Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία — Νομισματικά εξισωτικά ποσά — Καθορισμός — Παράγωγα προϊόντα — Ύψος εξισωτικών ποσών επί των παραγώγων προϊόντων κατώτερο από το εξισωτικό ποσό που εφαρμόζεται στο βασικό προϊόν — Απόκλιση μικρής σημασίας — Δεκτή
( Κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου , άρθρο 4 , παράγραφος 2· κανονισμός 3013/80 της Επιτροπής )
Περίληψη
Αν , κατά το άρθρο 4 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 974/71 , δεν είναι απαραίτητο να καθορίζονται νομισματικά εξισωτικά ποσά όταν η σημασία τους είναι μικρή σε σχέση με τη μέση αξία των προϊόντων , δεν μπορεί επίσης να απαιτηθεί να διαμορφώνονται τα νομισματικά εξισωτικά ποσά κατά τρόπον ώστε να απαλείφονται ακόμα και τέτοιες αποκλίσεις που αντιπροσωπεύουν μικρό ποσοστό επί των εξισωτικών ποσών αυτών καθαυτών και επομένως , πολύ περισσότερο , δεν μπορούν παρά να έχουν μικρή σημασία σε σχέση με την αξία του εμπορεύματος .
Κάποια απόκλιση είναι συχνά αναπόφευκτη , λόγω του ότι το ίδιο υποπροϊόν μπορεί πολλές φορές να ληφθεί στο πλαίσιο διαφορετικών διαδικασιών μεταποιήσεως που απολήγουν στην παραγωγή προϊόντων και υποπροϊόντων , στα οποία εφαρμόζονται διαφορετικά νομισματικά εξισωτικά ποσά . Από αυτό έπεται ότι δεν είναι δυνατό , από διοικητικής απόψεως , να καθορίζονται για το υποπροϊόν αυτό διαφορετικά νομισματικά εξισωτικά ποσά ανάλογα με τη διαδικασία παραγωγής , ώστε να εξασφαλίζεται ότι σε κάθε διαδικασία μεταποιήσεως το νομισματικό εξισωτικό ποσό που εφαρμόζεται στο βασικό προϊόν συμπίπτει με το σύνολο των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα παράγωγα προϊόντα και υποπροϊόντα .
Ενόψει της αποκλίσεως των 5,9 % , το νομισματικό εξισωτικό ποσό που καθορίζει ο κανο- νισμός 3013/80 για τον αραβόσιτο δεν μπορεί να θεωρηθεί σαφώς ανώτερο του συνόλου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που έχουν καθοριστεί για τα διάφορα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίηση του αραβοσίτου στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαδικασίας μεταποιήσεως .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 39/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Hamburg προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Maizena GmbH , με έδρα το Αμβούργο , και άλλων
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού EOK 3013/80 της Επιτροπής , της 21ης Νοεμβρίου 1980 , όσον αφορά ορισμένα νομισματικά εξισωτικά ποσά ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 6ης Ιανουαρίου 1984 , η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Φεβρουαρίου 1984 , το Finanzgericht Hamburg υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , δύο προδικαστικά ερωτήματα , τα οποία αφορούν αντίστοιχα το κύρος του κανονισμού 3013/80 της Επιτροπής , της 21ης Νοεμβρίου 1980 , περί τροποποιήσεως των κανονισμών 2140/79 , όσον αφορά ορισμένα εξισωτικά ποσά , και 2803/80 , όσον αφορά ορισμένες επιστροφές λόγω παραγωγής στον τομέα των δημητριακών ( ABl . L 312 , σ . 12 ), καθόσον ο κανονισμός αυτός καθορίζει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται σε ορισμένα προϊόντα μεταποιήσεως του αραβοσίτου , και τις συνέπειες από την ενδεχόμενη ακυρότητα του κανονισμού αυτού .
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ , αφενός , της εταιρίας Maizena GmbH και άλλων εταιριών , οι οποίες έχουν συστήσει όμιλο συμφερόντων υπό την επωνυμία « Maizena Export » , και , αφετέρου , του Hauptzollamt Hamburg-Jonas .
3 Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη , οι οποίες παράγουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο , ζήτησαν για διάφορες ποσότητες των προϊόντων αυτών , οι οποίες είχαν εξαχθεί ή υπαχθεί στο ευεργετικό καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως που δικαιολογεί τη χορήγηση επιστροφής , κατά το χρονικό διάστημα από 24 Νοεμβρίου 1980 μέχρι 8 Δεκεμβρίου 1980 , νομισματικά εξισωτικά ποσά , τα οποία και τους χορήγησε το Hauptzollamt Hamburg-Jonas σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 3013/80 .
4 Οι ενδιαφερόμενες εταιρίες , θεωρώντας ότι δικαιούνται να λάβουν νομισματικά εξισωτικά ποσά υψηλότερα από εκείνα που είχαν υπολογιστεί βάσει του κανονισμού 3013/80 , και αφού άσκησαν ανεπιτυχώς ανακοπή κατά των αποφάσεων , με τις οποίες τους χορηγήθηκαν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά , προσέφυγαν στο Finanzgericht Hamburg , το οποίο αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
« 1 ) Μήπως ο κανονισμός 3013/80 της Επιτροπής , της 21ης Νοεμβρίου 1980 , δεν ισχύει , καθόσον καθόρισε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά , για τα ακόλουθα εμπορεύματα που αναφέρονται στις παρακάτω διακρίσεις του κοινού δασμολογίου , όπως ισχύουν σήμερα , μόνο στο ύψος που αναφέρεται παρακάτω :
— 11.08 Α Ι ( άμυλο αραβοσίτου ) σε 50,69 DM
— 17.02 B I α ) ( αμυλοσάκχαρο ) σε 66,13 DM
— 17.02 B II β ) ( αμυλοσάκχαρο ) σε 50,69 DM
— 23.03 A I ( κατάλοιπα ) σε 67,14 DM
— 11.02 H II ( φύτρα σπερμάτων ) σε 11,33 DM ;
2 ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1 : ποιες είναι οι συνέπειες από την ακυρότητα ; »
5 Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα , οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη παρατηρούν ότι το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών , το οποίο θεσπίστηκε για να διασφαλιστεί η λειτουργία του συστήματος παρεμβάσεως παρά τη διεύρυνση των περιθωρίων διακυμάνσεως των ισοτιμιών και για να εξασφαλιστούν φυσιολογικές αυξομειώσεις τιμών , δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το σκοπό αυτό παρά μόνο όταν αυτό το ίδιο είναι διαμορφωμένο κατά τρόπο ουδέτερο και εξισορροπημένο . Προς το σκοπό αυτό το άρθρο 1 , παράγραφος 1 , του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου , με τον οποίο θεσπίζονται τα νομισματικά εξισωτικά ποσά , διατυπώνει την αρχή ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που χορηγούνται ή εισπράττονται αντίστοιχα , αφενός , κατά την εισαγωγή και , αφετέρου , κατά την εξαγωγή ορισμένων προϊόντων πρέπει να είναι ίσης αξίας . H αρχή αυτή δεν μπορεί να τηρηθεί παρά μόνο αν η ισότητα των νομισματικών εξισωτικών ποσών υφίσταται επίσης και στη σχέση μεταξύ των νομισματικών εξισωτικών ποσών που καθορίζονται για το προϊόν βάσεως και των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα προϊόντα που λαμβάνονται από τη μεταποίηση του προϊόντος αυτού .
6 Κατά τις προσφεύγουσες στην κύρια δίκη , ο κανονισμός 710/79 της Επιτροπής , της 9ης Απριλίου 1979 ( ABl . L 90 , σ . 1 ) προβλέπει , εξάλλου , απόλυτη ισορροπία μεταξύ , αφενός , του νομισματικού εξισωτικού ποσού που εφαρμόζεται στον αραβόσιτο και , αφετέρου , του συνόλου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που καθορίζονται για τα διάφορα προϊόντα που λαμβάνονται από τον αραβόσιτο στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαδικασίας μεταποιήσεως . Την ισορροπία , όμως , αυτή ανέτρεψαν πρώτα ο κανονισμός 746/79 της Επιτροπής , της 11ης Απριλίου 1979 ( ABl . L 95 , σ . 3 ), και , στη συνέχεια , ο προαναφερθείς κανονισμός 3013/80 , οι οποίοι προέβησαν σε αλλεπάλληλες μειώσεις των νομισματικών εξισωτικών ποσών που προβλέπονται για τα προϊόντα μεταποίησης αραβοσίτου . Επομένως , ο κανονισμός 3013/80 δεν συμβιβάζεται με το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών , το οποίο διαπνέεται από την αρχή της αυστηρής ουδετερότητας των εξισωτικών ποσών , επιπλέον δε , παραβιάζει τα άρθρα 3 , στοιχείο στ ), 40 , παράγραφος 3 , και 43 της Συνθήκης , καθόσον νοθεύει τον ανταγωνισμό και καθιστά μειονεκτική τη θέση των επιχειρήσεων μεταποιήσεως που είναι εγκατεστημένες σε χώρες με ισχυρό νόμισμα έναντι των ανταγωνιστριών τους επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε χώρες με ασθενές νόμισμα . Πράγματι , οι πρώτες λαμβάνουν , κατά την εξαγωγή των προϊόντων μεταποιήσεως , νομισματικά εξισωτικά ποσά , τα οποία είναι στο σύνολό τους κατώτερα από το νομισματικό εξισωτικό ποσό που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν κατά την εισαγωγή του βασικού προϊόντος , ενώ οι τελευταίες καταβάλλουν , σε ανάλογες περιπτώσεις , μόνο νομισματικά εξισωτικά ποσά κατώτερα στο σύνολό τους από το νομισματικό εξισωτικό ποσό που εισέπραξαν κατά την εισαγωγή του βασικού προϊόντος .
7 H Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι βάσει του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια αποφυγής , κατά το δυνατό , κάθε απόκλισης μεταξύ του νομισματικού εξισωτικού ποσού που εφαρμόζεται στο βασικό προϊόν και του συνόλου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα διάφορα παράγωγα προϊόντα , τα οποία λαμβάνονται κατά τα διάφορα στάδια συγκεκριμένης διαδικασίας μεταποιήσεως . Ακριβώς για να συμμορφωθεί με αυτό , η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό 3013/80 , ο οποίος μείωσε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται στα προϊόντα μεταποιήσεως του αραβοσίτου , προκειμένου να εξασφαλιστεί καλύτερη ισορροπία μεταξύ του συνόλου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που καθορίζονται για τα προϊόντα που προέρχονται από διαδικασία μεταποιήσεως και του νομισματικού εξισωτικού ποσού που καθορίζεται για το βασικό προϊόν .
8 H Επιτροπή , αν και αναγνωρίζει ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά , που αφορούν τα προϊόντα και υποπροϊόντα που λαμβάνονται κατά τη μεταποίηση του αραβοσίτου σε άμυλο ή αμυλοσάκχαρο , καθορίζονται από τον κανονισμό 3013/80 , κατά τρόπον ώστε στο σύνολό τους να είναι ελαφρώς κατώτερα από το νομισματικό εξισωτικό ποσό που καθορίζεται για το βασικό προϊόν , υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επιφέρει ακυρότητα του εν λόγω κανονισμού , κυρίως διότι η απόκλιση των 3,60 γερμανικών μάρκων , δηλαδή απόκλιση 5,9 % , η οποία υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση , είναι αμελητέας σημασίας .
9 H Επιτροπή αρύεται το επιχείρημα αυτό από τις αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1980 ( Providence agricole de la Champagne , 4/79 , Slg . σ . 2823· Maiseries de Beauce , 109/79 , Slg . σ . 2883 , και Roquette Freres , 145/79 , Slg . σ . 2917 ), με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα σύστημα υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών επί των προϊόντων μεταποιήσεως του αραβοσίτου , το οποίο καταλήγει στον καθορισμό , για διάφορα προϊόντα προερχόμενα από μεταποίηση δεδομένης ποσότητας αραβοσίτου στα πλαίσια συγκεκριμένης διαδικασίας παραγωγής , νομισματικών εξισωτικών ποσών , το άθροισμα των οποίων « σαφώς υπερβαίνει » το εξισωτικό ποσό που έχει θεσπιστεί για αυτή την ποσότητα αραβοσίτου , συνιστά παράβαση του βασικού κανονισμού 947/71 του Συμβουλίου , της 12ης Μα ΐου 1971 , καθώς και του άρθρου 43 , παράγραφος 3 , της Συνθήκης . Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο μια αρκετά σημαντική διαφορά μεταξύ του νομισματικού εξισωτικού ποσού που εφαρμόζεται στο βασικό προϊόν και του συνόλου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα προϊόντα και υποπροϊόντα μεταποιήσεως .
10 Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν ότι η απόκλιση των 5,9 % , που δέχεται εν προκειμένω η Επιτροπή , είναι , στην πραγματικότητα , πολύ μεγαλύτερη λόγω του ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά αγορά για ορισμένα προϊόντα μεταποιήσεως , κυρίως δε για τη φύτρα σπερμάτων αραβοσίτου και τη γλουτένη που εμπίπτουν αντίστοιχα στις διακρίσεις 11.02 H II και 23.03 A I του κοινού δασμολογίου .
11 H Επιτροπή αναφέρει ότι , στο πλαίσιο των προαναφερθεισών υποθέσεων 4/79 , 108/79 και 145/79 , είχε βεβαίως υποστηρίξει ότι δεν υπήρχε , στην πραγματικότητα , αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ του συνόλου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στη Γαλλία κατά την εξαγωγή παραγώγων προϊόντων αραβοσίτου και του νομισματικού εξισωτικού ποσού που εφαρμόζεται κατά την εισαγωγή του βασικού προϊόντος , δεδομένου ότι δεν υπάρχει , ουσιαστικά , αγορά για τη φύτρα σπερμάτων και τη γλουτένη και , επομένως , τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που έχουν καθοριστεί για τα υποπροϊόντα αυτά έχουν καθαρά θεωρητική σημασία , αλλά ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το επιχείρημα αυτό . Επομένως , θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει αγορά για τα υποπροϊόντα αυτά , όπως άλλωστε προκύπτει και από τις στατιστικές .
12 Πρέπει σχετικώς να γίνει δεκτό ότι οι στατιστικές που προσκόμισε η Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου , δείχνουν , πράγματι , ότι υπάρχει εμπόριο φύτρας σπερμάτων και γλουτένης , έστω και περιορισμένο σε σχέση με την παραγωγή των προϊόντων αυτών , και ότι ορισμένο μέρος του εμπορίου αυτού συνίσταται σε ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές . Επομένως , το νομισματικό εξισωτικό ποσό που έχει καθοριστεί για τα υποπροϊόντα αυτά δεν είναι απλώς θεωρητικό , αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση . Επιπλέον , δεν είναι δυνατό να μην καθοριστούν νομισματικά εξισωτικά ποσά για τη φύτρα σπερμάτων και τη γλουτένη , διότι η έλλειψή τους θα ευνοούσε την εξαγωγή αυτών των υποπροϊόντων αραβοσίτου από επιχειρηματίες εγκατεστημένους σε χώρες με ασθενές νόμισμα και θα δημιουργούσε έτσι εκτροπές του εμπορίου .
13 Επομένως , στην προκειμένη περίπτωση , σημασία έχει να διαπιστωθεί αν , λόγω της αποκλίσεως των 5,9 % , μπορεί να θεωρηθεί ότι το νομισματικό εξισωτικό ποσό που καθορίστηκε για τον αραβόσιτο είναι σαφώς ανώτερο από το σύνολο των νομισματικών εξισωτικών ποσών που χορηγούνται για τα διάφορα προϊόντα μεταποιήσεως .
14 Οι υποθέσεις 4/79 και 109/79 αφορούσαν τρεις διαδοχικούς κανονισμούς περί καθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών , δηλαδή τον κανονισμό 1910/76 της 30ής Ιουλίου 1976 ( ABl . L 208 , σ . 1 ), τον κανονισμό 2466/76 της 8ης Οκτωβρίου 1976 ( ABl . L 280 , σ . 1 ) και τον κανονισμό 938/77 της 29ης Απριλίου 1977 ( ABl . L 110 , σ . 6 ).
15 Σύμφωνα με τον κανονισμό 1910/76 , όσον αφορά τη διαδικασία μεταποιήσεως που απολήγει στην παραγωγή πλιγουριών και σιμιγδαλιών αραβοσίτου , το συνολικό ύψος των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονταν στη Γαλλία , στα προϊόντα μεταποιήσεως που ελαμβάνοντο από 1,8 τόνους αραβοσίτου ανερχόταν σε 100,81 γαλλικά φράγκα , ενώ το νομισματικό εξισωτικό ποσό που εφαρμοζόταν στην ίδια ποσότητα αραβοσίτου ήταν 71,67 γαλλικά φράγκα . Υπήρχε , επομένως , διαφορά 30 % περίπου .
16 Για την ίδια διαδικασία παραγωγής , σύμφωνα με τον κανονισμό 2466/76 , το συνολικό ύψος των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονταν στη Γαλλία , στα παράγωγα προϊόντα αραβοσίτου ανερχόταν σε 201,75 γαλλικά φράγκα και υπερέβαινε κατά 30 % περίπου το νομισματικό εξισωτικό ποσό , το οποίο είχε καθοριστεί για το βασικό προϊόν και το οποίο ανερχόταν , για 1,8 τόνους , σε 143,35 γαλλικά φράγκα .
17 Απόκλιση περίπου 30 % προκύπτει επίσης και από τις διατάξεις του κανονισμού 938/77 , ο οποίος προέβλεπε για τα μεταποιημένα προϊόντα νομισματικά εξισωτικά ποσά , το συνολικό ύψος των οποίων ανερχόταν σε 280,21 γαλλικά φράγκα , ενώ το νομισματικό εξισωτικό ποσό για το βασικό προϊόν ήταν , για 1,8 τόνους , 199,09 γαλλικά φράγκα .
18 Στην υπόθεση 145/79 , το νομισματικό εξισωτικό ποσό , για το οποίο επρόκειτο ως προς τη διαδικασία παραγωγής αμύλου , ήταν 101,99 γαλλικά φράγκα ανά τόνο βασικού προϊόντος έναντι συνολικού ποσού 115,83 γαλλικών φράγκων που αντιστοιχεί στο σύνολο των νομισματικών εξισωτικών ποσών επί των προϊόντων μεταποιήσεως . Πρέπει , πάντως , να ληφθεί υπόψη ότι η διαφορά των 13,84 γαλλικών φράγκων , δηλαδή διαφορά 12 % περίπου , δεν ήταν γνήσια λόγω του τρόπου καθορισμού του νομισματικού εξισωτικού ποσού για το άμυλο , δεδομένου ότι το ποσό αυτό είχε υπολογιστεί βάσει της τιμής παρεμβάσεως για τον αραβόσιτο χωρίς να αφαιρεθεί η επιστροφή λόγω παραγωγής αμύλου . Αν αντιθέτως , σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή , ο υπολογισμός γίνει βάσει της τιμής παρεμβάσεως για τον αραβόσιτο μειωμένης κατά την εν λόγω επιστροφή , το νομισματικό εξισωτικό ποσό που καθορίζεται για το άμυλο εμφανίζεται αναγκαστικά αυξημένο , πράγμα που αυξάνει επίσης και την προαναφερθείσα απόκλιση .
19 Υπό το φως αυτών των σκέψεων , θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόκλιση που διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση είναι πράγματι σαφώς μικρότερη σε σχέση με τις διαφορές που υπήρχαν στις προαναφερθείσες υποθέσεις .
20 H διαπίστωση αυτή δεν αποδυναμώνεται από το επιχείρημα αυτό των προσφευγουσών στην κύρια δίκη ότι η ζημία που υφίστανται οι επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι σε χώρες με ισχυρό νόμισμα είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη λόγω του ότι οι επιχειρηματίες αυτοί επηρεάζονται από « αρνητική » απόκλιση , ενώ αντιθέτως οι παραγωγοί που είναι εγκατεστημένοι σε χώρες με ασθενές νόμισμα ευνοούνται από αντιστοίχου μεγέθους « θετική » απόκλιση κατά την εξαγωγή παραγώγων προϊόντων αραβοσίτου . Πράγματι , η υιοθέτηση του επιχειρήματος αυτού θα είχε ως συνέπεια να αυξηθεί επίσης σημαντικά και η απόκλιση , για την οποία επρόκειτο στις προαναφερθείσες υποθέσεις και , επομένως , δεν θα μεταβαλλόταν η σχέση μεταξύ της απόκλισης αυτής και της απόκλισης που θα έπρεπε να γίνει δεκτή στην υπό κρίση υπόθεση .
21 Πέραν εκείνων που προκύπτουν από τις προαναφερθείσες αποφάσεις , πρέπει να προστεθεί ότι κατά το άρθρο 4 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 947/71 « δεν καθορίζεται εξισωτικό ποσό για τα προϊόντα για τα οποία το ποσό που υπολογίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 δεν έχει παρά ελαχίστη σημασία σε σχέση προς τη μέση αξία τους » . Εφόσον , όμως , δεν είναι απαραίτητο να καθορίζονται νομισματικά εξισωτικά ποσά όταν η σημασία τους είναι μικρή σε σχέση με τη μέση αξία των προϊόντων , δεν μπορεί επίσης να απαιτηθεί να διαμορφώνονται τα νομισματικά εξισωτικά ποσά κατά τρόπον ώστε να απαλείφονται ακόμα και τέτοιες αποκλίσεις που αντιπροσωπεύουν μικρό ποσοστό επί των νομισματικών εξισωτικών ποσών αυτών καθαυτών και επομένως , πολύ περισσότερο , δεν μπορούν παρά να έχουν μικρή σημασία σε σχέση με την αξία του εμπορεύματος .
22 Πρέπει , τέλος , να σημειωθεί ότι , όπως αναφέρει και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της , κάποια απόκλιση είναι συχνά αναπόφευκτη , λόγω του ότι το ίδιο υποπροϊόν μπορεί πολλές φορές να ληφθεί στο πλαίσιο διαφορετικών διαδικασιών μεταποιήσεως που απολήγουν στην παραγωγή προϊόντων και υποπροϊόντων , στα οποία εφαρμόζονται διαφορετικά νομισματικά εξισωτικά ποσά . Από αυτό έπεται ότι δεν είναι δυνατό , από διοικητικής απόψεως , να καθορίζονται για το υποπροϊόν αυτό διαφορετικά νομισματικά εξισωτικά ποσά ανάλογα με τη διαδικασία παραγωγής , ώστε να εξασφαλίζεται ότι σε κάθε διαδικασία μεταποιήσεως το νομισματικό ποσό που εφαρμόζεται στο βασικό προϊόν συμπίπτει με το σύνολο των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα παράγωγα προϊόντα και υποπροϊόντα .
23 Από τις παραπάνω σκέψεις συνάγεται ότι ενόψει της αποκλίσεως των 5,9 % το νομισματικό εξισωτικό ποσό που καθορίζει ο κανονισμός 3013/80 για τον αραβόσιτο δεν μπορεί να θεωρηθεί σαφώς ανώτερο του συνόλου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που έχουν καθοριστεί για τα διάφορα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίηση του αραβοσίτου στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαδικασίας μεταποιήσεως .
24 Πρέπει , συνεπώς , να γίνει δεκτό ότι από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος που υποβλήθηκε δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 3013/80 .
25 Δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα , παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους στην κύρια δίκη το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε , με Διάταξη της 6ης Ιανουαρίου 1984 , το Finanzgericht Hamburg , αποφαίνεται :
Από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος που υποβλήθηκε , δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 3013/80 της Επιτροπής , της 21ης Νοεμβρίου 1980 .
Full & Egal Universal Law Academy