδα για τέτοιου είδους παροχές.
ζ )
Όσον αφορά το τέταρτο μέρος του ερωτήματος 2β ) — αν δηλαδή οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μην απαιτήσουν την προσκόμιση αποδείξεως για τα έξοδα μεταφοράς όταν ο ενδιαφερόμενος αδυνατεί να την προσκομίσει λόγω της συμπεριφοράς του προμηθευτή του —, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας προκύπτει ότι σε τέτοια περίπτωση, οι τελωνειακές αρχές όχι μόνο μπορούν να μην απαιτήσουν την προσκόμιση της αποδείξεως αυτής, αλλά οφείλουν να μην την απαιτήσουν.
η )
Η Επιτροπή αναφέρεται και πάλι στην άποψη της γερμανικής διοικήσεως τελωνείων, η οποία απαιτεί να αναλαμβάνει ο ενδιαφερόμενος την ευθύνη για την ακρίβεια των δηλώσεων στις οποίες προβαίνει κατά την τελωνειακή διασάφηση, πράγμα όμως το οποίο δεν είναι δυνατό διότι εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν είναι εν γνώσει των υπολογισμών του αποστολέα από τις χώρες του ανατολικού συνασπισμού, μπορεί να γνωρίζει μόνο τα μεταφορικά που του κοστολογούνται, αλλά όχι τα πραγματικά έξοδα μεταφοράς από τα σύνορα. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις των χωρών του ανατολικού συνασπισμού δεν είναι υποχρεωμένες να προβαίνουν σε υπολογισμούς σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, οι συνήθεις εθνικές τιμές δεν παρέχουν επίσης ενδείξεις όσον αφορά τα πραγματικά έξοδα. Η δασμολογητέα αξία δεν επιτρέπεται να αυξομειώνεται κατά βούληση με τυπικά τιμολόγια τέτοιου είδους, τα οποία για το λόγο αυτό είναι εντελώς απρόσφορα ως αποδεικτικό μέσο. Ελλείψει προσήκουσας και επομένως « χωριστής » εμφανίσεως, τα έξοδα αυτά δεν μπορούν κατά συνέπεια να αφαιρούνται από τη δασμολογητέα αξία.
Το πρόβλημα που ανακύπτει εν προκειμένω απασχόλησε επανειλημμένα τη συσταθείσα δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας επιτροπή δασμολογητέας αξίας, στα πλαίσια της οποίας οι γερμανικές τελωνειακές αρχές βρέθηκαν εντούτοις μόνοι υποστηρικτές της απόψεως τους. Όπως και τα λοιπά κράτη μέλη, η Επιτροπή εξακολουθεί να είναι της γνώμης ότι ο σκοπός του άρθρου 15, που συνίσταται στην αφαίρεση των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς από τη δασμολογητέα αξία, ματαιώνεται μέσω της διοικητικής πρακτικής κατά την οποία δεν λαμβάνονται εξαρχής υπόψη ορισμένα τιμολόγια που αφορούν έξοδα εσωτερικής μεταφοράς τα οποία έχουν αναμφίβολα διενεργηθεί.
θ )
Το ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, παρεμβαίνον στην κύρια δίκη, απάντησε σε ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο ότι η εκδοθείσα μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας υπηρεσιακή οδηγία σχετικά με την κατ' αποκοπή αναγνώριση εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς είχε ως στόχο να ληφθεί υπόψη η ακολουθούμενη σε άλλα κράτη μέλη πρακτική, η οποία συνίσταται στην χωρίς απόδειξη αναγνώριση των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς όταν τα έξοδα αυτά δεν είναι προφανώς πολύ υψηλά ή αντιστοιχούν στις συνήθεις τιμές των εσωτερικών μεταφορών. Αν η γερμανική διοίκηση τελωνείων επέμενε να απαιτεί γενικά την απόδειξη των εξόδων μεταφοράς που πράγματι κοστολογούνται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη στρέβλωση του ανταγωνισμού και την εκτροπή του εμπορίου.
Οι γερμανικές υπηρεσίες τις οποίες αφορά η προκειμένη διαφορά, καθώς και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, δεν διατύπωσαν εξάλλου παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
ι)
Εν συμπεράσματι, οι διάδικοι πρότειναν στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesfinanzhof:
Η προσφεύγουσα:
« Όταν ο εγχώριος αγοραστής κατέβαλε στον αλλοδαπό πωλητή βάσει χωριστού τιμολογίου, εκτός από την τιμή του εμπορεύματος, ορισμένο ποσό λόγω “ εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς”, η συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 δεν περιλαμβάνει και τα δύο ποσά αλλά μόνο την τιμή που κατέβαλε ο αγοραστής στον πωλητή για το εμπόρευμα, χωρίς τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς που κοστολογήθηκαν χωριστά. »
Η Επιτροπή:
« 1)
Τα έξοδα μεταφοράς των εισαγομένων εμπορευμάτων από τα κοινοτικά σύνορα μέχρι τον τόπο παραδόσεως εντός του κοινοτικού εδάφους δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία.
2)
Αν η τιμή που πράγματι κατέβαλε ή πρέπει να καταβάλει ο αγοραστής περιλαμβάνει τέτοια έξοδα, αυτά “ διακρίνονται ” κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 αν εμφανίζονται στα σχετικά τιμολόγια ως μέρος των εξόδων χωριστό από την τιμή του εμπορεύματος.
3)
Ο έλεγχος της ακρίβειας των δηλωθέντων ποσών απόκειται στις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών, οι οποίες οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να λαμβάνουν υπόψη το στόχο του κανονισμού 1224/80. Η πάγια διοικητική πρακτική που συνίσταται στο να μη λαμβάνονται εξαρχής υπόψη τιμολόγια όπως αυτά που εμφανίστηκαν στην κύρια δίκη είναι ασυμβίβαστη με το στόχο αυτό και ιδίως με το στόχο του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού. »
II.
Πριν λάβω θέση επί της παρούσας προδικαστικής υποθέσεως, θα ήθελα να παραπέμψω σε παρατήρηση που διατύπωσε η Επιτροπή στην υπόθεση 183/85, η οποία είχε επίσης ως αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Bundesfinanzhof όσον αφορά τη δασμολογητέα αξία:
« Η προκειμένη περίπτωση δείχνει ότι η εφαρμογή κανονιστικού έργου, που καταρτίστηκε με μεγάλη φροντίδα από εμπειρογνώμονες, σε απλά και συνήθη περιστατικά της καθημερινής ζωής, μπορεί να παρουσιάζει μερικές φορές μεγάλες δυσχέρειες. »
Οι δυσχέρειες αυτές φαίνεται ότι συνδέονται με το γεγονός ότι ο κανονισμός 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( στο εξής: κανονισμός περί δασμολογητέας αξίας), επιτρέπει να διαπιστωθεί η καθιέρωση ενός κάποιου συστήματος στα άρθρα 3 μέχρι 7, αλλά στη συνέχεια αρκείται στην παράθεση ειδικών διατάξεων, οι οποίες, όπως ιδίως το εν προκειμένω επίμαχο άρθρο 15, δεν γίνονται αμέσως κατανοητές βάσει μόνο της διατυπώσεως τους.
1.
Το κεντρικό ζήτημα της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Bundesfinanzhof είναι αν, στην περίπτωση που ο εγχώριος αγοραστής κατέβαλε στον αλλοδαπό πωλητή, βάσει χωριστού τιμολογίου, εκτός από την τιμή του εμπορεύματος, ορισμένο ποσό για τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς, η συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας περιλαμβάνει αμφότερα τα ποσά.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας έχει την ακόλουθη διατύπωση:
« Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή, με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8... »
Στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α ), ορίζεται ως εξής η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή:
« Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή υπέρ του πωλητού, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα. »
Ο κανονισμός 3193/80 του Συμβουλίου ( 5 ) συμπλήρωσε τον ορισμό αυτό προσθέτοντας την ακόλουθη φράση:
«... και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν ή πρέπει να πραγματοποιηθούν, ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτο για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του πωλητού. »
Αν και το Bundesfinanzhof βασίστηκε επίσης στη φράση αυτή στο σκεπτικό της αιτήσεως του και την παρέθεσε κατά λέξη, το εν λόγω εδάφιο δεν πρέπει να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη, διότι ο ανωτέρω τροποποιητικός κανονισμός άρχισε να ισχύει επί του σημείου αυτού την 1η Ιανουαρίου 1981 και συνεπώς δεν ίσχυε ακόμη κατά το χρόνο των επίμαχων εισαγωγών και του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
Το άρθρο 8, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, σύμφωνα με το οποίο η συναλλακτική αξία πρέπει ενδεχομένως να προσαρμόζεται ώστε να λαμβάνεται ως δασμολογητέα αξία, προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:« Για τον καθορισμό της δασμολογηνέας αξίaς κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται:
...
ε)
i)
τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων ...
μέχρι του τόπου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. »
Από τις παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς δεν πρέπει καταρχήν να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία. Η συναλλακτική αξία περιλαμβάνει, όταν τα εμπορεύματα πωλούνται προς εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, τη συνολική πληρωμή που πραγματοποίησε ή πρέπει να πραγματοποιήσει ο αγοραστής στον πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Αυτή η συναλλακτική αξία προσαρμόζεται το πολύ πολύ σύμφωνα με το άρθρο 8, στην περίπτωση παραδείγματος χάρη κατά την οποία η πληρωμή που διενεργήθηκε για τα εισαγόμενα εμπορεύματα δεν καλύπτει τα έξοδα μεταφοράς μέχρι τον τόπο εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, δηλαδή τον τόπο του πρώτου τελωνείου [άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γ)]. Κατά συνέπεια, από το γράμμα του άρθρου 3 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας προκύπτει ήδη ότι η συνολική πληρωμή που πραγματοποιείται για τα εισαγόμενα εμπορεύματα στον τόπο εισόδου τους στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας θεωρείται ως δασμολογητέα αξία. Το άρθρο 8 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, στην περίπτωση που τα έξοδα μεταφοράς μέχρι τον τόπο εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας δεν περιλαμβάνονται ακόμη στην τιμή των εμπορευμάτων, τα εν λόγω έξοδα μεταφοράς πρέπει να προστεθούν στη συναλλακτική αξία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας. Από αυτό συνάγεται κατ' ανάγκη a contrario ότι τα έξοδα για τη μεταφορά των εμπορευμάτων από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας μέχρι τον τόπο προορισμού τους δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία.
Η ερμηνεία αυτή του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας επιβεβαιώνεται άλλωστε από το ιστορικό της θεσπίσεως του κανονισμού.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας προκύπτει πράγματι ότι ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε για την εναρμόνιση των κοινοτικών διατάξεων περί δασμολογητέας αξίας προς τις διατάξεις της « συμφωνίας περί εφαρμογής του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου » ( 6 ) που συνήφθη στα πλαίσια της GATT. Μπορεί βέβαια να μείνει ανεξέταστο στο πλαίσιο αυτό το ζήτημα αν η ανωτέρω συμφωνία (κώδικας δασμολογητέας αξίας) είναι ικανή να παράγει άμεσα αποτελέσματα στο εσωτερικό της Κοινότητας ( 7 ). Είναι όμως σαφές ότι από τον κώδικα δασμολογητέας αξίας, που γίνεται δεκτός από την ΕΟΚ, μπορούν να συναχθούν ενδείξεις για την ερμηνεία του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας. Από τις ενδείξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι τα έξοδα ενδοκρατικής ή ενδοκοινοτικής μεταφοράς δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία.
Ο κώδικας δασμολογητέας αξίας προβλέπει πολλές μεθόδους υπολογισμού, από τις οποίες μας ενδιαφέρει εν προκειμένω μόνο η μέθοδος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας από τη συναλλακτική αξία, που περιλαμβάνεται στα άρθρα 1 και 8. Και στον κώδικα δασμολογητέας αξίας, η συναλλακτική αξία ορίζεται επίσης ως « η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό τη χώρα εξαγωγής μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 ». Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κώδικα δασμολογητέας αξίας επιτρέπει στους συμβαλλόμενους να περιλάβουν εν όλω ή εν μέρει στη δασμολογητέα αξία ορισμένα έξοδα, ορίζοντας ότι:
« Κάθε μέρος θα λάβει μέτρα για να περιλάβει στη δασμολογητέα αξία ή για να αποκλείσει από αυτήν εν όλω ή εν μέρει τα εξής στοιχεία:
α)
τα έξοδα μεταφοράς των εισαγομένων εμπορευμάτων μέχρι το λιμένα ή τον τόπο εισαγωγής' »
Οι συμβαλλόμενοι είναι συνεπώς ελεύθεροι να περιλάβουν στη δασμολογητέα αξία τα έξοδα μεταφοράς μέχρι το λιμένα ή τον τόπο εισαγωγής, αλλά δεν είναι υποχρεωμένοι να το πράξουν. Είναι επομένως δυνατό να συναχθεί a contrario από τον κώδικα δασμολογητέας αξίας ότι τα έξοδα μεταφοράς που γεννώνται στο έδαφος του συμβαλλόμενου εισαγωγέα δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται επιπλέον από την ερμηνευτική σημείωση επί του άρθρου 1, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, αποτελεί συστατικό μέρος του κώδικα δασμολογητέας αξίας και ορίζει τα εξής:« Η δασμολογητέα αξία δεν περιλαμβάνει τα έξοδα ή το κόστος που αναφέρονται κατωτέρω, υπό τον όρο ότι διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή:
...
β )
κόστος μεταφοράς μετά την εισαγωγή
... »
Αυτί] η ερμηνευτική σημείωση επί του άρθρου 1 του κώδικα δασμολογητέας αξίας εισήχθη στο άρθρο 15 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει τα εξής:
« Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, υπό τον όρο ότι τα έξοδα αυτά διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή. »
Ως ενδιάμεσο αποτέλεσμα, στο ερώτημα Ια) του Bundesfinanzhof πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι τα « έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς » που εμφανίζονται και κοστολογούνται χωριστά από την τιμή του εμπορεύματος δεν περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας και συνεπώς ούτε στη δασμολογητέα αξία.
2.
Αν και το Bundesfinanzhof έθιξε μόνο στα πλαίσια της εξετάσεως του άρθρου 15, παράγραφος 2, το ζήτημα των προϋποθέσεων που επιβάλλει το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας όσον αφορά τη χωριστή εμφάνιση των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς, είναι αναγκαίο να ασχοληθούμε ήδη από τώρα με το πρόβλημα αυτό.
Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 15 συνάγεται ήδη ότι ο όρος « διακρίνονται » κατά την έννοια της παραγράφου 1 υπόκειται σε λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις από τον όρο « παρέχεται... απόδειξη » της παραγράφου 2. Ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε εν προκειμένω ηθελημένα διαφορετικούς όρους, και μάλιστα όχι μόνο στη γερμανική διατύπωση του κανονισμού.
Ο λόγος αυτής της επιλογής διαφορετικών όρων προκύπτει εν προκειμένω επίσης από τον κώδικα δασμολογητέας αξίας. Η έννοια της « getrennten Ausweises » ( χωριστής εμφανίσεως) εκφράζεται πράγματι κατά τον ακόλουθο τρόπο στη γαλλική και αγγλική αρχική γλωσσική απόδοση της επεξηγηματικής σημειώσεως επί του άρθρου 1 :
« La valeur en douane ne comprendra pas les frais ou coûts ci-après, à la condition qu'ils soient distincts du prix effectivement payé pour les marchandises importées. »
« The customs value shall not include the following charges or costs, provided that they are distinguished from the price actually paid or payable for the imported goods. »
Με τον όρο « διακρίνονται » απαιτείται κατά συνέπεια απλώς, τα σχετικά έξοδα μεταφοράς να μπορούν να διακρίνονται από την τιμή αγοράς ως χωριστό τμήμα των συνολικών εξόδων.
Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η τεχνική επιτροπή τελωνειακής εκτιμήσεως που συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κώδικα δασμολογητέας αξίας, η οποία διαπίστωσε σε συμβουλευτική γνωμοδότηση της ότι οι δασμοί και οι εισφορές της χώρας εισαγωγής θεωρούνται πάντοτε ως χωριστά εμφανιζόμενες, δεδομένου ότι λόγω της φύσεώς τους μπορούν να διακρίνονται από την πράγματι καταβληθείσα τιμή. Η τεχνική επιτροπή ανέφερε κατά λέξη τα εξής:
« Étant donné que, par définition, il est possible d'établir une distinction entre les droits et taxes du pays d'importation et le prix effectivement payé ou à payer, ces droits et taxes ne font pas partie de la valeur en douane. »
« Since the duties and taxes of the country of importation are by their nature distinguishable from the price actually paid or payable, they do not form part of the customs value. »
( « Δεδομένου ότι εξ ορισμού είναι δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ των δασμών και επιβαρύνσεων του κράτους εισαγωγής και της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής, οι εν λόγω δασμοί και επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία. » )
Η τεχνική επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό σε περίπτωση κατά την οποία οι δασμοί και οι επιβαρύνσεις της χώρας εισαγωγής δεν εμφανίζονταν χωριστά στο τιμολόγιο αλλά περιλαμβάνονταν στην καταβληθείσα τιμή, ο δε εισαγωγέας δεν είχε καν ζητήσει την αφαίρεση των επιβαρύνσεων αυτών.
Κατά συνέπεια, αν αρκεί ήδη, για την πλήρωση της προϋποθέσεως της χωριστής εμφανίσεως, τα σχετικά έξοδα να μπορούν να υπολογίζονται χωριστά, για να « διακρίνονται » πρέπει κατά μείζονα λόγο να αρκεί να αναφέρονται χωριστά, αφενός, η τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων και, αφετέρου, τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς.
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η επιληφθείσα τελωνειακή υπηρεσία οφείλει να δεχθεί χωρίς έλεγχο τα ποσά και τα δικαιολογητικά που της προσκομίζονται για τα έξοδα εσωτερικής μεταφοράς. Η Επιτροπή ορθά παρατήρησε ότι είναι αυτονόητο ότι η τελωνειακή υπηρεσία έχει το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να εξετάζει αν και σε ποιο μέτρο τα εμφανιζόμενα έξοδα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μπορεί σχετικά να συναχθεί από το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο ζ ), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, σε συνδυασμό με την έκτη αιτιολογική σκέψη του και πέρα από το άμεσο πεδίο εφαρμογής του, η γενική ιδέα ότι η δασμολογητέα αξία δεν πρέπει να στηρίζεται σε αξίες αυθαίρετες ή πλασματικές. Αυτό όμως αποτελεί γενικό ζήτημα εφαρμογής του δικαίου, επί του οποίου μέχρι τώρα δεν θεσπίστηκε καμία διάταξη στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου και το οποίο επομένως εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Εφόσον όμως, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 84/79 ( 8 ), γίνονται ήδη δεκτές ως αποδεικτικό μέσο της διαφοράς μεταξύ της τιμής « ελεύθερο στον τόπο προορισμού » και της τιμής « ελεύθερο στα σύνορα » κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο β ), « μεταγενέστερες δηλώσεις του προμηθευτή ή του αντιπροσώπου του, με τις οποίες παρέχονται αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με την κατάσταση της τιμής κατά το χρόνο της εισαγωγής », αυτό πρέπει να αποτελεί ένδειξη για τις εθνικές αρχές υπό την έννοια ότι αυτές δεν πρέπει να έχουν, όσον αφορά τη «χωριστή εμφάνιση», τις ίδιες απαιτήσεις που έχουν όσον αφορά την απόδειξη.
3.
Όσον αφορά τα λοιπά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof, μπορώ να περιοριστώ σε συνοπτικές παρατηρήσεις δεδομένου ότι το Bundesfinanzhof τα υπέβαλε μόνο για την περίπτωση που θα δινόταν καταφατική απάντηση στο ερώτημα Ια).
α)
Επί του ερωτήματος 1β), αν δηλαδή η συναλλακτική αξία πρέπει να διορθωθεί εφόσον περιλαμβάνει τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς:
Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Η συναλλακτική αξία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας δεν μπορεί πλέον να διορθωθεί βάσει του ποσού των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς, δεδομένου ότι δεν τα περιλαμβάνει εξαρχής.
β )
Επί του ερωτήματος 2α ), αν δηλαδή εφαρμόζεται το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας όταν εμφανίζονται χωριστά μόνο τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς:
Και στο ερώτημα αυτό πρέπει επίσης να δοθεί αρνητική απάντηση, δεδομένου ότι το πρόβλημα το οποίο θίγει δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας.
Το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας ρυθμίζει το πρόβλημα της κατανομής των εξόδων για τη συνολική μεταφορά εντός και εκτός της Κοινότητας σε έξοδα ενδοκοινοτικής και εξωκοινοτικής μεταφοράς. Δεδομένου ότι το ζήτημα των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς που εμφανίζονται χωριστά ρυθμίζεται ήδη στο άρθρο 15, παράγραφος 1, το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), αφορά κατά συνέπεια μόνο την περίπτωση κατά την οποία ανακύπτουν μεν συνολικά έξοδα μεταφοράς, ελλείπει όμως η χωριστή εμφάνιση των εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς.
γ )
Από όσα ελέχθησαν προκύπτει απευθείας η απάντηση στο πρώτο μέρος του ερωτήματος 2β ) που αναφέρεται στο αν σε περίπτωση συνεχούς μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α ), πρέπει να εμφανίζονται χωριστά τα συνολικά έξοδα της συνεχούς μεταφοράς. Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, διότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), ρυθμίζει ακριβώς την κατανομή του συνολικού ποσού των μεταφορικών σε έξοδα ενδοκοινοτικής και εξωκοινοτικής μεταφοράς. Πρέπει εντούτοις να παρατηρηθεί ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς εμφανίστηκαν ήδη χωριστά σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1.
δ )
Με την παραπομπή σε όσα εκτέθηκαν ήδη ανωτέρω στο σημείο 2 σχετικά με την έννοια της χωριστής εμφανίσεως, μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση στο δεύτερο μέρος του ερωτήματος 2β ), που αναφέρεται στο πότε συντρέχει πράγματι τέτοια χωριστή εμφάνιση. Αλλά και εν προκειμένω πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι το ερώτημα αυτό αφορά την κατανομή συνολικών εξόδων μεταφοράς, για τα οποία δεν ετέθη ζήτημα στην κύρια δίκη.
ε)
Η απάντηση στο τρίτο και στο τέταρτο μέρος του ερωτήματος 2β ), τα οποία αναφέρονται στις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να υπόκειται η απόδειξη του συνολικού ποσού των εξόδων μεταφοράς και στο αν οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μην απαιτήσουν απόδειξη όταν ο ενδιαφερόμενος αδυνατεί να την προσκομίσει λόγω της συμπεριφοράς του προμηθευτή του, προκύπτει επίσης από την απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί ιδιαίτερη απόόειξη του συνολικού ποσού των εξόδων μεταφοράς και ότι μπορεί να απαιτηθεί μόνο η χωριστή εμφάνιση του συνολικού ποσού των μεταφορικών, ισχύει εν προκειμένω κατ' αναλογία ό,τι ελέχθη ανωτέρω στο σημείο 2, όσον αφορά τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να υπόκειται η χωριστή εμφάνιση των εξόδων.
4.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα ανωτέρω, ότι δηλαδή τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς δεν πρέπει να περιλαμβάνονται ούτε στη συναλλακτική αξία ούτε στη δασμολογητέα αξία, επιβεβαιώνεται και από άλλες σκέψεις. Αν το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο β ), περικλείει καταρχήν και τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς στη δασμολογητέα αξία όταν τα εμπορεύματα τιμολογούνται σε ενιαία τιμή « ελεύθερο στον τόπο προορισμού », η διάταξη αυτή επιτρέπει εντούτοις την έκπτωση των εξόδων αυτών εφόσον αποδεικνύεται στις τελωνειακές αρχές ότι η τιμή « ελεύθερο στα σύνορα » είναι χαμηλότερη από την ενιαία τιμή « ελεύθερο στον τόπο προορισμού ».
Επιπλέον, το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), ορίζει ότι όταν η μεταφορά των εμπορευμάτων διενεργείται δωρεάν ή με μεταφορικά μέσα του αγοραστή, τα έξοδα μεταφοράς μέχρι τον τόπο εισόδου, υπολογιζόμενα σύμφωνα με το σύνηθες τιμολόγιο μεταφοράς που ισχύει για τον ίδιο τρόπο μεταφοράς, πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία. Και στην περίπτωση αυτή επίσης, τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία, όπως δέχτηκε και το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 84/79, το οποίο έκρινε μεταξύ άλλων ότι:
« Το εθνικό δικαστήριο πρέπει πάντως να λαμβάνει υπόψη το στόχο της κοινοτικής διατάξεως, που είναι η παροχή της δυνατότητας, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, να αφαιρούνται από την τιμή τα έξοδα μεταφοράς στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας — αλλά αποκλειστικά τα έξοδα αυτά —, τα οποία περιλαμβάνονται πράγματι στην ενιαία τιμή. »
Η απόφαση αυτή, που είχε ακόμη ως αντικείμενο τον παλιό κανονισμό 803/68 περί δασμολογητέας αξίας, εξακολουθεί να ισχύει δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις είναι παρόμοιες.
Ας μου επιτραπεί τέλος να επιστήσω ακόμη την προσοχή στο ότι κατά γενικό κανόνα δεν θα ήταν καθόλου ευνόητη η επιβολή δασμού επί εξόδων ενδοκοινοτικής μεταφοράς, δηλαδή επί υπηρεσίας που παρέχεται στο έδαφος της Κοινότητας. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε διακρίσεις μεταξύ των επιχειρηματιών εντός της Κοινότητας, δεδομένου ότι το ίδιο εμπόρευμα θα επιβαρυνόταν διαφορετικά αναλόγως της αποστάσεως από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
Η άποψη αυτή θα αντέβαινε προς τη γενική αρχή της ισότητας και δεν θα συμφωνούσε επίσης με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 803/68 περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, ο οποίος αντικαταστάθηκε μεν από τον κανονισμό 1224/80 αλλά αποκλειστικά με σκοπό να προσαρμοστεί το κοινοτικό δίκαιο προς τον κώδικα δασμολογητέας αξίας και όχι για να αποδυναμωθούν θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών.
Δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γ), ως τόπος εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται οδικώς νοείται ο τόπος του πρώτου τελωνείου, η επιβάρυνση που θα υφίστατο το εισαγόμενο εμπόρευμα θα ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο περισσότερο θα απείχε ο τόπος προορισμού του από το εν λόγω τελωνείο. Δεν γίνεται όμως αντιληπτό γιατί παραδείγματος χάρη ένα εμπόρευμα που προέρχεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τη Βουλγαρία, πρέπει να υφίσταται μεγαλύτερη επιβάρυνση αποκλειστικά για το λόγο ότι προορίζεται όχι για αγοραστή εγκατεστημένο στη Βαυαρία, κοντά στα κοινοτικά σύνορα, αλλά παραδείγματος χάρη για αγοραστή εγκατεστημένο στη Βρετάνη ή στη Δανία.
Γ.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
1)
Τα έξοδα μεταφοράς εισαγομένων εμπορευμάτων από τα σύνορα της Κοινότητας μέχρι τον τόπο προορισμού εντός του κοινοτικού εδάφους δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία.
2)
Αν η τιμή που πράγματι κατέβαλε ή πρέπει να καταβάλει ο αγοραστής περιλαμβάνει τέτοια έξοδα, αυτά « διακρίνονται » κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 αν εμφανίζονται στα σχετικά τιμολόγια χωριστά από την τιμή των εμπορευμάτων.
3)
Ο έλεγχος της ακρίβειας των ποσών που δηλώνονται για το σκοπό αυτό απόκειται στις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218.
( 2 ) Βλέπε απόφαση 80/ 271 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1979. ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3, ιδίως σ. 110 και επ. η συμφωνία αυτή αναφέρεται στο εξής ως « κώδικας δασμολογητέας αξίας ».
( 3 ) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 94/79. R. Mever-Uetze KG κατά Hauptzollami Bad Reichenhall, Sig. 1980, σ. 291.
( 4 ) ABI. L 148. σ. 6.
( 5 ) ΑΒl. 1980, L 333. σ. Ι.
( 6 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 110.
( 7 ) Βλέπε σχετικά τις αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 266/81, SIOT κατά ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών (Συλλογή 1983, σ. 731), στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 267 μέχρι 269/81, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά SPI και SAMI ( Συλλογή 173, σ. 801 ).
( 8 ) Βλέπε υποσημείωση 3' η απόφαση αυτή, που είχε ως αντικείμενο το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 803/68 περί δασμολογητέας αξίας (ABl. 1968, L 148, σ. 6 ), μπορεί, λόγω της ομοιότητας των διατάξεων, να ληφθεί επίσης υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του κανονισμού 1224/80.
Full & Egal Universal Law Academy