Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινό δασμολόγιο — Απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς — Αντικείμενα επιστημονικής φύσεως — « Εξαρτήματα » επιστημονικής εγκαταστάσεως — Εφαρμογή της απαλλαγής — Προϋποθέσεις
( Κανονισμός 1798/75 του Συμβουλίου , άρθρο 3 , παράγραφος 2 )
Περίληψη
Οι όροι « επιστημονικά όργανα και συσκευές για τα οποία χορηγείται ατέλεια » κατά το άρθρο 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 1798/75 έχουν την έννοια ότι η ατελής εισαγωγή εξαρτημάτων είναι δυνατή υπό τον όρο ότι προορίζονται για όργανα ή συσκευές που και αυτά με τη σειρά τους δικαιούνται ή έλαβαν ατέλεια . Αντίθετα , η ατέλεια δεν μπορεί να χορηγηθεί , όταν τα εξαρτήματα πρόκειται να ενσωματωθούν σε όργανο ή συσκευή που κατασκευάζεται στην Κοινότητα .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 51/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht της Βάδης-Βυρτεμβέργης προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Land Niedersachsen , εκπροσωπούμενου από το Georg-August-Universitaet Goettingen ,
και
Hauptzollamt Friedrichshafen ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου , της 10ης Ιουλίου 1975 , « περί της ατελούς , ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου , εισαγωγής αντικειμένων , εκπαιδευτικού , επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα » ( EE ειδ . έκδ . 02/002 , σ . 87 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1984 , που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Φεβρουαρίου 1984 , το Finanzgericht Βάδης- Βυρτεμβέργης υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου , της 10ης Ιουλίου 1975 , « περί της ατελούς , ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου , εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού , επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα » ( EE ειδ . έκδ . 02/002 , σ . 87 ), ο οποίος θεσπίστηκε κατ’ εφαρμογή της διεθνούς « συμφωνίας της Φλωρεντίας » για την εισαγωγή αντικειμένων εκπαιδευτικού , επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα [ Recueil des traites des Nations unies , ( Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών ), τόμος 131 , 1952 , αριθ . 1734 , σσ . 26 και επ . ] .
2 Τα εν λόγω ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής του ομόσπονδου κρατιδίου της Κάτω Σαξωνίας , εκπροσωπούμενου από το Georg-August-Universitaet Goettingen ( εφεξής αποκαλούμενου προσφεύγοντος στην κύρια δίκη ), κατά του Hauptzollamt Friedrichshafen ( εφεξής αποκαλούμενου καθού στην κύρια δίκη ), λόγω αρνήσεως του τελευταίου να χορηγήσει δασμολογική ατέλεια για την εισαγωγή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το 1979 ενός αυτόματου δειγματολήπτη που έφερε την ονομασία « AS-50 » ( Auto Sampler ), κατασκευασμένου στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Perkin-Elmer Corporation . Τη συσκευή αυτή επρόκειτο να χρησιμοποιήσει το Institut fuer tropischen und subtropischen Pflanzenbau για μετρήσεις με φασματοφωτόμετρο ατομικής απορροφήσεως με την επωνυμία « AAS M 432 » που κατασκεύαζε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η Bodenseewerk Perkin-Elmer & Co . GmbH Ueberlingen , θυγατρική της προαναφερθείσας αμερικανικής εταιρίας .
3 H άρνηση του καθού στην κύρια δίκη να χορηγήσει δασμολογική απαλλαγή της συσκευής στηριζόταν στο γεγονός ότι το φασματοφωτόμετρο , υπό την ιδιότητά του ως κυρίας συσκευής , δεν είχε εισαχθεί , ενώ ο αυτόματος δειγματολήπτης δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως αυτοτελές επιστημονικό όργανο ή συσκευή .
4 Κατά της αποφάσεως αυτής το προσφεύγον στην κύρια δίκη άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Βάδης-Βυρτεμβέργης , υποστηρίζοντας ότι ο δειγματολήπτης AS-50 αποτελεί εξάρτημα του φασματοφωτομέτρου κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 1798/75 .
5 Αντίθετα , το καθού στην κύρια δίκη ισχυρίζεται ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εξαρτήματα κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης παρά μόνο τα προϊόντα που έχουν κατασκευαστεί ειδικά για το κυρίως αντικείμενο και υπό την έννοια αυτή δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αυτοτελές επιστημονικό όργανο κατά το άρθρο 3 , παράγραφος 1 , του εν λόγω κανονισμού .
6 Ενώπιον των επιχειρημάτων αυτών , το Finanzgericht ζήτησε γνωμάτευση από τον καθηγητή H . Sternbach του ινστιτούτου Max-Planck πειραματικής ιατρικής . H εν λόγω γνωμάτευση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη συσκευή αποτελεί εξάρτημα , τόσο από μηχανική όσο και από τεχνική άποψη , του φασματοφωτομέτρου του οποίου αναγνωρίζεται η επιστημονική αξία . Περαιτέρω , επιβεβαιώνει ότι οι μετρήσεις που πραγματοποιούνται με τη συσκευή αυτή είναι πολυάριθμες , ενώ ο δειγματολήπτης επιτρέπει τη συνήθη και επακριβή ροή των προς μέτρηση διαλυμάτων που δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με την απαιτούμενη ακρίβεια με τα χέρια . Κατά συνέπεια , το φασματοφωτόμετρο μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και χωρίς το δειγματολήπτη , αλλ’ ο τελευταίος είναι αναγκαίος προκειμένου να επιτελεστεί η ειδική λειτουργία για την οποία προορίζει το φασματοφωτόμετρο ο κατασκευαστής του .
7 Με Διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1984 το Finanzgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προκειμένου να επιλύσει την εν λόγω διαφορά :
1 ) Τι είναι « εξαρτήματα » κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του προαναφερθέντος κανονισμού :
α ) Πρέπει τα προϊόντα που εισήχθησαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1980 να έχουν κατασκευαστεί ειδικά για την κύρια συσκευή ως εξαρτήματα κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού ( πρβλ . τον ορισμό της εννοίας που περιέχει το άρθρο 12 του κανονισμού 2784/79 της Επιτροπής , της 12ης Δεκεμβρίου , περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου ( EE ειδ . έκδ . 02/008 , σ . 3 ), που τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Ιανουαρίου 1980 , σε καταφατική δε περίπτωση , βάσει ποίου κριτηρίου καθορίζεται αν ένα εξάρτημα έχει « κατασκευαστεί ειδικά » για την κύρια συσκευή ( βάσει αντικειμενικών τεχνικών κριτηρίων ή βάσει της λειτουργίας για την οποία προορίζεται το εξάρτημα από τον κατασκευαστή ή βάσει της συγκεκριμένης λειτουργίας για την οποία το προορίζει ο χρήστης );
β ) H έννοια του εξαρτήματος σε σχέση με την κύρια συσκευή προϋποθέτει επιπλέον την έλλειψη δυνατότητας ανεξάρτητης χρησιμοποιήσεως του εξαρτήματος και , σε καταφατική περίπτωση , πώς πρέπει να καθοριστεί αυτή ( κατά μηχανοτεχνικό τρόπο ή ανάλογα με τη λειτουργία για την οποία προορίζεται το εξάρτημα από τον κατασκευαστή ή βάσει της συγκεκριμένης λειτουργίας για την οποία το προορίζει ο χρήστης );
2 ) Τι σημαίνει « που είναι αναγκαία για τη λειτουργία » κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού ; H έκφραση αυτή προϋποθέτει ότι , ελλείψει εξαρτήματος , η κύρια συσκευή « δεν λειτουργεί » από μηχανοτεχνική άποψη ή ότι δεν εκπληροί τη λειτουργία για την οποία την προορίζει ο κατασκευαστής ή δεν επιτελεί τη συγκεκριμένη λειτουργία για την οποία την προορίζει ο χρήστης ;
3 ) Τι πρέπει να νοηθεί με την έκφραση « που εισάγονται επίσης ατελώς » κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού : μπορεί σύμφωνα μ’αυτό να εισάγεται ατελώς η κύρια συσκευή , η οποία κατασκευάζεται στον τελωνειακό χώρο , δηλαδή δεν εισάγεται , η οποία όμως σε περίπτωση εισαγωγής της ως επιστημονικού οργάνου κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 1 , του κανονισμού θα εισήγετο ατελώς ή η ατέλεια της κύριας συσκευής προϋποθέτει ότι πράγματι εισήχθη ατελώς βάσει του άρθρου 3 , παράγραφος 1 , του κανονισμού ;
4 ) Τι είναι « επιστημονικά όργανα και συσκευές » κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 1 , του κανονισμού : απαιτούν οι όροι αυτοί τη δυνατότητα ανεξάρτητης χρησιμοποιήσεως της συσκευής και , σε καταφατική περίπτωση , πώς πρέπει να καθοριστεί αυτή ( κατά μηχανοτεχνικό τρόπο ή σύμφωνα με τη λειτουργία για την οποία την προορίζει ο κατασκευαστής ή βάσει της συγκεκριμένης λειτουργίας της συσκευής για την οποία την προορίζει ο χρήστης );
8 Το Finanzgericht υπογραμμίζει στο σκεπτικό της παραπεμπτικής Διάταξής του ότι τα εν λόγω ερωτήματα τίθενται μερικώς ως συμπλήρωμα της παραπεμπτικής Διάταξης του Finanzgericht Μονάχου της 6ης Οκτωβρίου 1983 ( υπόθεση 236/83 , Πανεπιστήμιο του Αμβούργου ), δεδομένου ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το εν λόγω δικαστήριο αφορούν κατά μεγάλο μέρος « σύνθετο όργανο » που δεν υφίσταται στην υπό κρίση υπόθεση .
9 Οι διάδικοι στην κύρια δίκη δεν κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο . Αντίθετα , η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της υπό κρίση υπόθεσης και της υπόθεσης 236/83 , για την οποία το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 15 Νοεμβρίου 1984 ( Συλλογή 1984 , σ . 3849 ). Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα ( όπως προτείνει η Επιτροπή ), δεν συντρέχει πλέον λόγος εξετάσεως των λοιπών ερωτημάτων που υπέβαλε το Finanzgericht προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά .
10 Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα , περίπτωση α ), που συνίσταται στο αν ένα εξάρτημα πρέπει να έχει « κατασκευαστεί ειδικά » για την κύρια συσκευή , η Επιτροπή παρατηρεί ότι λαμβάνει υπόψη της μόνο τον σχετικά επακριβή ορισμό του εξαρτήματος που εισήγαγε την 1η Ιανουαρίου 1980 το άρθρο 12 του κανονισμού 2784/79 της Επιτροπής , κανονισμού εφαρμογής του βασικού κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου . Την αυτή πάντως εποχή , το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού τροποποιήθηκε επίσης από τον κανονισμό 1027/79 του Συμβουλίου , της 8ης Μαρτίου 1979 ( EE ειδ . έκδ . 02/007 , σ . 223 ), οι νέες δε διατυπώσεις των κανονισμών του Συμβουλίου και της Επιτροπής συνδέονται στενά . Ενώ λοιπόν απαιτούνταν , βάσει του αρχικού κειμένου του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του βασικού κανονισμού , το εξάρτημα να είναι « αναγκαίο για τη λειτουργία » του επιστημονικού οργάνου ή της συσκευής , με τη νέα διατύπωση αρκεί να πρόκειται για « ειδικά εξαρτήματα » προσαρμοζόμενα σε κύρια συσκευή , ενώ το άρθρο 12 του κανονισμού εφαρμογής διευκρινίζει ότι τα εξαρτήματα αυτά πρέπει να έχουν « επινοηθεί ειδικά για να χρησιμοποιούνται με συγκεκριμένο όργανο ή συσκευή επιστημονική , προκειμένου να βελτιωθεί η απόδοση ή οι δυνατότητες χρησιμοποιήσεώς του » .
11 Εκτιμώντας ότι η αρχική διατύπωση του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 είναι υπερβολικά περιοριστική , η Επιτροπή θεωρεί ότι η νέα διατύπωση δεν περικλείει κινδύνους για τη λήψη της ως αφετηρίας ερμηνείας και του αρχικού κειμένου του κανονισμού , παρόλον ότι η εν λόγω διατύπωση ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1980 . Κατά συνέπεια , για να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οικείων διατάξεων , τα εξαρτήματα πρέπει να έχουν σχεδιαστεί ή προσαρμοστεί ειδικά από τον κατασκευαστή για συγκεκριμένο όργανο ή συσκευή . Αντίθετα , δεν εμπίπτουν σ’ αυτές τα εξαρτήματα που προορίζονται ή που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεγάλο αριθμό συσκευών . H μάλλον τυχαία δυνατότητα αυτοτελούς χρησιμοποιήσεως ενός εξαρτήματος ή χρήσεώς του υπό περιστάσεις που διαφέρουν των αρχικά προβλεφθεισών δεν αποκλείει την εφαρμογή των επίδικων διατάξεων .
12 Όσον αφορά την περίπτωση β ) του πρώτου ερωτήματος , η Επιτροπή τάσσεται υπέρ μιας λειτουργικής οριοθέτησης του όρου « εξάρτημα » , σύμφωνα με τη λογική της προτεινόμενης για το πρώτο μέρος του ερωτήματος απάντησης , ενώ δεν τη βρίσκει σύμφωνη η διάκριση μεταξύ των επιστημονικών οργάνων και συσκευών , αφενός , και των εξαρτημάτων , αφετέρου , από καθαρά εννοιολογική άποψη ή βάσει τεχνικών χαρακτηριστικών . Πρέπει , επομένως , ως εξαρτήματα να νοηθούν τα αντικείμενα , τα οποία ο κατασκευαστής προορίζει έτσι όπως τα επινόησε και από τον τρόπο που λειτουργούν για τη βελτίωση της απόδοσης ή των δυνατοτήτων χρησιμοποιήσεως ενός επιστημονικού οργάνου ή συσκευής .
13 Ως προς το δεύτερο ερώτημα , αναφερόμενη στην προτεινόμενη για το πρώτο ερώτημα , περίπτωση α ), απάντηση , η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υπερβολικά γραμματική ερμηνεία της αρχικής διατύπωσης του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 1798/75 δεν είναι ενδεδειγμένη και ότι η εν λόγω διάταξη θα έπρεπε αντίθετα να νοηθεί υπό το φως του τροποποιημένου από τον κανονισμό 1027/79 κειμένου .
14 Επί του τρίτου ερωτήματος , η Επιτροπή προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου και στα επιχειρήματα που η ίδια ανέπτυξε επ’ ευκαιρία της υπόθεσης 236/83 . O κανονισμός 1027/79 αποσαφηνίζει το κείμενο του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 1798/75 , το οποίο είναι αντιφατικό στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις , υπό την έννοια ότι το εξάρτημα δεν απαλλάσσεται από την καταβολή δασμών παρά μόνο όταν η κύρια συσκευή εισήχθη επίσης , η εισαγωγή δε αυτή πραγματοποιήθηκε πριν ή συγχρόνως με εκείνη των εξαρτημάτων . H εν λόγω ερμηνεία ανταποκρίνεται στις προβλεπόμενες από τη διεθνή συμφωνία της Φλωρεντίας του 1950 προϋποθέσεις , καθώς και στο πρωτόκολλο του Ναϊρόμπι του 1976 που αφορά την εν λόγω συμφωνία , δεν συντρέχει δε κανένας λόγος θεσπίσεως ευνοϊκότερου για τις εισαγωγές καθεστώτος στο πλαίσιο της Κοινότητας . Λόγω των σοβαρών δαπανών που συνεπάγεται ο προσδιορισμός του επιστημονικού χαρακτήρα ενός οργάνου ή μιας συσκευής , εύλογο είναι να αναμένεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να θεσπίσει τόσο περίπλοκη διοικητική διαδικασία για την απλή απαλλαγή εξαρτημάτων από την καταβολή δασμών .
15 Ως προς το τέταρτο ερώτημα σχετικά με τα ενδεδειγμένα κριτήρια προσδιορισμού του αυτοτελούς χαρακτήρα ενός οργάνου ή συσκευής κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 1 , του κανονισμού 1798/75 , η Επιτροπή προτείνει να λαμβάνεται υπόψη η λειτουργία για την οποία τα προορίζει ο κατασκευαστής , λειτουργία που συχνά είναι δυνατό να προσδιοριστεί σύμφωνα με το λόγο για τον οποίο επινοήθηκαν καθώς και τον τρόπο λειτουργίας τους . Αντίθετα , όλα τα άλλα δυνατά κριτήρια , εννοιολογικής ή τεχνικής φύσεως , δεν είναι πρόσφορα για μια οριοθέτηση στην πράξη . Άρα , στο εν λόγω ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα κατά την έννοια του άρθρου 3 , παράγραφος 1 , του κανονισμού 1798/75 όργανα ή συσκευές είναι οι τεχνικές συσκευές τις οποίες ο κατασκευαστής τους προορίζει , σύμφωνα με το σχεδιασμό και τον τρόπο λειτουργίας τους , να χρησιμοποιούνται για επιστημονικές εργασίες ως αυτοτελείς μονάδες .
16 Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας , η Επιτροπή μετέβαλε κατά κάποιο τρόπο την άποψή της ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα , περίπτωση β ), και στο τέταρτο ερώτημα , λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου που είχε στο μεταξύ μεσολαβήσει με την προαναφερθείσα υπόθεση 236/83 . Δεν εμμένει πλέον στην αρχική της άποψη ότι ένα αντικείμενο διατηρεί πάντοτε , λόγω της φύσεώς του , την ιδιότητά του ως κυρίου οργάνου ή συσκευής ή εξαρτήματος . Αντίθετα , το αντικείμενο είναι δυνατόν να αποτελεί σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση είτε το ένα είτε το άλλο , ανάλογα με το αν εκπληροί είτε « αυτοτελή επιστημονική λειτουργία » , είτε καθαρά μηχανική , περιοριζόμενο απλώς για βελτίωση ή διευκόλυνση της μεσολάβησης ή της αποτελεσματικότητας του κυρίου οργάνου ή συσκευής .
17 Ως προς το τέταρτο ερώτημα , αποκλίνοντας από την αρχική της πρόταση , η Επιτροπή προτείνει να δοθεί απάντηση υπό την έννοια ότι τα επιστημονικά όργανα ή συσκευές αποτελούν τεχνικά μέσα που ανταποκρίνονται σε όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 3 , παράγραφοι 1 και 3 , του κανονισμού 1798/75 και συγκεκριμένα εκπληρούν αυτοτελή επιστημονική λειτουργία .
18 Καταρχάς , πρέπει να αναγνωριστεί ότι απαιτείται η κατά προτεραιότητα εξέταση του τρίτου ερωτήματος , εφόσον η επίλυσή του προηγείται λογικά εκείνης των λοιπών ερωτημάτων , σε περίπτωση δε αρνητικής απαντήσεως επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου ερωτήματος , στερούνται ενδιαφέροντος το πρώτο , δεύτερο και τέταρτο ερώτημα .
Επί του τρίτου ερωτήματος
19 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα , πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του της 15ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση 236/83 αποφάνθηκε ότι οι όροι « επιστημονικά όργανα και συσκευές που εισάγονται επίσης ατελώς » , του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 1798/75 , πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι « μέρη , ανταλλακτικά και εξαρτήματα μπορούν να εισαχθούν ατελώς , εφόσον προορίζονται για επιστημονικά όργανα ή συσκευές για τις οποίες χορηγείται ή χορηγήθηκε δασμολογική ατέλεια » . Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι « η ατέλεια αυτή δεν είναι δυνατόν να χορηγηθεί , όταν τα μέρη πρόκειται να ενσωματωθούν σε επιστημονική εγκατάσταση που κατασκευάζεται στην Κοινότητα » .
20 Το Δικαστήριο στήριξε την ερμηνεία αυτή πρώτον στο γεγονός ότι , σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 1798/75 , η ατέλεια χορηγείται μόνο για τα αντικείμενα εκπαιδευτικού , επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα που προορίζονται για ορισμένους οργανισμούς έρευνας ή εκπαιδεύσεως . Έκρινε ότι η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως συνεπάγεται δυσχέρειες , όταν τα εισαγόμενα συστατικά μέρη δεν προορίζονται απευθείας για το ενδιαφερόμενο επιστημονικό ή μορφωτικό ίδρυμα , αλλά για τον κατασκευαστή μιας σειράς επιστημονικών συσκευών που προορίζονται να παραδοθούν μεταγενέστερα στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα .
21 Δεύτερον , το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μια επιστημονική εγκατάσταση που έχει κατασκευαστεί στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν υπάγεται στη δασμολογική νομοθεσία και συνεπώς δεν μπορεί νόμιμα να χαρακτηριστεί ως επιστημονικό όργανο ή συσκευή κατά την έννοια του άρθρου 1798/75 και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν χορηγείται ατέλεια , παρά μόνο αν αποδεικνύονται ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα αντίστοιχα όργανα ή συσκευές . Πάντως , μια κύρια εγκατάσταση που έχει κατασκευαστεί στην Κοινότητα , δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιστημονικό όργανο ή συσκευή για την οποία χορηγείται ατέλεια αποκλειστικά λόγω της σχέσης της με τα εισαγόμενα μέρη , ανταλλακτικά ή εξαρτήματα .
22 Το Δικαστήριο κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι λόγοι σχετικοί με το πεδίο εφαρμογής και το σύστημα του κανονισμού 1798/75 αποκλείουν τη χορήγηση δασμολογικής ατέλειας για συστατικά μέρη που προορίζονται να ενσωματωθούν σε επιστημονική εγκατάσταση που έχει κατασκευαστεί στην Κοινότητα .
23 Για όλους αυτούς τους λόγους , στο τρίτο ερώτημα του Finanzgericht Βάδης-Βυρτεμβέργης πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι όροι « επιστημονικά όργανα και συσκευές για τα οποία χορηγείται ατέλεια » κατά το άρθρο 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 1798/75 έχουν την έννοια ότι η ατελής εισαγωγή εξαρτημάτων είναι δυνατή υπό τον όρο ότι προορίζονται για όργανα ή συσκευές που και αυτά με τη σειρά τους δικαιούνται ή έλαβαν ατέλεια . Αντίθετα , η ατέλεια δεν μπορεί να χορηγηθεί , όταν τα μέρη πρόκειται να ενσωματωθούν σε όργανο ή συσκευή που κατασκευάζεται στην Κοινότητα .
Επί του πρώτου , δεύτερου και τέταρτου ερωτήματος
24 Λαμβανομένης υπόψη της διδομένης επί του τρίτου ερωτήματος απάντησης , δεν συντρέχει λόγος αποφάνσεως επί των λοιπών ερωτημάτων που υπέβαλε το Finanzgericht ούτε εξετάσεως της συναφούς επιχειρηματολογίας της Επιτροπής .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1984 το Finanzgericht Βάδης-Βυρτεμβέργης , αποφαίνεται :
Οι όροι « επιστημονικά όργανα και συσκευές για τα οποία χορηγείται ατέλεια » , του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου , της 10ης Ιουλίου 1975 , έχουν την έννοια ότι τα εξαρτήματα μπορούν να εισαχθούν ατελώς υπό τον όρο ότι προορίζονται για όργανα ή συσκευές που και αυτά δικαιούνται ή έλαβαν ατέλεια . Αντίθετα , η ατέλεια δεν χορηγείται όταν το εξάρτημα περιορίζεται να ενσωματωθεί σε όργανο ή συσκευή που κατασκευάζεται στην Κοινότητα .
Full & Egal Universal Law Academy