Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — Παρεκκλίσεις — Προστασία της δημόσιας υγείας — Σύνθετες ζωοτροφές — Παρασκευή και εμπορία που διέπονται από πλήρους συνοχής σύνολο οδηγιών περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών — Μονομερή εθνικά μέτρα — Δεν επιτρέπονται
( Συνθήκη EOK , άρθρα 30 και 36· οδηγίες 70/524 , 74/63 και 79/373 του Συμβουλίου )
Περίληψη
Οι οδηγίες 70/524 , 74/63 και 79/373 αποτελούν σύστημα με πλήρη συνοχή που αφορά την παρασκευή και την εμπορία των συνθέτων ζωοτροφών , συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του προσθέτων υλών και των ανεπιθύμητων ουσιών , το οποίο ρυθμίζουν κατά τρόπο εξαντλητικό . Οι ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των οδηγιών αυτών πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Κοινότητας , υπό την επιφύλαξη των μέτρων που τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν μονομερώς στα πλαίσια των επειγουσών διαδικασιών που προβλέπονται στις οδηγίες 70/524 και 74/63 .
Κατά συνέπεια , τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 36 της Συνθήκης για να δικαιολογούν εθνικά μέτρα περί περιεκτικότητας των ζωοτροφών αυτών σε προϊόντα εμπίπτοντα στην κατηγορία των προσθέτων υλών ή των ανεπιθύμητων ουσιών , που δεν προβλέπονται στις εν λόγω οδηγίες και εμποδίζουν τις εισαγωγές . Μόνο οι διαδικασίες που προβλέπονται στις οδηγίες 70/524 και 74/63 μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επίλυση ενδεχομένων προβλημάτων δημόσιας υγείας , που ένα κράτος μέλος ισχυρίζεται ότι πρέπει να αντιμετωπίσει . Ενεργώντας μονομερώς εκτός του πλαισίου των διαδικασιών αυτών , ένα κράτος μέλος όχι μόνο προσβάλλει την κατανομή των αρμοδιοτήτων στην οποία προβαίνουν οι οδηγίες βάσει της Συνθήκης , αλλά ακόμη παραβαίνει τον κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που διατυπώνεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης και επαναλαμβάνεται στις αντίστοιχες διατάξεις των εν λόγω τριών οδηγιών .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 28/84 ,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Peter Karpenstein , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή , μέλος της νομικής υπηρεσίας της , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
προσφεύγουσα ,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , εκπροσωπούμενης από τον Martin Seidel , Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας , και τον Michael Loschelder , δικηγόρο Κολωνίας , με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , εισάγοντας στη νομοθεσία της διατάξεις περί ελάχιστης ή μέγιστης περιεκτικότητας των ζωοτροφών σε σίδηρο και νάτριο , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 70/524 , 74/63 και 79/373 καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης EOK ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Ιανουαρίου 1984 , η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε , δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης EOK , προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , εισάγοντας στην περί ζωοτροφών νομοθεσία της την απαίτηση υπάρξεως ορισμένης ελάχιστης ή μέγιστης περιεκτικότητας σε σίδηρο και νάτριο , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες του Συμβουλίου 70/524 , της 23ης Νοεμβρίου 1970 , περί προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων ( EE ειδ . έκδ . 03/006 , σ . 60· στο εξής : οδηγία « περί προσθέτων υλών » ), 74/63 , της 17ης Δεκεμβρίου 1973 , περί καθορισμού των ανωτάτων ορίων περιεκτικότητας για τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στις ζωοτροφές ( EE ειδ . έκδ . 03/010 , σ . 136· στο εξής : οδηγία « περί ανεπιθύμητων ουσιών » ) και 79/373 , της 2ας Απριλίου 1979 , περί εμπορίας των συνθέτων ζωοτροφών ( EE ειδ . έκδ . 03/025 , σ . 33· στο εξής : οδηγία « περί συνθέτων ζωοτροφών » ), καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης EOK .
Ιστορικό της διαφοράς
2 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι με την τρίτη κανονιστική απόφαση περί τροποποιήσεως της κανονιστικής αποφάσεως περί ζωοτροφών , της 19ης Ιουλίου 1979 ( Dritte Verordnung zur Aenderung der Futtermittelverordnung — BGBl . I , σ . 1122 ), τροποποιήθηκε το άρθρο 7 της κανονιστικής αποφάσεως περί ζωοτροφών , της 16ης Ιουνίου 1976 , με την εισαγωγή νέας παραγράφου η οποία καθόριζε ελάχιστη περιεκτικότητα σε σίδηρο και μέγιστη περιεκτικότητα σε νάτριο για τις ζωοτροφές που αποτελούν υποκατάστατα του γάλακτος και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πλήρεις τροφές για νεαρούς μόσχους . H διάταξη αυτή , που περιλαμβάνεται σήμερα στο άρθρο 8 , παράγραφος 3 , της κανονιστικής αποφάσεως περί ζωοτροφών της 8ης Απριλίου 1981 ( BGBl . I , σ . 352 ), έχει την ακόλουθη διατύπωση :
« Οι ζωοτροφές που αποτελούν υποκατάστατα του γάλακτος και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πλήρεις τροφές για νεαρούς μόσχους πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 60 mg σιδήρου ανά χιλιόγραμμο . Οι ζωοτροφές που αποτελούν υποκατάστατα του γάλακτος και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πλήρεις τροφές για πάχυνση μόσχων μέχρι βάρους 80 χιλιογράμμων περίπου πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 40 mg σιδήρου ανά χιλιόγραμμο . Οι ζωοτροφές που αποτελούν υποκατάστατα του γάλακτος και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πλήρεις τροφές για πάχυνση μόσχων επιτρέπεται να περιέχουν κατ’ ανώτατο όριο 6 000 mg νατρίου ανά χιλιόγραμμο . Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις , η περιεκτικότητα αναφέρεται επί του ξηρού προϊόντος των ζωοτροφών που αποτελούν υποκατάστατα του γάλακτος . »
3 Σύμφωνα με το άρθρο 14 , παράγραφος 1 , του νόμου περί ζωοτροφών της 2ας Ιουλίου 1975 ( Futtermittelgesetz — BGBl . I , 1975 , σ . 1745 ), οι ζωοτροφές που δεν είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις δεν μπορούν να εισαχθούν στο έδαφος στο οποίο ισχύει ο νόμος αυτός .
4 Μετά την εφαρμογή των νέων διατάξεων της κανονιστικής αποφάσεως περί ζωοτροφών , η Επιτροπή , με δύο διαδοχικά έγγραφα της 6ης Φεβρουαρίου 1980 και της 20ής Μαρτίου 1981 , επέστησε την προσοχή της γερμανικής κυβερνήσεως στο γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τις ανωτέρω οδηγίες και με το άρθρο 30 της Συνθήκης EOK . Με δύο ανακοινώσεις της 26ης Μαρτίου 1980 και της 15ης Μα ΐου 1981 , η γερμανική κυβέρνηση εξέθεσε τους πραγματικούς και νομικούς λόγους που κατά την άποψή της δικαιολογούσαν την αμφισβητούμενη από την Επιτροπή ρύθμιση . Κατόπιν της στάσεως αυτής , η Επιτροπή απηύθυνε στις 16 Απριλίου 1982 αιτιολογημένη γνώμη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης EOK .
5 Μετά την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη , η γερμανική κυβέρνηση υπέβαλε στην Επιτροπή το Σεπτέμβριο του 1983 , στα πλαίσια της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » , πρόταση απευθυνόμενη στη συσταθείσα στα πλαίσια της εν λόγω οδηγίας ομάδα εργασίας « νομοθεσία περί ζωοτροφών » , με την οποία επιδιωκόταν η θέσπιση διατάξεων εχουσών το ίδιο περιεχόμενο με την εν προκειμένω επίμαχη ρύθμιση . Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή και που δεν αμφισβητήθηκαν από τη γερμανική κυβέρνηση , οι μετέχοντες στην εν λόγω ομάδα εργασίας εκπρόσωποι όλων των άλλων κρατών μελών αποφάνθηκαν κατά της ανάγκης να τροποποιηθούν οι υπάρχουσες κοινοτικές οδηγίες . Δεν αμφισβητήθηκε η αντικειμενική ορθότητα των επιχειρημάτων που προέβαλε η γερμανική αντιπροσωπία όσον αφορά το σίδηρο και το νάτριο , αλλά τα μέλη της ομάδας εργασίας ήταν της γνώμης ότι το πρόβλημα που έθιγε η γερμανική κυβέρνηση μπορούσε να επιλυθεί χωρίς μεγάλες δυσκολίες με την καλύτερη ενημέρωση των επιχειρήσεων παρασκευής ζωοτροφών και των εκτροφέων .
Επιχειρήματα των διαδίκων
6 H Επιτροπή προβάλλει κυρίως ότι οι τρείς οδηγίες αποτελούν πλήρη και εξαντλητική ρύθμιση όσον αφορά την παρασκευή και την εμπορία των συνθέτων ζωοτροφών , συμπεριλαμβανομένων και των ζητημάτων δημόσιας υγείας που μπορούν να ανακύψουν από τη χρήση ορισμένων συστατικών . Σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας « περί προσθέτων υλών » , το άρθρο 7 της οδηγίας « περί ανεπιθύμητων ουσιών » και το άρθρο 9 της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » , τα προϊόντα που ανταποκρίνονται στους θεσπιζόμενους από την Κοινότητα κανόνες πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα , υπό τη μόνη επιφύλαξη των επειγόντων μέτρων που επιτρέπονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας « περί προσθέτων υλών » και το άρθρο 5 της οδηγίας « περί ανεπιθύμητων ουσιών » . Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί κατά συνέπεια , πέρα από τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις που ρυθμίζονται από τις ανωτέρω οδηγίες , να λαμβάνει μονομερώς μέτρα όσον αφορά τη σύσταση των ζωοτροφών , δεδομένου ότι το αποτέλεσμα τέτοιων μέτρων είναι η δημιουργία εμποδίων στην εμπορία ζωοτροφών που παρασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη . Κατά την άποψη της Επιτροπής , από την οδηγία « περί συνθέτων ζωοτροφών » προκύπτει σαφώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να ασκήσει κηδεμονία επί των επιχειρήσεων παρασκευής ζωοτροφών όσον αφορά τη σύσταση των προϊόντων τους και ότι βούλησή του ήταν συνεπώς να επιτρέψει καταρχήν την ελεύθερη εμπορία στην Κοινότητα ζωοτροφών κάθε συστάσεως .
7 H Επιτροπή προβάλλει ειδικότερα ότι το ζήτημα της περιεκτικότητας σε σίδηρο των συνθέτων ζωοτροφών εμπίπτει στην οδηγία « περί προσθέτων υλών » , ενώ το ζήτημα του καθορισμού περιεκτικότητας σε νάτριο εμπίπτει στην οδηγία « περί ανεπιθύμητων ουσιών » . Τα ζητήματα που ανακύπτουν λόγω της γερμανικής ρυθμίσεως θα έπρεπε συνεπώς να εξεταστούν στα πλαίσια της μιας ή της άλλης από τις δύο οδηγίες , πράγμα που η γερμανική κυβέρνηση αρνήθηκε πάντοτε να αναγνωρίσει , στηρίζοντας την επιχειρηματολογία της αποκλειστικά στην οδηγία « περί συνθέτων ζωοτροφών » .
8 H Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκθέτει στο υπόμνημα αντικρούσεως το λόγο υπάρξεως του μέτρου κατά του οποίου στρέφεται η Επιτροπή . Πρόκειται για την παρεμπόδιση ορισμένων μεθόδων που είναι επιβλαβείς για τη διατροφή των μόσχων . Οι μέθοδοι αυτές συνίστανται , αφενός , στην πρόκληση τεχνητής αναιμίας , με τη χρήση πτωχών σε σίδηρο ζωοτροφών , ώστε να λαμβάνεται λευκό κρέας που εκτιμάται ιδιαίτερα από τους καταναλωτές και , αφετέρου , στη δημιουργία τεχνητής δίψας με τη χρήση υπερβολικών ποσοτήτων άλατος , που ωθεί τα ζώα σε υπερβολική λήψη υγρών ώστε να αυξάνεται το βάρος τους κατά τη σφαγή .
9 Από νομική άποψη , τα επιχειρήματα της γερμανικής κυβερνήσεως μπορούν να συνοψιστούν ως εξής :
α ) Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας , που στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζεται ως « αρχή της κατά το δυνατό περιορισμένης παρεμβάσεως » , πρέπει κατά την ερμηνεία διατάξεων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου που συνεπάγονται επέμβαση στην κυριαρχία των κρατών μελών να προτιμάται η ερμηνεία που περιορίζει την επέμβαση στο ελάχιστο .
β ) Εκτός των « προσθέτων υλών » και των « ανεπιθύμητων ουσιών » , η χρήση ή η παρουσία των οποίων ρυθμίζεται με τις δύο ειδικές οδηγίες 70/524 και 74/63 , πρέπει να λαμβάνεται υπόψη , από την άποψη της εφαρμογής των οδηγιών , η ρύθμιση περί « συστατικών στοιχείων » , περί των ουσιών δηλαδή που καθορίζουν κατά τρόπο σημαντικό την ποιότητα των ζωοτροφών . Δεδομένου ότι το ζήτημα της συστάσεως των ζωοτροφών δεν ρυθμίζεται από τη σχετική οδηγία , δηλαδή την οδηγία « περί συνθέτων ζωοτροφών » , το ζήτημα αυτό εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών . Αυτός είναι ο δικαιολογητικός λόγος της ρυθμίσεως κατά της οποίας στρέφεται η Επιτροπή . Το άρθρο 8 της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » επιφυλάσσει άλλωστε ρητά στα κράτη μέλη την εξουσία να επιτρέπουν τη διάθεση στο εμπόριο εκείνων μόνο των ζωοτροφών που είτε λαμβάνονται από ορισμένα βασικά στοιχεία είτε δεν περιέχουν ορισμένα συστατικά .
γ ) Το επίμαχο μέτρο δικαιολογείται από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων , που σύμφωνα με το άρθρο 36 εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών . H αρμοδιότητα αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 3 της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » , σύμφωνα με το οποίο απόκειται στα κράτη μέλη να φροντίζουν ώστε οι σύνθετες ζωοτροφές να είναι ανόθευτες και να μην ενέχουν κανένα κίνδυνο για την υγεία .
δ ) Τέλος , η Επιτροπή παρέβλεψε το άρθρο 15 της ίδιας οδηγίας , που της επιβάλλει την υποχρέωση να υποβάλει στο Συμβούλιο εντός ορισμένης προθεσμίας , βάσει της κτηθείσας πείρας , προτάσεις τροποποιήσεως της εν λόγω οδηγίας , ώστε να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των συνθέτων ζωοτροφών και να εξαλειφθούν ορισμένες διαφορές , ιδίως όσον αφορά τη χρήση των βασικών συστατικών . Εφόσον η Επιτροπή αδράνησε στον τομέα αυτό , η γερμανική κυβέρνηση έχει την εξουσία να λάβει , σε εθνικό επίπεδο , τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία .
Επί της ουσίας
10 H εξέταση των επιχειρημάτων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας καθιστά αναγκαίες ορισμένες εισαγωγικές σκέψεις ως προς το γενικό πλαίσιο των εν λόγω οδηγιών και ως προς τη σχέση τους με το άρθρο 30 της Συνθήκης .
11 Πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι οι τρεις οδηγίες στηρίζονται στα άρθρα 43 και 100 της Συνθήκης EOK . Με άλλους λόγους , εντάσσονται συγχρόνως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και στο πλαίσιο της εναρμονίσεως των νομοθετικών διατάξεων που μπορεί να έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της κοινής αγοράς . Λαμβανομένων υπόψη των δύο αυτών νομικών βάσεων , οι οδηγίες έχουν ως στόχο να συμβάλλουν , στον εν λόγω τομέα , στην πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων , που αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της κοινής αγοράς .
12 Αν και η έκδοση των οδηγιών εκτείνεται στη χρονική περίοδο 1970-1979 , οι εν λόγω οδηγίες αποτελούν πλήρες σύστημα , όπως προκύπτει από τις εισαγωγικές αιτιολογικές σκέψεις τους ( 1 και 2 ). Σύμφωνα με τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις , οι οδηγίες έχουν ως κοινό στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργίας , με τη βελτίωση της ποιότητας της ζωικής παραγωγής χάρη στη χρήση « κατάλληλων και καλής ποιότητας ζωοτροφών » . Στο πλαίσιο αυτό , οι οδηγίες « περί προσθέτων υλών » και « περί ανεπιθύμητων ουσιών » έχουν ως ιδιαίτερο στόχο να προσδιορίσουν τα στοιχεία που απαιτούν ειδική επίβλεψη , λόγω ιδίως της επιπτώσεώς τους στην υγεία των ζώων ή των ανθρώπων ( βλ . τις αιτιολογικές σκέψεις 5 μέχρι 11 της οδηγίας « περί προσθέτων υλών » και τις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 8 της οδηγίας « περί ανεπιθύμητων ουσιών » ). Και οι δύο αυτές οδηγίες προβλέπουν κοινοτική διαδικασία για τη θέσπιση ειδικών κανόνων , υπό μορφή ιδίως ανωτάτων ή κατωτάτων ορίων ή υπό μορφή απαγορεύσεων , που αποτελούν αντικείμενο των παραρτημάτων των δύο οδηγιών ( βλ . το άρθρο 6 της οδηγίας « περί προσθέτων υλών » , όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 73/103 , της 28ης Απριλίου 1973 , EE ειδ . έκδ . 03/009 , σ . 176 , και το άρθρο 6 της οδηγίας « περί ανεπιθύμητων ουσιών » ).
13 Αμφότερες οι οδηγίες προβλέπουν επιπλέον τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών επειγόντων μέτρων , που μπορούν να λαμβάνονται από τα κράτη μέλη σε περίπτωση κινδύνου για την υγεία των ζώων ή των ανθρώπων ( άρθρα 7 της οδηγίας « περί προσθέτων υλών » και 5 της οδηγίας « περί ανεπιθύμητων ουσιών » ). Το κράτος μέλος που προσφεύγει σε τέτοια μέτρα είναι υποχρεωμένο να τα ανακοινώνει αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή . Με την ανακοίνωση αυτή κινείται μία διαδικασία που επιτρέπει τη λήψη των κατάλληλων μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο .
14 Προκύπτει έτσι ότι ως προς όλα τα στοιχεία που μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα ή κινδύνους από την άποψη της ορθολογικής διατροφής των ζώων ή από την άποψη της υγείας των ζώων ή των ανθρώπων , οι δύο οδηγίες προβλέπουν πλήρες σύστημα που επιτρέπει την αντιμετώπιση τόσο των αναγκών περιοδικής προσαρμογής των οδηγιών όσο και των επειγόντων προβλημάτων που μπορούν να ανακύψουν στην πράξη .
15 H οδηγία « περί συνθέτων ζωοτροφών » αφορά , όπως προκύπτει από τον τίτλο της , την εμπορία των συνθέτων ζωοτροφών . Περιλαμβάνει προς το σκοπό αυτό σειρά διατάξεων σχετικά με τη συσκευασία των ζωοτροφών και τις ενδείξεις όσον αφορά τη σύστασή τους , που αναγράφονται είτε στη συσκευασία είτε στα συνοδευτικά έγγραφα .
16 Σύμφωνα με το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας ,
« τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι σύνθετες τροφές δεν μπορεί να διατίθενται στο εμπόριο παρά μόνο αν είναι υγιεινές , ανόθευτες και σύμφωνες προς τα συναλλακτικά ήθη . Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι σύνθετες τροφές δεν επιτρέπεται να ενέχουν κίνδυνο για την υγεία των ζώων ούτε για την υγεία του ανθρώπου και δεν επιτρέπεται να προσφέρονται ή να διατίθενται στο εμπόριο κατά τρόπο που μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη » .
17 Σύμφωνα με το άρθρο 8 ,
« στα κράτη μέλη επιτρέπεται , εφόσον οι εθνικές τους διατάξεις το προβλέπουν κατά την υιοθέτηση της παρούσης οδηγίας , να περιορίζουν τη διάθεση στο εμπόριο των συνθέτων τροφών σε εκείνες :
— που παράγονται από ορισμένα συστατικά , ή
— που είναι απαλλαγμένες από ορισμένα συστατικά » .
18 Το άρθρο 14 επιφυλάσσει στα κράτη μέλη , μεταξύ άλλων , το δικαίωμα « να συνιστούν τύπους συνθέτων τροφών , που ανταποκρίνονται σε ορισμένα χαρακτηριστικά αναλυτικής φύσεως » .
19 Το άρθρο 15 τέλος επιφορτίζει την Επιτροπή να υποβάλει στο Συμβούλιο , βάσει της κτηθείσας πείρας , το αργότερο τρία έτη μετά την κοινοποίηση της οδηγίας , « προτάσεις τροποποιήσεως της οδηγίας αυτής με σκοπό να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των συνθέτων ζωοτροφών και να εξαλειφθούν ορισμένες διαφορές , ιδίως όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα συστατικά και την επίθεση ετικετών » .
20 Και οι τρεις οδηγίες ορίζουν ότι οι σύνθετες ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των οδηγιών δεν μπορούν να υπόκεινται σε περιορισμούς εμπορίας άλλους από εκείνους που προβλέπονται στις ίδιες τις οδηγίες ( άρθρα 13 της οδηγίας « περί προσθέτων υλών » , 7 της οδηγίας « περί ανεπιθύμητων ουσιών » και 9 της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » ). Αποτελούν έτσι ρύθμιση με πλήρη συνοχή , που αφορά την παρασκευή και την εμπορία των συνθέτων ζωοτροφών , συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος των προσθέτων υλών και των ανεπιθύμητων ουσιών .
21 Βάσει των σκέψεων αυτών πρέπει να αξιολογηθούν τα επιχειρήματα που προβάλλει προς υπεράσπισή της η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας .
22 α ) Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από την αρχή την αποκαλούμενη « της κατά το δυνατό περιορισμένης παρεμβάσεως » , πρέπει να λεχθεί ότι αυτή η μέθοδος ερμηνείας παραβλέπει το γεγονός ότι οι εν λόγω οδηγίες αποτελούν στοιχείο της κοινής γεωργικής πολιτικής και σκοπό έχουν να προαγάγουν την ελεύθερη κυκλοφορία των ζωοτροφών εντός της κοινής αγοράς . Πρέπει να ερμηνευθούν βάσει του σκοπού που επιδιώκουν , ο οποίος συνίσταται στην προαγωγή της ζωικής παραγωγής στο σύνολο της Κοινότητας σύμφωνα με κοινούς κανόνες και συγχρόνως στην εξάλειψη των εμποδίων που προκαλούνται από τις ανισότητες των εθνικών νομοθεσιών .
23 β ) H διάκριση μεταξύ « συστατικών στοιχείων » , αφενός , και « προσθέτων υλών » και « ανεπιθύμητων ουσιών » , αφετέρου , παραβλέπει επίσης τη συστηματική συνοχή των τριών οδηγιών . Καταρχήν , οι σύνθετες ζωοτροφές πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Κοινότητας αν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » και αν συγχρόνως είναι σύμφωνες με τους κανόνες των οδηγιών « περί προσθέτων υλών » και « περί ανεπιθύμητων ουσιών » . Εσφαλμένα συνεπώς η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει τη συζήτηση στο πλαίσιο της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » , αρνούμενη να εξετάσει τα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο των επίδικων διατάξεων της κανονιστικής αποφάσεως περί ζωοτροφών σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην οδηγία « περί προσθέτων υλών » ή στην οδηγία « περί ανεπιθύμητων ουσιών » , ενώ οι δύο ουσίες για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα περίπτωση — δηλαδή ο σίδηρος και το νάτριο — εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της μιας ή της άλλης οδηγίας . Σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες , τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν μονομερώς μέτρα μόνο στα πλαίσια της επείγουσας διαδικασίας . H καθής δεν ισχυρίσθηκε ποτέ ότι τα επίμαχα μέτρα της κανονιστικής αποφάσεως περί ζωοτροφών έχουν τέτοιο χαρακτήρα .
24 Όσον αφορά το άρθρο 8 της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » , αρκεί η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει μόνο την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που ίσχυαν « κατά την υιοθέτηση [ την έκδοση ] της παρούσης οδηγίας » , δηλαδή στις 2 Απριλίου 1979 . H Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί συνεπώς να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή για να δικαιολογήσει μέτρο που ελήφθη μετά την ανωτέρω ημερομηνία .
25 γ ) Όσον αφορά το επιχείρημα που η καθής αντλεί από το άρθρο 36 της Συνθήκης EOK , το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν περιορισμούς των εισαγωγών που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων , από το σύστημα των οδηγιών περί προσθέτων υλών και περί ανεπιθύμητων ουσιών προκύπτει ότι τα ζητήματα δημόσιας υγείας που συνδέονται με τη χρήση των ουσιών στις οποίες αναφέρονται οι εν λόγω οδηγίες ρυθμίζονται κατά τρόπο εξαντλητικό από αυτές . Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ . κυρίως σκέψη 35 της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1977 , Tedeschi , 5/77 , Slg . σ . 1555 ), τα κράτη μέλη δεν μπορούν κατά συνέπεια να επικαλούνται πλέον σχετικά το άρθρο 36 . Μόνο οι διαδικασίες που προβλέπονται στις οδηγίες « περί προσθέτων υλών » και « περί ανεπιθύμητων ουσιών » θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την επίλυση ενδεχόμενων προβλημάτων δημόσιας υγείας , η αντιμετώπιση των οποίων επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα .
26 Το επιχείρημα που αντλείται από το άρθρο 3 της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » είναι επίσης απορριπτέο , δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να θίξει τον εξαντλητικό χαρακτήρα των οδηγιών « περί προσθέτων υλών » και « περί ανεπιθύμητων ουσιών » .
27 δ ) Όσον αφορά την απευθυνόμενη κατά της Επιτροπής αιτίαση ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει το άρθρο 15 της οδηγίας περί συνθέτων ζωοτροφών , αρκεί να παρατηρηθεί ότι η διάταξη αυτή , που είναι γενικού περιεχομένου , δεν υποχρέωνε κατά κανένα τρόπο την Επιτροπή να επαναλάβει για λογαριασμό της , υπό μορφή προτάσεων , τις διατάξεις που εισήγαγε μονομερώς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας . H Επιτροπή απολαύει διακριτικής εξουσίας όσον αφορά τις πρωτοβουλίες της που αποσκοπούν στην τροποποίηση της οδηγίας· όσον αφορά τα επίμαχα μέτρα , από τις διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της ομάδας εργασίας « νομοθεσία περί ζωοτροφών » συνάγεται ότι τα άλλα κράτη μέλη δεν συναινούσαν υπέρ της επεκτάσεως σε όλη την Κοινότητα των μέτρων που ελήφθησαν μονομερώς από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας . Δεν μπορεί συνεπώς να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν ανέλαβε , βάσει των αρμοδιοτήτων της , τέτοια πρωτοβουλία στα πλαίσια του άρθρου 15 της οδηγίας « περί συνθέτων ζωοτροφών » .
28 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το μέτρο που εισήγαγαν οι γερμανικές αρχές προσβάλλει την κατανομή των αρμοδιοτήτων στην οποία προβαίνουν οι οδηγίες βάσει της Συνθήκης EOK , υπό την έννοια ότι μέτρο τέτοιου είδους θα μπορούσε να ληφθεί μόνο για το σύνολο της Κοινότητας , σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στις οδηγίες « περί προσθέτων υλών » και « περί ανεπιθύμητων ουσιών » . Το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά ελήφθησαν μονομερώς από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνιστά συγχρόνως προσβολή του θεμελιώδους κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων , όπως αυτός διατυπώνεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης EOK και επαναλαμβάνεται στις αντίστοιχες διατάξεις των τριών οδηγιών .
29 Πρέπει συνεπώς να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , εισάγοντας στην περί ζωοτροφών νομοθεσία της διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται ορισμένη ελάχιστη ή μέγιστη περιεκτικότητα σε σίδηρο και νάτριο για τις ζωοτροφές , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες του Συμβουλίου 70/524 , της 23ης Νοεμβρίου 1970 , περί προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων , 74/63 , της 17ης Δεκεμβρίου 1973 , περί καθορισμού των ανωτάτων ορίων περιεκτικότητας για τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στις ζωοτροφές και 79/373 , της 2ας Απριλίου 1979 , περί εμπορίας των συνθέτων ζωοτροφών , καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης EOK .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Σύμφωνα με το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθη , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , εισάγοντας στην περί ζωοτροφών νομοθεσία της διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται ορισμένη ελάχιστη ή μέγιστη περιεκτικότητα σε σίδηρο και νάτριο για τις ζωοτροφές , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες του Συμβουλίου 70/524 , της 23ης Νοεμβρίου 1970 , περί προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων ( EE ειδ . έκδ . 03/006 , σ . 60 ), 74/63 , της 17ης Δεκεμβρίου 1973 , περί καθορισμού των ανωτάτων ορίων περιεκτικότητας για τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στις ζωοτροφές ( EE ειδ . έκδ . 03/010 , σ . 136 ) και 79/373 , της 2ας Απριλίου 1979 , περί εμπορίας των συνθέτων ζωοτροφών ( EE ειδ . έκδ . 03/025 , σ . 33 ), καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης EOK .
2 ) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy