ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 23/84 ( *1 )
I — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Η ιστορική εξέλιξη της αγοράς γάλακτος υπήρξε στη Μεγάλη Βρετανία τελείως διαφορετική από τα άλλα κράτη μέλη. Μέχρι το 1930 το χαρακτηριστικό της ήταν ότι δεν υπήρχαν συνεταιρισμοί παραγωγών, τα δε ιδιωτικά γαλακτοκομεία αγόραζαν το γάλα απευθείας από τα επί μέρους αγροκτήματα. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης που παρατηρήθηκε στη γεωργία στη δεκαετία του ' 20 και του ' 30 εξασθένησε ιδιαίτερα η θέση των εκμεταλλευομένων αγροκτήματα έναντι των εταιριών παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων που απέκτησαν μεγάλη ισχύ, οπότε έγινε αισθητή η ανάγκη θεσπίσεως ενός νομικού συστήματος που θα απέβλεπε στη βελτίωση της παραγωγής και της εμπορίας των γαλακτοκομικών προϊόντων. Το 1933 το εθνικό σωματείο των γεωργών πρότεινε σχέδιο με σκοπό την ίδρυση μιας οργανώσεως εμπορίας γάλακτος ( Milk Marketing Board, στο εξής: ΜΜΒ ) για την Αγγλία και την Ουαλία το οποίο έγινε δεκτό από τους ενδιαφερομένους παραγωγούς κατόπιν δημοψηφίσματος και ψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο. Ανάλογα συστήματα καθιερώθηκαν στη Σκωτία, όπου συστήθηκαν τρεις ΜΜΒ λίγο αργότερα (Σκωτία, Aberdeen, Βόρεια Σκωτία) και στη Βόρεια Ιρλανδία το 1955. Έτσι, με την ίδρυση των ΜΜΒ, οι παραγωγοί γάλακτος διέθεταν πλέον οργάνωση, δημοκρατικά εκλεγμένη, κατάλληλη να αντισταθμίσει την ισχύ των γαλακτοκομικών εταιριών και, μεταξύ άλλων, να διαπραγματεύεται μαζί τους με τις κατάλληλες διαδικασίες τις τιμές πωλήσεως του γάλακτος. Οι τιμές αυτές καθορίζονταν από κάθε ΜΜΒ κατόπιν διαβουλεύσεων με επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, απαρτιζόμενη από εκπροσώπους της ΜΜΒ και της Ομοσπονδίας Εμπορίας Γάλακτος (Dairy Trade Federation) ή σε περίπτωση διαφωνίας στο πλαίσιο της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, κατόπιν διαβουλεύσεων με τρίτο πρόσωπο οριζόμενο από τον Υπουργό Γεωργίας.
Με την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα το 1973 κατέστη αναγκαίο να ενταχθεί το βρετανικό σύστημα, η διατήρηση του οποίου επιτράπηκε με δήλωση που προσαρτάται στη Συνθήκη Προσχωρήσεως, στην κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που θεσπίστηκε με το βασικό κανονισμό 804/68.
Με τροποποίηση του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού μέσω του κανονισμού 1421/78, της 20ής Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 211 ), το Συμβούλιο επέτρεψε στα κράτη μέλη να χορηγούν σε οργάνωση που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 80 % του αριθμού και τουλάχιστον το 50 % της παραγωγής των γαλακτοπαραγωγών που είναι εγκατεστημένοι στην περιοχή όπου η οργάνωση ασκεί τις δραστηριότητες της ορισμένα ειδικά δικαιώματα και συγκεκριμένα:
—
το δικαίωμα ( και την υποχρέωση ) να αγοράζουν το γάλα που παράγεται στη συγκεκριμένη περιοχή ·
—
το δικαίωμα να προβαίνει σε εξομοίωση των τιμών που καταβάλλονται στους παραγωγούς χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον προορισμό του γάλακτος που αγοράζει από καθένα.
Η άδεια αυτή χορηγείται και διατηρείται μόνο εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν την αναλογία της άμεσης ανθρώπινης κατανάλωσης του γάλακτος σε σχέση με άλλες χρήσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και με την άμεση ανθρώπινη κατανάλωση που σημειώνεται σε ολόκληρη την Κοινότητα. Το Συμβούλιο οφείλει επίσης να μεριμνά, θεσπίζοντας προς τούτο γενικούς κανόνες, ότι η άσκηση των ειδικών αυτών δικαιωμάτων:
—
συμβιβάζεται με τις γενικές αρχές της Συνθήκης·
—
δεν δημιουργεί διακρίσεις έναντι των παραγωγών που πωλούν το γάλα τους στην οργάνωση και των ενδιαφερομένων που επιθυμούν να αγοράσουν γάλα από αυτή·
—
δεν θίγει τον ανταγωνισμό στο γεωργικό τομέα παρά μόνο εντός των απολύτως αναγκαίων ορίων·
—
δεν διακυβεύει τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ιδίως όσον αφορά τα συστήματα τιμών και παρεμβάσεως.
Το άρθρο 25 του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε από τον προαναφερθέντα κανονισμό 1421/78, διατυπώνεται μεν κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει σε οποιοδήποτε κράτος μέλος να επωφεληθεί των διατάξεων του, πλην όμως ο εν λόγω κανονισμός αναφέρεται ειδικότερα στις βρετανικές οργανώσεις, δηλαδή στις ΜΜΒ.
Ο κανονισμός 1422/78 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 213 ), περί της χορηγήσεως ορισμένων ειδικών δικαιωμάτων σε οργανώσεις παραγωγής γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο, ορίζει ότι μπορεί να επιτραπεί στο Ηνωμένο Βασίλειο να παραχωρεί στις ΜΜΒ τα δικαιώματα που προβλέπονται στο προαναφερθέν άρθρο 25 υπό τον όρο της διεξαγωγής ψηφοφορίας μεταξύ των ενδιαφερομένων γαλακτοπαραγωγών και καθορίζει τις προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση και τη διατήρηση των εν λόγω δικαιωμάτων. Ο κανονισμός καθορίζει εξάλλου τους όρους που διέπουν την άσκηση από τις ΜΜΒ των ειδικών δικαιωμάτων που τους παραχωρούνται. Στο άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι τιμές στις οποίες πωλούν το γάλα οι ΜΜΒ στους αγοραστές δεν μπορούν να διαφοροποιούνται παρά μόνο υπό σαφώς καθορισμένες συνθήκες, δηλαδή: α ) « ανάλογα με τον προορισμό για τον οποίο ο αγοραστής θα το χρησιμοποιήσει », ή β ) « ανάλογα με άλλα κριτήρια που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 4 », δηλαδή κατά τη διαδικασία της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η διαφοροποίηση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού στη βρετανική αγορά μεταξύ των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Προκειμένου να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, η παράγραφος 3 ορίζει ότι οι ΜΜΒ δεν μπορούν να πωλούν το γάλα σε τιμή χαμηλότερη από τη χαμηλότερη τιμή στην οποία πωλείται στη βρετανική αγορά το συγκεκριμένο εισαγόμενο γαλακτοκομικό προϊόν. Η παράγραφος 4 προβλέπει ότι όλες οι τιμές πωλήσεως που εφαρμόζουν πράγματι οι ΜΜΒ καθορίζονται, τηρουμένων των διατάξεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, κατόπιν διαπραγματεύσεων στις οποίες εκπροσωπούνται με ίσους όρους οι ενδιαφερόμενες ΜΜΒ και οι αγοραστές του γάλακτος. Κατά το άρθρο 10, το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλει να ελέγχει συνεχώς την τήρηση από τις ΜΜΒ των κοινοτικών αρχών και κανόνων, καθώς και των ειδικών όρων που συνοδεύουν τη χορήγηση του δικαιώματος. Οφείλει εξάλλου να προσαρμόσει την εθνική του νομοθεσία που διέπει τις ΜΜΒ προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Ο κανονισμός 1565/79 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1979, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1422/78 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 243), διαπιστώνει, βάσει των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας που διεξήχθη μεταξύ των γαλακτοπαραγωγών, ότι οι ΜΜΒ διαθέτουν την αντιπροσωπευτικότητα που απαιτεί το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 και επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να τους παραχωρήσει τα δικαιώματα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Δυνάμει του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλει να εκδώσει τις αναγκαίες λεπτομερείς διατάξεις για το διαρκή έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 9 του κανονισμού 1422/78. Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 προβλέπει ότι οι εν λόγω διατάξεις ορίζουν ιδίως τους πιθανούς «προορισμούς» του γάλακτος κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α ), και τα «άλλα αντικειμενικά κριτήρια» που μπορούν να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 προβλέπει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1422/78, το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει μέτρα που επιτρέπουν να γίνεται περιοδικά σύγκριση μεταξύ των τιμών πωλήσεως στον πρώτο αγοραστή οι οποίες επικράτησαν στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου για τα κύρια γαλακτοκομικά προϊόντα που παρασκευάζονται από γάλα που πωλείται από την ΜΜΒ και των τιμών πωλήσεως στον πρώτο αγοραστή που εισπράττονται γιά τα ανάλογα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία εισάγονται στο Ηνωμένο Βασίλειο από άλλα κράτη μέλη. Βάσει της ίδιας διάταξης το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλει επίσης να ανακοινώνει κάθε μήνα στην Επιτροπή τις χαμηλότερες τιμές που παρατηρήθηκαν αντιστοίχως για τα εγχώρια και για τα εισαγόμενα προϊόντα.
Προκειμένου να προσαρμοστεί η νομοθεσία περί ΜΜΒ προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση εκδόθηκαν το 1981 νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν τους καθοριστέους για τις ΜΜΒ ειδικούς όρους οι οποίες ισχύουν σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και κανονιστικές διατάξεις για καθεμία από τις ζώνες όπου υπάρχει μία ΜΜΒ με τις οποίες τροποποιείται η ρύθμιση του 1933 περί θεσπίσεως συστήματος εμπορίας του γάλακτος. Πρόκειται για τους Milk Marketing Board ( special conditions) Regulations 1981 και για 5 διαφορετικούς Milk Marketing Scheme (amendment) Regulations 1981.
Δυνάμει της νομοθεσίας αυτής οι ΜΜΒ μπορούν να πωλούν το γάλα σε ευρύ φάσμα τιμών αναλόγως της χρησιμοποιήσεως τόσο του πλήρους γάλακτος όσο και του αποκορυφωμένου γάλακτος που προκύπτει από την παραγωγή βουτύρου ή κρέμας. Οι τιμές αυτές καθορίζονται ήδη από την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως.
Η ΜΜΒ για την Αγγλία και την Ουαλία ( που μνημονεύουν οι διάδικοι ως παράδειγμα λόγω του ότι έχουν δεσπόζοντα ρόλο, ενώ η πρακτική των άλλων ΜΜΒ είναι στην ουσία η ίδια) διαφοροποίησε τις τιμές του πλήρους γάλακτος λαμβάνοντας υπόψη πολλούς πιθανούς προορισμούς του.
Στην υπό κρίση υπόθεση απαιτείται να ληφθεί υπόψη αποκλειστικά μια διαφοροποίηση, πρώτου βαθμού κατά κάποιο τρόπο, στο πλαίσιο της οποίας η τιμή του πλήρους γάλακτος καθορίζεται σε διαφορετικό επίπεδο αναλόγως του αν το γάλα προορίζεται για την παραγωγή βουτύρου χύμα ή συσκευασμένου βουτύρου και μια διαφοροποίηση δευτέρου βαθμού, θα έλεγα, στο πλαίσιο της οποίας η τιμή του πλήρους γάλακτος μπορεί να κυμαίνεται αναλόγως του προβλεπόμενου προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος που προκύπτει από το εν λόγω πλήρες γάλα, δηλαδή της παραγωγής σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος, ζωοτροφών και άλλων χρήσεων. Η δεύτερη αυτή διαφοροποίηση των τιμών πωλήσεως εφαρμόστηκε και στο πλήρες γάλα που προορίζεται για την παρασκευή κρέμας.
Με έγγραφο οχλήσεως της 10ης Ιουνίου 1982 η Επιτροπή επέστησε την προσοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στις αντιρρήσεις στις οποίες προσκρούει, κατά την άποψή της, το προαναφερθέν σύστημα και κάλεσε την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
Με έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1982, το Ηνωμένο Βασίλειο απήντησε ότι, κατά την άποψη του, η λειτουργία των ΜΜΒ δεν διαφέρει στην πραγματικότητα από τη λειτουργία των συνεταιρισμών των εγκατεστημένων σε άλλες χώρες της Κοινότητας.
Τότε η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις 10 Ιουνίου 1983, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία επανέλαβε την άποψη της και κάλεσε το Ηνωμένο Βασίλειο να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός μηνός από της κοινοποιήσεώς της.
Το Ηνωμένο Βασίλειο απήντησε με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 1983 και δήλωσε στην Επιτροπή ότι, τουλάχιστον στην Αγγλία και στην Ουαλία, η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως MMB-DTF κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για εμπορικούς λόγους είναι σκόπιμος ο τερματισμός της πρακτικής της διπλής τιμής του γάλακτος που προορίζεται για την παρασκευή βουτύρου, επέμεινε όμως στην άποψη της ως προς το αν έχει πράγματι την υποχρέωση να τερματίσει την εν λόγω πρακτική.
Στις 25 Ιανουαρίου 1984 η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Με Διάταξη της 30ής Μαΐου 1984 έγινε τύποις δεκτή η παρέμβαση της κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως το Ηνωμένο Βασίλειο και την Επιτροπή να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις και να παράσχουν ορισμένες πληροφορίες.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή, τα αιτήματα της οποίας στηρίζει η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να κρίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, επιτρέποντας στις ΜΜΒ
—
να εφαρμόζουν σύστημα διπλών τιμών του πλήρους γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου αναλόγως του αν το βούτυρο προορίζεται να πωληθεί ως βούτυρο παρεμβάσεως ή χύμα, αφενός, ή λιανικώς, σε πακέτα, αφετέρου,
—
να εφαρμόζουν για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου και κρέμας γάλακτος τιμές οι οποίες διαφοροποιούνται αναλόγως του προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος που παράγεται κατ' αυτό τον τρόπο,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του κανονισμού 1422/78 του Συμβουλίου και από το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79 της Επιτροπής,
2)
να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή της Επιτροπής απαράδεκτη κατά το μέρος που εκθέτει στο υπόμνημα αντικρούσεως και στην ανταπάντηση,
—
εν πάση περιπτώσει να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Διπλή τιμή για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βουτύρου
Η Επιτροπή φρονεί ότι το σύστημα διπλών τιμών για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βουτύρου αναλόγως του αν προορίζεται να πωληθεί ως βούτυρο παρεμβάσεως ή χύμα, αφενός, ή ως συσκευασμένο βούτυρο λιανικώς, αφετέρου, το οποίο εφήρμοσαν οι ΜΜΒ:
α)
συνιστά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1422/78 διότι η διαφοροποίηση των τιμών στηρίζεται στην ιδιότητα του αγοραστή και όχι στον προορισμό του γάλακτος·
β)
εν πάση περιπτώσει δεν ευρίσκει έρεισμα στα « άλλα κριτήρια » κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο β ), του άρθρου 9, τα οποία πρέπει να είναι αντικειμενικά κριτήρια·
γ)
προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού
δ)
καταλήγει σε διάκριση μεταξύ των αγοραστών του γάλακτος
ε)
εμποδίζει την ομαλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς
στ)
παρεμποδίζει την ομαλή λειτουργία των κοινοτικών προγραμμάτων ενισχύσεων που αποβλέπουν στην αύξηση της χρησιμοποίησης του βουτύρου.
α) Επί της παραβάσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1422/78
Η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να παρατηρήσει πρώτον ότι, αντίθετα με την άποψη της βρετανικής κυβέρνησης, το επιχείρημά της σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), είναι παραδεκτό διότι το καθού είχε κάλλιστα την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτού πριν από την άσκηση της προσφυγής και δεν το έπραξε. Η Επιτροπή αναφέρεται σχετικώς στο από 18 Σεπτεμβρίου 1980 έγγραφό της με το οποίο, σχολιάζοντας το σχέδιο της βρετανικής νομοθετικής πράξης που επρόκειτο να θεσπιστεί κατ' εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας περί ΜΜΒ παρατήρησε, μεταξύ άλλων, ότι « η ταυτότητα του αγοραστή του προϊόντος ( οργανισμός παρεμβάσεως ή ιδιώτης επιχειρηματίας) δεν μπορεί γενικώς να θεωρηθεί ως αντικειμενικό κριτήριο » καθώς και στο από 10 Ιουνίου 1982 έγγραφο και στην αιτιολογημένη γνώμη στα οποία αναφερόταν σαφώς ότι η βρετανική νομοθεσία συνιστά παράβαση του προαναφερθέντος άρθρου 9.
Ως προς την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, η Επιτροπή φρονεί ότι « ο προορισμός του γάλακτος που προβλέπεται από τον αγοραστή είναι η παραγωγή βουτύρου ». Το τι προτίθεται να πράξει ο αγοραστής με το προϊόν για το οποίο χρησιμοποίησε το γάλα, δηλαδή το ζήτημα αν θα το πωλήσει στην ελεύθερη αγορά ή σε οργανισμό παρεμβάσεως, δεν αφορά τον προορισμό του γάλακτος αλλά την ιδιότητα του αγοραστή του. Δεδομένου όμως ότι ο γενικός κανόνας της κοινοτικής νομοθεσίας είναι ότι οι τιμές πρέπει να είναι οι ίδιες, κάθε εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά.
Εξάλλου κανένα επιχείρημα υπέρ της απόψεως του καθού δεν προκύπτει από το άρθρο 66, παράγραφος 7, του Milk Marketing Scheme 1933, που προβλέπει τη δυνατότητα διαφοροποιήσεως των τιμών του γάλακτος ως προς ορισμένη σειρά προϊόντων μεταποιήσεως του γάλακτος χωρίς να θίγει καθόλου το ζήτημα σε ποια αγορά πρόκειται να πωληθούν τα εν λόγω προϊόντα.
Βάσει των σκέψεων αυτών η Επιτροπή φρονεί ότι το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι δηλαδή υπάρχει παράλληλα με την αγορά του βουτύρου χύμα η χωριστή, διακεκριμένη και σαφώς οριοθετημένη αγορά του συσκευασμένου βουτύρου δεν έχει καμία βαρύτητα.
β) Επί των «άλλων κριτηρίων» κατά την έννοια τον άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β)
Κατά την Επιτροπή, η διαφοροποίηση των τιμών που εφήρμοσαν οι ΜΜΒ δεν είναι διαφοροποίηση « ανάλογα με άλλα κριτήρια » κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β). Συγκεκριμένα η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαδικασία της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως που δεν ακολουθήθηκε ποτέ, εξ όσων γνωρίζει η Επιτροπή.
Εν πάση περιπτώσει μια διαφοροποίηση αυτού του είδους δεν αποτελεί διαφοροποίηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1422/78 και του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1565/79. Η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου θέτει με το άρθρο 66, παράγραφος 8, του Milk Marketing Board Scheme του 1933 τα αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως μπορεί να καθορίζει διαφορετικές τιμές για το γάλα. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών αναφέρεται η ποσότητα του προς παράδοση γάλακτος, καθώς και ο χαρακτηρισμός, η ποιότητα και η κατάσταση του. Η διαφοροποίηση αναλόγως του τύπου της μελετώμενης πωλήσεως δεν έχει καμιά σχέση με τις κατηγορίες που προβλέπει το άρθρο 66, παράγραφος 8, και δεν μπορεί να περιληφθεί, κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού, στον πίνακα που προβλέπει το άρθρο 66, παράγραφος 8, στοιχείο g ).
Επί των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 9:
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι καίτοι δεν προέβαλε ρητά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεν μπορεί να δεχτεί το επιχείρημα που έλκει το καθού από το στοιχείο αυτό.
Στην πραγματικότητα ο μηχανισμός καταγραφής των τιμών που απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1565/79 προκειμένου να ελέγχεται η τήρηση του άρθρου 9, παράγραφος 3, άρχισε να λειτουργεί με την οριστική του μορφή ως προς τις τιμές του βουτύρου μόλις από το Φεβρουάριο του 1982. Αλλά κατά την περίοδο από το Φεβρουάριο 1982 μέχρι τον Απρίλιο του 1984, δηλαδή σε περίοδο 27 μηνών, 14 μηνιαίες καταγραφές δείχνουν ότι η χαμηλότερη τιμή του εγχώριου βουτύρου στη βρετανική αγορά ήταν χαμηλότερη από τη χαμηλότερη τιμή του εισαγόμενου βουτύρου. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς ορισμένες από τις εν λόγω καταγραφές. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η ύπαρξη του άρθρου 9, παράγραφοι 2 και 3, καθιστά περιττή την εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1.
Εξάλλου η Επιτροπή θεωρεί αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1565/79 μπορεί να εξουδετερώσει τη σημασία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 και φρονεί ότι χωρεί παράλληλη εφαρμογή των δύο κανονισμών.
Η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω ότι οι υποχρεώσεις που θέτει το άρθρο 9, παράγραφος 1, δικαιολογούνται στο πλαίσιο των ειδικών προνομίων που έχουν χορηγηθεί στις ΜΜΒ και δεν είναι καθόλου δυσανάλογες.
γ) Επί της οτρεβλώοεως τον ανταγωνιομού
Κατά την Επιτροπή, η διπλή τιμή του γάλακτος νοθεύει τη λειτουργία του ανταγωνισμού μεταξύ των γαλακτοκομικών προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών και των εγχωρίων προϊόντων. Συγκεκριμένα η τιμή στην οποία αγοράζει το γάλα ο βρετανός παραγωγός βουτύρου υπολογίζεται με σύστημα που λαμβάνει υπόψη την κατάσταση της αγοράς, το δε περιθώριο κέρδους του εν λόγω παραγωγού είναι σχεδόν το ίδιο, ανεξαρτήτως συγκυρίας. Αντιθέτως ο επιχειρηματίας που εξάγει βούτυρο από άλλο κράτος μέλος για να το μεταπωλήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο οφείλει να προσαρμοστεί στην κατάσταση που επικρατεί στη βρετανική αγορά και αν η συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή επηρεάζεται το περιθώριο κέρδους του, οπότε είναι αναγκασμένος να πωλήσει στη βρετανική αγορά με μειωμένο κέρδος και μάλιστα με ζημία.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι τα στοιχεία που προσκομίζει το Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να αποδείξει ότι κατά την περίοδο 1978-1983η συγκυρία στη βρετανική αγορά δεν ήταν δυσμενής σε σχέση με άλλα κράτη μέλη δεν ασκούν επιρροή, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν τα σχετικά στοιχεία στα διάφορα κράτη μέλη είναι δεκτικά συγκρίσεως. Το γεγονός ότι το περιθώριο κέρδους του βρετανού παραγωγού παραμένει σχεδόν το ίδιο, ενώ τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών των άλλων κρατών μελών κυμαίνονται αναλόγως της πραγματικής κατάστασης που επικρατεί στη βρετανική αγορά δεν αίρεται όποιο και αν είναι το επίπεδο των βρετανικών τιμών.
Στη συνέχεια η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι ο ανταγωνισμός που χρήζει προστασίας, που δεν είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ των παραγωγών βουτύρου αλλά μεταξύ των παραγωγών γάλακτος, δεν επηρεάζεται από τη διπλή τιμή του γάλακτος.
Κατά το μέτρο που οι ΜΜΒ, με τη διαδικασία της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, αποδέχονται για το βουτυρικό λίπος που παράγεται από γάλα πωλούμενο ενόψει της παραγωγής συσκευασμένου βουτύρου που προορίζεται για τη συνήθη εμπορική αγορά κέρδος χαμηλότερο από αυτό που θα πραγματοποιούσαν αν πωλούσαν σε οργανισμό παρεμβάσεως, δεν μεγιστοποιούν τα κέρδη των παραγωγών τους.
Αλλά αντίθετα με το σύστημα των ΜΜΒ, οι παραγωγοί που ανήκουν σε συνεταιρισμό, του οποίου τα μέλη μπορούν εύκολα να τον εγκαταλείψουν και ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση ανταγωνισμού με άλλους συνεταιρισμούς και με τον ιδιωτικό τομέα, μπορούν να προσχωρήσουν σε άλλους συνεταιρισμούς οι οποίοι πωλούν το βουτυρικό λίπος σε οργανισμούς παρεμβάσεως και επομένως είναι σε θέση να αγοράσουν το γάλα από τα μέλη τους σε υψηλότερη τιμή. Εντούτοις η μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούν να ενεργήσουν κατ' αυτό τον τρόπο αλλά είναι υποχρεωμένοι, ως μέλη κάποιας ΜΜΒ, να δεχτούν τις τιμές που προκύπτουν από τη μέση τιμή πωλήσεως που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ.
Κατά το μέτρο που ο καθορισμός από τις ΜΜΒ χαμηλότερης τιμής για το γάλα που χρησιμοποιείται στην παραγωγή συσκευασμένου βουτύρου παρέχει εν όλω ή εν μέρει στους βρετανούς παραγωγούς βουτύρου αντιστάθμισμα για τα υψηλότερα έξοδα παραγωγής που αναλαμβάνουν σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές τους και τους παρακινεί να παραμείνουν στην αγορά του συσκευασμένου βουτύρου παρά να πωλήσουν σε οργανισμούς παρεμβάσεως, προκύπτει προφανής απώλεια εσόδων για τους βρετανούς παραγωγούς γάλακτος καθώς και στρέβλωση του συστήματος παρεμβάσεως και των όρων του ανταγωνισμού στη βρετανική αγορά συσκευασμένου βουτύρου.
δ) Επί της διακρίοεως μεταξύ των αγοραστών του γάλακτος
Η Επιτροπή φρονεί ότι το γεγονός ότι ο παραγωγός υποχρεούται να καταβάλλει υψηλότερη τιμή διότι το βούτυρό του προορίζεται να πωληθεί σε οργανισμό παρεμβάσεως ή χύμα και όχι λιανικώς ως συσκευασμένο βούτυρο αποτελεί διάκριση που δεν στηρίζεται σε καμιά αντικειμενική θεώρηση. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς του καθού, η αγορά του βουτύρου χύμα και του βουτύρου παρεμβάσεως δεν μπορεί να χωριστεί από την αγορά του συσκευασμένου βουτύρου δεδομένου ότι δεν διαφέρει η δομή των εξόδων αλλά μόνο τα επιπλέον έξοδα για τη συσκευασία και τη διάθεση στην αγορά του συσκευασμένου βουτύρου. Υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού και με σύστημα παρεμβάσεως που λειτουργεί ορθά, τα επιπλέον αυτά έξοδα αντικατοπτρίζονται στην τιμή αγοράς του συσκευασμένου βουτύρου που είναι υψηλότερη της τιμής του βουτύρου χύμα.
ε) Επί της παρεμποδίσεως της ομαλής λειτουργίας των κοινών οργανώσεων αγοράς
Η Επιτροπή φρονεί ότι το σύστημα διπλής τιμής του γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου παρεμποδίζει την ομαλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς καθ' ότι, εξασφαλίζοντας στους παραγωγούς βουτύρου περιθώριο κέρδους που είναι στην ουσία το ίδιο είτε πωλούν σε οργανισμούς παρεμβάσεως είτε στη λιανική αγορά, τους αφαιρεί κάθε συμφέρον να πωλήσουν σε οργανισμούς παρεμβάσεως ή να αναζητήσουν επικερδέστερους τρόπους διαθέσεως προς την κατεύθυνση των εξαγωγών όταν οι τιμές στη βρετανική αγορά είναι χαμηλότερες της τιμής παρεμβάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές υπάρχει επιπλέον ο κίνδυνος αυξήσεως των πωλήσεων σε οργανισμούς παρεμβάσεως σε άλλα κράτη μέλη, οι εξαγωγείς των οποίων δεν έχουν ίσως συμφέρον να πωλήσουν στη βρετανική αγορά αν η συγκυρία είναι δυσμενής.
Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικώς ότι, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία, αντίθετα με τους ισχυρισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, η τιμή του βουτύρου στη βρετανική αγορά υπήρξε πάντα χαμηλότερη της τιμής παρεμβάσεως, με μόνη εξαίρεση το 1981.
Η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω ότι το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι δηλαδή θα πρέπει να αποφεύγεται η αύξηση των πωλήσεων σε οργανισμούς παρεμβάσεως δεν αποτελεί νομικό επιχείρημα αλλά αξιολογική ή μάλιστα πολιτική κρίση που δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη υπόθεση.
Στο επιχείρημα ότι σημειώθηκε, ακριβώς στην περίοδο κατά την οποία ίσχυε το σύστημα διπλής τιμής του γάλακτος, αύξηση των εξαγωγών βρετανικού βουτύρου και σε απόλυτους αριθμούς και σε ποσοστό επί της παραγωγής του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή απαντά ότι, αν ληφθεί υπόψη η σημαντική αύξηση της βρετανικής παραγωγής βουτύρου μέχρι το 1983, δεν είναι παράδοξο το ότι αυξήθηκαν σημαντικά και οι εξαγωγές.
στ) Ως προς την παρεμπόδιση της πραγματοποιήσεως των προγραμμάτων ενισχύσεως
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι και με το έγγραφο οχλήσεως και με την αιτιολογημένη γνώμη εξέφρασε το φόβο μήπως οι βρετανικές παραβάσεις προκαλέσουν διαταραχή του συστήματος κοινοτικών ενισχύσεων. Επομένως όλα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά του παραδεκτού του ισχυρισμού αυτού στερούνται ερείσματος.
Κατά την Επιτροπή, η διαφοροποίηση των τιμών του πλήρους γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βουτύρου παρεμποδίζει τη λειτουργία του προγράμματος κοινοτικών ενισχύσεων το οποίο αποβλέπει στην αύξηση της χρησιμοποιήσεως του βουτύρου στην παρασκευή γλυκισμάτων και παγωτών. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται όταν δίνεται η ευκαιρία στις ενδιαφερόμενες κατηγορίες αγοραστών να αγοράζουν βούτυρο του οποίου η τιμή μειώθηκε χάρις στην κοινοτική ενίσχυση. Όμως στην Αγγλία και στην Ουαλία, το πλήρες γάλα που προορίζεται για την παρασκευή βουτύρου χύμα, το οποίο χρησιμοποιεί συνήθως η βιομηχανία μεταποιήσεως, πωλήθηκε το Σεπτέμβριο του 1983 σε τιμή που υπερβαίνει κατά 10 ο/ο την τιμή του γάλακτος που προορίζεται για την παρασκευή συσκευασμένου βουτύρου. Η διαφορά αυτή που έχει αντίκτυπο στην τιμή παραγωγής του βουτύρου χύμα μειώνει το πραγματικό επίπεδο της κοινοτικής ενίσχυσης.
Εν συνεχεία, απαντώντας στις αντιρρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το επιχείρημά της δεν σημαίνει ότι οι παραγωγοί γλυκισμάτων και παγωτών πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν βούτυρο χύμα στην τιμή που ισχύει για το συσκευασμένο βούτυρο, αλλά απλώς ότι πρέπει να υπάρχει μία μόνο τιμή για το γάλα που χρησιμοποιείται στην παραγωγή βουτύρου.
2. Διαφοροποίηση των τιμών τον γάλακτος αναλόγως τον προορισμού τον αποκορνφω-μένον γάλακτος
Σχετικά με τη διαφοροποίηση των τιμών του πλήρους γάλακτος που χρησιμοποιείται στην παραγωγή βουτύρου ή κρέμας γάλακτος αναλόγως του προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο, η Επιτροπή φρονεί ότι παρεμποδίζει και αυτή τη λειτουργία των κοινοτικών συστημάτων ενισχύσεων. Τα δύο συστήματα ενισχύσεων που θίγονται ιδιαίτερα είναι το σύστημα ενισχύσεων για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα και το σύστημα ενισχύσεων για την τυρίνη.
Σχετικά με το σύστημα ενισχύσεων για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων πρέπει να σημειωθεί ότι το πραγματικό τους επίπεδο μειώνεται λόγω του ότι η τιμή του πλήρους γάλακτος στην περίπτωση όπου το απομένον αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων είναι πάντα υψηλότερη της τιμής του πλήρους γάλακτος στην περίπτωση όπου το απομένον αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιείται για την παραγωγή σκόνης γάλακτος.Αυτό όχι μόνο μειώνει την ποσότητα του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων, αλλά επιπλέον αυξάνει τον κίνδυνο να μεταποιηθεί σε σκόνη και να παραχωρηθεί σε οργανισμούς παρεμβάσεως το αποκορυφωμένο γάλα που δεν προορίζεται προς το σκοπό αυτό.
Η τιμή στην οποία είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν το αποκορυφωμένο γάλα οι κτηνοτρόφοι δεν αποτελεί σταθερό μέγεθος αλλά εξαρτάται από την αγοραζόμενη ποσότητα. Η ζήτηση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την τιμή του αποκορυφωμένου γάλακτος. Κατά το μέτρο που οι διαφοροποιημένες τιμές που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ καταλήγουν σε αύξηση της τιμής του αποκορυφωμένου γάλακτος για τους κτηνοτρόφους, η τιμή αυτή έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα ως προς τις αγορές και κατ' αυτό τον τρόπο εξουδετερώνει τα αποτελέσματα του συστήματος κοινοτικών ενισχύσεων. Εξάλλου η θέσπιση ενιαίας τιμής είναι ικανή να βελτιώσει τα καθαρά κέρδη των παραγωγών γάλακτος.
Το πραγματικό επίπεδο της ενίσχυσης για την τυρίνη και τα τυρινικά άλατα εμφανίζεται μειωμένο κατά 15,2 % περίπου διότι η τιμή. του πλήρους γάλακτος είναι υψηλότερη στην περίπτωση που το απομένον αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιείται για την παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων παρά στην περίπτωση όπου χρησιμοποιείται για την παραγωγή σκόνης γάλακτος.
Απαντώντας στις αντιρρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου που επισήμανε τη συνεχή αύξηση της παραγωγής τυρίνης σ' αυτή τη χώρα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η αύξηση αυτή θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν η τιμή του γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τυρίνης ήταν η ίδια με την τιμή του γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή σκόνης γάλακτος.
Η Επιτροπή φρονεί τέλος ότι την ευθύνη για το παράνομο σύστημα τιμών που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ φέρει το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για το διαρκή έλεγχο της τηρήσεως, από τις ΜΜΒ, των κοινοτικών αρχών και κανόνων καθώς και των ειδικών όρων που συνοδεύουν τη χορήγηση των σχετικών προνομίων στις ΜΜΒ.
Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, που παρεμβαίνει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής, παρατηρεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρεβίασε το κοινοτικό δίκαιο καθ' ότι δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τον έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 9 του κανονισμού 1422/78 καθώς και της τηρήσεως από τις ΜΜΒ των κοινοτικών αρχών και κανόνων, και ιδίως της θεμελιώδους αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Η γαλλική κυβέρνηση φρονεί ότι οι ΜΜΒ κατέχουν στη βρετανική αγορά εξαιρετικά μονοπωλιακή θέση που έπρεπε να ρυθμίζεται αυστηρά ώστε να συμβιβάζεται προς τις κοινοτικές αρχές.
Το σύνολο των διατάξεων των κανονισμών 1421/78, 1422/78 και 1565/79 δείχνουν σαφώς την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να οριοθετήσει αυστηρά τα χορηγούμενα στις ΜΜΒ δικαιώματα και προνόμια ώστε να αποφύγει την εκ μέρους των τελευταίων κατάχρηση και εφαρμογή τους στην πράξη κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τις γενικές αρχές της Συνθήκης και το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια η διάταξη που αναγνωρίζει στις ΜΜΒ τη δυνατότητα να διαφοροποιούν τις τιμές πωλήσεως του γάλακτος που πωλούν μόνο στενή ερμηνεία επιδέχεται. Ενώ όμως το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α ), ορίζει ότι οι τιμές μπορούν να διαφοροποιούνται μόνο ανάλογα με τον προορισμό που επιφυλάσσει στο γάλα ο αγοραστής, οι ΜΜΒ διαφοροποιούν τις τιμές ανάλογα με τον προορισμό ενός άλλου προϊόντος, του βουτύρου, και εφαρμόζουν έτσι διαφοροποίηση που δεν συνάδει προς τη φυσική έννοια της διατύπωσης που χρησιμοποίησε το Συμβούλιο.
Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 9 επιρρω-νύουν αυτή την ερμηνεία. Είναι πράγματι πρόδηλο ότι το σύστημα που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ οδηγεί σε παράβαση και των δύο αυτών διατάξεων διότι παρέχει στους εγχώριους παραγωγούς ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και τους επιτρέπει να διατηρούν τη θέση τους στην αγορά ανεξαρτήτως της διαμόρφωσης της. Τα πράγματα επιβεβαιώνουν αυτή την ανάλυση: Έτσι οι γάλλοι παραγωγοί βουτύρου εγκατέλειψαν επανειλημμένα την προοπτική πωλήσεως στη βρετανική αγορά στην οποία δεν θα μπορούσαν να αντέξουν τον ανταγωνισμό παρά μόνο αν πωλούσαν με ζημία.
Κατά τη γαλλική κυβέρνηση, η διαφοροποίηση των τιμών που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ δεν καλύπτεται ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β). Τα «άλλα κριτήρια » για τα οποία κάνει λόγο η διάταξη αυτή πρέπει να καθορίζονται με τη διαδικασία που προβλέπει η τέταρτη παράγραφος του εν λόγω άρθρου, που ορίζει ότι τα εν λόγω κριτήρια καθορίζονται τηρουμένων των αρχών που θέτουν οι τρεις πρώτες παράγραφοι.
Δεν μπορεί εξάλλου να λεχθεί ότι η διαφοροποίηση των τιμών αναλόγως του τελικού προορισμού του βουτύρου αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο που δικαιολογείται από την ύπαρξη δύο χωριστών αγορών του βουτύρου. Στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο μία αγορά βουτύρου είτε πρόκειται για συσκευασμένο βούτυρο είτε για βούτυρο χύμα. Στην ουσία πρόκειται για το ίδιο προϊόν που προορίζεται για την ικανοποίηση των ίδιων αναγκών αλλά σκοπούμενο σε διαφορετικό στάδιο εμπορίας.
Η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί, σχετικά με τη στενή ερμηνεία του άρθρου 9, ότι το κριτήριο αυτό δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό αλλά πρόσθετο επιχείρημα που η Επιτροπή είχε ήδη αναπτύξει κατά τη διοικητική φάση, δεδομένου ότι διευκρίνισε σαφέστατα με ποιο πνεύμα πρέπει να ερμηνεύεται η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Η γαλλική κυβέρνηση αμφισβητεί το επιχείρημα της βρετανικής, ότι δηλαδή στην πραγματικότητα δεν περιάγονται σε μειονεκτική θέση οι έμποροι που εξάγουν προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως όμως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισε το ίδιο το καθού, από το 1981, οπότε τέθηκαν σε εφαρμογή οι κοινοτικοί κανονισμοί περί ΜΜΒ, ώς το 1982 σημειώθηκε αύξηση της βρετανικής παραγωγής βουτύρου και μείωση των εισαγωγών. Εξάλλου το καθού ομολογεί ότι η εξασφάλιση ενός περιθωρίου κέρδους είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι βρετανοί παραγωγοί να παραμείνουν στην αγορά ανεξαρτήτως συγκυρίας, δεδομένου ότι αν κάποιος εγκαταλείψει την αγορά δεν μπορεί να επιστρέψει εύκολα. Είναι αυτονόητο ότι αυτό το περιθώριο κέρδους που εξασφαλίζεται στους βρετανούς παραγωγούς ζημιώνει τους εξαγωγείς των άλλων κρατών μελών οι οποίοι, όταν οι τιμές μειώνονται στη βρετανική αγορά, αναγκάζονται να μειώσουν τα περιθώρια κέρδους ή να πωλήσουν με ζημία ή να περιοριστούν στην πώληση βουτύρου πολυτελείας που εν πάση περιπτώσει εξασφαλίζει μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.
Αλυσιτελές είναι και το επιχείρημα ότι το εμπόδιο στο εμπόριο είναι υποθετικό διότι προκύπτει μόνο όταν η συγκυρία είναι δυσμενής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συγκεκριμένα
το Δικαστήριο νομολογεί ότι ακόμη και το δυνητικό εμπόδιο συνιστά παράβαση, αυτό δε το δυνητικό εμπόδιο υπάρχει δεδομένου ότι η εξασφάλιση των τιμών που θα έπρεπε να συνεπάγεται η παρέμβαση στη Μεγάλη Βρετανία καθίσταται ανενεργή λόγω της εξασφαλίσεως των περιθωρίων κέρδους των βρετανών παραγωγών.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί, πρώτον, ότι μετά την άσκηση της προσφυγής εγκαταλείφθηκαν οι επίδικες πρακτικές για λόγους που δεν ενδιαφέρουν την υπό κρίση υπόθεση χωρίς να θιγεί η έννομη κατάσταση.
Στη συνέχεια ανασκοπεί την ιστορική εξέλιξη της δομής της βρετανικής αγοράς που οδήγησε στην ίδρυση των ΜΜΒ και περιγράφει τις σημαντικότερες πλευρές της αγοράς αυτής, που είχε πάντα ως χαρακτηριστικό την πολύ μεγάλη ζήτηση υγρού γάλακτος προοριζομένου για ανθρώπινη κατανάλωση. Λόγω της προτεραιότητας αυτής που δόθηκε στην αγορά του υγρού γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από την προσχώρηση στην Κοινότητα μικρή μόνο ποσότητα γάλακτος χρησι-μοποιόταν στη χώρα αυτή για την παραγωγή βουτύρου, ενώ ο εφοδιασμός σε βούτυρο γινόταν μέσω εισαγωγών βουτύρου χύμα σε χαμηλή τιμή το οποίο στη συνέχεια συσκεύαζαν και διέθεταν στο εμπόριο ειδικευμένοι έμποροι. Επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο εισήγε βούτυρο στις τιμές της διεθνούς αγοράς, οι τιμές στις οποίες επωλείτο το βούτυρο αυτό στη βρετανική αγορά ήταν χαμηλότερες από τις εφαρμοζόμενες στην κοινή αγορά των Έξι.
Ήταν εύκολο να αναμένεται ότι η κατάσταση αυτή θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα προσαρμογής στη βρετανική αγορά μετά την προσχώρηση και συγκεκριμένα ήταν εύκολο να αναμένεται αντίδραση των καταναλωτών σε ενδεχόμενη αύξηση των τιμών του βουτύρου. Πράγματι, η κοινή οργάνωση αγοράς, σε σύγκριση με την προηγούμενη κατάσταση, προκάλεσε γενικώς μείωση των εισαγωγών από τρίτες χώρες, αύξηση της παραγωγής βουτύρου και επιβολή τιμών υψηλότερων από τις διεθνείς τιμές.
Υπό τις συνθήκες αυτές τα μείζονα προβλήματα με τα οποία ασχολήθηκε η Συνθήκη Προσχωρήσεως υπήρξαν:
—
η διατήρηση των ΜΜΒ·
—
η προοδευτική εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος παρεμβάσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη μεταβατική περίοδο·
—
η διατήρηση της προσβάσεως στη βρετανική αγορά του βουτύρου Νέας Ζηλανδίας.
Για καθένα από αυτά τα προβλήματα θεσπίστηκαν λεπτομερείς κανόνες.
Μετά την προσχώρηση, το βούτυρο έχασε προοδευτικά έδαφος στην αγορά κίτρινων λιπαρών ουσιών, σε σύγκριση με τη μαργαρίνη. Η παρακμή αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μεγάλη αύξηση της τιμής του βουτύρου σε σύγκριση με την τιμή της μαργαρίνης, αύξηση την οποία υπέβαλε η προσαρμογή στην κοινή γεωργική πολιτική και η συνεχής αύξηση των κοινών τιμών παρεμβάσεως μεταξύ 1973 και 1983.
Όσον αφορά τον καθορισμό της τιμής του γάλακτος που προορίζεται για την παραγωγή βουτύρου στο Ηνωμένο Βασίλειο, η βρετανική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, από το 1979 και κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1422/78, την τιμή του γάλακτος δεν καθορίζει η ΜΜΒ αλλά η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, όπου εκπροσωπούνται εξίσου οι ενδιαφερόμενες ΜΜΒ και οι οικείοι αγοραστές γάλακτος, σε περίπτωση διαφωνίας δε μεταξύ των μελών της επιτροπής το ζήτημα υποβάλλεται σε ανεξάρτητο διαιτητή.
Μέχρι το 1978η τιμή του γάλακτος καθοριζόταν κατόπιν αφαιρέσεως από την κατ' εκτίμηση τιμή πωλήσεως στην αγορά των τελικών προϊόντων (βουτύρου και αποκορυφωμένου γάλακτος ) των εξόδων μεταποιήσεως και του περιθωρίου κέρδους των αγοραστών του γάλακτος.
Στο πλαίσιο αυτής της μεθόδου ελαμβάνετο ως τιμή πωλήσεως στην αγορά του συσκευασμένου βουτύρου η μέση τιμή πωλήσεως του βουτύρου « Country Life », του κυριότερου τύπου συσκευασμένου βουτύρου στην Αγγλία και στην Ουαλία, ενώ για το βούτυρο χύμα ελαμβάνετο ως βάση η τιμή παρεμβάσεως.
Ως προς τα έξοδα, τα οποία βεβαίως διαφέρουν αναλόγως του αν πρόκειται για συσκευασμένο βούτυρο ή για βούτυρο χύμα, ελαμβάνοντο υπόψη στους σχετικούς υπολογισμούς τα μέσα έξοδα της ΜΜΒ και της DTF.
Μέχρι το 1978 καθοριζόταν κατ' αυτό τον τρόπο η μέση καθαρή τιμή του βουτυρικού λίπους του γάλακτος. Στη συνέχεια με ανάλογη μέθοδο προέκυπτε η αντίστοιχη αξία του αποκορυφωμένου γάλακτος. Η άθροιση των δύο αυτών τιμών έδινε την τιμή του γάλακτος αναλόγως των διαφόρων προορισμών του αποκορυφωμένου γάλακτος. Το σύστημα αυτό προϋπέθετε πάντως ότι η τρέχουσα τιμή του συσκευασμένου βουτύρου ήταν υψηλότερη της τιμής αγοράς του χύμα βουτύρου σε αρκετό βαθμό ώστε να καλύπτονται τα επιπλέον έξοδα που συνεπάγεται η πώληση συσκευασμένου βουτύρου και να εξασφαλίζονται έτσι ίσα περιθώρια κέρδους για τους επιχειρηματίες των δύο αγορών.
Το 1977 όμως, η αύξηση των εισαγωγών βουτύρου από τα άλλα κράτη μέλη σε συνδυασμό με την κερδοσκοπία λόγω της αυξήσεως της τιμής παρεμβάσεως και της βαθμιαίας καταργήσεως των εξισωτικών ποσών προσχωρήσεως, τον άτακτο χαρακτήρα των εισαγωγών από τη Νέα Ζηλανδία, συνέπεια των προαναφερθέντων παραγόντων και των διακυμάνσεων της εισφοράς, τα μεγάλα αποθέματα εμπορευμάτων εισαγωγής, ο ανταγωνισμός της μαργαρίνης και η μείωση της κατανάλωσης βουτύρου περιόρισαν σημαντικά την αύξηση της τιμής συσκευασμένου βουτύρου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ότι μειώθηκε προοδευτικά το καθαρό κέρδος στην αγορά του συσκευασμένου βουτύρου σε επίπεδο χαμηλότερο από το καθαρό κέρδος στην αγορά του βουτύρου χύμα, πράγμα που προκάλεσε περαιτέρω την αντίστοιχη μείωση της καθαρής τιμής του βουτυρικού λίπους που προορίζεται για μεταποίηση σε συσκευασμένο βούτυρο. Υπό τις συνθήκες αυτές η εφαρμογή της μέχρι τότε ισχύουσας μεθόδου θα ανάγκαζε οπωσδήποτε αργά ή γρήγορα τους βρετανούς παραγωγούς βουτύρου να εγκαταλείψουν την αγορά του συσκευασμένου βουτύρου, στην οποία δέσποζαν ήδη σε μεγάλο βαθμό οι εισαγωγές. Για τους λόγους αυτούς, από 1ης Μαΐου 1978 τροποποιήθηκε η μέθοδος και υπολογιζόταν πλέον η τιμή του γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή συσκευασμένου βουτύρου βάσει της καθαρής αξίας του λίπους που προορίζεται για το συσκευασμένο βούτυρο και η τιμή του γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βουτύρου χύμα βάσει της καθαρής αξίας του λίπους που χρησιμοποιείται για το βούτυρο χύμα. Η εισαγωγή των δύο αυτών αξιών πραγματοποιήθηκε πριν από την έκδοση των κανονισμών 1421/78 και 1422/78, και συγκεκριμένα στις 20 Ιουνίου 1978. Εξάλλου χρησιμοποιούνταν ήδη από πολλά χρόνια διάφορες τιμές για το αποκορυφωμένο γάλα.
Το Δεκέμβριο του 1978, διαβιβάστηκε στην Επιτροπή η πρώτη έκθεση περί των τιμών πωλήσεως των ΜΜΒ, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 1422/78, που ορίζει ότι « το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ενημερώνεται εκ των προτέρων για τις τιμές πωλήσεως που εφαρμόζονται από τις ΜΜΒ για τους διαφόρους προορισμούς του γάλακτος και τις ανακοινώνει στην Επιτροπή πριν τεθούν σε εφαρμογή ».
Με έγγραφο της 27ης Απριλίου 1979, η Επιτροπή εξέφρασε τους φόβους της ότι η διπλή τιμή μπορεί να θίξει την ομαλή λειτουργία του κοινοτικού συστήματος παρεμβάσεως και να αποθαρρύνει τη χρησιμοποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος στα αγροκτήματα. Το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε στις παρατηρήσεις αυτές με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1979.
Στη συνέχεια το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνει την άποψη του που προκύπτει από διάφορα έγγραφα που απηύθυνε στην Επιτροπή πριν από τη θέσπιση του κανονισμού 1565/79, όσον αφορά την ανάγκη να διευκρινιστεί σαφώς ότι οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού δεν αποκλείουν τον καθορισμό διαφορετικών τιμών. Η Επιτροπή απάντησε με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 1979 ως εξής:
«Το σύστημα διαφοροποιήσεως των τιμών συμβιβάζεται με την εν λόγω διάταξη του κανονισμού εφόσον δεν προκαλεί στρέβλωση στην ομαλή λειτουργία των μηχανισμών της κοινής οργάνωσης και συγκεκριμένα στο σύστημα παρεμβάσεως. Αν αντιθέτως το σύστημα διαφοροποιημένων τιμών επηρεάζει κατ' αυτό τον τρόπο τους εν λόγω μηχανισμούς και τα συστήματα αυτά και δεν είναι ουδέτερο, τότε δεν συμβιβάζεται με την εν λόγω διάταξη. »
Εξάλλου με το άρθρο 1 του κανονισμού 1565/79, η Επιτροπή επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να χορηγήσει στις ΜΜΒ τα δικαιώματα που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 παρά το ότι τελούσε εν γνώσει της περί τιμών πολιτικής που εφήρμοζαν οι επιτροπές ίσης εκπροσωπήσεως.
Η κατάσταση που είχε ως χαρακτηριστικό το χαμηλότερο καθαρό κέρδος στην αγορά του συσκευασμένου βουτύρου από την αγορά του βουτύρου χύμα διατηρήθηκε από το 1978 μέχρι το 1983. Κατά την περίοδο αυτή η βρετανική αγορά επηρεάστηκε από τέσσερις κύριους παράγοντες και συγκεκριμένα από:
—
τη συνεχή αύξηση της παραγωγής γάλακτος που συνέβαλε στην αύξηση της παραγωγής βουτύρου
—
τη συνεχή μείωση της κατανάλωσης βουτύρου που άρχισε το 1975
—
την αύξουσα πίεση των εισαγωγών επί του ανταγωνισμού
—
την αύξηση της διαπραγματευτικής ισχύος των λιανοπωλητών, δεδομένου ότι επρόκειτο έκτοτε για μεγάλα καταστήματα που είναι σε θέση να ασκούν σημαντική πίεση προς την κατεύθυνση της μειώσεως των τιμών αγοράς.
Το 1981, με την παρακίνηση της ΜΜΒ, η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως προσπάθησε με αποφασιστικότητα να αυξήσει το καθαρό κέρδος στην αγορά του συσκευασμένου βουτύρου με συγκεκριμένη δράση που ονομάστηκε « κατανομή των δυσχερειών ». Στο πλαίσιο αυτής της δράσης η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως όριζε κάθε μήνα ενδεικτικές τιμές πωλήσεως, η δε ΜΜΒ και η DTF έφεραν εξ ημισείας το βάρος της διαφοράς, στην περίπτωση που δεν επιτυγχάνονταν οι εν λόγω τιμές. Η « κατανομή των δυσχερειών » όμως δεν κατάφερε να προκαλέσει αύξηση της τιμής αγοράς του συσκευασμένου βουτύρου και εγκαταλείφθηκε μετά τα Χριστούγεννα του 1982.
Το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι, ακόμα και αν η αγορά του συσκευασμένου βουτύρου επιτρέπει την πραγματοποίηση κέρδους χαμηλότερου από αυτό που αποφέρει η πώληση του βουτύρου παρεμβάσεως, οι συνεταιρισμοί παραγωγών γάλακτος και οι εταιρίες παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων έχουν ενδεχομένως παρ' όλα αυτά μακροπρόθεσμο συμφέρον να διατηρήσουν την παρουσία τους στην αγορά συσκευασμένου βουτύρου, ιδίως λόγω της ανάγκης να μη λησμονήσουν οι καταναλωτές το συγκεκριμένο τύπο προϊόντος, να μη λειτουργούν μάταια η οργάνωση και οι εγκαταστάσεις τους, να μην εγκαταλείψουν μια αγορά στην οποία θα δυσκολευτούν αργότερα να επιστρέψουν και να μη στηριχθούν αποκλειστικά στην παρέμβαση, η διατήρηση της οποίας ως τρόπου διαθέσεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί μακροπροθέσμως.
Πριν εισέλθει στην κατ' ουσία εξέταση το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει δύο προκαταρκτικούς νομικούς ισχυρισμούς.
Ο πρώτος είναι ότι η Επιτροπή, που γνώριζε ήδη μετά το τέλος του 1978, το σύστημα διπλών τιμών του γάλακτος και που επέτρεψε στη συνέχεια τη χορήγηση προνομίων στις ΜΜΒ με το άρθρο 1 του κανονισμού 1565/79 δεν όφειλε, αν επιθυμούσε να τροποποιήσει το εν λόγω σύστημα, να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 169, αλλά να ασκήσει τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1565/79, κατά το οποίο « συμπληρωματικές γενικές λεπτομέρειες εφαρμογής ή ειδικές αποφάσεις θα θεσπισθούν από την Επιτροπή εάν αυτό αποδειχθεί αναγκαίο ». Εξάλλου κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 5, στοιχείο β), του κανονισμού 1422/78, η Επιτροπή μπορούσε και όφειλε να υποβάλει τις εν λόγω τιμές σε εξέταση από την επιτροπή διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού 804/68. Πράγματι τον Απρίλιο του 1980, η άποψη της Επιτροπής ήταν ότι οι διαφορετικές τιμές του γάλακτος δεν είναι άνευ ετέρου ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο, ήταν δηλαδή τότε τελείως αντιφατική προς το επιχείρημα που προβάλλει σήμερα. 'Ετσι η Επιτροπή έχει ίσως το δικαίωμα να επιχειρήσει την τροποποίηση των κανόνων για το μέλλον, δεν μπορεί όμως να ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τη Συνθήκη καθ' όλο το κρίσιμο παρελθόν.
Ο δεύτερος προκαταρκτικός ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ότι οι περισσότεροι από τους ισχυρισμούς της Επιτροπής αφορούν πραγματικά ζητήματα τα οποία η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο, αλλά προτίμησε να θεμελιώσει την προσφυγή της εξ ολοκλήρου σε θεωρητικό επιχείρημα. Συγκεκριμένα δεν πραγματοποίησε έρευνα ως προς τις τιμές ή ως προς την πραγματική κατάσταση της παρέμβασης ή των εισαγωγών ούτε ανάλυση της αγοράς ούτε μελέτη της πραγματικής λειτουργίας των κοινοτικών συστημάτων ενισχύσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα θεωρητικά επιχειρήματα που επικαλείται είναι τελείως ακατάλληλα να αποτελέσουν την απόδειξη των ισχυρισμών της, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί in limine.
Στη συνέχεια το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζει λεπτομερώς το βάσιμο των αιτιάσεων της Επιτροπής.
1. Διπλή τιμή για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται στην παραγωγή βουτύρου
Όσον αφορά το σύστημα τιμών του πλήρους γάλακτος που χρησιμοποιείται στην παραγωγή βουτύρου οι οποίες διαφοροποιούνται αναλόγως του αν το βούτυρο προορίζεται να πωληθεί ως βούτυρο παρεμβάσεως ή χύμα, αφενός, ή λιανικώς ως συσκευασμένο βούτυρο, αφετέρου, το Ηνωμένο Βαοίλειο παρατηρεί τα ακόλουθα:
α) Επί της παραβάσεως του άρθρον 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), τον κανονισμού 1422/78
Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί πρώτον τη στενή ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78. Βεβαίως αν γίνει δεκτή αυτή η ερμηνεία οι δύο επίδικες τιμές υπήρξαν πάντα παράνομες άνευ ετέρου, χωρίς να εξετάζεται αν συντρέχει πραγματική στρέβλωση του ανταγωνισμού ή εμπόδιο στην κοινή οργάνωση αγοράς και ανεξαρτήτως της κατάστασης της αγοράς που δικαιολογεί ενδεχομένως την καθιέρωση τους. Ωστόσο η ίδια η Επιτροπή δεν υιοθέτησε πάντα με συνέπεια την άποψη αυτή δεδομένου ότι με το προαναφερθέν έγγραφο της 13ης Ιουλίου 1979, το οποίο υπογράφει ο γενικός διευθυντής γεωργίας, δέχτηκε ότι το σύστημα διαφοροποιημένων τιμών συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο εφόσον δεν προκαλεί στρέβλωση στην ομαλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγορών και συγκεκριμένα του συστήματος παρεμβάσεως.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί εξάλλου και το παραδεκτό του επιχειρήματος που στηρίζεται στη στενή ερμηνεία. Το επιχείρημα σχετικά με το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεν αναφέρεται αυτούσιο ούτε στο από 19 Ιουνίου 1982 έγγραφο της Επιτροπής ούτε στην από 10 Ιουνίου 1983 αιτιολογημένη γνώμη αλλά μόνο στο δικόγραφο της 25ης Ιανουαρίου 1984. Η προσφυγή όμως βάσει του άρθρου 169 πρέπει να στηρίζεται στους ίδιους λόγους και ισχυρισμούς με την αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως η αιτιολογημένη γνώμη δεν αποτελεί πλήρη έκθεση των λόγων που υπαγόρευσαν τη στάση της Επιτροπής. Εξάλλου δεν παρασχέθηκε πλήρως στο Ηνωμένο Βασίλειο η δυνατότητα να διατυπώσει, κατά τη διοικητική διαδικασία, τις παρατηρήσεις του επί των ισχυρισμών που στηρίζονται στη στενή ερμηνεία και που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής.
Στη συνέχεια το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζει τη σημασία του άρθρου 9, παράγραφος 1. Κατά την άποψη του η ερμηνεία per se του άρθρου αυτού όπως την εννοεί η Επιτροπή δεν είναι ορθή. Πράγματι η διάταξη αυτή επιτρέπει σαφώς τον καθορισμό δύο τιμών για το βουτυρικό λίπος που περιέχεται στο γάλα. Αξίζει να σημειωθεί πρώτον ότι η έκφραση « ο προορισμός για τον οποίο θα το χρησιμοποιήσει ο αγοραστής » δεν αφορά μόνο « το βούτυρο » αλλά και το « βούτυρο χύμα » καθώς και το « συσκευασμένο βούτυρο ». Αναφέρεται δηλαδή στην αγορά στην οποία θα πωληθεί το τελικό προϊόν. Η δυνατότητα που παρέχεται στην επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως να καθορίζει διαφορετικές τιμές για το γάλα αποβλέπει στο να αντικατοπτρίζουν οι τιμές αυτές τις διαφορετικές τιμές πωλήσεως στην αγορά του τελικού προϊόντος. Από τη σκοπιά αυτή είναι αυτονόητο ότι η αγορά του βουτύρου χύμα αποτελεί χωριστή αγορά που λειτουργεί κατά τρόπο σαφώς διακεκριμένο και διαφορετικό από την αγορά του συσκευασμένου βουτύρου. Δεν μπορεί βέβαια να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι πρόκειται για μια και την αυτή αγορά, με μόνη διαφορά τα επιπλέον έξοδα της συσκευασίας και της διάθεσης στο εμπόριο του συσκευασμένου βουτύρου. Το επιχείρημα αυτό μαρτυρεί βασική έλλειψη κατανοήσεως του χαρακτήρα των αγορών που δεν είναι απλώς αντιπροσωπευτικές του κόστους παραγωγής και πωλήσεως αλλά απηχούν και την αλληλεπίδραση όλων των στοιχείων που επηρεάζουν την προσφορά και τη ζήτηση.
Στην πραγματικότητα οι διαφορές μεταξύ των τιμών πωλήσεως του βουτύρου χύμα και του συσκευασμένου βουτύρου δεν οφείλονται μόνο στις διαφορές ως προς την τιμή κόστους αλλά κυρίως στη σημαντική διαφορά των όρων του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι ορισμένοι παράγοντες όπως ο ανταγωνισμός του βουτύρου Νέας Ζηλανδίας και της μαργαρίνης καθώς και η συνεχής πτώση της κατανάλωσης βουτύρου επηρεάζουν αποκλειστικά τις τιμές του συσκευασμένου βουτύρου. Λόγω των παραγόντων αυτών οι τιμές στις οποίες πωλούνται στην αγορά το συσκευασμένο βούτυρο και το βούτυρο χύμα διαφέρουν, η δε αμοιβή του γαλακτοπαραγωγού κυμαίνεται αναλόγως του αν το γάλα χρησιμοποιείται για την παραγωγή συσκευασμένου βουτύρου ή βουτύρου χύμα. Τέλος, επειδή η τιμή του γάλακτος είναι η ίδια για όλο το βούτυρο χύμα είτε πωλείται σε οργανισμούς παρεμβάσεως είτε όχι, είναι απορριπτέος και ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η διαφοροποίηση που γίνεται στηρίζεται στη φύση του αγοραστή διότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως είναι αγοραστές βουτύρου.
β) Επί των άλλων κριτηρίων κατά την έννοια τον άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β)
Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται περαιτέρω ή επικουρικώς ότι η επίδικη διαφοροποίηση στηρίζεται σε άλλα αντικειμενικά κριτήρια κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β), και συγκεκριμένα:
—
στα έξοδα πωλήσεως του βουτύρου χύμα και του συσκευασμένου βουτύρου
—
στις διαφορετικές τιμές στις οποίες πωλούνται τα εν λόγω προϊόντα στις αντίστοιχες αγορές.
Τα κριτήρια αυτά έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 4, και στηρίζονται σε στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν.
Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου είναι εξάλλου περιττή η στενή ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεδομένου ότι η κοινοτική ρύθμιση προβλέπει πρόσθετες εγγυήσεις, ιδίως οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 9. Οι διατάξεις των δύο αυτών παραγράφων που συμπληρώνονται από το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 1422/78 (ανακοίνωση των τιμών ) και από το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1565/79 αρκούν κάλλιστα να θεραπεύσουν ενδεχομένως όλες τις δυσμενείς συνέπειες της διαφοροποίησης των τιμών.
Σχετικώς, το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής, ότι δηλαδή ο μηχανισμός καταγραφής των τιμών που προβλέπει το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79 έδειξε ότι το καθού παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1422/78. Στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν συντρέχει παράβαση έχουν διαβιβαστεί στην Επιτροπή η οποία τα μελετά ήδη σε συνεργασία με τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.
Επίσης η πρακτική, λόγου χάρη, της διαφοροποιήσεως της τιμής του γάλακτος αναλόγως του αν το βούτυρο πωλείται σε καταστήματα πολυτελείας ή σε μεγάλα καταστήματα απαγορεύεται από το άρθρο 9, παράγραφος 2, διότι προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού, και από το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεδομένου ότι είναι δύσκολο να εφαρμοστεί η πρακτική αυτή χωρίς να πωληθεί το γάλα σε τιμή χαμηλότερη από τη χαμηλότερη αντίστοιχη τιμή του γάλακτος που εφαρμόζεται για το εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη βούτυρο.
Εξάλλου το επιχείρημα που στηρίζεται στη στενή ερμηνεία δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1565/79. Βάσει της διάταξης αυτής αξίζει να σημειωθεί ότι η διαφοροποίηση των τιμών του γάλακτος αναλόγως του προορισμού του τελικού προϊόντος δεν αποκλείεται άνευ ετέρου αλλά μόνο εφόσον μπορεί να οδηγήσει σε διάκριση μεταξύ αγοραστών του γάλακτος ή να παρεμποδίσει την ομαλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς. Σ' αυτό το συμπέρασμα κατέληξε άλλωστε η Επιτροπή και με το προαναφερθέν από 13 Ιουλίου 1979 έγγραφο.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνωρίζει μεν όπως και η Επιτροπή ότι η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εξουδετερώσει το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78, πλην όμως φρονεί ότι η θέσπιση της αποτελεί ένδειξη ως προς την ακριβή έκταση της παραγράφου 1. Πράγματι αν το 1979 εθεωρείτο ότι η επίδικη διαφοροποίηση απαγορεύεται άνευ ετέρου από το προαναφερθέν άρθρο 9, θα ήταν τότε μάλλον περιττή η διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1565/79.
Η στενή ερμηνεία αντιβαίνει περαιτέρω στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι συντρέχει παραβίαση άνευ ετέρου του κοινοτικού δικαίου χωρίς να απαιτείται να ερευνηθεί αν υπάρχουν ζημιογόνες συνέπειες, μάλιστα δε ακόμα και αν δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού ή εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς.
Αν μετά το 1978 είχε εφαρμοστεί το επιχείρημα της στενής ερμηνείας θα είχε εύκολα οδηγήσει στον πλήρη αποκλεισμό των παραγωγών βουτύρου του Ηνωμένου Βασιλείου από την αγορά του συσκευασμένου βουτύρου στη χώρα αυτή.
Είναι εξάλλου αναμφισβήτητο ότι επικρατεί πραγματικός ανταγωνισμός στην αγορά βουτύρου στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Υπό τις συνθήκες αυτές η στενή ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επιβολή ευλόγων περιορισμών στις ΜΜΒ και συνεπάγεται υπερβολική επιβάρυνση και για τις ΜΜΒ και για τους οικείους αγοραστές γάλακτος.
γ) Επί της οτρεβλώαεως τον ανταγωνισμού
Αντίθετα με την άποψη της Επιτροπής, η βρετανική αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων χαρακτηρίζεται από ζωηρό και πραγματικό ανταγωνισμό όπου στην πραγματικότητα δεσπόζουν οι εισαγωγές. Είναι πράγματι αδύνατο να υποστηριχθεί το αντίθετο αν ληφθεί υπόψη ότι μετά το 1979 οι εισαγωγές αντιπροσωπεύουν σταθερά το 60 % περίπου της βρετανικής κατανάλωσης βουτύρου και ότι το 1983 πωλήθηκε σε οργανισμούς παρεμβάσεως ποσοστό πλέον του 40 % της βρετανικής παραγωγής. Κρισιμότερο είναι εξάλλου ότι το επιχείρημα της Επιτροπής στηρίζεται σε υποθετική περίπτωση που μπορεί να προκύψει μόνο όταν η συγκυρία στη βρετανική αγορά είναι δυσμενής σε σύγκριση με τις άλλες κοινοτικές αγορές.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν όμως ότι η σχέση μεταξύ της τιμής του μεγαλύτερου μέρους συσκευασμένου βουτύρου και της τιμής παρεμβάσεως δεν υπήρξε ποτέ στο Ηνωμένο Βασίλειο χειρότερη από ό,τι στην υπόλοιπη Κοινότητα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αντιτάσσει στις αντιρρήσεις της Επιτροπής ως προς το κατά πόσο είναι δεκτικά συγκρίσεως τα στοιχεία που προσκόμισε, ότι αν ορισμένα από τα αριθμητικά αυτά στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τα έξοδα παραδόσεως, η διαφορά είναι αμελητέα, λιγότερη από 0,5 % της τιμής παρεμβάσεως, και αν ορισμένα από τα εν λόγω στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τα έξοδα συσκευασίας, τα έξοδα αυτά περιλαμβάνονται στα στοιχεία των περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, οπότε η σύγκριση αφορά σε μεγάλο βαθμό παρόμοια στοιχεία.
Εξάλλου ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι δύο τιμές που καθόρισε για το βουτυρικό λίπος του γάλακτος η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως επηρέασαν τις τιμές της βρετανικής αγοράς συσκευασμένου βουτύρου ή προκάλεσαν διαφορά μεταξύ των τιμών του Ηνωμένου Βασιλείου και των τιμών της υπόλοιπης Κοινότητας.
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο η Επιτροπή συγχέει τον ανταγωνισμό μεταξύ γαλακτοπαραγωγών με τον ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών βουτύρου, εν προκειμένω δε ο κρίσιμος ανταγωνισμός είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ γαλακτοπαραγωγών.
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο οι κύριοι εξαγωγείς βουτύρου προς το Ηνωμένο Βασίλειο είναι στην πραγματικότητα απλώς πρακτορεία πωλήσεων που ενεργούν για λογαριασμό συνεταιρισμών παραγωγών εγκατεστημένων στη χώρα εξαγωγής.
Ο κύριος στόχος των συνεταιρισμών αυτών είναι να επιτύχουν την καλύτερη τιμή για την πρώτη ύλη, δηλαδή το γάλα των παραγωγών τους. Επομένως ο ανταγωνισμός που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι αυτός που αναπτύσσεται μεταξύ των γαλακτοπαραγωγών.
Ωστόσο, αντίθετα με την άποψη της Επιτροπής, είναι προφανές ότι ο βρετανός γαλακτοπαραγωγός, όπως ακριβώς και ο ομόλογός του των άλλων κρατών μελών, πρέπει να προσαρμοστεί στην κατάσταση της αγοράς από την οποία και εξαρτάται εξ ολοκλήρου το κέρδος του.
Εξάλλου, οι εξαγωγικοί συνεταιρισμοί εφαρμόζουν και αυτοί σύστημα διπλών τιμών, ενώ δέχονται (όπως λόγου χάρη ο Irish Dairy Board ) να εξαγάγουν με χαμηλότερο καθαρό κέρδος από αυτό που αποφέρει πώληση σε οργανισμούς παρεμβάσεως.
Εξάλλου το περιθώριο κέρδους των εταιριών παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, το οποίο επικρίνει η Επιτροπή, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 1422/78 κατά το ότι, αν δεν είναι επαρκές, οι εν λόγω εταιρίες θα εγκαταλείψουν την αγορά, οι δε γαλακτοπαραγωγοί δεν θα έχουν πλέον διέξοδο για τα προϊόντα τους.
Εξάλλου η επίτευξη εύλογου κέρδους για τους κατασκευαστές παράγωγων προϊόντων μπορεί να θεωρηθεί ως στόχος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, όπως παρατηρεί η ίδια η Επιτροπή με την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1976 ( National Carbonising Company ).
δ) Επί της διακρίσεως μεταξύ των αγορα-ατών γάλακτος
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί πρώτον ότι η τιμή του γάλακτος δεν καθορίζεται από την ΜΜΒ αλλά από την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως ή ενδεχομένως από ανεξάρτητο διαιτητή. Εντός της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, οι ΜΜΒ και οι αγοραστές ενεργούν με ίσους όρους και δεν είναι δυνατό να κληθεί κάποιος αγοραστής να καταβάλει υψηλότερη τιμή από τους άλλους. Δεν συντρέχει διάκριση μεταξύ των αγοραστών του γάλακτος « όταν οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές αποφασίζουν οι ίδιοι να αγοράσουν σε δύο τιμές, με νόμιμη διαδικασία που διεξάγεται ομαλά με ίσους όρους και κατόπιν συμφωνίας στην οποία επικρατεί διαφάνεια ».
Κατά τα λοιπά αφού η κατάσταση είχε ως χαρακτηριστικό ότι το καθαρό κέρδος στην αγορά του συσκευασμένου βουτύρου ήταν αισθητά χαμηλότερο από το κέρδος στην αγορά του βουτύρου χύμα, θα προέκυπτε διάκριση αν δεν καθιερώνονταν δύο διαφορετικές τιμές εις βάρος των αγοραστών γάλακτος που ειδικεύονται στην παραγωγή συσκευασμένου βουτύρου.
Η κατάσταση αυτή πρέπει να θεωρηθεί απότοκος των τάσεων που εκδηλώνονταν τότε στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν προέκυψε από την καθιέρωση του συστήματος διπλών τιμών, η εκμετάλλευση του οποίου δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί.
ε) Επί τον εμποδίου οτην ομαλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς
Όσον αφορά τη λειτουργία του συστήματος παρεμβάσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί το βάσιμο του επιχειρήματος της Επιτροπής, ότι δηλαδή το περιθώριο κέρδους που εξασφαλίζεται στους βρετανούς παραγωγούς βουτύρου τους παρακινεί να παραμείνουν στην αγορά ακόμη και αν η συγκυρία είναι δυσμενής και αναγκάζει τους επιχειρηματίες των άλλων κρατών μελών να πωλήσουν σε οργανισμούς παρεμβάσεως μάλλον παρά να εξαγάγουν προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Το τελευταίο παρατηρεί ότι η άποψη της Επιτροπής στηρίζεται σε δύο αξιώματα και συγκεκριμένα στο ότι:
—
οι τιμές του βουτύρου στη βρετανική αγορά ήταν χαμηλότερες της τιμής παρεμβάσεως·
—
η συγκυρία ήταν στη Βρετανία δυσμενέστερη σε σύγκριση με τα άλλα κράτη μέλη.
Δεδομένου ότι κανένας από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν ευσταθεί το επιχείρημα της Επιτροπής είναι απορριπτέο.
Εν πάση περιπτώσει τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν αύξηση των πωλήσεων στους οργανισμούς παρεμβάσεως σε άλλα κράτη μέλη οφειλόμενη στη διαμόρφωση της βρετανικής αγοράς βουτύρου.
Μάλιστα κατά την περίοδο 1978-1983 υπήρξαν έτη κατά τα οποία δεν έγιναν πωλήσεις στους οργανισμούς παρεμβάσεως στη Δανία και/ή στην Ιρλανδία, που είναι οι δύο κυριότεροι εξαγωγείς βουτύρου προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι λοιπόν σαφές ότι η εξέλιξη της βρετανικής αγοράς βουτύρου δεν είχε απολύτως καμιά επίπτωση επί των πωλήσεων σε οργανισμούς παρεμβάσεως στους δύο κύριους κοινοτικούς προμηθευτές του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ακόμα και αν αποδειχθεί αύξηση των πωλήσεων σε οργανισμούς παρεμβάσεως στα άλλα κράτη μέλη, ο τόπος της παρεμβάσεως δεν ενδιαφέρει από κοινοτικής σκοπιάς. Δεδομένου ότι η παρέμβαση αποτελεί κοινοτικό σύστημα δεν υπάρχει η έννοια του ομαλού επιπέδου της παρεμβάσεως σε συγκεκριμένο κράτος μέλος. Αν δε η συνολική ποσότητα βουτύρου που πωλήθηκε σε οργανισμούς παρεμβάσεως εντός της Κοινότητας παραμένει αμετάβλητη, το σύστημα παρεμβάσεως δεν υφίσταται στρέβλωση στο κοινοτικό επίπεδο.
Όσον αφορά τις εξαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο, η χώρα αυτή αμφισβητεί προκαταρ-κτικώς το παραδεκτό του σχετικού ισχυρισμού ο οποίος δεν προβλήθηκε πριν από την άσκηση της προσφυγής. Ως προς την ουσία το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι εξαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο είναι χαμηλότερες λόγω της διπλής τιμής του γάλακτος από ό,τι θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αντιθέτως οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά μέσο όρο από το 10% στο 30% της παραγωγής. Το αποτέλεσμα αυτό είναι ικανοποιητικό αν ληφθεί υπόψη ότι και η διεθνής και η κοινοτική αγορά είναι ήδη πλεονασματικές σε βούτυρο και ότι το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό πολλών ισχυρών προμηθευτών.
Η δομή των εξαγωγών βουτύρου του Ηνωμένου Βασιλείου δεν διαφέρει ουσιωδώς από την αντίστοιχη των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας. Η κάμψη που σημειώθηκε μετά το 1981 εξηγείται από τη γενική κατάσταση των διεθνών αγορών κατά την κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία παρατηρήθηκε γενική μείωση των κοινοτικών εξαγωγών. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι το σύστημα διπλών τιμών ίσχυε και κατά την περίοδο 1978-1980 κατά την οποία αυξήθηκαν οι εξαγωγές.
στ) Επί τον εμποδίου στην υλοποίηση των προγραμμάτων ενισχύσεων
Όσον αφορά την ενίσχυση για το βούτυρο που προορίζεται στην παραγωγή γλυκισμάτων και παγωτών, το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί ότι ο σχετικός ισχυρισμός είναι εξ ολοκλήρου νέος, άρα απαράδεκτος. Επικουρικώς αμφισβητεί το βάσιμο του ισχυρισμού.
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, το επιχείρημα της Επιτροπής που σημαίνει στην πραγματικότητα ότι το γάλα που προορίζεται για την παραγωγή βουτύρου χύμα έπρεπε να πωληθεί στην ίδια μειωμένη τιμή με το γάλα που προορίζεται για την παραγωγή συσκευασμένου βουτύρου θα στρέβλωνε πολλαπλώς τον ανταγωνισμό και θα εμπόδιζε την ομαλή λειτουργία της αγοράς.
Το επιχείρημα αυτό θα προκαλούσε, πρώτον, στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ παραγωγών βουτύρου διότι οι βρετανοί παραγωγοί θα μπορούσαν να αγοράσουν το γάλα για την παραγωγή βουτύρου χύμα στην τιμή του « συσκευασμένου βουτύρου », ενώ δεν θα έχουν να αντιμετωπίσουν τις δαπάνες συσκευασίας και άλλες βάσει των οποίων υπολογίζεται η τιμή αυτή. Θα προέκυπτε εξάλλου στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών παγωτών και ειδών ζαχαροπλαστικής κατά τούτο, ότι, αφού μετακυλίεται ολόκληρο το κέρδος από τη μειωμένη τιμή του γάλακτος, οι αγοράζοντες βρετανικό βούτυρο παραγωγοί παγωτών και ειδών ζαχαροπλαστικής θα μπορούσαν να αγοράσουν βούτυρο χύμα σε αισθητά χαμηλότερη τιμή. 'Ετσι θα νοθευόταν το κοινοτικό σύστημα ενισχύσεων δεδομένου ότι τότε μόνο μπορεί να λειτουργήσει εφόσον πράγματι οι παραγωγοί παγωτών και ειδών ζαχαροπλαστικής αγοράζουν το βούτυρο χύμα σε τιμή παραπλήσια της τιμής παρεμβάσεως.
Εξάλλου είναι επίσης δυνατό να μην μετακυ-λίουν οι παραγωγοί βουτύρου το κέρδος από τη μειωμένη τιμή του γάλακτος, οπότε δεν μειώνεται « το πραγματικό επίπεδο της ενίσχυσης». Εν πάση περιπτώσει χαμένος θα είναι πάντα ο παραγωγός γάλακτος διότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα πρέπει να αρκεστεί στο μειωμένο κέρδος από την αγορά συσκευασμένου βουτύρου ακόμα και αν πρόκειται για πώληση βουτύρου χύμα στους παραγωγούς παγωτών και ειδών ζαχαροπλαστικής.
Το αποτέλεσμα όμως αυτό αντιβαίνει στους στόχους της κοινής οργάνωσης αγοράς καθόσον μειώνει τα έσοδα και το βιοτικό επίπεδο του γαλακτοπαραγωγού ο οποίος χάνει την ευκαιρία να επιτύχει την καθορισθείσα για το γάλα ενδεικτική τιμή ή τουλάχιστον το αντίστοιχο της τιμής παρεμβάσεως του γάλακτος.
Τέλος ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι βρετανοί παραγωγοί παγωτών ή ειδών ζαχαροπλαστικής βρέθηκαν πράγματι σε μειονεκτική θέση. Στην πραγματικότητα οι παραγωγοί αυτοί αγόραζαν πάντα από τους παραγωγούς βούτυρο χύμα σε τιμή παραπλήσια της τιμής παρεμβάσεως, σύμφωνα με την υπόθεση βάσει της οποίας καθορίζεται η ενίσχυση, άρα δεν συντρέχει στρέβλωση του συστήματος των ενισχύσεων.
2. Διαφοροποίηοη των τιμών του γάλακτος αναλόγως τον προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος
Όσον αφορά τη διαφοροποίηση των τιμών του πλήρους γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βουτύρου ή κρέμας γάλακτος αναλόγως του προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο, το Ηνωμένο Βασίλειο πραγματεύεται το ζήτημα της ενίσχυσης που προβλέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση για το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων ( στο Ηνωμένο Βασίλειο πρόκειται κυρίως για τη διατροφή των χοίρων). Παρατηρεί δε ότι η εν λόγω ενίσχυση καταβάλλεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως του ενδιαφερομένου κράτους μέλους στο γαλακτοκομείο το οποίο υποχρεούται να πωλήσει το αποκορυφωμένο γάλα σε τιμή που δεν υπερβαίνει το προκαθορισθέν ανώτατο όριο, ώστε να μετακυλίεται η ενίσχυση στη γεωργική εκμετάλλευση.
Η τιμή που αποκορυφωμένου γάλακτος που χρησιμοποιείται στο αγρόκτημα καθορίζεται από την ανταγωνιστική τιμή στην αγορά των ανταγωνιστικών τροφών ( λόγου χάρη μείγμα σόγιας και κριθής ή σόγιας και σίτου ). Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο η αξία του γάλακτος αυτού είναι μεγαλύτερη από την αξία του αποκορυφωμένου γάλακτος που μεταποιείται σε σκόνη διότι η τιμή την οποία είναι διατεθειμένος να καταβάλει ο χοιροτρόφος για την εν λόγω τροφή ( σε σύγκριση με άλλες ανταγωνιστικές τροφές ) αποφέρει, κατόπιν αφαιρέσεως των δαπανών, υψηλότερο κέρδος στους γαλακτοπαραγωγούς από την τιμή αγοράς της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος, κατόπιν αφαιρέσεως της δαπάνης για την αφυδάτωση.
Η αγορά του αποκορυφωμένου γάλακτος για τη διατροφή των ζώων είναι ανταγωνιστική και, λόγω του ανταγωνισμού των άλλων ζωοτροφών, το αποκορυφωμένο γάλα πωλείται γενικώς από τα γαλακτοκομεία σε τιμή αισθητά χαμηλότερη από την ανώτατη τιμή εξόδου από το γαλακτοκομείο που επιτρέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Εξάλλου η αγορά αυτή διευρύνθηκε τα τελευταία χρόνια, η δε κατανάλωση αποκορυφωμένου γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι γενικώς σε ικανοποιητικά επίπεδα σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατεί στα άλλα κράτη μέλη.
Τα παραπάνω στοιχεία στερούν ερείσματος το επιχείρημα της Επιτροπής το οποίο αποδεικνύεται αντίθετο προς τους βασικούς στόχους της κοινής οργάνωσης που θεσπίζει ο κανονισμός 804/68.
Πράγματι, το επιχείρημα της Επιτροπής, όπως το αντιλαμβάνεται το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι ότι ο βρετανός γαλακτοπαραγωγός δεν θα πρέπει να πραγματοποιεί κέρδος μεγαλύτερο εκείνου που θα είχε από τις πωλήσεις αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για τη παραγωγή σκόνης γάλακτος, ακόμη και αν το αποκορυφωμένο γάλα μπορεί να πωληθεί σε υψηλότερη τιμή στην αγορά στην οποία είναι ανταγωνιστικό. Αυτό σημαίνει ότι στην πράξη το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων δεν πρέπει να αποφέρει στον παραγωγό περισσότερο από την τιμή παρεμβάσεως. Κατ' αυτό τον τρόπο όμως η Επιτροπή λησμονεί τον κύριο στόχο του κανονισμού 804/68, δηλαδή την επίτευξη της ενδεικτικής τιμής.
Αν ο παραγωγός δεν μπορεί να υπερβεί την τιμή παρεμβάσεως αυτό αντιβαίνει και στις γενικές αρχές που θέτει το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Ερωτάται πράγματι πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχει προτεραιότητα η « αποτελεσματικότητα » ενός συστήματος κοινοτικών ενισχύσεων έναντι του στόχου της επιτεύξεως της ενδεικτικής τιμής και της εξασφαλίσεως ευλόγου βιοτικού επιπέδου στους γαλακτοπαραγωγούς.
Το σύστημα ενισχύσεων δεν παρεμποδίζεται αν το αποκορυφωμένο γάλα πωλείται σε τιμή χαμηλότερη της ανώτατης τιμής εξόδου από το γαλακτοκομείο. Στην Αγγλία και στην Ουαλία όμως το αποκορυφωμένο γάλα επωλείτο πάντα σε τιμή χαμηλότερη της ανώτατης τιμής εξόδου από το γαλακτοκομείο.
Εξάλλου το σύστημα ενισχύσεων δεν παρεμποδίζεται όταν οι πωλήσεις αποκορυφωμένου γάλακτος αυξάνονται παρά τον ανταγωνισμό. Όπως αποδεικνύεται όμως οι πωλήσεις αποκορυφωμένου γάλακτος πραγματοποιήθηκαν υπό καθεστώς ανταγωνισμού στην Αγγλία και στην Ουαλία και αυξήθηκαν.
Τέλος, η μείωση της τιμής του αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για χρησιμοποίηση στο αγρόκτημα θα προκαλούσε και μείωση του κέρδους που πραγματοποιεί ο γαλακτοπαραγωγός από τη σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος. Συγκεκριμένα αν, υπό τις συνθήκες αυτές, τα γαλακτοκομεία επιδίωκαν να αυξήσουν περισσότερο τις πωλήσεις αποκορυφωμένου γάλακτος στα αγροκτήματα, θα μειωνόταν η ποσότητα του διαθέσιμου για μεταποίηση σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος και θα αυξάνονταν επομένως οι κατά μονάδα δαπάνες μεταποιήσεως, ιδίως κατά τους νεκρούς μήνες του φθινοπώρου και του χειμώνα. Έτσι, για τον προσδιορισμό της αξίας της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος θα αφαιρούνταν από την τιμή αγοράς του υψηλότερα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή ο βρετανός γαλακτοπαραγωγός θα έχανε και στα δύο πεδία διότι θα επιτύγχανε χαμηλότερη τιμή και για το αποκορυφωμένο γάλα που χρησιμοποιείται στο αγρόκτημα και γι' αυτό που μεταποιείται σε σκόνη.
Το Ηνωμένο Βασίλειο σημειώνει ότι, κατόπιν των αντιρρήσεων που διατύπωσε με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε με το απαντητικό υπόμνημα ότι δεν εκφέρει κρίση ως προς το επίπεδο της ενιαίας τιμής που θα πρέπει να εφαρμοστεί για το αποκορυφωμένο γάλα. Το Ηνωμένο Βασίλειο συναγάγει ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται πλέον ότι το σύστημα διπλής τιμής μειώνει το πραγματικό επίπεδο της ενίσχυσης, το δε επιχείρημα της είναι τώρα ότι αν είχε καθοριστεί ενιαία τιμή θα ήταν χαμηλότερη από την ισχύουσα για το αποκορυφωμένο γάλα που χρησιμοποιείται στο αγρόκτημα στο πλαίσιο του συστήματος διπλής τιμής και επομένως το σύστημα αυτό εμπόδισε την αύξηση των πωλήσεων αποκορυφωμένου γάλακτος στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί απορριπτέα και αυτά τα επιχειρήματα. Παρατηρεί δε ειδικότερα:
1)
ότι θα μπορούσε να έχει νομίμως καθοριστεί ενιαία τιμή για το γάλα που προορίζεται για την παραγωγή βουτύρου χύμα, βάσει των διαφόρων στοιχείων που λαμβάνει υπόψη η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, σε επίπεδο ίσο ή υψηλότερο με την τιμή που καθορίζεται για το αποκορυφωμένο γάλα το προοριζόμενο για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις'
2)
ότι η έλλειψη ενιαίας τιμής δεν αποτελεί καθαυτή εμπόδιο στη λειτουργία του συστήματος ενισχύσεων τόσο διότι οι διαφορές μεταξύ των τιμών διαμορφώνονται φυσικά και επιτρέπονται βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 όσο και διότι η ύπαρξη και μόνο υψηλότερης τιμής δεν αποτελεί εμπόδιο ·
3)
ότι η λειτουργία του συστήματος ενισχύσεων δεν παρεμποδίζεται αν τηρείται η ανώτατη τιμή εξόδου από το γαλακτοκομείο·
4)
ότι δεν υπάρχει λόγος να στερηθεί ο γαλακτοπαραγωγός τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως περισσοτέρων εσόδων εφόσον τηρείται η τιμή εξόδου από το γαλακτοκομείο.
Εξάλλου, ακόμη και αν η Επιτροπή αποδείξει το βάσιμο όλων των υποθετικών περιπτώσεων που προβάλλει, τα επιχειρήματά της αναγνωρίζουν στην αποτελεσματικότητα του συστήματος ενισχύσεων προτεραιότητα έναντι του καθορισμού ευνοϊκότερης τιμής για τον παραγωγό, πράγμα που σημαίνει σύγχυση του κυρίου με το παρεπόμενο.
Όσον αφορά την τιμή που καθορίστηκε για το αποκορυφωμένο γάλα το προοριζόμενο για την παραγωγή τυρίνης, το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί ότι ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη ούτε στην προηγηθείσα αλληλογραφία γίνεται μνεία για την παράβαση την οποία φέρεται ότι διέπραξε κατά του συστήματος ενισχύσεων για την τυρίνη. Επομένως τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με την τυρίνη είναι απαράδεκτα.
Επικουρικώς το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εφήρμοσε το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1565/79 χωρίς να λάβει υπόψη την κοινή γεωργική πολιτική στο σύνολό της.
Συγκεκριμένα δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί να μην μπορεί ο βρετανός γαλακτοπαραγωγός να πραγματοποιήσει κέρδος μεγαλύτερο αυτού που θα αποκόμιζε από την πώληση σε οργανισμό παρεμβάσεως όταν έχει τη δυνατότητα να επιτύχει καλύτερη τιμή στην αγορά, στην περίπτωση που το αποκορυφωμένο γάλα πωλείται προκειμένου να μεταποιηθεί σε τυρίνη. Για να προσδιοριστεί αν παρεμποδίστηκε η ομαλή λειτουργία του συστήματος ενισχύσεων θα πρέπει να ερευνηθεί αν το σύστημα διπλής τιμής εμπόδισε πράγματι την πώληση αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για μεταποίηση σε τυρίνη.
Όπως διαπιστώνεται όμως η παραγωγή τυρίνης στο Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκε από το 1979, οι δε βρετανοί παραγωγοί είναι ανταγωνιστικοί στις διεθνείς αγορές.
Τέλος το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει κατά των επιχειρημάτων της Επιτροπής τα ίδια επιχειρήματα που προέβαλε κατά των αντίστοιχων ισχυρισμών σχετικά με το σύστημα ενισχύσεων για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων.
Απαντώντας τέλος στα επιχειρήματα της παρεμβαίνουσας Γαλλικής Δημοκρατίας, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι δεν ευσταθεί ότι οι ΜΜΒ μονοπωλούν έστω και σε μικρό βαθμό την προσφορά βουτύρου στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 9, το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει ότι η γαλλική κυβέρνηση την ερμηνεύει στενά, ενώ αρμόζουσα είναι η ερμηνεία που συνάδει προς τους σκοπούς της διάταξης αυτής. Το φερόμενο μειονέκτημα των γάλλων εξαγωγέων δεν αποδεικνύεται. Αξιοσημείωτο είναι εξάλλου ότι η βρετανική κατάσταση δεν εμπόδισε, λόγου χάρη, τους δανούς παραγωγούς να συνεχίσουν να διαθέτουν το βούτυρό τους στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι σημείου να κατέχουν ποσοστό 20 ο/ο της αγοράς. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν στηρίζει τους ισχυρισμούς ότι η βρετανική αγορά είναι προστατευόμενος χώρος. Ο όγκος των εισαγωγών βουτύρου στο Ηνωμένο Βασίλειο αποδεικνύει μάλλον το αντίθετο.
IV — Απαντήσεις των διαδίκων στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Απαντώντας στις ερωτήσεις που του υπέβαλε το Δικαστήριο, το Hvωμένο Βασίλειο διευκρινίζει μεταξύ άλλων:
α)
ότι την 1η Μαρτίου και την 1η Απριλίου 1984 η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως της Αγγλίας και της Ουαλίας αντιστοίχως καθόρισε ενιαίες τιμές για το βουτυρικό λίπος του γάλακτος και για το απόκορυφωμένο γάλα, από 1ης Απριλίου 1985 δε, έπαυσε η καταβολή πριμοδοτήσεως στους αγοραστές γάλακτος που δεν χρησιμοποιούν το αποκορυφωμένο γάλα για την παραγωγή σκόνης γάλακτος αλλά για άλλους σκοπούς·
β)
ότι το σύστημα των πολλαπλών τιμών καταργήθηκε και για το γάλα που προορίζεται στην παραγωγή κρέμας γάλακτος'
γ)
ότι είναι πολύ δύσκολο να συναχθούν συμπεράσματα βάσει των στατιστικών στοιχείων ως προς τις συνέπειες της καταργήσεως των διαφοροποιημένων τιμών και τούτο λόγω του ότι το 1984 επήλθαν και άλλες ουσιώδεις μεταβολές όπως η εισαγωγή ποσοστώσεων για το γάλα και η παρακμή της βρετανικής παραγωγής βουτύρου
δ)
ότι όπως προκύπτει από την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των βρετανικών αρχών, οι τελευταίες δικαιολόγησαν τις περιπτώσεις στις οποίες, κατά τα έτη 1983 και 1984, η χαμηλότερη τιμή του εγχώριου συσκευασμένου βουτύρου υπήρξε χαμηλότερη της χαμηλότερης τιμής συσκευασμένου βουτύρου εισαγωγής.
Η Επιτροπή διευκρίνισε:
α)
ότι το σύστημα διαφοροποιήσεως των τιμών κατά του οποίου στρέφεται στην υπό κρίση υπόθεση καταργήθηκε, η ίδια όμως διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το ζήτημα μήπως καθιερωθεί και πάλι υπό διαφορετική μορφή με την πρακτική που εγκαινιάστηκε εκ των υστέρων'
β)
ότι δεν νομίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δικαιολόγησε βασίμως τις χαμηλότερες τιμές των εγχωρίων προϊόντων σε σύγκριση με τις τιμές των εισαγομένων.
Το Ηνωμένο Βαοίλειο και η Επιτροπή προσκόμισαν και έγγραφα, ιδίως πίνακες των χονδρικών τιμών του συσκευασμένου βουτύρου και του βουτύρου χύμα αφού φρόντισαν να καταστήσουν δεκτικά συγκρίσεως τα μεγέθη τα σχετικά με τα διάφορα κράτη μέλη.
G. Bosco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΛΠΌΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 2ας Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 23/84,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Richard Wainwright, νομικό της σύμβουλο, και D. Grant Lawrence, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον François Renouard, αναπληρούμενο από τον Β. Botte, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γαλλική Πρεσβεία,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου αρχικώς από την G. Dagtoglou και στη συνέχεια από τον R. Ν. Ricks, επικουρούμενους από τους Christopher Bellamy και Rupert Anderson, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Μεγάλης Βρετανίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι, επιτρέποντας στις Milk Marketing Boards ( οργανώσεις εμπορίας γάλακτος )
—
να εφαρμόζουν σύστημα διπλών τιμών του πλήρους γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου αναλόγως του αν το βούτυρο προορίζεται να πωληθεί ως βούτυρο παρεμβάσεως ή χύμα, αφενός, ή λιανικώς, σε πακέτα, αφετέρου·
—
να εφαρμόζουν για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου και κρέμας γάλακτος, τιμές οι οποίες διαφοροποιούνται αναλόγως του προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος που παράγεται κατ' αυτό τον τρόπο,
το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του κανονισμού 1422/78 του Συμβουλίου και από το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79 της Επιτροπής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, πρόεδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann και R. Joliet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Ρ. Heim
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Φεβρουαρίου 1986 κατά την οποία η παρεμβαίνουσα εκπροσωπήθηκε από τον R. Abraham,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις κατά τη συνεδρίαση της 15ης Απριλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιανουαρίου 1984, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι, επιτρέποντας στις Milk Marketing Boards (στο εξής: ΜΜΒ), οργανώσεις εμπορίας γάλακτος που συστάθηκαν στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία με Milk Marketing Schemes που εγκρίθηκαν από το Κοινοβούλιο το 1933, στη δε Βόρεια Ιρλανδία με Milk Marketing Scheme του 1955,
—
να εφαρμόζουν σύστημα διπλών τιμών του πλήρους γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου αναλόγως του αν το βούτυρο προορίζεται να πωληθεί ως βούτυρο παρεμβάσεως ή χύμα, αφενός, ή λιανικώς, σε πακέτα, αφετέρου·
—
να εφαρμόζουν για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου και κρέμας γάλακτος, τιμές οι οποίες διαφοροποιούνται αναλόγως του προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος που παράγεται κατ' αυτό τον τρόπο,
το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του κανονισμού 1422/78 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1978, περί της χορηγήσεως ορισμένων ειδικών δικαιωμάτων σε οργανώσεις παραγωγών γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 213 ) και από το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1979, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1422/78 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 243 ).
2
'Ενα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της αγοράς γάλακτος του Ηνωμένου Βασιλείου, πριν από την προσχώρηση του στην ΕΟΚ, ήταν η λειτουργία των Μ Μ Β. Οι οργανώσεις αυτές, τα μέλη των οποίων εκλέγονται από τους γαλακτοπαραγωγούς, είχαν ως αποστολή τη βελτίωση της παραγωγής και της εμπορίας των γαλακτοκομικών προϊόντων. Προς τούτο όλοι οι παραγωγοί γάλακτος, εκτός αυτών που ήταν συγχρόνως και λιανοπωλητές, πωλούσαν το γάλα της παραγωγής τους μέσω των MMB· αφετέρου, οι οργανώσεις αυτές δέχονταν ολόκληρη την ποσότητα γάλακτος των εν λόγω παραγωγών προκειμένου να τη μεταπωλήσουν κατά τον πλέον επικερδή τρόπο και να καταβάλλουν στους παραγωγούς ενιαία τιμή υπολογιζόμενη βάσει των συνολικών κερδών σε όλες τις αγορές.
3
Μετά την προσχώρηση η λειτουργία των ΜΜΒ ενσωματώθηκε στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ). Προς τούτο ο κανονισμός του Συμβουλίου 1421/78, της 20ής Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 211 ) με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 25 του κανονισμού 804/68, πρόβλεψε « τη δυνατότητα αναγνωρίσεως αυτών των Boards και, σε ανάλογες καταστάσεις, παρομοίων οργανώσεων στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών » μεριμνώντας συγχρόνως για το συμβιβαστό της λειτουργίας των εν λόγω οργανώσεων προς το κοινοτικό δίκαιο « προκειμένου να τηρούνται οι γενικές αρχές της Συνθήκης ».
4
Προβλέποντας τη δυνατότητα αναγνωρίσεως των ΜΜΒ, ο κανονισμός 1421/78 θέτει ορισμένους όρους στην άσκηση της δραστηριότητάς του. Σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 25, όπως τροποποιήθηκε, το Συμβούλιο μπορεί να επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν, στις οργανώσεις που αντιπροσωπεύουν ορισμένο ποσοστό του αριθμού των γαλακτοπαραγωγών, των εγκατεστημένων σε μία συγκεκριμένη περιοχή, το αποκλειστικό δικαίωμα να αγοράζουν από τους εγκατεστημένους στην ίδια περιοχή παραγωγούς το γάλα που παράγουν και πωλούν ως έχει οι τελευταίοι, καθώς και το δικαίωμα να εξομοιώνουν τις τιμές που καταβάλλουν στους παραγωγούς χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον προορισμό του γάλακτος που αγοράζουν από καθένα. Παρέχοντας την άδεια αυτή το Συμβούλιο οφείλει να θεσπίσει τους γενικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση από τις εν λόγω οργανώσεις των ειδικών δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζονται. Με τους γενικούς αυτούς κανόνες λαμβάνεται μέριμνα ώστε η άσκηση των εν λόγω ειδικών δικαιωμάτων:
—
να συμβιβάζεται με τις γενικές αρχές της Συνθήκης,
—
να μην εισάγει διάκριση έναντι των παραγωγών που πωλούν το γάλα τους στην οργάνωση και των ενδιαφερομένων που επιθυμούν να αγοράσουν γάλα από αυτήν,
—
να μη θίγει τον ανταγωνισμό στο γεωργικό τομέα παρά μόνο εντός των απολύτως αναγκαίων ορίων,
—
να μη διακυβεύει την ομαλή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, ιδίως όσον αφορά το σύστημα τιμών και το σύστημα παρεμβάσεως.
5
Με τον κανονισμό 1422/78 της 20ής Ιουνίου 1978, το Συμβούλιο θέσπισε τους γενικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση των ειδικών δικαιωμάτων τα οποία χορήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο στις ΜΜΒ. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι οι τιμές στις οποίες πωλούν το γάλα οι ΜΜΒ στους αγοραστές « δεν δύνανται να διαφοροποιηθούν παρά μόνο
α)
ανάλογα με τον προορισμό για τον οποίο ο αγοραστής θα το χρησιμοποιήσει,
β )
ανάλογα με άλλα κριτήρια που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 4 »,
δηλαδή με διαδικασία που προβλέπει τη συμμετοχή επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, στην οποία εκπροσωπούνται με ίσους όρους οι ΜΜΒ, αφενός, και οι αγοραστές του γάλακτος, αφετέρου. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι η διαφοροποίηση ανάλογα με τον προορισμό των προϊόντων δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου μεταξύ των γαλακτοκομικών προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών και των εγχωρίων προϊόντων.
6
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των εν λόγω διατάξεων από τις ΜΜΒ, το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 επιβάλλει στο Ηνωμένο Βασίλειο την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για το συνεχή έλεγχο της τηρήσεως από τις ΜΜΒ των κοινοτικών αρχών και κανόνων καθώς και των ειδικών όρων υπό τους οποίους χορηγείται το δικαίωμα. Κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1979, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1422/78, το Ηνωμένο Βασίλειο εκδίδει τις αναγκαίες λεπτομερείς διατάξεις για το διαρκή έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 9 του κανονισμού 1422/78. Η υποχρέωση αυτή αφορά ιδίως τον καθορισμό των πιθανών « προορισμών » του γάλακτος κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α ), καθώς και των λοιπών αντικειμενικών κριτηρίων που μπορούν να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, με περιοδική σύγκριση μεταξύ των τιμών πωλήσεως στον πρώτο αγοραστή οι οποίες επικράτησαν στη βρετανική αγορά για τα κύρια γαλακτοκομικά προϊόντα που παρασκευάζονται από το γάλα που πωλούν οι ΜΜΒ και των τιμών πωλήσεως των ανάλογων γαλακτοκομικών προϊόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Τέλος το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοινώνει κάθε μήνα στην Επιτροπή τις πιο χαμηλές τιμές στις οποίες πωλήθηκαν τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα.
7
Προκειμένου να προσαρμόσει τη νομοθεσία του προς τις απαιτήσεις της κοινοτικής ρύθμισης, το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε το 1981 τους Milk Marketing Boards ( Special conditions ) Regulations, που ισχύουν σε ολόκληρη τη χώρα και διάφορους Milk Marketing Scheme ( Amendment ) Regulations, που ισχύουν στις επιμέρους ζώνες όπου λειτουργούν ΜΜΒ. Δυνάμει του άρθρου 66, παράγραφος 7, του Milk Marketing Scheme που ισχύει στην Αγγλία και στην Ουαλία, όπως τροποποιήθηκε από τους προαναφερθέντες Regulations, η ΜΜΒ μπορεί να πωλεί το γάλα σε τιμές που κυμαίνονται σε ευρεία κλίμακα αναλόγως των πιθανών προορισμών τόσο του πλήρους όσο και του αποκορυφωμένου γάλακτος που προκύπτει από την παραγωγή βουτύρου ή κρέμας. Κατά το άρθρο 66, παράγραφος 8, οι τιμές στις οποίες πωλεί το γάλα η ΜΜΒ μπορούν να διαφοροποιούνται βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται υπό στοιχεία a) μέχρι f ) καθώς και "βάσει οποιουδήποτε άλλου αντικειμενικού κριτηρίου υπό την επιφύλαξη της εγκρίσεως του υπουργού [ στοιχείο g ) ]. Ανάλογες διατάξεις θεσπίστηκαν και για τις άλλες ΜΜΒ.
8
Η ΜΜΒ Αγγλίας και Ουαλίας, στην οποία οι διάδικοι συμφώνησαν να αναφέρονται λόγω του ότι έχει δεσπόζοντα ρόλο ενώ εξάλλου οι ΜΜΒ ενεργούν κατά παρόμοια πρακτική, θεώρησε ότι η εν λόγω νομοθεσία της επιτρέπει να διαφοροποιεί τις τιμές του πλήρους γάλακτος σε πρώτο στάδιο μεν, μεταξύ άλλων αναλόγως του αν το γάλα προορίζεται για την παραγωγή βουτύρου χύμα ή συσκευασμένου βουτύρου, και σε δεύτερο στάδιο αναλόγως του αν το αποκορυφωμένο γάλα που λαμβάνεται από το εν λόγω πλήρες γάλα προορίζεται για την παραγωγή σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος, για την παραγωγή ζωοτροφών ή για άλλες χρήσεις.
9
Η Επιτροπή φρονεί ότι το σύστημα διπλής τιμής του γάλακτος που προορίζεται για την παραγωγή βουτύρου και η διαφοροποίηση των τιμών αναλόγως του προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο δεν συνάδει προς τους όρους που θέτουν οι κανονισμοί 1422/78 και 1565/79.
10
Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η πρακτική αυτή συμφωνεί απολύτως με το κοινοτικό δίκαιο, το δε γεγονός ότι εγκαταλείφθηκε πρόσφατα οφείλεται αποκλειστικά σε εμπορικούς λόγους και όχι στο ότι κρίθηκε ασυμβίβαστη προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί συνεπώς ότι, επιτρέποντας αυτή την πρακτική, δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του κανονισμού 1422/78 και από το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79.
11
Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας που παρεμβαίνει υπέρ της Επιτροπής φρονεί αντιθέτως ότι η πρακτική που ακολουθούν οι ΜΜΒ δεν ευρίσκει έρεισμα στις κοινοτικές κανονιστικές διατάξεις και προκαλεί σοβαρότατη στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού.
Επι των προκαταρκτικών ισχυρισμών που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο κατά της προσφυγής
12
Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει κατά της προσφυγής τους εξής προκαταρκτικούς ισχυρισμούς:
α)
η προσφυγή λόγω παραβάσεως δεν είναι το ενδεδειγμένο μέσο καθ' ότι η Επιτροπή όφειλε να προτείνει τροποποιήσεις της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης ή να ακολουθήσει τη γνωστή ως διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως αντί να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως·
β )
η Επιτροπή στηρίχθηκε σε επιχειρήματα τελείως θεωρητικά χωρίς να ερευνήσει τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ενώ η υπόθεση απαιτεί ακριβώς εκτίμηση πραγματικών στοιχείων ιδίως όσον αφορά ενδεχόμενες « στρεβλώσεις » της αγοράς.
13
Όσον αφορά το σημείο β ), πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να ερευνηθεί παρά μόνο στο πλαίσιο της κατ' ουσία εξέτασης της υποθέσεως.
14
Όσον αφορά το σημείο α ), το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή γνώριζε από το τέλος του 1978 το θέμα του καθορισμού διαφορετικών τιμών για το γάλα και παρ' όλα αυτά ενέκρινε με τον κανονισμό 1565/79 τη χορήγηση ειδικών δικαιωμάτων στις ΜΜΒ οπότε, αν επιθυμούσε στη συνέχεια να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, όφειλε να θεσπίσει « συμπληρωματικές γενικές λεπτομέρειες εφαρμογής ή ειδικές αποφάσεις », σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1565/79. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει εξάλλου ότι, αντί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως η Επιτροπή όφειλε πρώτα, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 1422/78, να θέσει τις εν λόγω τιμές « προς εξέταση στην επιτροπή διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού ( ΕΟΚ) αριθ. 804/68 ».
15
Η Επιτροπή απαντά ότι η λύση που υποστηρίζει η βρετανική κυβέρνηση σημαίνει τροποποίηση της κοινοτικής ρύθμισης ενώ στην πραγματικότητα το επίδικο ζήτημα είναι η μη ορθή εφαρμογή της σχετικής ρύθμισης από ένα κράτος μέλος και υποστηρίζει ότι η διαδικασία του άρθρου 169 είναι συνεπώς η κατάλληλη διαδικασία για τη διαπίστωση της παράβασης αυτής.
16
Η Επιτροπή διατύπωσε εξαρχής τις επιφυλάξεις της ως προς το αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο το σύστημα διαφοροποιημένων τιμών επισημαίνοντας λόγου χάρη με το από 13 Ιουλίου 1979 έγγραφο του γενικού διευθυντή γεωργίας προς το βρετανικό Υπουργείο Γεωργίας Αλιείας και Τροφίμων, ότι « ένα σύστημα διαφοροποιημένων τιμών συμβιβάζεται προς την διάταξη του κανονισμού ( αριθ. 1422/78 ) εφόσον δεν επηρεάζει την ομαλή λειτουργία των μηχανισμών της οργάνωσης αγοράς και ιδίως των μηχανισμών παρεμβάσεως. Αν όμως το σύστημα διαφοροποιημένων τιμών επηρεάζει αυτούς τους μηχανισμούς και δεν είναι ουδέτερο, τότε δεν συμβιβάζεται προς την εν λόγω διάταξη ». Επομένως δεν μπορεί να λεχθεί ότι η Επιτροπή δέχτηκε κατ' αρχήν ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση των τιμών συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο.
17
Αυτό εξάλλου δεν προκύπτει ούτε από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν επιδίωξε την αφαίρεση της άδειας που είχε χορηγηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο με την αιτιολογία ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι που θέτει ο κανονισμός 1422/78. Πράγματι, μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν θέλησε να αμφισβητήσει ολόκληρο το σύστημα των ΜΜΒ, τη στιγμή που δεν αμφισβητούνται τα πλεονεκτήματα που εμφανίζει για τους καταναλωτές, λόγω μιας παράβασης που θα μπορούσε να αρθεί από τη βρετανική κυβέρνηση χωρίς να εγκαταλειφθεί το ίδιο το σύστημα.
18
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη δικογραφία οι βρετανικές τιμές εξετάστηκαν από την επιτροπή διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων τουλάχιστο μία φορά. Όπως όμως ορθά υποστηρίζει η Επιτροπή, η εξέταση αυτή δεν επιλύει το ζήτημα μήπως κάποιο κράτος μέλος δεν εφαρμόζει ορθά την κοινοτική νομοθεσία.
19
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να κριθεί ότι τίποτα δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
Επί της ενστάσεως απαραδέκτου που πρόβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τον πρώτον ισχνρισμον της προσφνγής
20
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει στη συνέχεια ένσταση απαραδέκτου κατά του πρώτου ισχυρισμού που πρόβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της πρώτης αιτίασης, δηλαδή κατά του ισχυρισμού ότι η διαφοροποίηση των τιμών του πλήρους γάλακτος αναλόγως του αν το βούτυρο που παράγεται από το γάλα αυτό πωλείται χύμα ή συσκευασμένο δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1422/78. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει σχετικώς ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος διότι η Επιτροπή δεν ανέφερε ούτε στην αλληλογραφία που αντάλλαξε με τις βρετανικές αρχές σχετικά με το ζήτημα της διαφοροποιήσεως των τιμών του γάλακτος ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη της 10ης Ιουνίου 1983 το επιχείρημα ότι η διαφοροποίηση των τιμών του γάλακτος βάσει των κριτηρίων που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ αντιβαίνει καθαντή στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθεί αν προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού ή αν επηρεάζει την ομαλή λειτουργία του συστήματος των ενισχύσεων στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγοράς.
21
Η Επιτροπή απαντά ότι επισήμανε το ζήτημα του ασυμβίβαστου προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1422/78 των κριτηρίων διαφοροποιήσεως των τιμών του πλήρους γάλακτος που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ με το από 18 Σεπτεμβρίου 1980 έγγραφο προς τη μόνιμη αντιπροσωπεία του Ηνωμένου Βασιλείου στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, με το από 10 Ιουνίου 1982 έγγραφο προς τον Υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και με την από 10 Ιουνίου 1983 αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως το σχετικό επιχείρημα της προσφυγής απλώς διευκρινίζει την αρχική αιτίαση, άρα είναι παραδεκτό.
22
Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι, με το έγγραφο οχλήσεως και με την αιτιολογημένη γνώμη η Επιτροπή δεν ανέφερε ρητά, όπως έπραξε με την προσφυγή, ότι η διαφοροποίηση της τιμής του γάλακτος αναλόγως του αν προορίζεται για την παραγωγή βουτύρου χύμα ή συσκευασμένου βουτύρου συνιστά καθαυτή παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78, ανεξαρτήτως των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η πρακτική αυτή στη λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς.
23
Σημειωτέον όμως επίσης ότι με το προαναφερθέν έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 1980, η Επιτροπή παρατήρησε ήδη ότι η ρήτρα που επιτρέπει στις ΜΜΒ να καθορίζουν διαφορετικές τιμές για το πλήρες γάλα αναλόγως του αν το προϊόν θα πωληθεί στην ελεύθερη αγορά ή σε οργανισμό παρεμβάσεως μπορεί εύκολα να αποτελέσει εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς και ότι « εξάλλου το πρόσωπο του επόμενου αγοραστή του προϊόντος ( οργανισμός παρεμβάσεως ή ιδιώτης επιχειρηματίας ) δεν μπορεί, γενικώς, να θεωρηθεί ως αντικειμενικό κριτήριο ». Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε ήδη επισημάνει τότε τη δυνατότητα εκτιμήσεως του συμβιβαστού ενός κριτηρίου διαφοροποιήσεως των τιμών προς την κοινοτική ρύθμιση ανεξαρτήτως της έρευνας των αποτελεσμάτων της επί της λειτουργίας της κοινής οργάνωσης αγοράς.
24
Με το έγγραφο οχλήσεως η Επιτροπή αμφισβήτησε το νόμιμο του συστήματος διαφοροποιημένων τιμών του γάλακτος όχι μόνο από τη σκοπιά της ομαλής λειτουργίας της κοινής οργάνωσης αγοράς αλλά και από τη σκοπιά του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού 1422/78, προς το οποίο δεν συμβιβάζεται το εν λόγω σύστημα. Η αιτιολογημένη γνώμη επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις αυτές. Αλλά η μεν παράγραφος 2 του άρθρου 9 προβλέπει ότι η διαφοροποίηση ανάλογα με τον προορισμό δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, η δε παράγραφος 1 θέτει απλώς το γενικό κανόνα ότι οι τιμές του γάλακτος δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν παρά μόνο ανάλογα με τον προορισμό για τον οποίο « θα το χρησιμοποιήσει » ο αγοραστής.
25
Υπό τις συνθήκες αυτές η βρετανική κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η προσφυγή, διευκρινίζοντας τις αιτιάσεις που είχε προβάλει η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, επεξέτεινε το αντικείμενο της διαφοράς. 'Αρα η ένσταση απαράδεκτοι είναι απορριπτέα.
Επί νης ουσίας
26
Κατά την Επιτροπή, ο « προορισμός » του γάλακτος δεν μπορεί να σημαίνει άλλο παρά τη χρησιμοποίηση που επιφυλάσσει ο αγοραστής στο γάλα το οποίο αγοράζει από τις ΜΜΒ, που είναι εν προκειμένω οι παραγωγοί βουτύρου, ενώ κατά το βρετανικό σύστημα « ο προορισμός » του γάλακτος, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1422/78 καταλήγει να σημαίνει τη χρησιμοποίηση του παράγωγου προϊόντος, δηλαδή του βουτύρου.
27
Το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί αντιθέτως ότι ο όρος « προορισμός » αναφέρεται στην αγορά στην οποία θα πωληθεί το τελικό προϊόν και ότι η διαφοροποίηση δικαιολογείται από το ότι υπάρχουν δύο χωριστές αγορές βουτύρου, η αγορά βουτύρου χύμα και η αγορά συσκευασμένου βουτύρου.
28
Δεδομένου ότι η έννοια του « προορισμού » δεν ορίζεται πρέπει να οριστεί βάσει της ερμηνείας του κειμένου στο οποίο απαντά.
29
Εν πρώτοις το άρθρο 9, παράγραφος 1, όπως προκύπτει από το γράμμα του, λαμβάνει ως αρχή την ενιαία τιμή ( « οι τιμές είναι οι ίδιες για όλους τους ενδιαφερόμενους αγοραστές » ), το οποίο εξάλλου συνάδει προς τη βασική αντίληψη των ενιαίων τιμών που είναι συμφυής της κοινής οργάνωσης αγοράς και δεν προβλέπει διαφοροποίηση των τιμών παρά μόνο κατ' εξαίρεση από το γενικό αυτό κανόνα.
30
Η εξαίρεση αυτή αφορά μόνο τον προορισμό « για τον οποίο ο αγοραστής θα... χρησιμοποιήσει » το γάλα που πωλούν οι ΜΜΒ. Ο προορισμός για τον οποίο ο αγοραστής θα χρησιμοποιήσει το γάλα μπορεί μεν να είναι η παραγωγή βουτύρου όχι όμως και να περιλαμβάνει τον τρόπο κατά τον οποίο στη συνέχεια το παραγόμενο βούτυρο προσφέρεται, διατίθεται στο εμπόριο ή πωλείται. Πράγματι η διεύρυνση αυτή της έννοιας του όρου « προορισμός » μπορεί να έχει ως συνέπεια να περιλάβει όχι μόνο τη χρησιμοποίηση του γάλακτος από τον αγοραστή για την παραγωγή βουτύρου αλλά και τη χρησιμοποίηση του βουτύρου από τον επιχειρηματία η οποία έπεται της παραγωγής του.
31
Ενόψει του εξαιρετικού κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1422/78 χαρακτήρα της διαφοροποίησης των τιμών και της σαφούς διατυπώσεως της διάταξης αυτής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η τελευταία επιτρέπει, όπως ισχυρίζεται η βρετανική κυβέρνηση, τη διαφοροποίηση αναλόγως της αγοράς για την οποία προορίζεται το βούτυρο ως τελικό προϊόν.
32
Επομένως ο όρος «προορισμός» από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1422/78 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά κατά την έννοια ότι αφορά μόνο τον προορισμό του γάλακτος και όχι τη χρησιμοποίηση προϊόντος μεταποιήσεως όπως το βούτυρο.
33
Η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει περαιτέρω ότι, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι οι διαφοροποιημένες τιμές του γάλακτος δεν καθορίστηκαν βάσει της παραγράφου 1, στοιχείο α ), του άρθρου 9, πρέπει να γίνει δεκτό ότι καθορίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο β), κατά την οποία οι τιμές μπορούν να διαφοροποιηθούν « ανάλογα με άλλα κριτήρια που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 4 », δηλαδή μέσω διαπραγματεύσεων στις οποίες εκπροσωπούνται εξίσου οι ενδιαφερόμενες Μ Μ Β και οι αγοραστές γάλακτος. Τα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν εν προκειμένω είναι τα αντίστοιχα έξοδα πωλήσεως βουτύρου χύμα και συσκευασμένου βουτύρου και οι διαφορετικές τιμές στις οποίες πωλούνται τα προϊόντα αυτά στις αντίστοιχες αγορές.
34
Η Επιτροπή παρατηρεί, πρώτον, ότι εξ όσων γνωρίζει δεν έχει υιοθετηθεί κανένα νέο κριτήριο διαφοροποιήσεως των τιμών βάσει της διαδικασίας του άρθρου 9, παράγραφος 4. Προσθέτει δε ότι ακόμα και αν είχε γίνει αυτό, το κριτήριο διαφοροποιήσεως των τιμών του γάλακτος που στηρίζεται στο ότι το βούτυρο που παράγεται από το εν λόγω γάλα προορίζεται να πωληθεί λιανικώς ή σε οργανισμούς παρεμβάσεως δεν είναι εν πάση περιπτώσει αντικειμενικό κριτήριο κατά την έννοια της εν λόγω παραγράφου, αν ληφθεί υπόψη ότι τα αντικειμενικά κριτήρια που θέτει το άρθρο 66, παράγραφος 8, στοιχεία a ) έως f ), του Milk Marketing Scheme, όπως τροποποιήθηκε το 1981, όπως η ποσότητα του παραδοτέου γάλακτος, ο χαρακτηρισμός και η ποιότητα του, ο τόπος παραγωγής, μεταποιήσεως ή παραδόσεως είναι όλα κριτήρια που συνδέονται άμεσα με το γάλα και δεν αφορούν καθόλου την αγορά στην οποία προορίζεται να πωληθεί συγκεκριμένο προϊόν μεταποιήσεως του.
35
Σημειωτέον σχετικώς ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν απέδειξε, ούτε κατά την προφορική διαδικασία ούτε κατά τη συζήτηση, τον ισχυρισμό της ότι η επίδικη διαφοροποίηση καθορίστηκε σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως. Καίτοι η ισομερής επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη, πέραν των κριτηρίων της παραγράφου 8, στοιχεία a ) έως f ), του προαναφερθέντος άρθρου 66, κάθε άλλο αντικειμενικό κριτήριο κατά την έννοια του στοιχείου g ) της ίδιας παραγράφου, πλην όμως, απαντώντας στην ερώτηση του Δικαστηρίου « αν και σε ποιες περιπτώσεις ακολουθήθηκε η διαδικασία της ισομερούς επιτροπής για τον καθορισμό νέων αντικειμενικών κριτηρίων », η βρετανική κυβέρνηση ανέφερε απλώς ότι « η θέσπιση ενιαίας τιμής για το βουτυρικό λίπος που περιέχεται στο γάλα από το οποίο παράγεται το βούτυρο κατέστησε περιττό τον καθορισμό νέων αντικειμενικών κριτηρίων από την ισομερή επιτροπή ».
36
Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι το κριτήριο που χρησιμοποίησαν οι ΜΜΒ δεν καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β ), οπότε παρέλκει το ερώτημα αν μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί αντικειμενικό.
37
Η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι η μη τήρηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 δεν μπορεί να αποτελεί per se παραβίαση του κοινοτικού δικαίου αν δεν έχει ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, την εισαγωγή διακρίσεων ή την παρεμπόδιση της καλής λειτουργίας της κοινής οργάνωσης αγορών. Υπέρ της απόψεως της επικαλείται ορισμένες γνώμες που διατύπωσαν κατά καιρούς οι υπηρεσίες της Επιτροπής καθώς και το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1565/79. Επικαλείται επίσης τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 9 του κανονισμού 1422/78 που ορίζουν αντιστοίχως ότι η διαφοροποίηση ανάλογα με τον προορισμό δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διαστρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου μεταξύ των γαλακτοκομικών προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών και ότι οι ΜΜΒ δεν μπορούν να πωλούν το γάλα σε τιμή χαμηλότερη της πιο χαμηλής τιμής που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο για το συγκεκριμένο εισαγόμενο γαλακτοκομικό προϊόν, ισχυρίζεται δε ότι, αν πράγματι τηρήθηκαν αυτές οι διατάξεις, όπως πιστεύει ότι είναι σε θέση να αποδείξει, τότε δεν ασκεί επιρροή η μη τήρηση του άρθρου 9, παράγραφος 1.
38
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι οι υπηρεσίες της εξέφρασαν ποτέ την άποψη ότι η μη τήρηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 δεν συνιστά παραβίαση κοινοτικού δικαίου παρά μόνο εφόσον επηρεάζει την καλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγορών. Προσθέτει δε όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3, ότι το επιχείρημα της βρετανικής κυβέρνησης πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί απλώς και μόνο διότι οι βρετανικές αρχές δεν απέδειξαν ότι οι χαμηλότερες τιμές του φθηνότερου βρετανικού βουτύρου σε σχέση με τις τιμές του φθηνότερου βουτύρου εισαγωγής, όπως διαπιστώθηκαν επανειλημμένα από το Φεβρουάριο του 1982 δεν επηρεάστηκαν από τη διαφοροποίηση των τιμών του γάλακτος που πραγματοποίησαν οι ΜΜΒ.
39
Από τη δικογραφία προκύπτει πράγματι, όπως παρατηρεί η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι οι απόψεις που υποστήριξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατά τις επικοινωνίες τους, προφορικές και γραπτές, με τις βρετανικές αρχές δεν υπήρξαν πάντα ομόφωνες. Ωστόσο από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι οι εν λόγω αρχές δεν έλαβαν καμιά διαβεβαίωση ικανή να τους δημιουργήσει την πεποίθηση ότι η άδεια που τους παρασχέθηκε με τον κανονισμό 1422/78 έχει την ευρεία έκταση που της αποδίδει η βρετανική κυβέρνηση.
40
Το επιχείρημα εκ του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1565/79, κατά το οποίο «η διαφοροποίηση της τιμής πωλήσεως (του γάλακτος) βάσει του προορισμού της ή άλλων κριτηρίων στόχων ( αντικειμενικών κριτηρίων ) δεν αποκλείεται παρά στο μέτρο που θα κατέληγε σε διάκριση μεταξύ αγοραστών γάλακτος ή που θα εμπόδιζε την ομαλή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγορών και ειδικά του καθεστώτος της παρεμβάσεως και των κοινοτικών ενισχύσεων », ισοδυναμεί με ευρύτατη ερμηνεία της διάταξης αυτής κατά την έννοια ότι δεν αποκλείεται διαφοροποίηση των τιμών του γάλακτος, ακόμα και σε περίπτωση μη τηρήσεως του κριτηρίου του προορισμού ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων, παρά μόνο αν αποδεικνύεται ότι υπάρχει κίνδυνος διακρίσεων ή στρεβλώσεων. Η ερμηνεία όμως αυτή αντιβαίνει βεβαίως στο σύστημα που προκύπτει από το σύνολο των κοινοτικών διατάξεων με τις οποίες παρέχεται η σχετική άδεια στις ΜΜΒ, σύστημα το οποίο χαρακτηρίζεται από τον κατ' αρχή αυστηρότατο έλεγχο των δραστηριοτήτων τους. Βάσει του συστήματος αυτού πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ότι απαγορεύεται η διαφοροποίηση των τιμών εφόσον διαπιστώνεται ότι συνεπάγεται τον κίνδυνο στρεβλώσεων ή διακρίσεων, ακόμα και αν ανταποκρίνεται στα κριτήρια του προορισμού ή σε άλλα αντικειμενικά κριτήρια, η τήρηση των οποίων σημαίνει κατ' αρχή ότι η διαφοροποίηση συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο.
41
Παρέλκει εξάλλου η εξέταση του επιχειρήματος εκ των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 9, του κανονισμού 1422/78 εφόσον αποδεικνύεται ότι η μη τήρηση της παραγράφου 1 συνιστά καθαυτή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
42
Επομένως, επιτρέποντας στις ΜΜΒ να διαφοροποιούν την τιμή του πλήρους γάλακτος που πωλούσαν αναλόγως του αν το παραγόμενο εκ του γάλακτος αυτού βούτυρο προοριζόταν να πωληθεί χύμα ή συσκευασμένο, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Εκί της αιτιάσεως υπ' αριθ. ΙΙ
43
Η δεύτερη αιτίαση που προβάλλεται στην υπό κρίση υπόθεση αφορά το προαναφερθέν δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6 του κανονισμού 1565/79, κατά το οποίο «η διαφοροποίηση της τιμής πωλήσεως βάσει του προορισμού της ή άλλων κριτηρίων στόχων ( αντικειμενικών κριτηρίων ) δεν αποκλείεται παρά στο μέτρο που θα κατέληγε σε διάκριση μεταξύ αγοραστών γάλακτος ή που θα εμπόδιζε την ομαλή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγορών και ειδικά του καθεστώτος της παρεμβάσεως και των κοινοτικών ενισχύσεων ». Η Επιτροπή υποστηρίζει σχετικώς ότι η διαφοροποίηση των τιμών του πλήρους γάλακτος αναλόγως του προορισμού του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος που προκύπτει κατά την παραγωγή του βουτύρου ή της κρέμας γάλακτος εμποδίζει την καλή λειτουργία των κοινοτικών συστημάτων ενισχύσεων.
44
Με τον πρώτο ισχυρισμό που προβάλλει στο πλαίσιο αυτής της αιτιάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο καθορισμός υψηλότερης τιμής για το πλήρες γάλα στην περίπτωση όπου το απομένον υγρό αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή, μειώνει, σε σχέση με την περίπτωση όπου μεταποιείται σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος, την αποτελεσματικότητα της ενίσχυσης για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων, η οποία χορηγείται σύμφωνα με τους κανονισμούς 986/68 του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120), 1105/68 της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 1968 ( ΕΕ. ειδ. έκδ. 03/003, σ. 148 ) και 2793/77 της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202 ).
45
Με το δεύτερο ισχυρισμό η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο καθορισμός υψηλότερης τιμής για το πλήρες γάλα στην περίπτωση όπου το απομένον υγρό αποκορυφωμένο γάλα προορίζεται για την παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων μειώνει, σε σχέση με την περίπτωση όπου μεταποιείται σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος, την αποτελεσματικότητα της ενίσχυσης η οποία χορηγείται βάσει του κανονισμού 987/68 του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 122) για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε τυρίνη και τυρινικά άλατα.
Επί της ενατάοεως απαραδέκτου που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τον δεύτερον ιοχυριομον
46
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει το απαράδεκτο του ισχυρισμού που στηρίζεται στην παρεμπόδιση της καλής λειτουργίας του συστήματος ενισχύσεων για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε τυρίνη και τυρινικά άλατα με την αιτιολογία ότι πρίν από την άσκηση της προσφυγής η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε καθόλου σε τέτοιου είδους παρεμπόδιση.
47
Η Επιτροπή απαντά ότι αναφέρθηκε γενικώς στις κοινοτικές ενισχύσεις με το από 10 Ιουνίου 1982 έγγραφο οχλήσεως, στη συνέχεια δε με την αιτιολογημένη γνώμη της 10ης Ιουνίου 1983 και επομένως η βρετανική κυβέρνηση δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από το ότι αναφέρθηκαν μόνο ορισμένες ενισχύσεις ενδεικτικά ενώ άλλες δεν αναφέρθηκαν.
48
Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι ναι μεν το προαναφερθέν έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1982 και η αιτιολογημένη γνώμη της 10ης Ιουνίου 1983 περιέχουν πράγματι ορισμένες θεωρήσεις γενικού χαρακτήρα που αφορούν όλες τις κοινοτικές ενισχύσεις για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα, πλην όμως η Επιτροπή ουδέποτε πρίν από την άσκηση της προσφυγής προέβαλε επιχειρήματα από τα οποία προκύπτει έστω και σιωπηρώς ότι κατά την άποψη της η διαφοροποίηση των τιμών παρεμποδίζει την καλή λειτουργία του συστήματος της κοινοτικής ενίσχυσης για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για την παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων.
49
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να κριθεί ότι ο δεύτερος ισχυρισμός της Επιτροπής είναι απαράδεκτος διότι προεβλήθη το πρώτο με την προσφυγή.
Επί νου πρώτον ισχυρισμού κατ' ovaia
50
Η Επιτροπή παρατηρεί, βάσει των τελευταίων στοιχείων που της κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την άσκηση της προσφυγής το Σεπτέμβριο του 1983, ότι οι τιμές του πλήρους γάλακτος καθορίστηκαν σε επίπεδο υψηλότερο στην περίπτωση όπου το απομένον αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιείται στο αγρόκτημα σε σχέση με την περίπτωση όπου μεταποιείται σε σκόνη. Η διαφορά τιμής που κυμαίνεται μεταξύ 0,83 και 0,89 ECU/100 kg, αναλόγως του προορισμού του βουτυρικού λίπους, αντιπροσωπεύει ποσοστό 14,6 ο/ο της ενίσχυσης για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των μόσχων και 9,8 °/ο της ενίσχυσης για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή χοίρων και πουλερικών, αυτές δε οι δύο ενισχύσεις ανέρχονταν τον Σεπτέμβριο του 1983 σε 6,10 και 9,10 ECU/100 kg αντιστοίχως.
51
Βάσει των προαναφερθέντων στοιχείων η Επιτροπή παρατηρεί ότι κατ' αυτό τον τρόπο μειώνεται το πραγματικό ύψος της κοινοτικής ενίσχυσης λόγω του ότι ο αγοραστής του πλήρους γάλακτος που προορίζει το αποκορυφωμένο γάλα για τη διατροφή ζώων υποχρεούται να το πληρώσει σε τιμή υψηλότερη εκείνης την οποία θα κατέβαλλε αν επιθυμούσε να μεταποιήσει σε σκόνη το απομένον αποκορυφωμένο γάλα. Έτσι μειώνεται η αποτελεσματικότητα της ενίσχυσης, δεδομένου ότι οι αγοραστές πλήρους γάλακτος προορίζουν για χρήση στο αγρόκτημα ποσότητα υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος χαμηλότερη παρά υπό διαφορετικές συνθήκες και αυξάνει την ποσότητα που προορίζεται για μεταποίηση σε σκόνη.
52
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ομολογεί ότι το υγρό αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιείται στη Μεγάλη Βρετανία σχεδόν αποκλειστικά για τη διατροφή των χοίρων και ότι επομένως δεν χρησιμοποιείται σχεδόν καθόλου για τη διατροφή μόσχων και πουλερικών. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζει εξάλλου ότι « η αξία του χρησιμοποιουμένου στο αγρόκτημα αποκορυφωμένου γάλακτος είναι κατά 0,89 ECU/100 kg υψηλότερη από την αξία του αποκορυφωμένου γάλακτος το οποίο μεταποιείται σε σκόνη, διότι η τιμή την οποία είναι πρόθυμος να καταβάλλει ο χοιροτρόφος για το αποκορυφωμένο γάλα που χρησιμοποιείται στο αγρόκτημα ( σε σχέση με άλλες ανταγωνιστικές τροφές ) σημαίνει, κατόπιν αφαιρέσεως των εξόδων, υψηλότερο κέρδος για τους παραγωγούς γάλακτος από την τιμή αγοράς της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος, κατόπιν αφαιρέσεως του κόστους της αφυδατώσεως ».
53
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενίσχυση για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων αποβλέπει, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 986/68, να ενθαρρύνει, εξασφαλίζοντας τη χαμηλότερη δυνατή τιμή πωλήσεως, τη χρησιμοποίηση της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος για τη διατροφή των ζώων.
54
Ο στόχος που επιδιώκεται με την ενίσχυση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί, όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή, με την πώληση του προϊόντος στους καταναλωτές στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, δηλαδή σε τιμή χαμηλότερη εκείνης που θα διαμορφωνόταν αν δεν υπήρχε η κοινοτική ενίσχυση και, εν πάση περιπτώσει, σε τιμή όχι υψηλότερη της τιμής για το ίδιο γάλα όταν προορίζεται για άλλη χρήση.
55
Εν προκειμένω πάντως, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς της βρετανικής κυβέρνησης, η τιμή του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων καθορίζεται από την Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως βάσει της μεγίστης τιμής που είναι διατεθειμένοι να καταβάλλουν οι κτηνοτρόφοι και ιδίως οι χοιροτρόφοι λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές των ανταγωνιστικών τροφών.
56
Η βρετανική κυβέρνηση αναγνωρίζει δηλαδή ότι το σύστημα που εφαρμόζει δεν αφήνει την κοινοτική ενίσχυση να επιτύχει το σκοπό της ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση « της χαμηλότερης δυνατής τιμής πωλήσεως » του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, η κοινοτική ενίσχυση δεν έχει άλλη χρησιμότητα παρά να επιτρέψει στα γαλακτοκομεία να πωλούν το υγρό αποκορυφωμένο γάλα όχι στη χαμηλότερη δυνατή τιμή αλλά στη μεγίστη τιμή την οποία είναι διατεθειμένοι να καταβάλλουν οι κτηνοτρόφοι λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές των ανταγωνιστικών τροφών.
57
Επομένως η μείωση των τιμών του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος που θα είχε προκύψει αν το βρετανικό σύστημα καθορισμού των τιμών του γάλακτος είχε αφήσει την κοινοτική ενίσχυση να λειτουργήσει πλήρως κατέστησε τη χρησιμοποίηση του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος επικερδέστερη από τη χρησιμοποίηση των ανταγωνιστικών τροφών και επομένως αύξησε την κατανάλωση του. Σημειωτέον σχετικώς ότι η βρετανική κυβέρνηση, όπως προκύπτει από την απάντηση της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 1985, σε ερώτηση του Δικαστηρίου, πρότεινε να καθοριστεί για το έτος 1985-1986 « διαφορετική τιμή, υψηλότερη για τις χρήσεις για τις οποίες δεν χορηγείται ενίσχυση » και να εφαρμοστεί ακόμα και για το έτος αυτό « ενιαία τιμή για το αποκορυφωμένο γάλα στο επίπεδο της τιμής της σκόνης γάλακτος για όλες τις χρήσεις για τις οποίες δεν προβλέπονται μέτρα ενισχύσεως και παρεμβάσεως ». Κατ' αυτό τον τρόπο η βρετανική κυβέρνηση αναγνώρισε σιωπηρά ότι η πρακτική του καθορισμού υψηλότερης τιμής προϊόντος που προορίζεται για χρήση για την οποία προβλέπεται σύστημα ενισχύσεων ήταν ασυμβίβαστη προς το σύστημα αυτό.
58
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων πρέπει να κριθεί ότι ο καθορισμός υψηλότερης τιμής για το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων παρεμποδίζει την καλή λειτουργία του συστήματος των κοινοτικών ενισχύσεων το οποίο αποβλέπει στην προώθηση της χρησιμοποιήσεως αυτής του προϊόντος.
59
Άρα η διαφοροποίηση των τιμών του πλήρους γάλακτος αναλόγως του αν το αποκορυφωμένο γάλα που προκύπτει κατά την παραγωγή βουτύρου και κρέμας γάλακτος προορίζεται για τη διατροφή των ζώων ή για μεταποίηση σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.
60
Βάσει των προεκτεθέντων πρέπει επομένως να κριθεί ότι, επιτρέποντας στις Milk Marketing Boards
I)
να εφαρμόζουν σύστημα διπλής τιμής για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βουτύρου αναλόγως του αν το βούτυρο προορίζεται να πωληθεί ως βούτυρο παρεμβάσεως ή χύμα, αφενός, ή λιανικώς ως συσκευασμένο βούτυρο, αφετέρου,
II)
να εφαρμόζουν τιμές για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου και κρέμας γάλακτος οι οποίες διαφοροποιούνται αναλόγως του αν το αποκορυφωμένο γάλα που προκύπτει κατά την εν λόγω παρασκευή χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή ή μεταποιείται σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος,
το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του κανονισμού 1422/78 του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 1978 και από το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79 της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 1979.
Eπί των δικαστικών εξόδων
61
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας Γαλλικής Δημοκρατίας η οποία διατύπωσε σχετικό αίτημα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Επιτρέποντας στις Milk Marketing Boards
I)
να εφαρμόζουν σύστημα διπλής τιμής για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βουτύρου αναλόγως του αν το βούτυρο προορίζεται να πωληθεί ως βούτυρο παρεμβάσεως ή χύμα, αφενός, ή λιανικώς ως συσκευασμένο βούτυρο, αφετέρου,
II)
να εφαρμόζουν τιμές για το πλήρες γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βουτύρου και κρέμας γάλακτος οι οποίες διαφοροποιούνται αναλόγως του αν το αποκορυφωμένο γάλα που προκύπτει κατά την εν λόγω παρασκευή χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή ή μεταποιείται σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος,
το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του κανονισμού 1422/78 του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 1978 και από το άρθρο 6 του κανονισμού 1565/79 της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 1979.
2)
Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας Γαλλικής Δημοκρατίας.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
Ο' Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Due
Everling
Bahlmann
Joliet
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Δεκεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy