ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 12ης Δεκεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαατές,
Στην υπό κρίση υπόθεση πενήντα τρεις υπάλληλοι της Επιτροπής, της κατηγορίας C κατά τον κρίσιμο χρόνο, ζητούν από το Δικαστήριο την ακύρωση του εσωτερικού διαγωνισμού COM/B/2/82 καθώς και των πράξεων που έγιναν στο πλαίσιο αυτό. Ειδικότερα επιδιώκουν να ακυρωθεί η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής η οποία τους απέκλεισε από τις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού καθώς και ο διορισμός άλλων υποψηφίων που έγινε βάσει του διαγωνισμού αυτού.
Η προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού αφορούσε την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως, αναπληρωτών βοηθών γραμματείας και τεχνικών βοηθών διοικήσεως, η σταδιοδρομία των οποίων κάλυπτε τους βαθμούς 5 και 4 της κατηγορίας Β. Μολονότι η ισχύς του εφεδρικού πίνακα έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1983, παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1986.
Για να μπορούν να γίνουν δεκτοί στο διαγωνισμό οι υποψήφιοι, έπρεπε να συγκεντρώνουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις ως προς το βαθμό και τα καθήκοντα, το χρόνο προϋπηρεσίας και την ηλικία. Όλοι οι υποψήφιοι συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις και έγιναν δεκτοί στο διαγωνισμό.
Οι αιτήσεις υποψηφιότητας έπρεπε να υποβληθούν διά συμπληρώσεως ενιαίου τυποποιημένου εντύπου καθώς και ειδικού παραρτήματος στο οποίο ο υποψήφιος έπρεπε να αναφέρει την εκπαίδευση του και τα τυχόν διπλώματα του, τις θέσεις στις οποίες είχε εργαστεί και την επαγγελματική πείρα που είχε αποκτήσει σ' αυτές καθώς και τις γνώσεις του στη στενοδακτυλογραφία στις διάφορες γλώσσες.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω έντυπα και κατόπιν
« i )
συνεντεύξεως με τους υποψηφίους που συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις για να γίνουν δεκτοί στο διαγωνισμό, κάθε φορά που η εξεταστική επιτροπή θεωρεί τη συνέντευξη αυτή αναγκαία για την εκτίμηση της ικανότητας των υποψηφίων, για την άσκηση καθηκόντων ανώτερης κατηγορίας, και
ii )
ενδεχομένως, συζητήσεως με τους ιεραρχικώς προϊσταμένους των υποψηφίων, συνήθους επιπέδου βοηθών των γενικών διευθυντών, προκειμένου να συλλέγουν πληροφορίες και γνώμες ως προς την ικανότητα των υποψηφίων για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων της-κατηγορίας Β»,
η εξεταστική επιτροπή όφειλε να αποφασίσει ποιοι υποψήφιοι έπρεπε να γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις και, κατόπιν συνεννοήσεως με κάθε υποψήφιο, να καθορίσει τον τύπο της εξέτασης στην οποία θα έπρεπε αυτός να υποβληθεί.
Οι εξετάσεις μπορούσαν να συνίστανται είτε σε περίοδο εκπαίδευσης και πρακτικής εξασκήσεως είτε στην ανάθεση καθηκόντων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο υποψήφιος διέθετε τις απαιτούμενες ικανότητες. Η εξεταστική επιτροπή καθόριζε τα κατάλληλα κριτήρια εκτιμήσεως και υποδείκνυε, ενδεχομένως, πάρεδρα μέλη με συμβουλευτική ψήφο.
Περίπου 860 άτομα υπέβαλαν αιτήσεις υποψηφιότητας. Περίπου 40 θεωρήθηκαν ότι δεν συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις για να γίνουν δεκτά στο διαγωνισμό. Τότε, η εξεταστική επιτροπή αντιμετώπισε το δύσκολο έργο της καταρτίσεως, από τους εναπομείναντες υποψηφίους, ενός πίνακα για εφεδρικές προσλήψεις, από τον οποίο κατά τη διάρκεια της ισχύος του επρόκειτο να πληρωθούν οι θέσεις.
Το πρώτο καθήκον της εξεταστικής επιτροπής ήταν σαφώς να καθορίσει τον τρόπο εργασίας της. Όπως είχε υποχρέωση, εξέτασε τις αιτήσεις υποψηφιότητας, τα παραρτήματα και τα συνημμένα έγγραφα. Έλαβε την απόφαση, την οποία και τήρησε, να εξετάσει τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων. Κατάρτισε ένα ερωτηματολόγιο το οποίο υπέβαλε σε ένα βοηθό διοικήσεως από κάθε γενική διεύθυνση για να το συμπληρώσει όσον αφορά τους υποψηφίους που ανήκαν στη δική του γενική διεύθυνση. Καθώς πολλοί από τους βοηθούς διοικήσεως αρνήθηκαν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε, όπως και έκανε, να συζητήσει με όλους τους κατάλληλους βοηθούς σχετικά με τους υποψηφίους που είχαν γίνει δεκτοί στις εξετάσεις. Κατά τη γνώμη της οι αρχές της δίκαιης μεταχείρισης απαιτούσαν αυτού του είδους οι συζητήσεις να γίνουν ως προς όλους τους υποψηφίους και όχι μόνο για όσους η εξεταστική επιτροπή χρειαζόταν συμπληρωματικές πληροφορίες.
Όταν η εξεταστική επιτροπή άρχισε τις εργασίες της, τον Ιανουάριο του 1982, έλαβε την απόφαση ότι θα υποβάλλονταν σε συνέντευξη οι υποψήφιοι που φαίνονταν « αμφίβολοι » ή « αρνητικοί ». Το Μάρτιο 1984η εξεταστική επιτροπή, έχοντας προχωρήσει στις εργασίες της, αποφάσισε, ενόψει των στοιχείων που διέθετε, ότι δεν παρίστατο ανάγκη να υποβληθεί σε συνέντευξη κανένας από τους υποψηφίους, διότι δεν φαινόταν πιθανό ότι από μια τέτοια συνέντευξη μπορούσαν να προκύψουν ουσιώδεις συμπληρωματικές πληροφορίες. Αντί γι' αυτό, βάσει των υπηρεσιακών φακέλων και των συζητήσεων με τους βοηθούς διοικήσεως, κατέταξε τους υποψηφίους σε έξι ομάδες. Στην κορυφή της κλίμακας (ομάδα 5) βρίσκονταν οι υποψήφιοι που ήδη ασκούσαν καθήκοντα επιπέδου Β, BS και BT και στην ομάδα 4 αυτοί που είχαν όλες τις δυνατότητες για να ασκήσουν αμέσως τέτοια καθήκοντα. Στη βάση της κλίμακας κατέταξε αυτούς οι δυνατότητες των οποίων ήταν σαφώς ανεπαρκείς (ομάδα 2), αυτούς οι δυνατότητες των οποίων ήταν σχεδόν ανύπαρκτες ( ομάδα 1 ) και αυτούς οι οποίοι δεν είχαν δυνατότητες για τις εν λόγω θέσεις. Η ενδιάμεση ομάδα 3 περιελάμβανε τους υποψηφίους που διέθεταν μερικά, αν και ανεπαρκή, από τα προσόντα που απαιτούνταν για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων της κατηγορίας Β.
Οι ομάδες 5 και 4 έδωσαν 221 συνολικά υποψηφίους οι οποίοι συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις για μία ή περισσότερες από τις θέσεις της κατηγορίας Β, BS ή BT. Δεδομένου ότι κατά την εποχή εκείνη ο αριθμός των θέσεων που επρόκειτο να πληρωθούν εντός 3 ετών είχε υπολογιστεί σε 151, οι 221 αυτοί υποψήφιοι περιλήφθηκαν στον εφεδρικό πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις. Η εξεταστική επιτροπή με μεγάλη πλειοψηφία — μειοψήφησαν μόνο δύο μέλη — αποφάσισε να μην προβεί σε νέα εξέταση των υποψηφίων της ενδιάμεσης ομάδας 3. Για τους υποψηφίους αυτούς, που είχαν περιληφθεί στον εφεδρικό πίνακα, η εξεταστική επιτροπή ασχολήθηκε με τον καθορισμό των κατά τη γνώμη της κατάλληλων εξετάσεων.
Τον Ιούνιο του 1984, όλοι οι υποψήφιοι της υπό κρίση υπόθεσης έλαβαν έγγραφο με το οποίο πληροφορήθηκαν ότι η εξεταστική επιτροπή δεν τους είχε συμπεριλάβει στον πίνακα των υποψηφίων που είχαν γίνει δεκτοί στις εξετάσεις. Με το ίδιο έγγραφο, πληροφορήθηκαν επίσης ότι η εξεταστική επιτροπή είχε εξετάσει τους υπηρεσιακούς τους φακέλους και τα έντυπα υποψηφιότητας που είχαν συμπληρώσει και είχε λάβει υπόψη τη συζήτηση που είχε κάνει με τον αντιπρόσωπο της σχετικής γενικής διεύθυνσης ή υπηρεσίας καθώς και ορισμένες παραμέτρους όπως η επαγγελματική πείρα, η εκπαίδευση και η κινητικότητα.
Φαίνεται ότι όλοι οι υποψήφιοι ζήτησαν συμπληρωματικές πληροφορίες. Αναφέρθηκε ότι τρεις από αυτούς, η Seube, η Basch και ο Pelliccione, υπέβαλαν αμέσως, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, διοικητική ένσταση.
Όλοι οι υποψήφιοι έλαβαν έγγραφο με ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 1984 με το οποίο πληροφορήθηκαν ότι αν και η εξεταστική επιτροπή είχε επανεξετάσει τις αιτήσεις τους δεν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο ικανό να της επιτρέψει να τροποποιήσει την απόφαση της. Στη συνέχεια, το έγγραφο ανέφερε τις παραμέτρους που είχαν υιοθετηθεί, όπως την πείρα, την εκπαίδευση και τις υπηρεσιακές εκθέσεις κρίσεως. Το ίδιο έγγραφο εξηγούσε ότι η εξεταστική επιτροπή είχε λάβει υπόψη τους φακέλους των υποψηφίων και τις συζητήσεις και είχε αποφασίσει να κάνει δεκτούς στις εξετάσεις όλους όσους είχαν ήδη ασκήσει ή διέθεταν όλα τα προσόντα για να ασκήσουν καθήκοντα της κατηγορίας Β.
Οι υπό κρίση προσφυγές πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1984, η δε γνώμη της Επιτροπής είναι ότι οι προσφυγές αυτές είναι απαράδεκτες ως εκπρόθεσμες.
Το Δεκέμβριο του 1984, ήταν σαφώς πολύ αργά, με εξαίρεση δύο ή τρεις υποψηφίους οι οποίοι, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, είχαν υποβάλει διοικητική ένσταση κατά του εγγράφου αυτού, για να προσβληθεί το κύρος της προκήρυξης διαγωνισμού του 1982 και του εγγράφου του Ιουνίου 1984, το οποίο αποτελούσε μέρος της αρχικής απόφασης.
Το ζήτημα αν, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, είναι δυνατή η προσβολή του κύρους του εγγράφου της 7ης Σεπτεμβρίου 1984, εξαρτάται από το αν το έγγραφο αυτό αποτελεί απλή επιβεβαίωση της περιλαμβανόμενης στο έγγραφο του Ιουνίου αποφάσεως (οπότε δεν μπορεί να προσβληθεί ) ή αν αποτελεί νέα απόφαση. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο αυτών απόψεων δεν είναι πάντοτε εύκολο να χαραχθεί. Επίσης δεν είναι ευκταίο να αποθαρρύνεται η εξεταστική επιτροπή ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, από το να προβαίνει όντως σε επανεξέταση της απόφασης με την προβολή, πολύ εύκολα, του ισχυρισμού ότι μια τέτοια επανεξέταση προκαλεί την έναρξη νέας προθεσμίας. Μπορεί κάλλιστα να υποστηριχτεί, όπως διατείνεται η Επιτροπή, ότι το δεύτερο έγγραφο στην υπό κρίση περίπτωση απλώς δίνει λεπτομερέστερη εξήγηση σχετικά με την ήδη ληφθείσα απόφαση. Εξάλλου νομίζω ότι βάσει των στοιχείων που διαθέτει το Δικαστήριο, η εξεταστική επιτροπή πράγματι επανεξέτασε επισταμένως, όπως της ζητήθηκε, τις περιπτώσεις και έλαβε νέα απόφαση να μην κάνει δεκτούς στις εξετάσεις τους συγκεκριμένους αυτούς υποψηφίους. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι και πολλοί άλλοι, εκτός των υποψηφίων της προκειμένης περίπτωσης, ζήτησαν αναθεώρηση της αρχικής απόφασης, η δε εξεταστική επιτροπή, ύστερα από τη σχετική επανεξέταση, έκανε δεκτούς στις εξετάσεις δεκαοχτώ από τους υποψηφίους που είχε προηγουμένως αποκλείσει.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι υπό κρίση προσφυγές ασκήθηκαν εμπροθέσμως και είναι τύποις δεκτές, καθόσον επιδιώκουν την προσβολή της απόφασης της 7ης Σεπτεμβρίου 1984, ως προς όλους τους προσφεύγοντες. Επομένως περιττεύει να εξεταστεί αν η Baseli, η Seube και ο Pelliccione προσέβαλαν εμπροθέσμως την απόφαση του Ιουνίου.
Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται, πρώτον, ότι ο διαγωνισμός αποσκοπούσε στην κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις για τρεις διαφορετικούς τύπους καθηκόντων, αναπληρωτές βοηθούς διοικήσεως, αναπληρωτές βοηθούς γραμματείας και τεχνικούς βοηθούς διοικήσεως. Τα καθήκοντα αυτά και η διάρθρωση της σταδιοδρομίας των κατόχων των θέσεων αυτών ήταν, όπως αναφέρθηκε, τόσο διαφορετικά, ώστε ήταν αδύνατο σε ένα διαγωνισμό του είδους αυτού να καθοριστεί ένα κοινό επίπεδο. Θεωρώ ότι ο λόγος αυτός στρέφεται κατά του ίδιου του διαγωνισμού και τον θεωρώ απαράδεκτο ως εκπρόθεσμο. Αν γινόταν δεκτός, παρόλο ότι υφίστανται μερικές διαφορές μεταξύ των καθηκόντων και παρόλο ότι ορισμένες αιτήσεις υποψηφιότητας τροποποιήθηκαν, λόγω προφανούς πλάνης, καθόσον είχε γίνει λάθος ως προς τα καθήκοντα για τα οποία είχαν υποβληθεί, δεν δέχομαι ότι οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων θέσεων ήταν τόσο σημαντικές ώστε να καθίσταται, για το λόγο αυτό, ο διαγωνισμός ανίσχυρος.
Δεύτερον, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι: α) η προκήρυξη του διαγωνισμού μπορεί να προσβληθεί ως αντίθετη προς το άρθρο 1, περίπτωση δ) του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, καθόσον δεν διευκρίνιζε « τα διπλώματα ή άλλους τίτλους ή το επίπεδο πείρας που απαιτείται για τις θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν», και β) ότι, στην περίπτωση που πρέπει οι παράμετροι που αναφέρονται στα έγγραφα του Ιουνίου 1984 και της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 να θεωρηθούν ότι διευκρίνιζαν τους τίτλους ή την πείρα, η διευκρίνιση αυτή δόθηκε πολύ αργά. Το πρώτο σκέλος [υπό α) ] του λόγου αυτού ακυρώσεως προσβάλλει σαφώς, ακόμα μια φορά, την προκήρυξη του διαγωνισμού και είναι εκπρόθεσμο όπως είναι και το δεύτερο σκέλος [ υπό β ) ], καθόσον αφορά το έγγραφο του Ιουνίου. Εν πάση περιπτώσει, δεν δέχομαι ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διευκρινίζει το απαιτούμενο επίπεδο και χρόνο πείρας. Το έντυπο της αίτησης και το ειδικό παράρτημα αφορούν την προκήρυξη του διαγωνισμού. Το έντυπο της αίτησης αναφέρει ότι απαιτείται λεπτομερής περιγραφή της εκπαίδευσης και των διπλωμάτων πρέπει να αναφερθεί η επαγγελματική πείρα και να δοθούν λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις γνώσεις δακτυλογραφίας και στενοδακτυλο-γραφίας. 'Ενας τέτοιου είδους διαγωνισμός, στο συγκεκριμένο αυτό επίπεδο, μπορεί κάλλιστα να απαιτεί τόσο πείρα όσο και διπλώματα, η δε απόφαση μπορεί νομίμως να στηριχτεί σε συνολική εκτίμηση των στοιχείων αυτών.
Κατόπιν, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ( στον έκτο τους λόγο ) ότι η φύση των οριζόμενων στο τμήμα III, παράγραφος 2, της προκήρυξης του διαγωνισμού εξετάσεων συνιστά παράβαση του άρθρου 1, περίπτωση ε), του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το οποίο η προκήρυξη απαιτείται να προσδιορίζει « στην περίπτωση διαγωνισμού βάσει εξετάσεων, τη φύση των εξετάσεων και τον αντίστοιχο τρόπο βαθμολογήσεως τους». Κατά τους προσφεύγοντες, το αντικείμενο των εξετάσεων δεν είχε διευκρινιστεί· κατά το μέτρο δε που είχε διευκρινιστεί, δεν αποτελούσε εξέταση κατά τη συνήθη έννοια του όρου, καθόσον προβλέπονταν διαφορετικές εξετάσεις για διαφόρους υποψηφίους και δεν οριζόταν σύστημα βαθμολογήσεως. Κατά τη γνώμη μου, ο λόγος αυτός είναι εντελώς απαράδεκτος διότι αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Εφόσον οι προσφεύγοντες δεν συμμετείχαν στις εξετάσεις, δεν μπορούν να τις προσβάλουν, αυτές καθαυτές, στην υπό κρίση υπόθεση.
Κατόπιν, έρχονται τρεις λόγοι οι οποίοι στηρίζονται στις πράξεις της εξεταστικής επιτροπής ( πέμπτος, τρίτος και τέταρτος λόγος ). Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι είναι παράνομο να γίνουν συνολικά δεκτοί όσοι ήδη ασκούσαν καθήκοντα της κατηγορίας Β, καθόσον, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη τα προσόντα τους, τους δόθηκε η δυνατότητα να συμμετάσχουν στις εξετάσεις χωρίς να υπάρξει πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ αυτών και των λοιπών υποψηφίων. Ίσως αυτό δεν αποτελεί πολύ ασφαλή μέθοδο αφού μπορεί ορισμένοι από τους υποψηφίους που έγιναν δεκτοί να μην ασκούσαν ικανοποιητικά τα καθήκοντα της κατηγορίας Β και μπορεί να μην είχαν τις ίδιες ικανότητες με αυτούς που εξακολουθούσαν να ασκούν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθήκοντα κατηγορίας C Εξάλλου, έπρεπε να υιοθετηθούν ορισμένα κριτήρια ώστε ο αριθμός των οκτακοσίων να μειωθεί σε έναν εύχρηστο πίνακα και οι εγγυήσεις έγκεινται στο γεγονός ότι οι περισσότερο ικανοί θα διαχωριστούν από τους λιγότερο ικανούς κατά τη διάρκεια των εξετάσεων και ύστερα από συνολική εκτίμηση των εκθέσεων κρίσεως και των προσόντων. Κατά συνέπεια, δεν δέχομαι ότι εν προκειμένω οι ενέργειες της εξεταστικής επιτροπής ήταν παράνομες.
Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες επικρίνουν το γεγονός ότι ζητήθηκε η γνώμη των βοηθών διοικήσεως για όλους τους υποψηφίους ( ενώ κάτι τέτοιο έπρεπε να γίνει « εφόσον παρίστατο ανάγκη » ), δεδομένου ότι ορισμένοι από τους βοηθούς διοικήσεως μπορεί να μη γνώριζαν τους προσφεύγοντες, μπορεί να είχαν προσωπικούς λόγους να εμποδίσουν ή να ενθαρρύνουν την αποχώρηση υποψηφίων και λέγεται ότι τα αποτελέσματα υπήρξαν άνισα μεταξύ των τμημάτων. Ήταν δύσκολο να συγκριθούν εκθέσεις κρίσεως από διαφορετικές υποδιευθύνσεις. Επιπλέον, κανείς από τους προσφεύγοντες δεν κλήθηκε για συνέντευξη και δεν είχε την ευκαιρία να πληροφορηθεί τι είχε λεχθεί από τους βοηθούς διοικήσεως.
Πιστεύω ότι η εξεταστική επιτροπή είχε δικαίωμα να αποφασίσει να μην υποβάλει σε συνέντευξη κανέναν από τους υποψηφίους, αλλά, εφόσον είχε αρχικά λάβει την απόφαση να δει τους αμφίβολους ή αρνητικούς υποψηφίους, δεν θεωρώ ικανοποιητικό το ότι η εξεταστική επιτροπή, αντίθετα προς τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν προέβη σε επανεξέταση των υποψηφίων της ενδιάμεσης ομάδας (αυτών που διέθεταν μερικά από τα αναγκαία προσόντα ). Θα ήταν δυνατό να υποβληθούν αυτοί σε συνέντευξη προκειμένου να διαλυθούν οι αμφιβολίες, αφού οι λοιπές ομάδες είχαν σαφώς γίνει δεκτές ή αποκλειστεί από το διαγωνισμό. Εντούτοις, δεν θα επιθυμούσα την ακύρωση γι' αυτό μόνο το λόγο.
Εξάλλου, θεωρώ ότι η εξεταστική επιτροπή έσφαλε με το να ακούσει την άποψη των βοηθών διοικήσεως χωρίς οι προσφεύγοντες να πληροφορηθούν οτιδήποτε σχετικά με το τι λέχθηκε από τους βοηθούς διοικήσεως. Ακόμα και κατά το στάδιο αυτό δεν καταγράφηκαν όσα ειπώθηκαν, αν και φαίνεται ότι κρατήθηκαν σημειώσεις από τους παριστάμενους. Ό,τι λέχθηκε μπορεί να ήταν, και προφανώς ήταν, απολύτως ακριβές· μπορεί όμως να ήταν δυνατό να αποδειχθεί ψευδές ή να στηριζόταν σε παρεξήγηση η οποία θα μπορούσε να διαλυθεί. Οι προσφεύγοντες γνώριζαν το περιεχόμενο των εγγράφων που είχαν επισυναφθεί στο έντυπο της αιτήσεως υποψηφιότητας. Είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν σχόλια επί των εκθέσεων κρίσεως. Όλα τα στοιχεία αυτά ελήφθησαν υπόψη. Ομοίως, έστω και αν οι απόψεις των βοηθών διοικήσεως δεν υπήρξαν αποφασιστικής σημασίας, είναι σαφές ότι ελήφθησαν υπόψη. Η αρχή της δίκαιης μεταχείρισης απαιτούσε να έχουν οι προσφεύγοντες τη δυνατότητα να σχολιάσουν ό, τι είχε λεχθεί γι' αυτούς. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο καθιστά άκυρη την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής ως προς καθέναν από τους προσφεύγοντες της υπό κρίση υπόθεσης και θεωρώ ότι η απόφαση γι' αυτό και μόνο το λόγο θα έπρεπε να ακυρωθεί. Είναι σαφέστατο ότι οι κανόνες της επιείκειας δεν τηρήθηκαν.
Προσθέτω ότι δεν θεωρώ καθόλου ικανοποιητικό το γεγονός ότι ορισμένα από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ή οι αναπληρωτές τους ενήργησαν σχετικά ως εκπρόσωποι των γενικών διευθύνσεων για μερικούς από τους υποψηφίους, έστω και αν δεν συμμετέσχαν στην απόφαση σχετικά με τον υποψήφιο ή τους υποψηφίους που ενδιαφέρονταν. Αυτό δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει υποψίες και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ενόψει του αριθμού των προσώπων από τα οποία μπορούσαν να έχουν επιλεγεί οι εκπρόσωποι των γενικών διευθύνσεων.
Ως έβδομο γενικής φύσεως λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες προβάλλουν το ότι η υιοθετηθείσα διαδικασία παρέβη όλες τις διατάξεις του παραρτήματος III και όλους τους λοιπούς ισχύοντες κανόνες διαδικασίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, περιττεύει να αναφερθώ εκτενέστερα ειδικώς επί του σημείου αυτού, εφόσον δέν δόθηκαν λεπτομέρειες.
Παρά τις τεράστιες και φιλότιμες προσπάθειες των μελών της εξεταστικής επιτροπής και, ιδίως, του προέδρου, νομίζω ότι η απόφαση να μη γίνουν δεκτοί οι προσφεύγοντες στις εξετάσεις πρέπει να ακυρωθεί, εφόσον θα εξακολουθήσει να ισχύει ο εφεδρικός πίνακας για μελλοντικές προσλήψεις. Δεν έχει διασαφηνιστεί πόσοι από τους προσφεύγοντες στην υπό κρίση υπόθεση κατετάγησαν στην ενδιάμεση τρίτη ομάδα και πόσοι στις λοιπές ομάδες· εν πάση περιπτώσει δεν θα ήθελα να κάνω διάκριση μεταξύ των προσφευγόντων.
Εξάλλου, δεν θεωρώ ορθό ή αναγκαίο να ακυρωθεί η απόφαση με την οποία άλλοι υποψήφιοι έγιναν δεκτοί στις εξετάσεις ή επιλέγησαν για τον εφεδρικό πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις. Οι αποφάσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν. Εντούτοις, όλες οι υπό κρίση περιπτώσεις πρέπει να επανεξεταστούν, τηρουμένων των κανόνων της επιείκειας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ορισμένοι από τους υποψηφίους πρέπει να γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις.
Συνεπώς, προτείνω:
α )
να ακυρωθεί η απόφαση με την οποία οι προσφεύγοντες δεν έγιναν δεκτοί στις εξετάσεις του εσωτερικού διαγωνισμού COM/B/2/82·
β )
να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy