ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 28ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην Ιταλία, όπως και σε κάθε άλλη χώρα που διαθέτει εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο, υπάρχουν διάφορες κατηγορίες επιβατηγών αμαξοστοιχιών: υπάρχουν αμαξοστοιχίες μεγάλων αποστάσεων (rapidi), οι οποίες συνδέουν απευθείας τις σπουδαιότερες πόλεις, ταχείες αμαξοστοιχίες (espressi), μεσαίων αποστάσεων (diretti) και τοπικές ( locali ), οι οποίες σταματούν και στους σταθμούς των μικρότερων πόλεων ή και σε όλους τους σταθμούς. Βάσει νομοθεσίας που ανάγεται στο 1934, οι ferrovie dello Stato (ιταλικοί κρατικοί σιδηρόδρομοι) μπορούν να επιβάλλουν ορισμένες προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση της μιας ή της άλλης αμαξοστοιχίας, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών που να ικανοποιούν κατά τρόπο ορθολογιστικό και αντικειμενικό τις διάφορες απαιτήσεις των επιβατών.
Στην υπερταχεία 991 Ρώμη-Παλέρμο οι επιβάτες δεύτερης θέσης που επιβιβάζονται στη Ρώμη γίνονται δεκτοί μόνο εφόσον το εισιτήριό τους είναι για διαδρομή μεγαλύτερη από 400 χιλιόμετρα. Στις 17 Ιανουαρίου 1984 ο Paolo Iorio, ιταλός υπήκοος, επιβιβάστηκε στην αμαξοστοιχία αυτή, αλλά επειδή το εισιτήριό του ήταν για μικρότερη διαδρομή, ο ελεγκτής του επέβαλε πρόστιμο. Κατόπιν αυτού, ο αυτόνομος οργανισμός των ιταλικών κρατικών σιδηροδρόμων του ζήτησε να πληρώσει πρόστιμο 44650 λιρετών, όπως προβλέπει το άρθρο 84 του Προεδρικού Διατάγματος 753, της 11ης Ιουλίου 1980. Ο Iorio τότε προσέφυγε ενώπιον του Vice Pretore di Latina ισχυριζόμενος ότι οι περιορισμοί επιβιβάσεως στις αμαξοστοιχίες ανάλογα με τη διαδρομή που πρόκειται να διανυθεί είναι αντίθετοι προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων την οποία καθιερώνει το άρθρο 38 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με Διάταξη της 3ης Δεκεμβρίου 1984, ο εθνικός δικαστής ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Οι διατάξεις του Π.Δ. 753/80, καθώς και η παράγραφος 2 του άρθρου 3 των όρων και κομίστρων για τη μεταφορά προσώπων με τους ferrovie dello Stato ( ιταλικούς κρατικούς σιδηροδρόμους ), είναι αντίθετες προς το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β), της Συνθήκης της Ρώμης;
2)
Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, την οποία προβλέπει το παραπάνω άρθρο, ισχύει και στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας;
3)
Απαγορεύει η αρχή αυτή τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της χώρας εκ μέρους των διοικητικών αρχών, εν προκειμένω του υπουργού μεταφορών ή του περιφερειακού διευθυντή των ιταλικών κρατικών σιδηροδρόμων, περιορισμό που συνίσταται στη δρομολόγηση αμαξοστοιχιών στις οποίες η επιβίβαση επιτρέπεται μόνο στους ταξιδιώτες που έχουν εισιτήριο για διαδρομή μεγαλύτερη από έναν ελάχιστο αριθμό χιλιομέτρων;
4)
Αντίκειται η υπό εξέταση περίπτωση σε κάποια άλλη διάταξη των κοινοτικών συνθηκών ή των κανονισμών ή των πράξεων που έχουν ισχύ νόμου στο εσωτερικό της Ιταλικής Δημοκρατίας;
2.
Παρατηρήσεις υπέβαλαν ο ανακόπτων στην κύρια δίκη, η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο Iorio αναγνώρισε, κατόπιν ωριμότερης σκέψεως, ότι το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης δεν αφορά καταστάσεις που ανακύπτουν στο εσωτερικό των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει όμως, για να αποδείξει ότι το πρόβλημα που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο αφορά το κοινοτικό δίκαιο, ο Iorio υποστήριξε ότι η ιταλική ρύθμιση δεν πρέπει να εξεταστεί καθαυτή, αλλά συγκριτικά προς τις ρυθμίσεις των άλλων κρατών που δεν προβλέπουν ανάλογους περιορισμούς στη χρησιμοποίηση των μαζικών μέσων μεταφοράς. Η αρχή που καθιερώνεται επομένως με το άρθρο 48 πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέσο για την εξάλειψη των υφιστάμενων σήμερα διαφορών και την εναρμόνιση των εθνικών ρυθμίσεων στο συγκεκριμένο αυτό τομέα. Θα ήθελα όμως να παρατηρήσω ότι τα επιχειρήματα αυτά — που είναι οπωσδήποτε αξιόλογα προκειμένου να καθιερωθεί κοινή πολιτική ως προς τη μεταφορά των προσώπων και επομένως από την άποψη του δικαίου που πρέπει να θεσπιστεί — δεν έχουν σχέση με το πρόβλημα που μας έχει υποβάλει ο παραπέμπων δικαστής.
Πιο συγκεκριμένες και πιο ουσιαστικές είναι οι παρατηρήσεις της ιταλικής κυβέρνησης και της Επιτροπής. Κατά τη γνώμη και των δύο αυτών, το άρθρο 48 αναφέρεται στην κατάσταση του εργαζομένου που πρέπει να διασχίσει τα σύνορα δύο ή και περισσότερων χωρών, προκειμένου να μπορέσει να δεχτεί προσφορά εργασίας σε άλλο κράτος μέλος. Η διάταξη αυτή επομένως δεν μπορεί να αφορά τις μετακινήσεις των πολιτών στο εσωτερικό των κρατών μελών των οποίων είναι υπήκοοι. Η κυβέρνηση της Ρώμης διευκρινίζει επιπλέον ότι η ιταλική ρύθμιση σχετικά με την επιβίβαση στις διάφορες αμαξοστοιχίες έχει γενική ισχύ και δεν αναφέρεται καθόλου στην ιθαγένεια των επιβατών.
3.
Αν τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικά- στήριο ο Vice Pretore di Latina διατυπωθούν σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 177, μπορούν να συμπυκνωθούν στο εξής μόνο ερώτημα: αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων η διάταξη του εσωτερικού δικαίου που επιβάλλει ορισμένες περιοριστικές προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση των μέσων μαζικής μεταφοράς;
Η απάντηση είναι αρνητική. Σύμφωνα με τη γενική αρχή που καθιερώνεται στο άρθρο 7, σκοπός του άρθρου 48 είναι η εξάλειψη από τις νομοθεσίες των κρατών μελών των διατάξεων εκείνων που προβλέπουν, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας, δυσμενέστερη μεταχείριση για τον εργαζόμενο που προέρχεται από άλλο κράτος από τη μεταχείριση που προβλέπουν υπό τις ίδιες περιστάσεις για τον ημεδαπό εργαζόμενο. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της εν λόγω διατάξεως (όπως και των άλλων διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων ) σε σχέση με καταστάσεις καθαρά εσωτερικές των κρατών μελών. Βέβαια, η νομική προστασία που παρέχει η διάταξη αυτί] στους εργαζομένους της Κοινότητας συνεπάγεται σε ορισμένες περιπτώσεις τροποποίηση της εθνικής νομοθεσίας που να έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση ή την ενίσχυση και των δικαιωμάτων των υπηκόων του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα κράτη δεν έχουν πλέον την εξουσία να επιβάλλουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετακίνηση στο έδαφός τους οποιουδήποτε υπόκειται στη δικαιοδοσία τους (βλ. αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1979, υπόθεση 175/78, Regina κατά Saunders, Race. 1979, σ. 1129, και της 28ης Ιουνίου 1984, υπόθεση 180/83, Moser κατά Land Baden-Württemberg, Συλλογή 1984, σ. 2539).
Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ως προς το ότι η συγκεκριμένη περίπτωση επί της οποίας καλείται να αποφανθεί ο παραπέμπων δικαστής αφορά ιταλό υπήκοο που μετακινείται στο έδαφος της χώρας του επί εθνικής αμαξοστοιχίας και υπό τις προϋποθέσεις που έχουν ορίσει οι αρμόδιες εθνικές αρχές, προϋποθέσεις που ενεργούν κατά πάντων. Η συγκεκριμένη αυτή κατάσταση δεν έχει καθαυτή καμιά σχέση με το κοινοτικό δίκαιο.
4.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υπέβαλε με Διάταξη της 3ης Δεκεμβρίου 1984, στην υπόθεση Paolo Iorio κατά Αυτόνομου Οργανισμού των Ιταλικών Κρατικών Σιδηροδρόμων, ο vicepretore di Latina:
«Δεν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα στο άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης ΕΟΚ η διάταξη του εσωτερικού δικαίου περί των όρων μεταφοράς επιβατών από τους ιταλικούς κρατικούς σιδηροδρόμους σύμφωνα με την οποία η επιβίβαση σε ορισμένες αμαξοστοιχίες επιτρέπεται μόνο σε εκείνους που έχουν εισιτήριο για διαδρομή μεγαλύτερη από έναν ελάχιστο αριθμό χιλιομέτρων, εφόσον ο περιορισμός αυτός ισχύει για όλους τους ταξιδιώτες και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κριτήριο περί ιθαγένειας. »
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy