ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
MARCO DARMON
της 23ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτες,
1.
Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1984 το Cour du travail του Mons σας υπέβαλε για δεύτερη φορά αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ του Antonino Sinatra και του Fonds national de retraite des ouvriers mineurs — Εθνικό Ταμείο Συντάξεως Εργατών Ορυχείου (στο εξής: FNROM ).
Ο Sinatra, ιταλικής ιθαγένειας, εκκαλών στην κύρια δίκη, εργάστηκε ως μισθωτός στην Ιταλία από το 1948 μέχρι το 1956, στη συνέχεια δε στο Βέλγιο ως εργάτης υπεδάφους ορυχείου από το 1957 έως το 1970.
Λόγω αυτών των δραστηριοτήτων ο Sinatra έλαβε:
—
στην Ιταλία και από 1ης Δεκεμβρίου 1970 σύνταξη αναπηρίας στο πλαίσιο του γενικού ασφαλιστικού συστήματος υπολογισμένη κατά την αρχή του αναλογικού επιμερισμού σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( στο εξής: ο κανονισμός )·
—
στο Βέλγιο και από 1ης Απριλίου 1971 σύνταξη αναπηρίας εργάτη υπεδάφους ορυχείου της τάξεως « έγγαμος », κατ' εφαρμογή του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 10ης Νοεμβρίου 1970 (άρθρα 1 έως 4), κατ' αποκοπή υπολογιζόμενη, η χορήγηση της οποίας προϋποθέτει ελάχιστη διάρκεια ασφαλίσεως 5 ή 10 ετών αλλά το ποσό της οποίας είναι ανεξάρτητο της ακριβούς διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως. Από 10 Μαΐου 1971 η βελγική σύνταξη αναπηρίας μειώθηκε κατά το ποσό της συντάξεως που έλαβε λόγω επαγγελματικής ασθένειας από την οποία προσβλήθηκε στο Βέλγιο.
Στο πλαίσιο της από 7 Ιανουαρίου 1981 πρώτης αιτήσεως του Cour du travail του Mons για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (7/81, Sinatra κατά FNROM, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982, Συλλογή σ. 137), το ερώτημα ήταν στην ουσία αν, βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού, μετά την κατά το 1976 μεταβολή της προσωπικής κατάστασης του Sinatra — η σύζυγός του βρήκε εργασία, ο δε συντελεστής της βελγικής συντάξεως αναπηρίας μεταβλήθηκε από « έγγαμος » σε « άγαμος » — το FNROM είχε το δικαίωμα να προβεί, όπως και έπραξε, σε πλήρη επανεξέταση του φακέλου. Συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος στην κύρια δίκη επανεξετάζοντας όλους τους σχετικούς ευρωπαϊκούς κανονισμούς μείωσε τη βελγική παροχή κατά το ποσό της ιταλικής σύνταξης για την περίοδο από 1ης Απριλίου 1971 μέχρι 1ης Ιουλίου 1975 και ζήτησε από τον εκκαλούντα στην κύρια δίκη να του επιστρέψει το « καθ' υπέρβαση » καταβληθέν ποσό των 38000 βελγικών φράγκων, υπολόγισε δε εκ νέου τη βελγική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του κανονισμού από 1ης Ιανουαρίου 1975, λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες τροποποιήσεις, μεταξύ των οποίων και την κατάργηση της προσαυξήσεως λόγω συζύγου από 1ης Ιανουαρίου 1976.
Με την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982 κρίνατε ότι « εκ νέου υπολογισμός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, επιβάλλεται σε κάθε τροποποίηση των παροχών που καταβάλλονται από ένα κράτος μέλος », πλην εξαιρέσεων στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι μεταβολές που επέρχονται στην προσωπική κατάσταση του κοινωνικώς ασφαλισμένου. Επομένως, το FNROM ορθώς προέβη σε επανεξέταση της παροχής που χορηγούσε, όπως έκρινε και το παραπέμπον δικαστήριο στις 2 Νοεμβρίου 1983, το οποίο πάντως κάλεσε τους διαδίκους να υποβάλουν προτάσεις ως προς άλλα ζητήματα σχετικά με το αν συμβιβάζεται το εφαρμοστέο βελγικό δίκαιο, δηλαδή το άρθρο 23, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 19ης Νοεμβρίου 1970 προς το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως τα άρθρα 45, 46 και 12 του κανονισμού. Το ζήτημα ήταν αν και κατά πόσο η ιταλική σύνταξη μπορούσε να αφαιρεθεί από τη βελγική. Οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς αυτό το σημείο.
Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος περιέχει απαγορευτικό της σωρεύσεως κανόνα που το εθνικό δικαστήριο χαρακτήρισε ως εξωτερικό, δηλαδή ότι εφαρμόζεται και στις παροχές που αποκτώνται στην αλλοδαπή. Πριν από την τροποποίηση του με βασιλικό διάταγμα στις 3 Αυγούστου 1983 το εν λόγω άρθρο ήταν διατυπωμένο ως εξής:
« Η σύνταξη αναπηρίας που χορηγείται δυνάμει του παρόντος διατάγματος δεν μπορεί να συντρέχει με μία ή περισσότερες συντάξεις αποχωρήσεως από την υπηρεσία ή αναπηρίας παρά μόνο μέχρι του ετησίου ποσού της συντάξεως που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 2 ή 4, αναλόγως του αν ο εργάτης είναι έγγαμος ή άγαμος, χήρος ή διαζευγμένος ή χωρισμένος. »
Με την τροποποίηση που επήλθε στις 3 Αυγούστου 1983 προβλέπεται ότι η σύνταξη αναπηρίας δεν μπορεί να συντρέχει με μία ή περισσότερες συντάξεις αποχωρήσεως από την υπηρεσία ή αναπηρίας « που χορηγούνται δυνάμει της βελγικής ή αλλοδαπής νομοθεσίας ».
Με τη σκέψη 8 της προαναφερθείσας απόφασης της 2ας Φεβρουαρίου 1982 το Δικαστήριο, διευκρινίζοντας την έννοια της νομολογίας του, αναφέρει ότι:
«το... αναγνωριζόμενο στο διακινούμενο εργαζόμενο δικαίωμα υπαγωγής στο πλέον ευνοϊκό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως συνεπάγεται καταρχήν ότι μετά από κάθε τροποποίηση των παροχών που χορηγούνται βάσει του εν λόγω συστήματος πρέπει να διενεργείται μια νέα σύγκριση, σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71, μεταξύ του εθνικού συστήματος και του συστήματος συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού προκειμένου να προσδιορίζεται, κατόπιν της επελθούσης τροποποιήσεως ποιο είναι το πλέον ευνοϊκό σύστημα. »
Όμως, οι δύο διάδικοι της κύριας δίκης συμφωνούν στο ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως του εκκαλούντος στο Βέλγιο (14 έτη ως εργάτης ορυχείου ) και στην Ιταλία ( 3 έτη — γενικό σύστημα) δεν επιδέχονται συνυπολογισμό κατά τη στενή έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού εφόσον υπάγονται σε διαφορετικά συστήματα.
Η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι:
« 2)
Αν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση ορισμένων παροχών από τον όρο ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως έχουν πραγματοποιηθεί αποκλειστικά σε επάγγελμα υπαγόμενο σε ειδικό σύστημα ασφαλίσεως που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή, ενδεχομένως, σε καθορισμένη απασχόληση, οι περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των παροχών αυτών μόνο αν έχουν πραγματοποιηθεί υπό αντίστοιχο σύστημα ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο ίδιο επάγγελμα... »
Ωστόσο, ο εκκαλών της κύριας δίκης, αναφερόμενος στη σκέψη 8 της αποφάσεως της 2ας Φεβρουαρίου 1982 υποστήριξε ενώπιον του Cour του Mons ότι η ρύθμιση αυτή δεν έχει σημασία αν δεν γίνει ο συνυπολογισμός-αναλογικός επιμερισμός που προβλέπει το άρθρο 46, ενώ το FNROM υποστήριξε, επικαλούμενο τις αποφάσεις σας 22/77 ( Mura κατά FNROM, 13 Οκτωβρίου 1977, Rec. σ. 1699) και 37/77 (Greco κατά FNROM, 13 Οκτωβρίου 1977, Rec. σ. 1711 ), ότι ο συνυπολογισμός που επιβάλλει αυτή η νομολογία είναι αδύνατος δυνάμει του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού. Κατά συνέπεια έχει πλήρη εφαρμογή ο απαγορευτικός της σωρεύσεως κανόνας του βελγικού δικαίου.
Στο σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής το Cour du travail του Mons αναφέρει ότι « πρέπει να κριθεί αν ο αρμόδιος βελγικός φορέας, δεδομένου ότι δεν απαιτείται συνυπολογισμός και αναλογικός επιμερισμός για τη γένεση του δικαιώματος συντάξεως αναπηρίας εργάτη ορυχείου, οφείλει να προβεί στην κατά το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 σύγκριση μεταξύ του κοινοτικού συστήματος του άρθρου 46, παράγραφοι 1 έως 3, και του εθνικού συστήματος περιλαμβανομένης και της διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση, προκειμένου να προσδιορίσει το ευνοϊκότερο για το διακινούμενο εργαζόμενο σύστημα ».
Το Cour υπέβαλε το ακόλουθο ερώτημα:
« Ο κανονισμός 1408/71, συγκεκριμένα τα άρθρα 12, 45 και 46, έχει την έννοια ότι, όταν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους της Κοινότητας εξαρτά τη χορήγηση παροχής αναπηρίας στο πλαίσιο ειδικού συστήματος για εργάτες ορυχείων από τη συμπλήρωση ορισμένης κατώτατης περιόδου ασφαλίσεως, της οποίας όμως το ποσό δεν καθορίζεται από τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ( δεν γίνεται συνυπολογισμός), περιέχει δε κανόνα που απαγορεύει την εξωτερική σώρευση, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού οφείλει, στην περίπτωση εργαζομένου ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας αλλά λαμβάνει επίσης και σύνταξη προσδιοριζόμενη με τη μέθοδο του αναλογικού επιμερισμού στο πλαίσιο ενός γενικού συστήματος δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, να συγκρίνει την κοινοτική παροχή — η οποία χορηγείται βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, χωρίς εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως και του άρθρου 46, παράγραφος 3, που ορίζει ως ανώτατο όριο το υψηλότερο θεωρητικό ποσό της σύνταξης — με την παροχή που στηρίζεται αποκλειστικά στην εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περιλαμβανομένου και του κανόνα που απαγορεύει την εξωτερική σώρευση, προκειμένου να προσδιορίσει το ευνοϊκότερο για το διακινούμενο εργαζόμενο σύστημα (την υψηλότερη σύνταξη); »
2.
Ο Sinatra, και με τις γραπτές παρατηρήσεις και κατά τη συζήτηση, υποστήριξε ότι επιβάλλεται διάκριση μεταξύ του συνυπολογισμού
—
των περιόδων ασφαλίσεως που απαιτούνται για τη γένεση του δικαιώματος προς παροχή, συνυπολογισμός ο οποίος εν προκειμένω είναι αδύνατος λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 45, παράγραφος 2, και λόγω του ότι πρόκειται για διαφορετικά συστήματα,
—
των περιόδων ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του δικαιώματος.
Τα άρθρα 45 και 46 του κανονισμού συνιστούν εφαρμογή των στόχων του άρθρου 51 της Συνθήκης, όπως προκύπτει δε από τη νομολογία την οποία επικαλείται το FNROM, το άρθρο 46 έχει πλήρη εφαρμογή εφόσον καταλήγει σε αποτέλεσμα ευνοϊκότερο εκείνου που προκύπτει από την εφαρμογή των εθνικών κανόνων.
Το σύνολο των περιόδων ασφαλίσεως του είναι 17 έτη κατά συνυπολογισμό, ο δε αναλογικός επιμερισμός ( 14/17) στο Βέλγιο καταλήγει σε αποτέλεσμα ευνοϊκότερο εκείνου που προκύπτει από την εφαρμογή του βελγικού συστήματος περιλαμβανομένου και του απαγορευτικού της σωρεύσεως κανόνα (διαφορά υπέρ αυτού 596 βελγικών φράγκων). Ο εκκαλών της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι εφόσον το άρθρο 46 αποδεικνύεται ευνοϊκότερο πρέπει και να εφαρμοστεί.
3.
Το FNROM, επαναλαμβάνοντας τα κύρια επιχειρήματα που ανέπτυξε ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, υποστήριξε ότι τήρησε τις αρχές που θέτει η προαναφερθείσα νομολογία σας και ότι ο κανόνας του συνυπολογισμού — άρα και του αναλογικού επιμερισμού — δεν έχει εφαρμογή λαμβανομένων υπόψη των σαφών διατάξεων του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού.
4.
Κατά την ιταΑική κυβέρνηση που κατέθεσε παρατηρήσεις εν προκειμένω, η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να σας οδηγήσει στην αναθεώρηση της σχετικής νομολογίας σας. Η εγγύηση που παρέχει το κοινοτικό σύστημα υπολογισμού μπορεί να αποδειχθεί ατελέσφορη όταν πρόκειται για περιόδους ασφαλίσεως που έχουν πραγματοποιηθεί υπό διαφορετικά συστήματα, γεγονός το οποίο, κατά την άποψη της, μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω το εφαρμοστέο του άρθρου 46, παράγραφος 2, λαμβανομένου υπόψη του κανόνα που θέτει το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού. Αν η εγγύηση αυτή εκλείψει, θα ανακύψει το πρόβλημα των εθνικών απαγορευτικών της σωρεύσεως κανόνων που θα μπορούν να θεσπίζουν ελεύθερα τα κράτη μέλη, πράγμα που θα τους επιτρέπει να οικειοποιούνται τις παροχές άλλου κράτους. Παρίσταται επομένως ενδεδειγμένη η νέα ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού.
Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου κατά την έννοια ότι δεν χωρεί εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, εφόσον η μία από τις δύο προς εκκαθάριση παροχές εκκαθαρίζεται βάσει μόνης της εθνικής νομοθεσίας, ρύθμιση που προκύπτει από την αρχή ότι το κοινοτικό σύστημα δεν επηρεάζει την εθνική ρύθμιση.
Ωστόσο η ανάγκη, που το Δικαστήριο έχει ήδη υπογραμμίσει, του συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών, όπως προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα από το άρθρο 51 της Συνθήκης θα πρέπει να οδηγήσει στην εξεύρεση λύσεως που να αποκλείει την αυθαιρεσία εκ μέρους των κρατών μελών. Η ανάγκη αυτή διατυπώνεται ειδικά στο άρθρο 12 του κανονισμού το οποίο αποβλέπει στον εν λόγω συντονισμό εφόσον κάνει λόγο για εκκαθάριση « σύμφωνα » με το άρθρο 46 του κανονισμού και όχι απλώς « δυνάμει » αυτού. Επομένως το άρθρο 46, παράγραφος 1, θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο εθνικός απαγορευτικός της σωρεύσεως κανόνας, όπως επιβεβαιώνει και το άρθρο 46, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, το οποίο προβλέπει ρητά τη δυνατότητα μειώσεως των παροχών που οφείλονται δυνάμει μιας μόνο εθνικής νομοθεσίας. Καίτοι η διάταξη αυτή κρίθηκε εν τω μεταξύ ασυμβίβαστη προς το άρθρο 51 της Συνθήκης (υπόθεση 24/75, Petroni, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975, Rec. σ. 1149), εκφράζει ωστόσο τη μέριμνα της επεκτάσεως του συντονισμού των συστημάτων σε όλες τις περιπτώσεις σωρεύσεως παροχών που αντιμετωπίζει το άρθρο 46.
Θα πρέπει λοιπόν να κριθεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεν επιτρέπει την εφαρμογή των εθνικών απαγορευτικών της σωρεύσεως κανόνων σε παροχές που έχουν κτηθεί αποκλειστικά βάσει παροχών οι οποίες ελήφθησαν υπόψη σύμφωνα με εθνική νομοθεσία ώστε να αποφεύγεται, στο πλαίσιο του κοινοτικού συντονισμού, η δυνατότητα των εθνικών ρυθμίσεων να αφαιρούν μονομερώς από τους ασφαλισμένους δικαιώματα τα οποία απέκτησαν αλλού. Ό, τι δεν επιτρέπεται από το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να επιτρέπεται από το εθνικό.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διατηρήσει τη νομολογία του όπως την ερμηνεύει η ιταλική κυβέρνηση, η τελευταία προτείνει να κριθεί ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, που αναφέρεται στη σώρευση των περιόδων και στον αναλογικό υπολογισμό εφαρμόζεται εν πάση περιπτώσει « κατ' αναλογία » όπως επίσης ενδεχομένως και το άρθρο 46, παράγραφος 3, που θέτει το κοινοτικό όριο το οποίο καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του κοινοτικού θεωρητικού ποσού, το οποίο δεν επιδέχεται μείωση δυνάμει των εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
5.
Η Επιτροπή παρατηρεί αρχικά ότι, μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1983, ο κανόνας του άρθρου 23, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 19ης Νοεμβρίου 1970 δεν αφορούσε τη σώρευση με παροχές που έχουν κτηθεί στην αλλοδαπή, από το οποίο προκύπτει ότι επρόκειτο μέχρι τότε για εσωτερική ρήτρα απαγορεύσεως της σωρεύσεως η οποία κατέστη εξωτερική με την τροποποίηση του κειμένου.
Επισημαίνοντας στη συνέχεια τους κανόνες που προκύπτουν από τη νομολογία σας και συγκεκριμένα από την απόφαση Celestre ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119, 120 και 121/80, ONPTS κατά Celestre και λοιπών FNROM κατά Strehi, 2 Ιουλίου 1981, Συλλογή σ. 1737 ), η Επιτροπή υποστήριξε ότι:
—
μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1983, η διάταξη περί απαγορεύσεως της εσωτερικής σωρεύσεως δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αφαίρεση από το ποσό της ιταλικής σύνταξης της παροχής που απέκτησε ο Sinatra βάσει μόνης της βελγικής νομοθεσίας·
—
από 1ης Σεπτεμβρίου 1983 μπορούσε να ληφθεί υπόψη η ρήτρα περί απαγορεύσεως της εξωτερικής σώρευσης κατά τον υπολογισμό των παροχών, στο πλαίσιο όμως της μεθόδου που θέτει η απόφαση Celestre, δηλαδή της συγκρίσεως μεταξύ της παροχής που υπολογίζεται κατά το εθνικό δίκαιο περιλαμβανομένης και της ρήτρας που απαγορεύει τη σώρευση και της παροχής η οποία υπολογίζεται δυνάμει του άρθρου 46 του κανονισμού λαμβανομένου ως συνόλου, σύμφωνα με τη σχετική περιγραφή του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στις προτάσεις του στην υπόθεση Celestre. Από το κοινοτικό αυτό πλαίσιο εκκαθαρίσεως αποκλείεται η εθνική διάταξη που απαγορεύει τη σώρευση, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού για την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας. Το ποσό που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο ( η « αυτόνομη » παροχή ) πρέπει, δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, να συγκριθεί με το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α ) (συνυπολογισμός όλων των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν πραγματοποιηθεί) και β ) ( αναλογικός επιμερισμός ).
Δεδομένου ότι δεν απαιτείται συνυπολογισμός για τον υπολογισμό της παροχής που έχει κτηθεί βάσει της ελάχιστης περιόδου ασφαλίσεως, η αυτόνομη παροχή, για την οποία δεν λαμβάνεται υπόψη η ρήτρα που απαγορεύει τη σώρευση, ισούται με το θεωρητικό ποσό το οποίο αποκτάται ανεξαρτήτως των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν πραγματοποιηθεί καθώς επίσης και με το πραγματικό ποσό.
Τέλος, δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού και λαμβανομένων υπόψη του ιταλικού θεωρητικού ποσού, πρέπει ενδεχομένως να διορθωθεί η αυτόνομη παροχή και να χορηγηθεί εκείνη από τις δύο παροχές, η εθνική ή η κοινοτική, που είναι η υψηλότερη.
6.
Θα παρατηρήσω ευθύς εξαρχής ότι κατά την άποψη μου η υπό κρίση υπόθεση εγείρει ένα ψευδοπρόβλημα και δεν μπορεί καθόλου να θέσει εν αμφιβόλω την προηγούμενη σχετική νομολογία σας.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι το αν το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α ), που προβλέπει το συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο ενδιαφερόμενος. Αν πρόκειται για διαφορετικά συστήματα, ειδικό αφενός, γενικό αφετέρου, το άρθρο 45, παράγραφος 2, αποκλείει το συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό διαφορετικά συστήματα για την κτήση ή τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχής. Διαφορετικό είναι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 46, το οποίο αναφέρεται στην εκκαθάριση των παροχών.
Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες οφείλει να προβεί ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους εφόσον, για τη χορήγηση παροχής, δεν χρειάζεται να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 45. Με άλλα λόγια η παράγραφος αυτή αναφέρεται στην περίπτωση όπου η (οι) περίοδος( οι ) ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε ένα μόνο κράτος μέλος αρκεί(ούν) για την απόκτηση δικαιώματος παροχής. Τέτοια είναι η προκειμένη περίπτωση όσον αφορά τη βελγική σύνταξη δεδομένου ότι ο Sinatra έχει συμπληρώσει την ελάχιστη περίοδο ασφαλίσεως για να αξιώσει σύνταξη αναπηρίας εργάτη υπεδάφους ορυχείου, το ποσό της οποίας είναι ανεξάρτητο της διάρκειας της πράγματι συμπληρωθείσας περιόδου. Αντιθέτως, και αυτό συμβαίνει με την ιταλική σύνταξη μόνο, από το άρθρο 46, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι πρέπει πρώτα να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 45.
Στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παραγράφου 1 και μόνο του άρθρου 46, τι πρέπει να πράξει το FNROM; Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη νομολογία σας, γνωστότερη απεικόνιση της οποίας είναι η προαναφερθείσα υπόθεση Celestre και λοιποί, ο φορέας που καλείται να εφαρμόσει το άρθρο 46, παράγραφος 1, πρέπει πρώτα να υπολογίσει το ποσό της εθνικής παροχής λαμβάνοντας υπόψη και την απαγορευτική της σωρεύσεως ρήτρα προκειμένου να συγκρίνει το σχετικό αποτέλεσμα με το αποτέλεσμα, κοινοτικό αυτό, που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 46 στο σύνολο του.
Σύμφωνα με την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 46, ο εν λόγω φορέας που δεν χρειάζεται να προβεί σε συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως για τη γένεση του δικαιώματος θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσει την « αυτόνομη » παροχή που αντιστοιχεί στη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει της εθνικής του νομοθεσίας. Ο εθνικός απαγορευτικός της σωρεύσεως κανόνας αποκλείεται δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, in fine, εφόσον πρόκειται για παροχές της ίδιας φύσεως. Ο παραπέμπων δικαστής έκρινε ότι οι βελγικού δικαίου παροχές αναπηρίας και η ιταλικού δικαίου (υπολογισμένη κατά το σύστημα του αναλογικού επιμερισμού) παροχή είναι εν προκειμένω της ίδιας φύσεως. Άρα πρέπει να εφαρμοστεί ο κανόνας που θέτει η σκέψη 12 της αποφάσεως σας στην υπόθεση Celestre:
«... το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, είναι το ποσό που θα εδικαιούτο ο εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, αν δεν ελάμβανε σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Αν, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, ο εργαζόμενος που δύναται να αποδείξει ορισμένο αριθμό ετών ασφαλίσεως δικαιούται πλήρους συντάξεως λαμβάνεται υπόψη το ποσό της πλήρους αυτής συντάξεως » ( Συλλογή1981, σ. 1754).
Δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ο ίδιος φορέας πρέπει στη συνέχεια να υπολογίσει το « θεωρητικό » ποσό της παροχής που θα προέκυπτε από το συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν στα διάφορα κράτη μέλη [ παραπομπή στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α) ] και το «πραγματικό » ποσό κατ' αναλογία [ παραπομπή στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β) ]. Σ' αυτό το στάδιο υπολογισμού το άρθρο 45 εξακολουθεί να μην έχει εφαρμογή και δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α) (συνυπολογισμός) το οποίο ορίζει in fine τα εξής:
«Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό,ποσό που αναφέρεται στην παρούσα περίπτωση. »
Επομένως, αν είναι τέτοια η νομοθεσία, είναι δυνατό, όπως εν προκειμένω, να συμπίπτει το ποσό της αυτόνομης σύνταξης με το θεωρητικό ποσό δεδομένου ότι το πρώτο είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν. Ως προς τον υπολογισμό του « πραγματικού » ποσού που προκύπτει από τον αναλογικό επιμερισμό των περιόδων ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της παραγράφου 2, στοιχείο β), του άρθρου 46, καίτοι υπάρχει διάσταση μεταξύ του εκκαλούντος στην κύρια δίκη και της Επιτροπής όσον αφορά την ερμηνεία αυτής της διάταξης, θα παρατηρήσω ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να καταλήξει σε αποτέλεσμα ανώτερο του προκύπτοντος από την εφαρμογή της παραγράφου 1 δεδομένου ότι το ποσό της « αυτόνομης » σύνταξης συμπίπτει με το θεωρητικό ποσό.
Δυνάμει της παραγράφου 1, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 46 θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το μεγαλύτερο ποσό, που δεν μπορεί παρά να είναι το ποσό της αυτόνομης σύνταξης.
Προφανώς, ο παραπέμπων δικαστής δέχθηκε πλήρως τη νομολογία σας και ορθώς έκρινε ότι, αν η απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε πρέπει να είναι καταφατική, όπως νομίζω και εγώ, παραμένει να ευρεθεί το ιταλικό θεωρητικό ποσό ώστε να μπορεί ο εφεσίβλητος στην κύρια δίκη « φορέας που εφαρμόζει την παράγραφο 1 » του άρθρου 46 να διορθώσει ενδεχομένως την παροχή που χορηγεί, δυνάμει της παραγράφου 3, εδάφιο 2, του εν λόγω άρθρου. Τέλος πρέπει να γίνει σύγκριση μεταξύ του εθνικού και του κοινοτικού ποσού και να χορηγηθεί στον ασφαλισμένο το μεγαλύτερο.
7.
Βάσει των παρατηρήσεων που εξέθεσα σας προτείνω να δώσετε την ακόλουθη απάντηση στο Cour du travail του Mons:
—
το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος παροχής πληρούνται δυνάμει μιας μόνης εθνικής νομοθεσίας χωρίς να απαιτείται να προστεθούν στις περιόδους που έχουν συμπληρωθεί υπ' αυτή τη νομοθεσία οι συμπληρωθείσες σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη·
—
ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, ο οποίος καλείται να εκκαθαρίσει σύνταξη αναπηρίας υπαγόμενη σε ειδικό σύστημα που αποκτάται με τη συμπλήρωση ελάχιστης περιόδου ασφαλίσεως αλλά το ποσό της οποίας είναι ανεξάρτητο της ακριβούς διάρκειας της, οφείλει, εφόσον ο ασφαλισμένος λαμβάνει επίσης σύνταξη αναπηρίας υπολογισμένη κατά το σύστημα του αναλογικού επιμερισμού στο πλαίσιο γενικού συστήματος άλλου κράτους μέλους, να συγκρίνει το ποσό της παροχής που οφείλεται δυνάμει της εθνικής του νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη και τους ενδεχόμενους απαγορευτικούς της σωρεύσεως κανόνες, και της κοινοτικής παροχής όπως προκύπτει από το άρθρο 46 ως σύνολο, χωρίς εφαρμογή των εθνικών απαγορευτικών της σωρεύσεως κανόνων, αν οι παροχές είναι της ίδιας φύσεως, το δε ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ποσό της παροχής πρέπει να θεωρηθεί ως το θεωρητικό ποσό του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α ).
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy