Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία — Νομισματικά εξισωτικά ποσά — Καθορισμός — Παράγωγα προϊόντα — Κανονισμός 2140/79 της Επιτροπής , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 — Ακυρότητα
Προδικαστικά ερωτήματα — Έλεγχος του κύρους — Αναγνώριση της ακυρότητας κανονισμού — Αποτελέσματα — Χρονικός περιορισμός
( Συνθήκη EOK , άρθρα 174 , δεύτερο εδάφιο , και 177 ).
Περίληψη
Όπως το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 ( 145/79 ), πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 2140/79 της Επιτροπής , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 , είναι ανίσχυρες στο μέτρο που καθορίζουν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν κατά την εξαγωγή γλυκόζης σε σκόνη [ διάκριση 02 B II α ) του κοινού δασμολογίου
H διαπιστωθείσα ακυρότητα των διατάξεων του κανονισμού 2140/79 , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 , δεν επιτρέπει να τεθεί εκ νέου υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που πραγματοποιήθηκε από τις εθνικές αρχές , βάσει των εν λόγω διατάξεων , κατά την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η ακυρότητα , δηλαδή της 15ης Οκτωβρίου
Διάδικοι
Στην υπόθεση 33/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale civile της Βενετίας προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Fragd SpA
και
Amministrazione delle finanze dello Stato ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού 1541/80 της Επιτροπής , της 11ης Ιουνίου 1980 , περί τροποποιήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 24ης Νοεμβρίου 1983 , η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 1984 , το Tribunale civile e penale της Βενετίας υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού 1541/80 της Επιτροπής , της 19ης Ιουνίου 1980 , περί τροποποιήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( GU L 156 , σ . 1 ).
2 Το ερώτημα ανέκυψε στα πλαίσια διαφοράς μεταξύ της Διοικήσεως Οικονομικών του Ιταλικού Κράτους και της εταιρίας Fragd SpA , ενάγουσας στην κύρια δίκη , η οποία μεταποιεί στην Ιταλία ποσότητες αραβοσίτου αρχικά σε άμυλο και κατόπιν σε γλυκόζη σε σκόνη ( δεξτρόζη ), προοριζόμενη για Πράγματι , η ενάγουσα στην κύρια δίκη πραγματοποίησε μεταξύ 7ης και 11ης Ιουλίου 1980 τέσσερις εξαγωγές γλυκόζης σε σκόνη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και κατέβαλε στο ιταλικό τελωνείο για τις εξαγωγές αυτές νομισματικά εξισωτικά ποσά βάσει των κριτηρίων που καθορίζονταν από την τότε ισχύουσα κοινοτική
3 Επικαλούμενη , αφενός , την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1980 ( υπόθ . 145/79 , Roquette , Racc . σ . 2917 ) και , αφετέρου , τον παράνομο χαρακτήρα των ανωτέρω κριτηρίων στο μέτρο που καθορίστηκαν βάσει της τιμής παρεμβάσεως χωρίς να ληφθεί υπόψη η επιστροφή λόγω παραγωγής αμύλου αραβοσίτου , η εταιρία Fragd SpA , με δικόγραφο της 13ης Μαιιου 1982 , ενήγαγε τη Διοίκηση Οικονομικών του Ιταλικού ράτους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , ζητώντας να της επιστραφεί ένα τμήμα των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισέπραξε η Διοίκηση
4 H Διοίκηση Οικονομικών του Ιταλικού Κράτους , εναγομένη στην κύρια δίκη , αν και αναγνώριζε ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά επί των εν λόγω εξαγωγών υπολογίστηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία που ήδη κρίθηκε άκυρη με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε όσον αφορά τον κανονισμό 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 , ο οποίος τροποποίησε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά κατόπιν της εξελίξεως των ισοτιμιών του γαλλικού φράγκου ( GU L 79 , σ . 4 ), απέρριψε το αίτημα και δεν δέχτηκε το δικαίωμα επιστροφής .
5 Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι το ανακύπτον πρόβλημα αφορά την απευθείας εφαρμογή της ρυθμίσεως που εισάγεται με τον κανονισμό 1541/80 , του οποίου τα κριτήρια καθορισμού του ύψους των νομισματικών εξισωτικών ποσών είναι στην πραγματικότητα ικανά να οδηγήσουν στη διαπίστωση ότι οι παρατηρήσεις της εταιρίας Fragd SpA όσον αφορά την ακυρότητα των εν λόγω διατάξεων λόγω παραβάσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως δεν στερούνται ερείσματος . Το εθνικό δικαστήριο έκρινε συνεπώς αναγκαίο να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
« O κανονισμός 1541/80 της Επιτροπής , της 19ης Ιουνίου 1980 , είναι έγκυρος κατά το μέτρο που καθορίζει σε 29 612 λίρες ανά τόνο τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που πρέπει να καταβληθούν λόγω της εξαγωγής των προϊόντων για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση ( γλυκόζη σε σκόνη ή δεξτρόζη ), που υπάγονται στη δασμολογική κλάση 02 B II α ), δεδομένου ότι ο υπολογισμός των εν λόγω νομισματικών εξισωτικών ποσών βασίστηκε στην τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου χωρίς να ληφθεί υπόψη η επιστροφή λόγω παραγωγής αμύλου αραβοσίτου , σύμφωνα με κριτήριο που ήδη κρίθηκε ως παράνομο με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 145/79 ; »
6 Κατά την άποψη της ενάγουσας στην κύρια δίκη πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο προβλημάτων , αφενός , του προβλήματος υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών και , αφετέρου , του προβλήματος των ορίων και των συνεπειών της ακυρότητας που δέχτηκε το Δικαστήριο με απόφαση την οποία εξέδωσε βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK . Όσον αφορά το πρώτο πρόβλημα η ενάγουσα στην κύρια δίκη εκθέτει ότι ο κανονισμός 1541/80 καθορίζει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο και το άμυλο αραβοσίτου βάσει της τιμής κοινοτικής παρεμβάσεως του αραβοσίτου , χωρίς να λαμβάνει υπόψη την επιδότηση που χορηγείται για τα παράγωγα προϊόντα του ατά συνέπεια , οι εξαγωγείς αμύλου και παραγώγων προϊόντων αμύλου των χωρών με ασθενές νόμισμα , όπως η Ιταλία , θα έπρεπε να καταβάλουν νομισματικά εξισωτικά ποσά ύψους κατά 14 % περίπου κατώτερου από το ύψος των ποσών που πράγματι κατέ
7 Όσον αφορά το πρόβλημα των ορίων και των συνεπειών της αναγνωρίσεως της ακυρότητας , η ενάγουσα στην κύρια δίκη αμφισβητεί το σημείο 3 του διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως και προβάλλει ότι , καταρχήν , η αποστολή του Δικαστηρίου περατώνεται με τη διαπίστωση της ακυρότητας ενός κανονισμού και ότι , στα πλαίσια προδικαστικής διαδικασίας , το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας της υποθέσεως και επί της ενδεχόμενης επιστροφής των νομισματικών εξισωτικών Πράγματι , ο κανονισμός 1430/79 του Συμβουλίου , της 2ας Ιουλίου 1979 , περί επιστροφής ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( EE ειδ . έκδ ., 11/015 , σ . 162 ), που άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1980 , προβλέπει στο άρθρο του 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 την επιστροφή των εξαγωγικών δασμών όταν αποδεικνύεται ότι το ποσό των δασμών αυτών υπερβαίνει το νόμιμα εισπρακτέο . Τέλος , κατά την άποψη της ενάγουσας στην κύρια δίκη , η αρχή της αποδόσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος , για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση , είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές στις οποίες στηρίζονται οι σχέσεις ιδιωτικού δικαίου στα πλαίσια της ιταλικής εννόμου τάξεως , όπως και σε όλες τις έννομες τάξεις των κρατών μελών από τις οποίες πρέπει να εμπνέεται το κοινοτικό
8 H Επιτροπή παρατηρεί ότι το υποβληθέν ερώτημα θα έπρεπε στην πραγματικότητα να αναφέρεται στον κανονισμό 2140/79 της Επιτροπής , της 28ης Σεπτεμβρίου 1979 ( GU L 247 , σ . 1 ), του οποίου ο κανονισμός 1541/80 αποτελεί απλώς τροποποίηση . O κανονισμός 2140/79 που αποτελεί στην πραγματικότητα , όπως υποστηρίζει η Επιτροπή , τροποποίηση του κανονισμού 652/76 , τροποποιήθηκε επίσης με τον κανονισμό 3013/80 της Επιτροπής , της 21ης Νοεμβρίου 1980 , όσον αφορά ορισμένα νομισματικά εξισωτικά ποσά καθώς και με τον κανονισμό 2803/80 όσον αφορά ορισμένες επιστροφές λόγω εξαγωγής στον τομέα των σιτηρών ( GU L 312 , σ . 12 ). Θεσπίζοντας τον κανονισμό αυτό , η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις συνέπειες που απορρέουν από την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1980 και αναγνώρισε έτσι σιωπηρά την ακυρότητα του περιλαμβανόμενου στον κανονισμό 2140/79 κανόνα που αφορά τα νομισματικά εξισωτικά ποσά τα οποία ισχύουν για τα εν λόγω Επιπλέον , κατά την άποψη της Επιτροπής , δεδομένου ότι η δεξτρόζη περιλαμβάνεται στο « άμυλο αραβοσίτου και προϊόντα που λαμβάνονται από τη μεταποίηση του αραβοσίτου » , στα οποία αναφέρεται το σημείο 1 του διατακτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1980 , και λαμβανομένου υπόψη του σημείου 2 του ίδιου διατακτικού , η ακυρότητα του κανονισμού 2140/79 αναγνωρίστηκε ήδη σιωπηρά με την εν λόγω απόφαση .
9 Όσον αφορά τα όρια και τις συνέπειες της αναγνωρίσεως της ακυρότητας , η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο χρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της δεν πρέπει να αφορά εκείνους που ζήτησαν ήδη διά της δικαστικής ή της διοικητικής οδού , πριν από την έκδοση της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η ακυρότητα , την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών .
10 Με το υποβληθέν ερώτημα , το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν είναι έγκυρες οι διατάξεις του κανονισμού 1541/80 , στο μέτρο που καθορίζουν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν κατά την εξαγωγή των προϊόντων τα οποία υπάγονται στη δασμολογική κλάση 17.02 B II α ) ( γλυκόζη σε σκόνη ). Όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή , το υποβληθέν ερώτημα αφορά στην πραγματικότητα τον κανονισμό 2140/79 της Επιτροπής , της 28ης Σεπτεμβρίου 1979 , του οποίου ο κανονισμός 1541/80 αποτελεί τροπο
11 Πρέπει να υπομνησθεί σχετικά ότι με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , το Δικαστήριο διαπίστωσε στο σημείο 1 του διατακτικού το ανίσχυρο του κανονισμού 652/76
« — κατά το μέτρο που δεν καθορίζει τα ισχύοντα για το άμυλο αραβοσίτου νομισματικά εξισωτικά ποσά βάσει της τιμής παρεμβάσεως του αραβοσίτου , μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου·
...
— κατά το μέτρο που καθορίζει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν για το σύνολο των διαφόρων προϊόντων τα οποία λαμβάνονται από τη μεταποίηση δεδομένης ποσότητας του ίδιου βασικού προϊόντος , όπως ο αραβόσιτος ή ο σίτος , κατά τα διάφορα στάδια ορισμένης παραγωγής διαδικασίας , σε επίπεδο σαφώς υψηλότερο από το εξισωτικό ποσό που καθορίζεται για τη δεδομένη αυτή ποσότητα του βασικού προϊόντος ... »
Στο σημείο 2 του διατακτικού , το Δικαστήριο έκρινε ότι :
« η ακυρότητα αυτή συνεπάγεται την ακυρότητα των διατάξεων των μεταγενέστερων κανονισμών της Επιτροπής που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που ισχύουν για τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται το προηγούμενο σημείο » .
12 Όσον αφορά τον καθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που ισχύουν για τα εν λόγω προϊόντα , είναι προφανές και αναμφισβήτητο ότι οι λόγοι ανισχύρου που έγιναν δεκτοί με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 ισχύουν επίσης όσον αφορά τις εν προκειμένω επίμαχες διατάξεις .
13 O κανονισμός 2140/79 , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 , αναφέρεται στον κανονισμό 652/76 και αποτελεί , όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή , τροποποίησή του κατά την έννοια του διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως . Πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι η ακυρότητά του αναγνωρίστηκε ήδη σιωπηρά με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 .
14 Υπό τις συνθήκες αυτές , αρκεί να γίνει δεκτό ότι όσον αφορά τον καθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που ισχύουν για τα προϊόντα που υπάγονται στη δασμολογική διάκριση 17.02 B II α ), ο κανονισμός 2140/79 της Επιτροπής , της 28ης Σεπτεμβρίου 1979 , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 της Επιτροπής , της 19ης Ιουνίου 1980 , είναι ανίσχυρος για τους λόγους που ήδη εκτίθενται στην απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 .
15 Αν και το υποβληθέν ερώτημα αναφέρεται μόνο στην ακυρότητα του οικείου κανονισμού , ενδείκνυται να προσδιοριστούν τα όρια και οι συνέπειες της ακυρότητας αυτής , όπως τόνισε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να επιλύσει το πρόβλημα του οποίου
16 Πρέπει να υπομνησθεί σχετικά ότι το Δικαστήριο , με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , στο σημείο 3 του διατακτικού και για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 51 και 52 της αποφάσεως αυτής , έκρινε ότι :
« το ανίσχυρο των ανωτέρω κανονιστικών διατάξεων δεν επιτρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών στις οποίες προέβησαν οι εθνικές αρχές βάσει των διατάξεων αυτών , για την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της παρούσας απόφασης » .
17 Επιπλέον , το πρόβλημα των ορίων και των συνεπειών της αναγνωρίσεως της ακυρότητας των κανονισμών που τροποποιούν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά κατόπιν της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1980 αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 1985 ( υπόθεση 112/83 , Societe des produits de mais , που δεν δημοσιεύτηκε ακόμη στη Συλλογή ). Με την απόφαση αυτή , το Δικαστήριο τόνισε , αφενός , στη σκέψη 17 ότι « η δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο να περιορίζει διαχρονικά τα αποτελέσματα της αναγνώρισης του ανισχύρου κανονιστικής πράξεως , στο πλαίσιο εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων που προβλέπεται από την παράγραφο 1 , στοιχείο β ), του άρθρου 177 , στηρίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 174 της Συνθήκης καθόσον αφορά την απαραίτητη συνοχή μεταξύ αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και προσφυγής ακυρώσεως που θεσπίζεται από τα άρθρα 173 , 174 και 176 της Συνθήκης , οι οποίες αποτελούν δύο τρόπους εφαρμογής του ελέγχου της νομιμότητας που προβλέπει η H δυνατότητα διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων του ανισχύρου ενός κοινοτικού κανονισμού , είτε στο πλαίσιο του άρθρου 173 είτε στο πλαίσιο του άρθρου 177 , αποτελεί αρμοδιότητα η οποία έχει επιφυλαχθεί υπέρ του Δικαστηρίου από τη Συνθήκη , χάρη της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σ’ ολόκληρη την Κοινότητα . Στη συγκεκριμένη περίπτωση της απόφασης της 15ης Οκτωβρίου 1980 , στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο , η προσφυγή στη δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 174 , δεύτερη παράγραφος , βασίζεται σε σκέψεις που αφορούν την ανάγκη υπάρξεως ασφάλειας » .
18 Το Δικαστήριο δέχτηκε ακόμη σχετικά , στη σκέψη 18 της αποφάσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1975 , ότι « όταν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους , το άρθρο 174 , δεύτερη παράγραφος , επιφυλάσσει υπέρ του Δικαστηρίου εξουσία εκτιμήσεως ώστε να καθορίζει συγκεκριμένα , κατά περίπτωση , τα αποτελέσματα της κανονιστικής πράξεως που κηρύσσεται άκυρη , τα οποία πρέπει να ατά συνέπεια , στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κάνει χρήση της δυνατότητας που έχει να περιορίζει στο παρελθόν το αποτέλεσμα της αναγνώρισης του ανισχύρου στο πλαίσιο του άρθρου 177 , σ’ αυτό εναπόκειται να καθορίσει αν μπορεί να προβλεφθεί , είτε υπέρ του διαδίκου που εισήγαγε την υπόθεση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , είτε υπέρ οποιουδήποτε άλλου επιχειρηματία που είχε ενδεχομένως ενεργήσει κατ’ ανάλογο τρόπο πριν από την αναγνώριση του ανισχύρου , εξαίρεση από το διαχρονικό αυτό περιορισμό του αποτελέσματος , ο οποίος προβλέπεται στην απόφαση του Δικαστηρίου , ή αν , αντιθέτως , η αναγνώριση του ανισχύρου το οποίο παράγει αποτελέ σματα μόνο για το μέλλον αποτελεί πρόσφορο μέτρο ακόμα και για τους επιχειρηματίες που είχαν την πρωτοβουλία να λάβουν εγκαίρως μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους » .
19 Το ζήτημα αυτό , το οποίο εξετάζεται με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1985 και που αφορά τον προσδιορισμό της εκτάσεως εφαρμογής της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1980 , στερείται ενδιαφέροντος όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση , δεδομένου ότι αυτή εισήχθη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στις 13 Μα ΐου 1982 , συνεπώς μετά τη σιωπηρή αναγνώριση του ανισχύρου των διατάξεων στις οποίες αναφέρεται το προδικαστικό
20 Κατά συνέπεια , στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι όπως το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 2140/79 της Επιτροπής , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 της Επιτροπής , είναι ανίσχυρες στο μέτρο που καθορίζουν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν κατά την εξαγωγή γλυκόζης σε σκόνη [ διάκριση 02 B II α ) του κοινού δασμολογίου ] . H διαπιστωθείσα ακυρότητα των διατάξεων του κανονισμού 2140/79 της Επιτροπής , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 της Επιτροπής , δεν επιτρέπει να τεθεί εκ νέου υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που πραγματοποιήθηκε από τις εθνικές αρχές , βάσει των εν λόγω διατάξεων , κατά την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η ακυρότητα , δηλαδή της 15ης Οκτωβρίου
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunale civile e penale της Βενετίας με Διάταξη της 24ης Νοεμβρίου 1983 , αποφαίνεται :
Όπως το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 2140/79 της Επιτροπής , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 της Επιτροπής , είναι ανίσχυρες στο μέτρο που καθορίζουν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν κατά την εξαγωγή γλυκόζης σε σκόνη [ διάκριση 02 B II α ) του κοινού δασμολογίου ] . Η διαπιστωθείσα ακυρότητα των διατάξεων του κανονισμού 2140/79 της Επιτροπής , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1541/80 της Επιτροπής , δεν επιτρέπει να τεθεί εκ νέου υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που πραγματοποιήθηκε από τις εθνικές αρχές , βάσει των εν λόγω διατάξεων , κατά την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η ακυρότητα , δηλαδή της 15ης Οκτωβρίου
Full & Egal Universal Law Academy