ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 20ής Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Όπως είναι σε όλους γνωστό, από την 1η Ιανουαρίου 1970 τα έσοδα που προέρχονται από τις γεωργικές εισφορές και από τους δασμούς του κοινού δασμολογίου αποτελούν ιδίους πόρους της Κοινότητας, απόκειται δε στα κράτη μέλη να τους εισπράττουν και να τους θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής (άρθρα 3 και 6 της αποφάσεως 70/243 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, JO L 94 της 28.4.1970, σ. 19). Με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή καλεί την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να τηρήσει τους κανόνες που διέπουν τις διατυπώσεις βεβαιώσεως των εσόδων αυτών. Προσάπτει ειδικότερα στη γερμανική κυβέρνηση ότι καθυστερημένα προέβη στη βεβαίωση και την πιστωτική εγγραφή των εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης που προβλέπονται στον κανονισμό 700/73, της 12ης Μαρτίου 1973 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 73 ).
2.
Ας εξετάσουμε το κανονιστικό πλαίσιο της υποθέσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ανωτέρω κανονισμού, οι εθνικές αρχές εισπράττουν πριν από τις 15 Ιανουαρίου την εισφορά λόγω παραγωγής από τους βιομηχάνους ζάχαρης που υπερέβησαν τις ποσοστώσεις τους. Ο λόγος της προθεσμίας αυτής είναι απλός: όπως εκτίθεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η περίοδος παραγωγής ζάχαρης διαρκεί από την 1η Ιουλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου, εφόσον δε η διάθεση της ζάχαρης στο εμπόριο διενεργείται κατά μεγάλο μέροςκατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, σκόπιμο είναι η καταβολή της εισφοράς να αρχίζει κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Προς το σκοπό αυτό, διευκρινίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5, « τα κράτη μέλη προσδιορίζουν... το αργότερο 15ημέρες πριν (από την εν λόγω προθεσμία )... το ποσό που πρέπει να καταβληθεί», συνεπώς πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους.
Υπάρχει έπειτα ο κανονισμός 2891/77 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 64), σκοπός του οποίου είναι « να επιτρέψει στις Κοινότητες να έχουν στη διάθεση τους τους ιδίους πόρους υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες» (προτελευταία αιτιολογική σκέψη). Από τις διατάξεις του μας ενδιαφέρει κυρίως το άρθρο 1, που ορίζει ότι οι ίδιοι πόροι « βεβαιούνται από τα κράτη μέλη... σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις τους και τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής και ελέγχονται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον... κανονισμό ». Εκ πρώτης όψεως, η διαδικασία αυτή φαίνεται ότι διαιρείται σε δύο αυτόνομες φάσεις, από τις οποίες η πρώτη, η βεβαίωση των ιδίων πόρων, διέπεται από εσωτερικούς κανόνες και η δεύτερη, η διάθεση τους στην Επιτροπή, εξελίσσεται σύμφωνα με κοινοτικές διατάξεις.
Στην πραγματικότητα όμως τα πράγματα συμβαίνουν διαφορετικά, όπως αποδεικνύεται από τα άρθρα 2, 9 και 10. Το πρώτο πράγματι ορίζει ότι «για την εφαρμογή του... κανονισμού — για να τεθούν δηλαδή οι κοινοτικοί πόροι στη διάθεση της Επιτροπής —, ένα έσοδο θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί, μόλις η αντίστοιχη απαίτηση καθορισθεί δεόντως από την αρμόδια υπηρεσία ή τον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους ». Το δεύτερο από τα ανωτέρω άρθρα ορίζει ότι « το ποσό των βεβαιωθέντων ... πόρων, πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί... στο όνομα της Επιτροπής στην υπηρεσία δημοσίου θησαυρού », το τρίτο δε άρθρο ορίζει τέλος ότι η εγγραφή « διενεργείται το αργότερο στις 20 του δευτέρου μηνός που ακολουθεί το μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου εβεβαιώθη το έσοδο ».
Συνεπώς η διαδικασία είναι ενιαία, παρά το ότι διαιρείται σε στάδια που έχουν διαφορετικό περιεχόμενο, η δε διεκπεραίωση της ανατίθεται καθ' ολοκληρία στις εθνικές αρχές. Προσθέτω ότι οι σχετικές διατάξεις ακολουθούνται από την πρόβλεψη κυρώσεως. Το άρθρο 11 προβλέπει πράγματι ότι « κάθε καθυστέρηση των εγγραφών στο λογαριασμό... οδηγεί στην πληρωμή, από το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται, τόκου του οποίου το επιτόκιο ισούται προς το υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο ίσχυε στα κράτη μέλη κατά την ημέρα της λήξεως της προθεσμίας ».
3.
Τα πραγματικά περιστατικά ανάγονται στην περίοδο παραγωγής ζάχαρης 1980-1981. Λόγω διοικητικής αμέλειας, οι γερμανικές αρχές προέβησαν στη βεβαίωση του ποσού των εισφορών — που ανερχόταν σε 466000 περίπου γερμανικά μάρκα — μόλις την 1η Φεβρουαρίου 1982, δηλαδή ένα μήνα μετά την εκπνοή της προθεσμίας (31 Δεκεμβρίου) που τάσσεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 700/73.
Η εγγραφή στο λογαριασμό της Επιτροπής διενεργήθηκε στη συνέχεια στις 20 Απριλίου 1982, συνεπώς με καθυστέρηση 57ημερών εν σχέσει προς την ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί η βεβαίωση. Η Επιτροπή κάλεσε επομένως τη γερμανική κυβέρνηση να καταβάλει 15000 μάρκα ως τόκους υπερημερίας (άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77), η οποία αντέταξε στο αίτημα αυτό κατηγορηματική άρνηση. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντέτεινε ότι βάσει του γράμματος του άρθρου 10, η προθεσμία του ενός μηνός και 20ημερών για τη διενέργεια της εγγραφής αρχίζει να τρέχει από την ημέρα της πραγματικής βεβαιώσεως των εισφορών δεδομένου δε ότι τα ποσά που βεβαιώθηκαν την 1η Φεβρουαρίου 1982 καταβλήθηκαν στις 20 Απριλίου 1982, δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση. Εν πάση περιπτώσει, η κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο 11 αφορά μόνο τις καθυστερήσεις κατά την εγγραφή, είναι δε αυθαίρετο να επεκτείνεται στις περιπτώσεις καθυστερημένης βεβαιώσεως.
Στις 12 Ιουνίου 1984, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη που της κοινοποίησε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, η γερμανική κυβέρνηση επανέλαβε την άποψη της, πράγμα που οδήγησε στην προσφυγή η οποία υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τρεις παραβάσεις: την καθυστερημένη βεβαίωση των εισφορών που προβλέπονται στον κανονισμό 700/73, την καθυστερημένη εγγραφή των αντίστοιχων ποσών στο λογαριασμό της Επιτροπής και την άρνηση καταβολής των τόκων υπερημερίας.
4.
Η γερμανική κυβέρνηση προβάλλει καταρχάς ότι αναγνώρισε ήδη κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ότι οι εισφορές λόγω παραγωγής ζάχαρης δεν βεβαιώθηκαν εγκαίρως. Εφόσον η γερμανική κυβέρνηση αναγνώρισε την καθυστέρηση αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να τηρεί στο μέλλον τις τασσόμενες προθεσμίες, η Επιτροπή δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να ζητεί την έκδοση αποφάσεως όσον αφορά την υπέρβαση προθεσμίας που εξέπνευσε προ πολλού και δεν είναι βέβαια δυνατό να τηρηθεί εκ των υστέρων. Το Δικαστήριο θα πρέπει συνεπώς να περιοριστεί στην εξέταση του αν η Γερμανία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τόκους υπερημερίας.
Η ένσταση αυτή, αν μπορώ να την αποκαλέσω έτσι, έγινε αντικείμενο μακρών συζητήσεων μεταξύ των διαδίκων υπό το φως όμως της νομολογίας του Δικαστηρίου, δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη « δεν μπορούν να επικαλεστούν..., για να αποφύγουν την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, τετελεσμένο γεγονός που προξένησαν τα ίδια ». Επιπλέον, η διαπίστωση της μη εκπληρώσεως κοινοτικής υποχρεώσεως « μπορεί να έχει πρακτική σημασία ως θεμέλιο της ευθύνης την οποία ενδεχομένως φέρει το κράτος... έναντι των άλλων κρατών μελών, της Κοινότητας ή των ιδιωτών» (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973 στην υπόθεση 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Race. 1973, σ. 101 ). Στην υπόθεση μας όμως, η προσφεύγουσα έχει επιπλέον προφανές έννομο συμφέρον όσον αφορά την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου, διότι το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς συνίσταται στο αν μπορεί νομοτύπως να επιβάλει την κύρωση των τόκων υπερημερίας και στις περιπτώσεις καθυστερημένης βεβαιώσεως των κοινοτικών πόρων.
Ας προχωρήσουμε λοιπόν στην καρδιά του προβλήματος αυτού. Η Επιτροπή, προβαίνοντας σε συστηματική επισκόπηση όλων των σχετικών διατάξεων — αυτών που αφορούν την υποχρέωση βεβαιώσεως των πόρων και αυτών που διέπουν τις διατυπώσεις της πιστωτικής εγγραφής —, προσπαθεί να αποδείξει ότι η φράση « κάθε καθυστέρηση των εγγραφών » που περιλαμβάνεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77 έχει γενικό στόχο: να αποφευχθεί δηλαδή το να αντλούν τα κράτη μέλη πλεονέκτημα από τη μη εκπλήρωση υποχρεώσεων τους, εις βάρος των οικονομικών της Κοινότητας. Η απόδειξη εκκινεί από την ανάλυση του άρθρου 10, σύμφωνα με το οποίο, υπενθυμίζω, η εγγραφή πρέπει να διενεργείται εντός προθεσμίας ενός μηνός και 20ημερών.
Κανά κανόνα, παρατηρεί η προσφεύγουσα, η προθεσμία αυτή υπολογίζεται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έχει βεβαιωθεί η απαίτηση. Αυτό σημαίνει, παραδείγματος χάρη, ότι όταν το κράτος προβαίνει στη βεβαίωση πριν από την ημερομηνία που καθορίζεται στις κοινοτικές διατάξεις (που στην περίπτωση μας είναι η 31η Δεκεμβρίου ), η dies a quo της προθεσμίας για την εγγραφή είναι εν πάση περιπτώσει η ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε η βεβαίωση. Επομένως, αν το κράτος αυτό αφήσει να παρέλθουν περισσότερο από ένας μήνας και 20ημέρες από την εν λόγω ημερομηνία, είναι υποχρεωμένο να καταβάλει τόκους υπερημερίας. Τι πρέπει όμως να λεχθεί για την εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία η βεβαίωση διενεργείται μετά τη λήξη της τασσόμενης προθεσμίας; Εν προκειμένω, το άρθρο 10 μπορεί να ερμηνευθεί μόνο υπό την έννοια ότι η προθεσμία για την εγγραφή αρχίζει να τρέχει όχι από την ημερομηνία της καθυστερημένης βεβαιώσεως αλλά από την ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να διενεργηθεί η βεβαίωση. Κάθε άλλη ερμηνεία της διατάξεως αυτής, καταλήγει η Επιτροπή, θα αφαιρούσε από την κύρωση των τόκων υπερημερίας την αποτρεπτική αποτελεσματικότητα που είναι βέβαιο ότι ήθελε να της προσδώσει ο νομοθέτης.
Η Επιτροπή παρατηρεί επιπλέον ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της βεβαιώσεως των κοινοτικών πόρων και της ημερομηνίας εγγραφής τους αποτελεί διοικητικό πλεονέκτημα για το οικείο κράτος, δεδομένου ότι του επιτρέπει να προβεί στην πιστωτική εγγραφή των εσόδων μετά την είσπραξη τους. Το πλεονέκτημα όμως αυτό δικαιολογείται μόνον όταν οι εθνικές αρχές εκπληρώνουν έγκαιρα την υποχρέωση βεβαιώσεως' εφόσον δεν επιδεικνύουν τέτοια ετοιμότητα, θα ήταν άδικο να τους επιτραπεί να αντλούν πλεονεκτήματα από την ημέρα κατά την οποία διενεργείται πράγματι η βεβαίωση. Μια διαφορετική λύση, όπως αυτή που προτείνει η Γερμανία, θα κατέληγε πράγματι σε παράδοξες συνέπειες. Ας σκεφθούμε την περίπτωση του κράτους που αρνείται να προβεί στη βεβαίωση κοινοτικών πόρων και αναγκάζεται να το πράξει με απόφαση του Δικαστηρίου: σύμφωνα με την άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως, ούτε στην περίπτωση αυτή θα ήταν αναγκασμένο το κράτος να καταβάλει τόκους υπερημερίας αν διενεργούσε την πιστωτική εγγραφή των οικείων εσόδων εντός ενός μηνός και 20ημερών από την, ας πούμε, « αναγκαστική » βεβαίωση!
Κατά την άποψη λοιπόν της Επιτροπής, vigilantibus, non dormientibus, iura succurunt. Αν θέλουμε να έχει πρακτική αποτελεσματικοτητα η κύρωση tou άρθρου 11, από την αρχή αυτή πρέπει να θεωρήσουμε ότι εμπνέεται το σύστημα κανόνων σχετικά με τη βεβαίωση και την πιστωτική εγγραφή των κοινοτικών πόρων.
5.
Όχι λιγότερο πειστική είναι η επιχειρηματολογία που προβάλλει η γερμανική κυβέρνηση, η οποία παρατηρεί καταρχάς ότι και στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του φορολογικού τομέα επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση κανόνων επιτακτικών και στο μέτρο του δυνατού επακριβών, με σκοπό να εξασφαλίζεται η ασφάλεια του δικαίου και η par condicio των υποκειμένων που είναι αποδέκτες τους. Οι στόχοι όμως αυτοί θα φαλκιδεύονταν αν οι εν λόγω κανόνες μπορούσαν να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται από τη διοίκηση βάσει των δικών της « γενικών » απόψεων ή των δικών της απαιτήσεων περί « σκοπιμότητας ». Έτσι, η προτεινόμενη από την προσφεύγουσα διάκριση μεταξύ « κανονικών » και « εξαιρετικών » περιπτώσεων όσον αφορά το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζουν να τρέχουν οι προθεσμίες για την πιστωτική εγγραφή των κοινοτικών πόρων προσβάλλει όχι μόνο το γράμμα του άρθρου 10, που αναφέρεται αποκλειστικά στην ημερομηνία βεβαιώσεως της απαιτήσεως, αλλά και το σκοπό του, που είναι η ρύθμιση των προθεσμιών a quo και ad quem με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια.
Κατόπιν αυτού, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί ότι ο κανονισμός 2891/77 ρυθμίζει την πιστωτική εγγραφή των κοινοτικών πόρων και τις συναφείς υποχρεώσεις των κρατών, ενώ αγνοεί τις διατυπώσεις όσον αφορά τη βεβαίωση και την είσπραξη τους. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του δεν μπορούν να αποτελέσουν την προϋπόθεση και τη βάση για την καταδίκη στην καταβολή των τόκων, που η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να επιβάλλεται στα κράτη τα οποία δεν προβαίνουν εγκαίρως στη βεβαίωση των κοινοτικών πόρων. Αυτό εξηγεί άλλωστε γιατί το άρθρο 11 τιμωρεί μόνο τις καθυστερήσεις κατά την πιστωτική εγγραφή των πόρων.
Με άλλους λόγους, η υποχρέωση που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι παρέβη η Γερμανία δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του κανονισμού 2891/77. Μόνο ο νομοθέτης μπορεί να την επιβάλει και να επεκτείνει την κύρωση του άρθρου 11 στην περίπτωση της μη εκπληρώσεως της· εφόσον όμως ο νομοθέτης δεν προέβη σε τέτοια ρύθμιση, οι διοικητικές και οι δικαστικές αρχές πρέπει να εφαρμόζουν το δίκαιο όπως έχει, χωρίς να προσπαθούν να υποκαθίστανται σ' αυτόν.
6.
Λέγω ευθύς αμέσως ότι καμία από τις δύο απόψεις, αν και υποστηρίζονται με σθένος, δεν κατορθώνει να με πείσει· βρίσκω μάλιστα ότι, όπως συχνά συμβαίνει, τα ασθενή σημεία της μιας αντιστοιχούν στα ισχυρά σημεία της άλλης. Έτσι, τα επιχειρήματα της Επιτροπής καταπίπτουν μπροστά στη διατύπωση του άρθρου 11 ( « κάθε καθυστέρηση των εγγραφών... οδηγεί στην πληρωμή... τόκου»), που αποτελεί αντίθετα το βασικό επιχείρημα της γερμανικής κυβερνήσεως, η οποία με τη σειρά της δεν κάνει άλλο παρά να επιρρίπτει στο νομοθέτη την ευθύνη για τα παράδοξα που αποκαλύπτει η άποψη της· και η προσφεύγουσα, που και αυτή επισημαίνει με έμφαση τα παράδοξα αυτά, δεν είναι πειστική όταν, για να τα διορθώσει, καταλήγει στον εκ διαμέτρου αντίθετο παραλογισμό: στην επιβολή δηλαδή της κυρώσεως του άρθρου 11 στο κράτος που, αν και προέβη στην πιστωτική εγγραφή των οφειλομένων ποσών εντός ενός μηνός και 20ημερών από τις 31 Δεκεμβρίου, διενήργησε τη βεβαίωση τους μετά την ημερομηνία αυτή. Οι ανακολουθίες αυτές με ωθούν να αναζητήσω αλλού την επίλυση της διαφοράς.
Υπενθυμίζω καταρχάς ότι η απόφαση 70/243 του Συμβουλίου « έχει ως αντικείμενο να καθορίσει τους ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό της Κοινότητας και όχι τα κοινοτικά όργανα που είναι αρμόδια να θεσπίζουν δασμούς, φόρους, εισφορές, συνεισφορές ή άλλες μορφές εσόδων. Ως δημοσιονομικό μέτρο, η απόφαση αυτή δεν εμποδίζει τη δημιουργία (από τα κοινοτικά όργανα) μιας συνεισφοράς, όπως η συνεισφορά στην παραγωγή ( ζάχαρης ), εφόσον η αρμοδιότης... προς θέσπιση της συνεισφοράς αυτής ευρίσκει το νομικό της έρεισμα... στις διατάξεις της Συνθήκης» (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982 στην υπόθεση 108/81, Amylum κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1982, σ. 3107). Όσον αφορά τον κανονισμό 2891/77, ανέφερα ήδη ότι εφαρμόζει την ανωτέρω απόφαση για να επιτρέψει « στις Κοινότητες να έχουν στη διάθεση τους τους ιδίους πόρους υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες»· συνεπώς, και οι διατάξεις του έχουν δημοσιονομικό χαρακτήρα. Τα δύο ανωτέρω νομοθετικά κείμενα δεν θέτουν επομένως υπό αμφισβήτηση την αρχή κατά την οποία σε ορισμένους τομείς, και ιδίως στο γεωργικό και στον τελωνειακό τομέα, την εξουσία επιβολής εισφορών ή επιβαρύνσεων φορολογικού χαρακτήρα έχει η Κοινότητα, ενώ τα κράτη μέλη προβαίνουν στη βεβαίωση των εσόδων αυτών και στην πιστωτική εγγραφή τους στο λογαριασμό της Επιτροπής μόνο για τη χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Εφόσον λοιπόν οι αντίστοιχες αρμοδιότητες είναι διακεκριμένες, είναι προφανές ότι η πραγματική βεβαίωση των πόρων από τα κράτη μέλη δεν μπορεί να αναστείλει τη γέννηση του δικαιώματος της Κοινότητας να λάβει τους πόρους αυτούς, διότι το εν λόγω δικαίωμα γεννάται — όπως άλλωστε συμβαίνει στα συστήματα μεγάλου μέρους των κρατών μελών — όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται προς το σκοπό αυτό από τον κοινοτικό νομοθέτη. Με άλλους λόγους, η βεβαίωση δεν αποτελεί (εκτός από μία περίπτωση με την οποία θα ασχοληθούμε αργότερα) τη συστατική πράξη του δικαιώματος επί των πόρων, αλλά μόνο το γεγονός που δημιουργεί την υποχρέωση του κράτους να θέσει τους πόρους αυτούς στη διάθεση της Επιτροπής. Διαφορετικά, αν δηλαδή η γέννηση του δικαιώματος εξηρτάτο από τη βεβαίωση στην οποία προβαίνουν τα κράτη μέλη, τότε αυτά θα ανακτούσαν στην πραγματικότητα μια φορολογική εξουσία η οποία τους έχει αφαιρεθεί.
Η εκτεθείσα διάκριση μεταξύ της συστατικής πράξεως του δικαιώματος επί των ιδίων πόρων και της διενέργειας της βεβαιώσεως τους αντανακλάται στις δημοσιονομικές διατάξεις του κανονισμού 2891/77. Παρατηρώ σχετικά ότι η διατύπωση του άρθρου 2 στα γαλλικά και τα ιταλικά είναι λιγότερο ακριβής από τις αντίστοιχες γλωσσικές αποδόσεις στα αγγλικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά, διότι στις τελευταίες αυτές ένα. έσοδο δεν «είναι» αλλά « θεωρείται » ( si considera, shall be deemed, gilt als, geldt als ) « ότι έχει βεβαιωθεί, μόλις η αντίστοιχη απαίτηση καθορισθεί δεόντως ». Τι σημαίνουν πράγματι οι εκφράσεις αυτές; Νομίζω ότι αποδεικνύουν κατά τρόπο σαφή ότι ο νομοθέτης έθεσε νόμιμο τεκμήριο όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο βεβαιώνεται η απαίτηση. Παρόμοιο τεκμήριο άλλωστε ήταν απαραίτητο αν υπήρχε η πρόθεση — και δεν ήταν δυνατό να μην υπάρχει η πρόθεση — να μην εξαρτάται η συγκεκριμένη βεβαίωση ήδη καθορισθείσας, δηλαδή νομικά υπάρχουσας, απαιτήσεως από την πρωτοβουλία των εθνικών αρχών που οφείλουν να προβούν στην εν λόγω βεβαίωση και, συνεπώς, να μην αναβάλλεται ad libitum η πιστωτική εγγραφή των πόρων.
Στο πλαίσιο αυτό, αποφασιστικό είναι να έχει «καθορισθεί δεόντως» η απαίτηση: ενέργεια προφανώς που προορίζεται να πραγματοποιηθεί υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται κάθε φορά από τους κανονισμούς που προβλέπουν κοινοτικό πόρο. Στην περίπτωση μας, όπως είναι γνωστό, το άρθρο 5 του κανονισμού 700/73 επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθορίζουν το ποσό της συνεισφοράς το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου και να το εισπράττουν μέχρι τις 15 του επόμενου Ιανουαρίου. Μπορεί συνεπώς να γίνουν δύο υποθέσεις. Το κράτος καθορίζει το ποσό της πιστώσεως πριν από τις 31 Δεκεμβρίου: η απαίτηση έχει βεβαιωθεί και γεννάται πρόωρα δυνάμει της πράξεως αυτής. Το κράτος δεν προβαίνει έγκαιρα στον καθορισμό: η απαίτηση γεννάται επίσης κατά το χρονικό σημείο της εκπνοής της προθεσμίας και, βάσει του, ανωτέρω τεκμηρίου, « θεωρείται» ότι έχει βεβαιωθεί. Η έννοια του άρθρου 2 είναι συνεπώς η ακόλουθη: για να τεθούν οι κοινοτικοί πόροι στη διάθεση της Επιτροπής, μια απαίτηση θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί μόλις καθοριστεί από τις εθνικές αρχές και, εν πάση περιπτώσει, μόλις πληρωθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται από την κοινοτική διάταξη η οποία την προβλέπει.
Εφόσον φτάσαμε στο σημείο αυτό, το βήμα που μας χωρίζει από την επίλυση της διαφοράς είναι μικρό. Βάσει του ανωτέρω τεκμηρίου, η προθεσμία του ενός μηνός και 20ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 2891/77 για την πιστωτική εγγραφή των πόρων αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί η αντίστοιχη απαίτηση και όχι, όπως υποστηρίζει ηγερμανική κυβέρνηση, από την ημέρα κατά την οποία οι εθνικές αρχές προβαίνουν πράγματι στη βεβαίωση. Εφόσον η συνεισφορά λόγω παραγωγής ζάχαρης για την περίοδο 1980-1981 έπρεπε να θεωρείται ως βεβαιωθείσα στις 31 Δεκεμβρίου 1981, η πιστωτική εγγραφή στο λογαριασμό της Επιτροπής έπρεπε κατά συνέπεια να έχει διενεργηθεί μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου 1982. Εφόσον δεν τήρησε την προθεσμία αυτή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ανωτέρω κανονισμού, να καταβάλει τόκους υπερημερίας.
Μια τελευταία παρατήρηση: από όσα ελέχθησαν προκύπτει ότι η μη τήρηση της προθεσμίας που προβλέπεται στον κανονισμό 700/73, αν και αποδείχθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής αποφάσεως του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 169 και 171 της Συνθήκης ΕΟΚ. Διότι η παράβαση αυτή επικαλύπτεται τρόπον τινά από το τεκμήριο της βεβαιώσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 2891/77.
7.
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή που άσκησε στις 21 Δεκεμβρίου 1984 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να διαπιστώσει ότι το εν λόγω κράτος μέλος, αρνούμενο να καταβάλει τους τόκους που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Η καθής πρέπει επίσης να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy